ΜΕΡΟΣ Α’

H παγκοσμιοποίηση: μύθος και πραγματικότητα

23/12/2019 - 16:01

Η παγκοσμιοποίηση είναι ένας πρόσφατος κοινωνιολογικός όρος που αναφέρεται στην κοινωνικό-οικονομική και πολιτική εξέλιξη και διαδικασία καθώς και στη διαρθρωτική κοινωνική μεταβολή που σημειώθηκε τον 20ο αι. που τείνουν στη συνεχώς αυξανόμενη αλληλεπίδραση και σχέση όλων των κοινωνιών του πλανήτη. Αυτή βλέπει σήμερα τον κόσμο ως παγκόσμιο χωριό (global village) που επιτυγχάνεται με την υποβάθμιση του εθνικού κράτους, την κατάργηση των συνόρων και την ελεύθερη διακίνηση των εμπορευμάτων και των ανθρώπων.

Βέβαια, σήμερα αυτή η παγκοσμιοποίηση θεωρείται ύποπτη και δημιουργεί μεγάλες αντιδράσεις. Ο διεθνισμός και ο κοσμοπολιτισμός που προωθεί η λεγόμενη «Νέα Τάξη» πραγμάτων αντικαθιστά το δόγμα «αγαπώ τις πατρίδες, γιατί αγαπώ την πατρίδα μου» με το «αγαπώ την πατρίδα μου, γιατί αγαπώ τις πατρίδες». Ο Μοντεσκιέ τόνιζε την μεγαλύτερη αξία του συνόλου έναντι του ατόμου, του γενικού έναντι του ειδικού και μερικού και έλεγε: «Αν ήξερα κάτι χρήσιμο για μένα και επιζήμιο για την οικογένειά μου, θα το έβγαζα αμέσως από το νου μου. Αν ήξερα κάτι χρήσιμο για την οικογένειά μου και κακό για τον τόπο μου, θα φρόντιζα να το ξεχάσω. Αν ήξερα κάτι χρήσιμο για την πατρίδα μου αλλά επιζήμιο για την Ευρώπη ή χρήσιμο για την Ευρώπη αλλά επιζήμιο για το ανθρώπινο γένος, αυτό θα το έβλεπα σαν αμαρτία». Δεν μπορεί να διαφωνήσει κανείς με τις αξιολογικές αυτές κρίσεις του Μοντεσκιέ.

Πολλοί είχαν προβλέψει το κίνημα αυτό του κοσμοπολιτισμού, όπως ο Μιραμπώ που είχε πει: «Θα’ ρθει αναμφίβολα ο καιρός που η Ευρώπη δεν θα είναι παρά μια μεγάλη οικογένεια», ενώ ο Έρνεστ Μπλίβιν έλεγε: «Με ανυπομονησία περιμένω τη μέρα που θα μπορώ να πηγαίνω όπου θέλω χωρίς διαβατήρια και θεωρήσεις* τη μέρα που θα πηγαίνω στο σταθμό της Βικτώριας και θα παίρνω ένα εισιτήριο για να πάω όπου με οδηγήσει το κέφι μου». Οραματιζόταν κάτι όμοιο με αυτό που οραματίζονται σήμερα όσοι υπερασπίζονται το ανεξέλεγκτο κύμα των μεταναστών και προσφύγων που κατακλύζουν κατά κύματα τη χώρα μας με απρόβλεπτες συνέπειες;

Πολλοί αρχαίοι Έλληνες διαπνέονταν από τέτοια κοσμοπολίτικα και διεθνιστικά αισθήματα. Ο Δημόκριτος, για παράδειγμα, έλεγε πως «στον αγαθό άνθρωπο όλη η γη είναι βατή, διότι στην αγαθή ψυχή πατρίδα είναι ολόκληρος ο κόσμος» και δήλωνε με περηφάνια πως είναι «κοσμοπολίτης». Βέβαια, αυτός συμπλήρωνε πως «Πατρίς εστί πάσα γη, ένθ’ αν πράττη τις ευ», δηλαδή πατρίδα είναι κάθε γη, κάθε χώρα στην οποία κανείς νιώθει ευτυχισμένος. Αλλά και ο μεγάλος μας φιλόσοφος, ο Σωκράτης, είχε παρόμοιες αντιλήψεις και δήλωνε: «Ουκ Αθηναίος ουδέ Έλλην, αλλά κόσμιός ειμί», δηλ. δεν είμαι ούτε Αθηναίος ούτε και Έλληνας, αλλά είμαι πολίτης του κόσμου. Ο Πλάτων, πάλι, έδινε μεγαλύτερη ευρύτητα σε αυτή την αντίληψη και έλεγε πως «πατρίδα την οικουμένην ηγείσθαι πάντας», πως «όλοι θεωρούν πατρίδα τους την οικουμένη».

