Μέρος Β΄

Η απελευθέρωση της Λέσβου (8-11-1912)

21/11/2022 - 11:30

Είδαμε στο προηγούμενο σημείωμα με ποιους όρους οι Τούρκοι αρμόδιοι στο νησί μας αποφάσισαν να παραδώσουν την Μυτιλήνη. Στις 7 30΄ το πρωί της 8ης Νοεμβρίου του 1912 μια ατμάκατος με λευκή σημαία φεύγει από το θωρηκτό «Αβέρωφ» με εντολή του Ναυάρχου Κουντουριώτη στην πόλη, με σκοπό να καλέσει τις αρχές να μεταβούν στο «Αβέρωφ». Πράγματι, ο Μητροπολίτης της Μυτιλήνης Κύριλλος, οι Πρόξενοι, ο Βαλής του Αρχιπελάγους επιβιβάζονται στην ατμάκατο και μετά από λίγο φτάνουν στο θωρηκτό «Αβέρωφ». Ο Κουντουριώτης τούς ζητά να του παραδώσουν την πόλη, αλλά ο Βαλής εκθέτει τα αιτήματα που αναφέραμε. Ο Κουντουριώτης απορρίπτει αμέσως τα δυο πρώτα αιτήματα των Τούρκων και αφήνει στη διακριτική τους ευχέρεια να αποφασίσουν για το τρίτο (δηλαδή αν ο τουρκικός στρατός θα υποχωρήσει στο εσωτερικό του νησιού, για να αμυνθεί). Μετά από μεσολάβηση των Προξένων και για την αποφυγή άσκοπης αιματοχυσίας, ο Κουντουριώτης τούς δίνει προθεσμία μέχρι τις 12 30΄ μ.μ., για να αποφασίσουν.

Στο μεταξύ η μουσική μπάντα του «Αβέρωφ» έπαιζε πατριωτικά εμβατήρια που ενώνονταν με τις ζητωκραυγές του πλήθους. Οι τουρκικές πολιτικές και στρατιωτικές αρχές, διαβλέποντας τον κίνδυνο και το μάταιο κάθε αντίστασης, ετοιμάζονταν να αποχωρήσουν, ενώ ο τουρκικός στρατός αποτελούμενος από 1650 πεζούς τακτικούς Τούρκους στρατιώτες, 500 Χριστιανούς και 1000 αντάρτες -εθελοντές εκκένωσε την πόλη, υποχώρησε στο εσωτερικό του νησιού χωρίς καμιά αντίσταση με πρόθεση να ενωθεί με το κύριο σώμα του τουρκικού στρατού που έδρευε στον Μόλυβο.

Στις 11 00΄π.μ. ο Βαλής απήντησε πως δεν παραδίδει την πόλη και ο Κουντουριώτης στις 12 30΄διέταξε να αποβιβαστεί ο στρατός στο νησί. Το πρώτο άγημα αποβιβάστηκε στην Πετρόσκαλα, εκεί που βρίσκεται σήμερα το Τελωνείο, στις 1 30΄μ.μ. -σύμφωνα με τις τοπικές εφημερίδες- και από εκεί ακολουθώντας την παραλιακή οδό έφτασε στη θερινή διαμονή του Νομάρχη, όπου έστησε την ελληνική σημαία. Μετά από λίγο η ελληνική σημαία κυμάτιζε στο κοντάρι του τουρκικού Διοικητηρίου, ενώ από το « Αβέρωφ» χαιρέτιζαν την έπαρση με 21 κανονιοβολισμούς. Ο λεσβιακός λαός επιφύλαξε αποθεωτική υποδοχή στους στρατιώτες με έξαλλες ζητωκραυγές, θριαμβευτικές φωνές, ραντίσματα με ροδοπέταλα και κουφέτα. Και πώς αλλιώς μπορούσε να γίνει; Όπως αναφέρεται «την μεγάλην αυτήν στιγμήν άλλο εν τμήμα της μητρός Ελλάδος, θραύον τα δεσμά πέντε αιώνων δουλείας, απεδίδετο εις τους κόλπους της». Γι’ αυτό δικαιολογημένα «ο λαός πανηγύριζε εις ολονυκτίαν εορτήν. Η πόλις ήτο φωταγωγημένη, εις την παραλίαν εκαίγοντο πολύχρωμα βεγγαλικά και η βοή του πλήθους έφθανε μέχρις του θωρηκτού ‘Αβέρωφ’».

