Α΄ μέρος

Το κοινωνικό κράτος, «Υπέρ αδυνάτων»

02/02/2022 - 10:30

Το κοινωνικό κράτος αποτελεί την μετεξέλιξη του φιλελεύθερου κράτους, καθότι παρεμβαίνει στην κρατική λειτουργία και ασκώντας κοινωνική πολιτική καλύπτει τις ελλείψεις του φιλελεύθερου κράτους. Περιορίζει, σε κάποιο βαθμό, την οξύτητα των κοινωνικών ανισοτήτων συμβάλλοντας στο μετριασμό των αδικιών και στην αποκατάσταση των αδύναμων και των αδικούμενων. 

Το κοινωνικό κράτος συγκροτείται από ένα σύνολο θεσμών και πολιτικών που στοχεύουν στην εξασφάλιση των βασικών όρων διαβίωσης των πολιτών, στην παροχή κοινωνικών υπηρεσιών και αγαθών που βελτιώνουν την κοινωνική ζωή, όπως είναι η παιδεία, η υγεία, η κοινωνική ασφάλιση, η εξασφάλιση της στέγης, η παροχή βοήθειας στους αδύνατους για την κάλυψη των βιοτικών και κοινωνικών αναγκών τους. 

Το κοινωνικό κράτος είναι δημιούργημα, κυρίως, της περιόδου, μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο. 

Στην Ελλάδα, κατοχυρώνεται η αρχή του κοινωνικού κράτους με το Σύνταγμα του 1975, στο άρθρο 25,1: «τα δικαιώματα του ανθρώπου, ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του κράτους». 

Η θέσπιση και η ανάπτυξη του κοινωνικού κράτους συνδέονται άμεσα με το δημοκρατικό καθεστώς, όπου «η εξουσία πηγάζει από τον λαό, ασκείται από τον λαό (διά των αντιπροσώπων του) και υπηρετεί τα συμφέροντα του λαού». 

Ιστορικά, πρωτοεμφανίζεται και ευδοκιμεί εκεί που πρωτοθεμελιώθηκε η Δημοκρατία, στην αρχαία Αθήνα του Κλεισθένη και του Περικλή. 

Στην σύγχρονή μας εποχή, αποτελεί σημαντική κατάκτηση των ευρωπαϊκών λαών και το μεγάλο πλεονέκτημα του ευρωπαϊκού πολιτισμού. 

Στην αρχαία Αθήνα, όπως μαθαίνουμε και από τον «Υπέρ αδυνάτου» δικανικό λόγο του Λυσία, που εκφώνησε στην Βουλή των Αθηναίων ένας από τους συνταξιοδοτούμενους « αδύνατους» Αθηναίους πολίτες, το κράτος χορηγούσε σύνταξη στις ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού, στις οποίες συγκαταλέγονταν οι άποροι και ανίκανοι προς εργασίαν πολίτες. 

Ειδικότερα για τους τραυματίες πολέμου(«πηρωθέντας»=ακρωτηριασμένους) από την εποχή, ήδη, του Πεισιστράτου είχε θεσπιστεί διάταξη, σύμφωνα με την οποίαν οι ανάπηροι τρέφονταν «δημοσία δαπάνη» (και τους πηρωθέντας εν πολέμω δημοσία τρέφεσθαι κελεύων»). 

Τον νόμο του Πεισίστρατου διατήρησε και ο Σόλων. 

Στην περίοδο της ακμάζουσας αθηναϊκής δημοκρατίας, το κράτος της κοινωνικής πρόνοιας συνταξιοδοτούσε όλους τους «αδύνατους», οι οποίοι, λόγω σωματικής αναπηρίας, εκ γενετής ή επίκτητης, δεν ήταν ικανοί να εργαστούν και να εξοικονομήσουν τα προς το ζην. Η χορηγούμενη σύνταξη ανερχόταν στο χρηματικό ποσόν των δύο οβολών ημερησίως ή σε εννέα δραχμές τον μήνα. 

