Για τους «θεούς της μπάλας»…

29/12/2020 - 16:01

Διάβασα το άρθρο του Μ. Παπαδημητρίου που δημοσιεύθηκε στο «Εμπρός» στις 19-12-2020 με τίτλο «Ο θρήνος των ακαδημιών» και αναφερόταν στον «Θεό της μπάλας», τον Μαραντόνα. Γράφει εκεί ο κ. Παπαδημητρίου πως «στο τόσο μελάνι που χύθηκε τις τελευταίες ημέρες για την εκδημία του επιφανούς ποδοσφαιριστή και επιλεγόμενου “θεού της μπάλας” θα ήθελα να προσθέσω και εγώ λίγα» και διευκρινίζει πως κινείται από τον «πειρασμό της αντίρρησης» και πως το χέρι του «μια οργή το οδηγεί».

Συμφωνώ απόλυτα με όσα γράφει ο κ. Παπαδημητρίου και θα ήθελα να προσθέσω και εγώ λίγα σχετικά. Εκφράζω και εγώ την απορία μου μαζί με τον Ισοκράτη, γιατί οι άνθρωποι βραβεύουν τις σωματικές επιδόσεις και δεν τιμούν καθόλου όσους με τις κοινωνικές τους υπηρεσίες ωφελούν τους άλλους ανθρώπους, ενώ έπρεπε γι’ αυτούς να ενδιαφερθούν περισσότερο (Πανηγυρικός, 1-2). Οι αθλητές, λέει ο Ισοκράτης, όσο και αν γίνουν ρωμαλέοι -ο Ισοκράτης δεν ήξερε από τα αναβολικά και τα παρόμοια- δεν πρόκειται να ωφελήσουν τους άλλους ανθρώπους, όλοι όμως οι άνθρωποι μπορούν να ωφεληθούν από ένα μυαλωμένο.

Μια ανάλογη άποψη εκφράζει και ο Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος (2 W). Αυτός καταδικάζοντας την εκτίμηση του αθλητισμού και προβάλλοντας τη σημασία της σοφίας και του στοχασμού, παραδέχεται πως μια νίκη στους Ολυμπιακούς αγώνες είναι κάτι, μια χαρά για την πόλη, όμως μικρή χαρά, γιατί αυτό δεν είναι το πιο σπουδαίο, μια και δεν την κάνει πιο εύφορη και πιο ευτυχισμένη. Συμπληρώνει μάλιστα πως «Ρώμης γαρ αμείνων ανδρών ηδ’ ίππων ημετέρη σοφίη», δηλαδή πως η σοφία του είναι ανώτερη σε αξία και δεν συγκρίνεται με τη δύναμη των ανδρών και των αλόγων, και προσθέτει πως δεν πρέπει να προτιμά κανείς τα ρωμαλέα (και τα ωραία, θα πρόσθετα εγώ) σώματα από τη σοφία. Δικαιολογώντας τη θέση του ο Ξενοφάνης υποστηρίζει πως με τους πυγμάχους, τους αθλητές του πεντάθλου και τους δρομείς που καταλαμβάνουν την πρώτη θέση στους αγώνες δεν αποκτούν οι πόλεις «ευνομία».

Έχουμε εδώ την πρώτη άσκηση κριτικής που στρέφεται κατά των αθλητών και των τιμών που τους αποδίδονται και αντιπαραβολή της «ρώμης» με την ατομική «σοφία», μια σύγκριση του σώματος και του πνεύματος. Ο Ξενοφάνης κηρύττει εδώ μια νέα αρετή, την αρετή που στηρίζεται στο πνεύμα και τη σοφία. Παρόμοια αντίληψη συναντούμε και στον Διόδωρο (9.2.5) που λέει ότι ο Σόλων «ηγείτο τους μεν πύκτας και τους σταδιείς και τους άλλους αθλητάς μηδέν αξιόλογον συμβάλλεσθαι ταις πόλεσιν προς σωτηρίαν, τους δε φρονήσει και αρετήι διαφέροντας μόνους δύνασθαι τας πατρίδας εν τοις κινδύνοις διαφυλάττειν», δηλαδή ότι οι αθλητές δεν προσφέρουν τίποτε αξιόλογο στη σωτηρία της πατρίδας και ότι μόνο οι συνετοί και αυτοί που υπερέχουν στην αρετή μπορούν να την προστατέψουν από τους κινδύνους.

