Με εξώδικη διαμαρτυρία κατά του «Ε», ο προϊστάμενος της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Λέσβου, Μιχάλης Καπιωτάς, ενίσταται για το ότι σε δημοσίευμα της εφημερίδας μας, αναφορικά με την υπόθεση του κυλικείου του 6ου Γυμνασίου Μυτιλήνης και κάτω από τον τίτλο: «Ποιοι γνώριζαν επί χρόνια την υπόθεση;», δημοσιεύσαμε φωτογραφία του, δίπλα σε αυτή του διευθυντή του σχολείου, Βασίλη Μακρυπούλια, κάτι που τον ενόχλησε.

Θυμίζουμε ότι η υπόθεση αφορά καταρχάς την απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης, το οποίο έκρινε ένοχο σε πρώτο βαθμό, τον κυλικειούχο με ποινή φυλάκισης δύο ετών για σεξουαλική προσβολή ανήλικης μαθήτριας. Αναφορικά με τον τίτλο της εφημερίδας και κυρίως με την προαναφερθείσα φωτογραφία, ο κ. Καπιωτάς επισημαίνει: «Σε οποιονδήποτε αναγνώστη αρκεστεί στο να διαβάσει τον τίτλο του άρθρου και να δει τη φωτογραφία ακριβώς από κάτω, έχει αυτομάτως δημιουργηθεί η εντύπωση ότι παράλληλα με τον κ. Β. Μακρυπούλια, γνώριζα επί χρόνια την υπόθεση, όπως ευθέως εννοεί ο τίτλος του άρθρου σας».

Και συνεχίζει: «Ειλικρινά αδυνατώ να αντιληφθώ το λόγο για τον οποίον επιλέξατε να αναρτήσετε φωτογραφία μου κάτω από έναν τέτοιο τίτλο, όταν μάλιστα σας έχω δηλώσει ότι δεν γνώριζα ούτε το περιεχόμενο της σχετικής δίκης, ούτε σε ποια δίκη θα ήταν μάρτυρας ο διευθυντής Β. Μακρυπούλιας, το οποίο αναγράφεται μεν, αλλά με ψιλά γράμματα στη συνέχεια του άρθρου σας. Σημειωτέον δε, όπως καλά γνωρίζετε, ότι κατά την περίοδο όπου έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν, δεν είχα καμία απολύτως ανάμιξη προσωπική ή λόγω της επαγγελματικής μου ιδιότητας σε αυτό».

 

(σ.σ.) Το επίδικο συμβάν, πράγματι δεν έγινε κατά τη διάρκεια της θητείας του διευθυντή της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, Μ. Καπιωτά, το οποίο το «Ε» υπογράμμισε από το πρώτο του αποκαλυπτικό ρεπορτάζ για την υπόθεση στις 28 Ιανουαρίου 2017, όχι με «ψιλά γράμματα», όπως επικαλείται ο κ. Καπιωτάς, αλλά ορθά - κοφτά γιατί αυτή ήταν η αλήθεια και δεν είχαμε κανέναν απολύτως λόγο να την αποκρύψουμε. Μάλιστα σε μεσότιτλο του άρθρου αναφερόταν το εξής: «Άμεση κίνηση Καπιωτά», όπου επισημαινόταν ότι «ο νυν διευθυντής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Μιχάλης Καπιωτάς κινήθηκε άμεσα. Καταρχάς, δεν γνώριζε -όπως μας είπε- ότι ο κ. Μακρυπούλιας θα πήγαινε στην εν λόγω δίκη».

Συνεπώς, ακόμα και στη δίκη προθέσεων που επιχειρεί ο κ. Καπιωτάς, έχουμε να αντιτάξουμε το πρώτο μας δημοσίευμα και να δείξουμε ότι κανέναν σκοπό δεν έχει το «Ε» να δημιουργήσει εντυπώσεις.

Για τη φωτογραφία στο άρθρο μας με τίτλο «Ποιοι γνώριζαν επί χρόνια την υπόθεση;», το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της εξώδικης διαμαρτυρίας, το «Ε» γράφει στη λεζάντα της φωτογραφίας, τόσο εντύπως, όσο και στο emprosnet.gr, τα εξής: «Ο προϊστάμενος της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Μιχ. Καπιωτάς δηλώνει ότι δεν γνώριζε το περιεχόμενο και σε ποια δίκη θα ήταν μάρτυρας ο γυμνασιάρχης Β. Μακρυπούλιας, ο οποίος -όπως αποκαλύπτεται απ’ τα στοιχεία που φέρνει σήμερα το «Ε» στη δημοσιότητα- ήξερε πολύ καλά την υπόθεση και δεν φρόντισε να βάλει τέλος σ’ αυτήν την ιστορία, που εξέθετε και το σχολείο του και τον ίδιο». Ήταν λοιπόν πολύ σαφής η λεζάντα που παρέπεμπε στη φωτογραφία που συνόδευε το αναλυτικό ρεπορτάζ για την υπόθεση αυτή, και δεν κατανοούμε την ενόχληση του κ. Καπιωτά, εκτός κι αν θέλει να απομονώσει τον τίτλο του άρθρου από το κείμενο και τη λεζάντα, για να δικαιολογήσει τους ισχυρισμούς του.

Καλοδεχούμενες ωστόσο οι παρατηρήσεις του κ. Καπιωτά, ο οποίος όμως θα πρέπει να γνωρίζει ότι το «Ε» είναι εφημερίδα και όχι τηλεόραση για να περνά «μηνύματα» υπόγεια, ούτε εμπεριέχει τηλεγραφικά σημειώματα. Απευθύνεται σε αναγνώστες με τα άρθρα του και χρησιμοποιεί βοηθητικώς τις φωτογραφίες των όσων εμπλέκονται ή φιλοξενεί δηλώσεις τους. Εξάλλου από το πρώτο δημοσίευμα στις 28/1/2017, ο κ. Καπιωτάς είχε μπει στο «κάδρο» με τον κ. Μακρυπούλια, αλλά και τον περιφερειακό διευθυντή Εκπαίδευσης, Αρ. Καλάργαλη, υπό τον τίτλο του άρθρου «Γνώριζαν και αδιαφορούσαν», όπου πάλι με σχετική λεζάντα, εξηγείται ο ρόλος των εικονιζόμενων, χωρίς να συμπεραίνεται ότι οι εν λόγω… γνώριζαν και αδιαφορούσαν. Εν κατακλείδι θεωρούμε αβάσιμες τις ενστάσεις του κ. Καπιωτά και ακατανόητες τις όποιες «υποψίες» σε βάρος της εγκυρότητας της εφημερίδας μας.