Βέβαια, πολλοί νόθευαν αυτή την ιδεολογία, όπως κάνουν πολλοί και σήμερα, και θεωρούν πατρίδα τους την περιουσία και το χρήμα. Το τόνιζε αυτό ο Λυσίας λέγοντας «Οι φύσει μεν πολίται εισί, γνώμη δε χρώνται ως πάσα γη πατρίς αυτοίς εστιν, εν η αν τα επιτήδεια έχωσι… δια το μη την πόλιν, αλλά την ουσίαν πατρίδα εαυτοίς ηγείσθαι», που σημαίνει «Αυτοί από τη φύση τους είναι πολίτες, αλλά έχουν την άποψη πως πατρίδα τους είναι αυτή στην οποία έχουν τα απαραίτητα για να ζήσουν…, γιατί δεν θεωρούν πατρίδα την πόλη, αλλά την περιουσία τους». Όπως και αν έχει το πράγμα, ο οικουμενισμός, που τα μεγάλα και ισχυρά κράτη προσπαθούν να επιβάλουν με τη βία που εκδηλώνεται με ποικίλους τρόπους έχει τις ρίζες του στην αρχαία Ελλάδα.

Την ιδέα του κοσμοπολιτισμού καλλιέργησε συστηματικά στην αρχαιότητα ο σοφιστής Αντιφών. Στην πολιτική του πραγματεία Περί Αληθείας ανάμεσα στα άλλα υποστηρίζει με επαναστατικό και ριζοσπαστικό τρόπο την ομοιότητα όλων των ανθρώπων πρώτα μέσα στην πόλη, την ισότητα των ταπεινών και των αριστοκρατών, και έπειτα των Ελλήνων και των Βαρβάρων. Αυτός τόνιζε πως «φύσει πάντα πάντες ομοίως πεφύκαμεν και βάρβαροι και Έλληνες είναι», δηλαδή «από τη φύση όλοι είμαστε όμοιοι ως προς όλα, και οι βάρβαροι και οι Έλληνες». Και στηρίζει την άποψή του αυτή λέγοντας: «αυτό μας επιτρέπουν να το διαπιστώσουμε όσα από τη φύση είναι απαραίτητα για όλους τους ανθρώπους: όλα αυτά μπορούν να τα αποκτήσουν όλοι οι άνθρωποι με τον ίδιο τρόπο, και σε όλα αυτά κανείς από εμάς δεν διαφέρει, ούτε βάρβαρος ούτε και Έλληνας* γιατί αναπνέουμε (σ)τον αέρα όλοι με το στόμα και τη μύτη και τρώμε με τα χέρια».

Και δεν ήταν μόνο ο Αντιφών που πρόβαλε αυτό το ανθρωπιστικό ιδανικό που δεν δεχόταν καμιά διάκριση μεταξύ των ανθρώπων ούτε φυλετική (ρατσισμός), ούτε γλωσσική και θρησκευτική (Έλληνες-βάρβαροι), ούτε πολιτική (ευγενείς-αγενείς), ούτε κοινωνική (ελεύθεροι-δούλοι). Ανάλογες απόψεις εκφράζουν και άλλοι συγγραφείς της εποχής εκείνης που εύστοχα έχει χαρακτηριστεί «αρχαίος ελληνικός διαφωτισμός». Ο σοφιστής Ιππίας έλεγε «όλοι εμείς είμαστε συγγενείς και οικείοι και πολίτες από τη φύση και όχι από τον νόμο», ο σοφιστής Λυκόφρων τόνιζε πως «στην πραγματικότητα δεν διαφέρουν σε τίποτε οι ευγενείς από τους αγενείς» και ο σοφιστής Αλκιδάμας, μαθητής του Γοργία, απερίφραστα κήρυττε πως «όλους ο Θεός τους έκανε ελεύθερους* κανένα η φύση δεν γέννησε δούλο».

