Αν δεν το δεις με τα ίδια σου τα μάτια, αν δεν το βιώσεις στο κορμί σου, το ψέμα και την υποκρισία δεν θα το πιστέψεις, πάντα θα έχεις μια αμφιβολία, «μήπως κάνω λάθος, μήπως είμαι υπερβολικός στην κριτική». Αμ δε!

Ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ήταν καλοκαίρι, όταν στο αεροδρόμιο στην αναμονή πτήσης μου για το εξωτερικό για ένα συνέδριο, η Ζωή Κωνσταντοπούλου, μου μοιράστηκε μια ιδέα της, την οποία αγκάλιασα αμέσως. «Κάτι πρέπει να κάνουμε Στράτο για τις μεγάλες υποθέσεις διαφθοράς για τα αίτια αυτού που ζούμε σήμερα, για το μεγάλο στόχο».

Έτσι ξεκίνησε η «Δικαιοσύνη για όλους», για να βάλει πλάτη στην ανάδειξη και διεκδίκηση λαϊκής δικαιοσύνης σε τέσσερις καταρχάς προβεβλημένες υποθέσεις, το χρέος και τα μνημόνια, την υπόθεση «Siemens», την υπόθεση της ΕΛΣΤΑΤ και τις γερμανικές αποζημιώσεις. Συνεχίσαμε με ενημερωτικές ημερίδες Αθήνα και Θεσσαλονίκη και καταλήξαμε με την τυπική αίτηση αναγνώρισης του καταστατικού του σωματείου στο Ειρηνοδικείο. Και από εκεί ξεκίνησαν τα προβλήματα.

Στιγμιότυπο πρώτο: Όλα τα πολιτικά κόμματα δηλώνουν ότι θέλουν να καταπολεμήσουν τη διαφθορά, όλοι μιλούν για ανάγκη να κτυπήσουν έμπρακτα αυτή τη πληγή, αυτό το μέγιστο σε κοινωνική βλάβη έγκλημα. Αλλά όταν έρθει η ώρα για πράξεις, τότε σιωπή. Η υπόθεση «Siemens» φτάνει με διάφορα τερτίπια στα πρόθυρα τελεσίδικης παραγραφής και οι ευθύνες των πολιτικών ιθυνόντων τεράστιες.

Βλέπεις μια φαρσοκωμωδία να παίζεται μπροστά σου και ο κόσμος να μην το ξέρει. Μόνο τα πρόσωπα των δικηγόρων υπεράσπισης και των κατηγορουμένων μαρτυρά αυτό που φοβάσαι ότι θα γίνει τελικά. Ένας-δυο αποδιοπομπαίοι τράγοι με μικρές ποινές και οι υπόλοιποι θα συνεχίσουν τις ζωές τους σαν και πρώτα. Και όλα αυτά εν κρυπτώ χωρίς κάμερες, χωρίς ενημέρωση, χωρίς να υπάρχει αληθινή κοινωνική λογοδοσία.

Στιγμιότυπο δεύτερο: «Ευτυχώς» λες που για να αντιμετωπιστεί η παραπάνω εν κρυπτώ φαιδρή διαδικασία, ο διεθνής και Έλληνας νομοθέτης έχει προβλέψει την ανάγκη δημοσιότητας της δίκης και τη συμμετοχή της «κοινωνίας των πολιτών», ατόμων και συλλογικοτήτων (όπως το σωματείο «Δικαιοσύνη για όλους»).

Αμ δε! Τι νομίζεις ότι είναι οι δίκες διαφθοράς, κονδύλια για το προσφυγικό να τα δώσεις σε φίλιες ΜΚΟ, για να τα διαχειριστούν όπως θέλουν; Εδώ είναι σοβαρά πράγματα και δεν επιτρέπεται να μπαίνει ο όποιος να ‘ναι στην καρδιά του προβλήματος. Αφού πρώτα η ειρηνοδίκης μάς ζητά να πάρουμε πίσω την αίτηση και επειδή δεν το κάνουμε, μας απορρίπτει την αίτηση για σωματείο με το σκεπτικό ότι το να παλεύεις για να αναδείξεις φαινόμενα διαφθοράς, το να παλεύεις για τη δημοκρατία, δεν είναι κάτι που θα πρέπει να κάνει ο απλός πολίτης! Εντάξει τώρα ένα παλιοσύνταγμα και μια σύμβαση του ΟΗΕ που έχουμε κυρώσει ως υπερεθνικό νόμο, μπορούμε να τα γράψουμε στα παλιά μας τα παπούτσια, άλλωστε τα μεγάλα εγκλήματα γίνονται από τους μεγάλους παίκτες…

Εμείς όμως βρεθήκαμε στο δικαστήριο, κάναμε παράσταση πολιτικής αγωγής, συνεχίζουμε να διεκδικούμε το αυτονόητο. Και ως απάντηση στο αυτονόητο, βλέπεις την Ένωση Δικαστών να σε καταδικάζει (ναι, αυτοί που διεκδικούν μόνο το συμφέρον τους), τους συνηγόρους υπεράσπισης και δικαστές της έδρας, να σιγομιλούν προδιαγράφοντας την απόρριψη του αιτήματος σου για πολιτική αγωγή, το δημοσιογραφικό κατεστημένο να σιωπά ή να κοροϊδεύει, το πολιτικό κατεστημένο να ηρεμεί γιατί το τέλος της υπόθεσης φαίνεται πια να φτάνει εκεί που το ήθελαν εξαρχής χωρίς καμιά ουσιαστική αντίδραση.

Ε, λοιπόν απέναντι σε αυτή την κοροϊδία, όπως και σε άλλες, μια υπόσχεση. Θα συνεχίσουμε έστω και εμείς οι λίγοι, να σας ενοχλούμε. Ξέρουμε ότι θα είναι δύσκολο και με κόστος προσωπικό, αλλά πιστέψτε με, όταν με ρωτήσουν αύριο οι φίλοι, τα παιδιά μου, θα τους πω ότι αυτός ο αγώνας αξίζει.