FOLLOW US

Σταράτες κουβέντες

«Αν κάθε Έλληνας καταφέρει μέσα στο 2012 να αγοράσει ελληνικά προϊόντα αξίας 1.000 ευρώ στη θέση ξένων προϊόντων που αγόρασε πέρυσι, τότε θα προστεθεί στην προβληματική ελληνική οικονομία το αστρονομικό ποσό των 12 δισ. ευρώ.» Μπορούμε να το κάνουμε.

«Αν κάθε Έλληνας καταφέρει μέσα στο 2012 να αγοράσει ελληνικά προϊόντα αξίας 1.000 ευρώ στη θέση ξένων προϊόντων που αγόρασε πέρυσι, τότε θα προστεθεί στην προβληματική ελληνική οικονομία το αστρονομικό ποσό των 12 δισ. ευρώ.» Μπορούμε να το κάνουμε.

Οι μυγδαλιές άργησαν ν’ ανθίσουν

Είπαμε αρκετές φορές ότι οι ηλικιωμένοι άνθρωποι έχουν λιγότερο μέλλον και περισσότερο παρελθόν. Για το λόγο αυτό οι κουβέντες τους αναφέρονται στα περασμένα. Η αείμνηστη γιαγιά μου Ελένη, μία άγια γυναίκα, που ακόμα και τώρα έρχεται στα όνειρά μου, συνήθιζε να λέει κάθε Γενάρη μήνα: «Μουρή πουτάνα αμυγδαλιά π’ ανθίζεις το Γενάρη, γιατί δεν απάντεξες και μας ν’ ανθίσουμε το Μάρτη;», ρωτούν τα άλλα δέντρα. Και όμως, εφέτος οι μυγδαλιές της Γέρας άνθισαν το Μάρτη. Λένε ότι όταν οι μυγδαλιές αργήσουν ν’ ανθίσουν, περιμένουν παλιόκαιρο. Αυτό το θαύμα της φύσης να στολίζονται τα γυμνά από φύλλα κλαδιά με άσπρα και ρόδινα ανθάκια, μου προκαλούσε ανέκαθεν ανάμικτα συναισθήματα. Δέος και απερίγραφτη χαρά.

«Ρόδου μοσχοβόλημα» του Κωστή Παλαμά

Αυτή η Πέμπτη, φίλοι, είναι αφιερωμένη στην ποίηση της γενιάς μου και σ’ όσους αγαπούν τη λογοτεχνία. Χρειάζεται να το κάνω πότε-πότε, για να εκτονώνομαι απ’ την πεζή πραγματικότητα και να θυμάμαι την άλλη πλευρά του εαυτού μου και τις αγάπες της πρώτης νιότης μου. Πάμε, λοιπόν!

«Εφέτος άγρια μ’ έδειρεν η βαρυχειμωνιά / που μ’ έπιασε χωρίς φωτιά και μ’ εύρε χωρίς νιάτα, / κι ώρα την ώρα πρόσμενα να σωριαστώ βαριά / στη χιονισμένη στράτα. // Μα χτες καθώς με θάρεψε το γέλιο του Μαρτιού / και τράβηξα να ξαναβρώ τ’ αρχαία τα μονοπάτια, / στο πρώτο μοσκοβόλημα ενός ρόδου μακρινού / μου δάκρυσαν τα μάτια.»

«Μακριά» του Κ. Π. Καβάφη

«Θάθελα αυτήν την μνήμην να την πω... / Μα έτσι εσβήσθη πια... σαν τίποτε δεν απομένει / γιατί μακριά, στα πρώτα εφηβικά μου χρόνια κείται. / Δέρμα σαν καμωμένο από ιασεμί... / Εκείνη του Αυγούστου - Αύγουστος ήταν; - η βραδιά... / Μόλις θυμούμαι πια τα μάτια· ήσαν θαρρώ μαβιά. / Α ναι, μαβιά ένα σαπφειρένιο μαβί.»