Βέβαια, σε όλα αυτά υπάρχει και ο αντίλογος. Ο Αριστοτέλης θα θεωρούσε απλοϊκά και αφελή τα επιχειρήματα του Αντιφώντα, γιατί ο ίδιος θεωρεί πιο σημαντικά από τα σωματικά γνωρίσματα, όπως η μύτη και τα χέρια, τα πνευματικά, τον Λόγο, που είναι αποκλειστικό προνόμιο των ανθρώπων. Ο Λόγος είναι αυτός που βοηθά τον άνθρωπο να διακρίνει το δίκαιο από το άδικο, το ωραίο από το άσχημο , το καλό από το κακό, ενώ τα όργανα που μας έχει χαρίσει η φύση εξυπηρετούν φυσικές μόνο αναγκαιότητες. Είναι, λοιπόν, ο Λόγος το ειδοποιό στοιχείο που διακρίνει όχι μόνο τους ανθρώπους από τα ζώα, αλλά και τους ανθρώπους μεταξύ τους.

Με βάση αυτά, ο Αριστοτέλης που θεωρούνταν «αυθεντία» σε κάποια θέματα υποστήριξε πως «από τη φύση τους άλλοι είναι ελεύθεροι και άλλοι δούλοι …» και πως «η δουλεία για κάποιους είναι δίκαιο πράγμα» (Πολιτικά, Α. 1255a: Εισί φύσει οι μεν ελεύθεροι , οι δε δούλοι… το δουλεύειν δίκαιον εστί). Ο ίδιος αποκαλούσε τον δούλο «κτήμα τι έμψυχον» και «όργανον» (=εργαλείο) προς ζωήν» (Πολιτικά A 1253, b 31, 32) ή «έμψυχον όργανον» ( Ηθικά Νικομ. 1161 b 4). Τόνιζε, ακόμη, πως είναι φυσικό οι δούλοι να δουλεύουν για τους άλλους και ότι έχουν τόσο μόνο λογικό, όσο για να εξυπηρετούνται οι αισθήσεις τους (Πολιτικά Α 1254 b 20 κ. α.).

Η αριστερή διανόηση που υπερασπίζεται τον διεθνισμό και τον πολιτισμό και αμφισβητεί την αναγκαιότητα της ύπαρξης συνόρων μεταξύ των κρατών επικαλείται πολλές φορές άστοχα τον λόγο του Αποστόλου Παύλου στην Προς Γαλάτας επιστολή του (3.23) πως «δεν υπάρχει Ιουδαίος ούτε Έλληνας, δεν υπάρχει δούλος ούτε ελεύθερος, δεν υπάρχει αρσενικό και θηλυκό, γιατί όλοι εσείς είστε ένας εν Χριστώ Ιησού». Όμως το κήρυγμα του Αποστόλου των Εθνών δεν έχει καμιά σχέση με τα παραπάνω κοσμοπολίτικα και διεθνιστικά κηρύγματα, αλλά τονίζει την καθοριστική σημασία της πίστης για τη σωτηρία του ανθρώπου και διασαφηνίζει πως, για να γίνει κανείς κληρονόμος της βασιλείας του Θεού, δεν έχει σημασία αν κάποιος είναι Ιουδαίος ή Έλληνας, δούλος ή ελεύθερος, άνδρας ή γυναίκα. Κριτήρια της αποδοχής του ανθρώπου στη Ουράνια Βασιλεία δεν είναι ούτε η εξουσία και η ισχύς ούτε η εθνικότητα ούτε το φύλο, αλλά η πίστη που τον ενώνει με τον Θεό. Κι όταν ο Ευαγγελιστής Ιωάννης (Ι 16) που εκφράζει την αισιοδοξία του πως «γενήσεται μία ποίμνη και εις ποιμήν», δηλαδή ο κόσμος θα γίνει «ένα κοπάδι και θα έχει ένα ποιμένα, ένα βοσκό» προφανώς υπονοεί πως όλοι θα ασπαστούν τη διδασκαλία του Χριστού και θα γίνουν ακόλουθοί του. Φαίνεται πως κάνει λάθος ο Αντρέ Μπονάρ που λέει πως όσον αφορά αυτό το σημείο «η χριστιανική επανάσταση προετοιμαζόταν από πολύ καιρό». Ένα είναι βέβαιο, πως, όπως όλοι οι ανθρώπινοι θεσμοί, η παγκοσμιοποίηση έχει τα θετικά και τα αρνητικά της στοιχεία και πάντα θα δημιουργεί αντιπαλότητες. Γι’ αυτά όμως στο Β’ Μέρος του άρθρου.

 

 

 

 

Γενική Ροή Ειδήσεων

PROUDLY POWERED BY CJ web | Copyright © 2017 {emprosnet.gr}
Made with love and a lot of coffee by CJ web, Creative web Journey