Φαίνεται πως οι διανοούμενοι της αρχαίας Αθήνας δεν συμφωνούν μ’ εμάς και αντιτάσσουν στην εκτίμηση της σωματικής δύναμης την αξία του πνεύματος και την πίστη στην ενέργεια αυτού, τον λόγο, δηλαδή το λογικό. Προτιμούν τον πνευματικό αγώνα των λόγων στην Εκκλησία του δήμου, τα δικαστήρια και τα θέατρα από τους σωματικούς αγώνες στα γυμναστήρια και τις παλαίστρες. Πολλοί για να δείξουν την ανωτερότητα του σώματος έναντι του πνεύματος επικαλούνται το γνωστό ρητό «νους υγιής εν σώματι υγιεί» και πιστεύουν πως αυτό σημαίνει ότι ένα δυνατό και υγιές μυαλό μόνο μέσα σε ένα υγιές και δυνατό σώμα μπορεί να υπάρξει. Θεωρούν δηλαδή τη σωματική υγεία αναγκαία και επαρκή προϋπόθεση του υγιούς πνεύματος. Εδώ όμως υπάρχει μια παρεξήγηση. Η πλήρης φράση από την οποία είναι παρμένο το ρητό αυτό είναι «ευκταίον εστί, ίνα ηι νους υγιής εν σώματι υγιεί» που αντιστοιχεί στη ρήση του Λατίνου ποιητή Ιουβενάλιου «orandum est, ut sit mens sana in corpore sano». Η φράση εννοεί πως είναι ευχή η συνύπαρξη ενός υγιούς σώματος και ενός υγιούς πνεύματος. Το υγιές πνεύμα είναι δυνατό να υπάρχει αυτοτελές και ανεξάρτητο, αλλά το τέλειο είναι να ενοικεί αυτό σε ένα υγιές σώμα.

Δεν συμμερίζομαι, βέβαια, την ακραία άποψη του Ευριπίδη (Απόσπ. 284) που λέει πως «πολλών όντων κακών καθ’ Ελλάδα, ουδέν κάκιόν εστι αθλητών γένους», δηλαδή, αν και υπάρχουν μύρια κακά στην Ελλάδα, δεν υπάρχει τίποτε χειρότερο από τη «ράτσα» των αθλητών. Πιστεύω πως ο αθλητισμός ήταν και είναι μία από τις ευγενέστερες και σπουδαιότερες εκδηλώσεις της αρχαίας ελληνικής ζωής και πως το ιδανικό της «καλοκαγαθίας» δείχνει την αναγκαιότητά του. Πιστεύω, όμως, παράλληλα, πως ανάλογα πρέπει «άνδρας αγαθούς τε και σοφούς φύλλοις στέφεσθαι και όστις ηγείται πόλει κάλλιστα, σώφρων και δίκαιος ων ανήρ», δηλαδή ότι πρέπει να στεφανώνονται με δάφνες και οι ενάρετοι και οι σοφοί άνδρες και όποιος κυβερνά την πόλη σωστά, όντας δίκαιος και συνετός άνδρας.

Στις καλύτερες στιγμές της αρχαίας Ελλάδας ο αγώνας ήταν ένας άρτιος, ολοκληρωμένος, ισόρροπος αγώνας, αγώνας του σώματος για την απόκτηση σωματικής υγείας, ομορφιάς, κάλλους και δύναμης, και αγώνας πνεύματος για την απόκτηση της αρετής και της σοφίας, και τα έπαθλα ήταν ισοδύναμα. Σήμερα το πνεύμα υποβαθμίζεται επικίνδυνα και προβάλλεται σκόπιμα το σώμα. Ο τύπος έντυπος και ηλεκτρονικός αφιερώνει απεριόριστο χώρο και χρόνο για την προβολή ων σωματικών δεξιοτήτων και διακρίσεων, ενώ αδιαφορεί πλήρως για τα πνευματικά επιτεύγματα και την κοινωνική προσφορά.