«Τι άλλο καλέ μου...» της Μυρτιώτισσας

Το ποίημα το έγραψε η Μυρτιώτισσα στο μεγάλο έρωτα της ζωής της, τον ποιητή Λορέντζο Μαβίλη, ο οποίος σκοτώθηκε πολεμώντας στο Δρίσκο της Ηπείρου στους Βαλκανικούς Πολέμους. Κοιτώντας τη φωτογραφία του νεκρού πια έρωτά της, έγραψε:

«Τι άλλο καλέ μου, ζητάς από μένα / και στέκεις θλιμένος μπροστά στη μορφή μου / αφού κι η καρδιά μου, αφού κι η ψυχή μου, / - κι ας είσαι νεκρός - πλημμυρούν από Σένα; // Τα θεία τραγούδια σου ένα προς ένα / τα ζει κάθε νύχτα, η ψάλτρα φωνή μου / γενήκαν αυτά μοναχή προσευχή μου, / αγνή προσευχή γεννημένη από Σένα! // Γιατί με κυττάζεις με μάτια θλιμένα; / Λαμπάδα σου ανάβω την ίδια ψυχή μου / και μέρα τη μέρα σκορπά κι η ζωή μου / για Σένα, τα ρόδα της τα χλωριασμένα. // Τι άλλο καλέ μου ζητάς από εμένα.»

 «Επίγραμμα» του Οδυσσέα Ελύτη

«Πριν απ’ τα μάτια μου ήσουν φως / πριν απ’ τον Έρωτα έρωτας / κ όταν σε πήρα το φιλί / Γυναίκα.»

 «Κονιάκ μηδέν αστέρων» της Κικής Δημουλά

«Χαμένα πάνε εντελώς τα λόγια των δακρύων. / Όταν μιλάει η αταξία η τάξη να σωπαίνει / έχει μεγάλη πειρά ο χαμός. // Τώρα πρέπει να σταθούμε στο πλευρό / του ανώφελου. Σιγά σιγά να ξαναβρεί το λέγειν της η μνήμη / να δίνει ωραίες συμβουλές μακροζωίας / σε ό,τι έχει πεθάνει.» (Απόσπασμα από τη συλλογή «Χαίρε Ποτέ»)

«Ο Μπαταριάς» του Μιλτιάδη Μαλακάση

«Ο Μπουκουβάλας ο Μικρός κι ο Κλης του Τσαγκαράκη / κι ο Νίκος του Βρανά / Σάββατο βράδυ κάποτε, τόριχναν στο μεράκι / στου Βλάχου κουτσοπίνοντας κρυφά. // Κι ως ήσανε αρχοντόπουλα κι οι τρεις, στο κέφι απάνω / στέλναν για τα βιολιά / και μες σε λίγο βλέπανε τον Κατσαρό τον Πάνο / και πίσω το Θανάση Μπαταριά. // [...] Μα στο τραπέζι ως κάθοταν, κι άνοιγεν η φωνή σου, / μεγάλε Μπαταριά, / στο τρίτο κρασοπότηρο, πουλιά του παραδείσου / ξυπνούσανε κι αηδόνια στα κλαδιά. // Κι όπως ετύχαινε συχνά σε τέτοια γλέντια νάναι / καλοκαιριού χαρά / και την πιο λίγο ανάθαρρη παρέκει να πατήσει / ν’ ακούσει και να δει, / δεν έμενε εικοσάχρονη που να μην ξεπορτίσει, / κι χήρα νια στο δρόμο να μη βγει.» (απόσπασμα)

«Γκρίζα» του Κ.Π. Καβάφη

«Κυττάζοντας ένα οπάλλιο μισό γκρίζο / θυμήθηκα δυο ωραία γκρίζα μάτια που είδα / θάναι είκοσι χρόνια πριν... / Για ένα μήνα αγαπηθήκαμε / Έπειτα έφυγε θαρρώ στη Σμύρνη / για να εργασθεί εκεί / και πια δεν ιδωθήκαμε. // Θα ασχήμισαν - αν ζει - τα γκρίζα μάτια / θα χάλασε τ’ ωραίο πρόσωπο // Μνήμη μου, φύλαξέ τα συ ως ήσαν / Και μνήμη, ό,τι μπορείς απ’ τον έρωτά μου αυτόν, / ό,τι μπορείς φέρε με πίσω απόψε.»

Παπάδος, 3-3-2012

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Λίγα απ’ όλα Λίγα απ’ όλα »
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top