Συγχρόνως, για τον έλεγχο της αξιοπιστίας του «αδυνάτου» και της γνησιότητας των στοιχείων που είχε επικαλεστεί, για να λάβει την σύνταξη, παρεχόταν, με νόμο, το δικαίωμα σε όποιον Αθηναίο πολίτη ήθελε να καταγγείλει στην Βουλή των Πεντακοσίων κάποιον «αδύνατον» ότι ήταν προσποιητή η «αδυναμία» του και ότι κακώς ελάμβανε το επίδομα από την Πολιτεία∙ και τότε ο «αδύνατος», έπρεπε, ενώπιον των βουλευτών, να αποδείξει την «αδυναμίαν» του, εκθέτοντας λεπτομερώς την κατάσταση στην οποίαν βρισκόταν, όπως συνέβη και στη περίπτωση που αναφέρεται στον «Υπέρ αδυνάτου» λόγον του Λυσία. Και έτσι πληροφορούμαστε και εμείς τα όσα ίσχυαν, σχετικά με το κράτος κοινωνικής πρόνοιας που λειτουργούσε στην αρχαία Αθήνα. 

Η συνταξιοδότηση των αναπήρων και των ανίκανων προς εργασίαν δεν ήταν το μοναδικό μέτρο: για τα ορφανά των φονευθέντων στον πόλεμο είχε προβλεφθεί η διατροφή τους με δημόσια δαπάνη, καθώς και η εκπαίδευσή τους, από την Πολιτεία, μέχρι το 18ο έτος της ηλικίας τους. 

Και για τους αγρότες που εγκατέλειπαν τα χωράφια τους, εν καιρώ πολέμου, και στερούνταν τα αναγκαία για να ζήσουν, το κράτος είχε θεσπίσει έκτακτη οικονομική ενίσχυση δύο οβολών (διωβελία) την ημέρα. Επίσης, στους φτωχούς πολίτες διανέμονταν διάφορα αγαθά, κατά την τέλεση θρησκευτικών τελετών και θυσιών. 

Εξάλλου, με το ισχύον σύστημα της επιλογής με κλήρωση των μελών της Βουλής ( 500 βουλευτές) και των μελών του λαϊκού δικαστηρίου της Ηλιαίας (6.000 δικαστές), οι κληρωτοί πολίτες, που συμμετείχαν στα παραπάνω δύο σώματα, εισέπρατταν 3 οβολούς, ως ημερήσια αποζημίωση. 

Εκείνο, όμως, το μέτρο που καταδεικνύει την ωριμότητα της αρχαίας αθηναϊκής δημοκρατίας και το ποιοτικό επίπεδο της κοινωνικής πολιτικής που αυτή ασκούσε είναι η καθιέρωση ( επί των αρχόντων Διοφάνη και Ευβούλου, γύρω στο 350 π.Χ.) των «θεωρικών» (η χορήγηση δωρεάν χρηματικού ποσού δύο οβολών,σε όλους τους άπορους πολίτες, όσο ήταν το αντίτιμο του εισιτηρίου για το θέατρο, προκειμένου να παρακολουθήσουν τις θεατρικές παραστάσεις). 

Με την καθιέρωση του κοινωνικού μέτρου των «θεωρικών» φαίνεται ότι οι δημοκρατικοί ηγέτες της αρχαίας αθηναϊκής Πολιτείας είχαν συνειδητοποιήσει πόσο βαθιά είναι η σχέση της ανόδου του μορφωτικού επιπέδου των πολιτών με την αρμονική λειτουργία της δημοκρατίας. 

Και αυτό, ως δίδαγμα, θα ήταν χρήσιμο, για την σύγχρονη δημοκρατία μας, να το ενστερνιστούν πολίτες και πολιτικοί. 

Γενική Ροή Ειδήσεων

PROUDLY POWERED BY CJ web | Copyright © 2017 {emprosnet.gr}
Made with love and a lot of coffee by CJ web, Creative web Journey