Υπάρχει ένας πολύ χαριτωμένος αρχαίος ελληνικός λόγος -αποδίδεται στους Πυθαγόρειους φιλοσόφους- που λέει πως ο άνθρωπος στο τέλος κάθε μέρας που ζει οφείλει να προβαίνει σε έναν απολογισμό των πράξεών του. Οι Πυθαγόρειοι έθεταν στον εαυτό τους τρία ερωτήματα: Πη παρέβην; Τι δ’έρεξα; Τι μοι δέον ουκ ετελέσθη; Δηλαδή αυτοί ρωτούσαν τον εαυτό τους: Πού πήγα; Τι έκανα; Τι από αυτά που έπρεπε να γίνουν από μένα δεν έγιναν; Οι Πυθαγόρειοι πίστευαν πως με αυτό τον τρόπο θα μπορούσαν να αποκτήσουν αυτογνωσία και να γίνουν καλύτεροι. Δεν ξέρω αν ο περί ου ο λόγος «επιφανής ποδοσφαιριστής» έκανε ποτέ απολογισμό της ζωής του και, αν έκανε, πού κατέληξε. Γιατί, όπως έλεγε ο Δημοσθένης, «προς το τελευταίον εκβάν έκαστον των πριν υπαρξάντων κρίνεται» και το τέλος αυτού του ανθρώπου δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιοζήλευτο». Ο Αριστοτέλης πάλι είχε πει πως οι άνθρωποι στηρίζουν την ευτυχία τους σε τρία πράγματα: το «είναι», το «έχειν» και το «δοκείν». Αυτός στήριξε την ευτυχία του στα δύο τελευταία: σε αυτά που απέκτησε από το ποδόσφαιρο, τα χρήματα και τη δόξα, και την εντύπωση που είχαν σχηματίσει οι άλλοι γι’ αυτόν. Δεν φρόντισε καθόλου για το «είναι» που είναι η πιο στέρεα βάση της ανθρώπινης ευτυχίας. Διερωτώμαι αν ο ίδιος ο Μαραντόνα ήταν ικανοποιημένος από το σύνολο της ζωής του και αν υπάρχει έστω και ένας άνθρωπος σήμερα που θα τον πρότεινε ως πρότυπο για τα δικά του παιδιά. Εγώ πάντως δεν θα τον πρότεινα… Γιατί, λοιπόν, χύνεται τόσο μελάνι γι’ αυτόν;

Θαρρώ πως είναι καιρός για μια στροφή για την υπερνίκηση των αντιφάσεων της εποχής μας και αυτό θα γίνει μόνο με τη σωστή ιεράρχηση των πολιτιστικών αξιών και την αναβάθμιση της πνευματικής προσφοράς. Αν το πνεύμα δεν αναβαθμιστεί στη συνείδηση του ανθρώπου και δεν εξισορροπήσει με το σώμα ο άνθρωπος δεν μπορεί να προσδοκά τίποτε καλύτερο. Κι ας έχουμε υπόψη πως, όπως έλεγε ο Περικλής (Θουκ. ΙΙ, 46), «άθλα οις κείται αρετής μέγιστα, τοις δε και άνδρες άριστοι πολιτεύονται», δηλαδή όπου θεσμοθετούνται πολύ μεγάλα βραβεία της αρετής, εκεί ζουν και οι καλύτεροι πολίτες.

 

Γενική Ροή Ειδήσεων

PROUDLY POWERED BY CJ web | Copyright © 2017 {emprosnet.gr}
Made with love and a lot of coffee by CJ web, Creative web Journey