Στις 9 Νοεμβρίου του 1912, μέσα σε ενθουσιώδη και θριαμβευτική ατμόσφαιρα ένα βραχύλογο ανακοινωθέν του Υπουργείου των Ναυτικών ανήγγειλε την εκπλήρωση ενός προαιωνίου και ποθεινού ονείρου: την κατάληψη της Λέσβου από τον ελληνικό στόλο εν ονόματι του βασιλέως των Ελλήνων Γεωργίου του Α΄ . Μία από τις κοιτίδες του ελληνικού πνεύματος, ο αδάμαντας των ιωνικών θαλασσών και η πλουσιοτάτη των Αιγαίων νήσων, γινόταν πάλι ελληνική.

Ο ιστοριοδίφης Σταύρος Γ. Τάξης θα χαιρετίσει με ενθουσιώδεις στίχους σε ένα τετράφυλλο τυπωμένο στη Μυτιλήνη την ένταξη της Λέσβου στο Ελληνικό Βασίλειο. Στο ποίημα του «Το όνειρον του Μιαούλη και η προσφώνησις προς τους ελευθερωτάς της Νήσου» γράφει μεταξύ άλλων:

Στην αγκαλιά σου , ω Πατρίς, Μητέρα δοξασμένη, //δέξου και πάλιν το Νησί, Πατρίς αγαπημένη.// Αιώνες πέντε ’πέρασαν σαν νάτανε μια ’μέρα // ’που της σκλαβιάς ανέπνεε φαρμακερόν αέρα.……,//Ζήτω η Πατρίς! Ζήτωσαν οι ποικιλλοτρόπως //εργαζόμενοι και υπερμαχούντες υπέρ της //δόξης και του μεγαλείου Αυτής!

Γενικός Διοικητής της πόλης ορίστηκε ο Ξεν. Στελλάκης πρώην Διευθυντής του Γενικού Προξενείου Σμύρνης, με εντολή να οργανώσει τις δημόσιες υπηρεσίες και να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την ασφάλεια και την τάξη στην πόλη, ενώ στρατιωτικός διοικητής ορίσθηκε ο Κ. Μελάς, υποπλοίαρχος και αδελφός του Μακεδονομάχου Παύλου Μελά. Αυτός ανήλθε στο Διοικητήριο παρέλαβε τη διοίκηση από τον τέως Νομάρχη Εκρέμ βέη και τον τέως Διοικητή Εράμ βέη . Η Μυτιλήνη ήταν πια ελληνική.

Την απελευθέρωση χαιρέτισε και η εφημερίδα «Σάλπιγξ» με τα εξής λόγια: «Ευτυχείς Μυτιληναίοι! Ας συλλέξωμεν ευγνώμονες μυροβόλα άνθη του Παραδείσου, ο οποίος λέγεται Μυτιλήνη, την χλοεράν λύγον των Ιωαννίνων και την μυρσίνην της Βογιούσας, την δρυν ... Ας συμπλέξωμεν όλα εις ένα υπερμεγέθη στέφανον. Ας βρέξωμεν αυτόν με το κύμα του Ελλησπόντου και του Μυρτώου και ας αρωματίσωμεν αυτόν με την αύραν του Βοσπόρου και τους ζεφύρους της παραλίας μας……και ας στεφανώσωμεν τας δαφνοσκεπείς κεφαλάς των δύο πανελληνίων ανδρών, του Κωνσταντίνου και του Βενιζέλου!».

Βέβαια, η κατάσταση δεν είχε ακόμη εδραιωθεί. Έτσι, αμέσως οι αρχές της πόλης επέβαλαν στρατιωτικό νόμο στην πόλη και γενικό αφοπλισμό, χωρίς θρησκευτικές ή άλλες διακρίσεις, για την αποφυγή αντεκδικήσεων. Οργάνωσαν πολιτοφυλακή από 100 νέους-εθελοντές και άρχισε να λειτουργεί ταχυδρομείο με τουρκικά γραμματόσημα αλλά ελληνική σφραγίδα. Αξιοσημείωτο είναι ότι φρόντισαν να περισυλλέξουν τις διασκορπισμένες εδώ και εκεί ελληνικές αρχαιότητες!

Το επόμενο Σάββατο, 11η πρωινή ώρα, απέπλευσε από το λιμάνι της Μυτιλήνης το ταχύπλοο «Μακεδονία» με 120 πεζοναύτες και προορισμό το Πλωμάρι. Σκοπός της αποστολής ήταν η εγκατάσταση στην πόλη προσωρινών ελληνικών αρχών. Σε δύο ώρες το «Μακεδονία» αγκυροβολούσε στο Πλωμάρι. Όταν έγινε η απόβαση στην πόλη, οι αρμόδιοι πληροφόρησαν τους απεσταλμένους πως οι τουρκικές αρχές είχαν ήδη καταλυθεί και πως την τάξη τηρούσε ντόπια πολιτοφυλακή. Μετά από συζητήσεις και εκφωνήσεις ενθουσιωδών λόγων έγινε η εγκατάσταση των προσωρινών ελληνικών αρχών στην πόλη. Μετά από αυτό ακολούθησε η απελευθέρωση της Αγιάσου, του Πολιχνίτου και της Γέρας.

Η Μυτιλήνη ξύπνησε αγνώριστη την επόμενη Κυριακή. Ολόκληρη έπλεε στη γαλανόλευκη. Δεν υπήρχε σπίτι, δεν υπήρχε δημόσιο ή ιδιωτικό κατάστημα που να μην ανυψώσει την ελπιδοφόρο γαλανόλευκη. Η πόλη είχε πλημμυρίσει από κατοίκους των γύρω χωριών που ήρθαν να πάρουν μέρος στην εθνική πανήγυρη. Και η εθνική αυτή πανήγυρη είχε ως κέντρο της τη Μητρόπολη, όπου είχαν συγκεντρωθεί οι νέες αρχές της πόλης και πλήθος κόσμου.

Στις 10 00΄ το πρωί έφθασε στη Μητρόπολη ο Μητροπολίτης Κύριλλος. Βαθύτατα συγκινημένος και με δυσκολία συγκρατών τα δάκρυά του, δάκρυα συγκίνησης και εθνικής ανάτασης, ευλόγησε με τον σταυρό στο χέρι το συγκεντρωμένο ευσεβές πλήθος και μετά τον «Πολυχρόνιον» σε μια προσφώνηση που έπαλλε από εθνικό ενθουσιασμό είπε ανάμεσα στα άλλα: «Και πληρούνται, λοιπόν, οι προαιώνιοι πόθοι του Πανελληνίου και απλούται κυματίζον υπερηφάνως απ’ άκρου εις άκρον της υποδούλου χώρας το σεπτόν σύμβολον της ελευθερίας, η γλυκεία και προσφιλής κυανόλευκος, κατάλουστος από δόξαν και μεγαλείον, υπό τας ιεράς πτυχάς της οποίας φρίττει εκ συγκινήσεως και δονείται πάσα Ελληνική ψυχή καταβρέχουσα ταύτην με δάκρυα χαράς και υπερηφανείας».

 

Γενική Ροή Ειδήσεων

PROUDLY POWERED BY CJ web | Copyright © 2017 {emprosnet.gr}
Made with love and a lot of coffee by CJ web, Creative web Journey