Στο τέλος της επίσκεψης του φαντάσματος των Χριστουγέννων που θα έρθουν, ο Σκρουτζ πραγματικά φοβισμένος, φωνάζει βοήθεια και εκλιπαρεί για ένα άλλο μέλλον: «Δεν θέλω να τελειώσει έτσι η ζωή μου... Μπορώ, θέλω να την αλλάξω. Μπορείς να αλλάξεις το μέλλον μου;»

Τα δυο προηγούμενα φαντάσματα είχαν στρώσει το δρόμο, αλλά δεν ήταν αρκετό. Το πρώτο έδειξε πώς ήταν πριν γίνει αυτός που είναι τώρα. Άδικος κόπος, σαν να βασίζεις την πολιτική σου κριτική στο τι έλεγες παλιά, τι είχες υποσχεθεί, σαν να υπογραμμίζεις σε κάποιον ότι παλιά ήταν αριστερός και τώρα δεν είναι, όπως ακριβώς κάποιος ήταν νέος και τώρα δεν είναι.

Το επιχείρημα χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον και κρίθηκε ανεπαρκές. Ο χρόνος περνάει, οι συνθήκες αλλάζουν, σε ωριμάζουν. Για κάποιους απλά είναι η αποκάλυψη της πραγματικής τους ταυτότητας (γέροι ήταν και ας το έπαιζαν νέοι), για κάποιους άλλους είναι μια άλλη φάση της ίδιας ζωής, η ωριμότητα που έρχεται με την εμπειρία, ρεαλισμό το λένε αυτοί.

Το δεύτερο φάντασμα έδειξε ότι υπάρχουν ταυτόχρονα και άλλες ζωές και είναι καλό ο πρωταγωνιστής μας να μη βλέπει μόνο τον εαυτό του. Ζωές που υποφέρουν όσο η δική σου τσέπη γεμίζει. Άδικος κόπος και αυτός. Η «ωριμότητα» και ο «ρεαλισμός» συνοδεύονται και από ένα νέο αξιακό μοντέλο, αυτό που άλλωστε κυριαρχεί και σε αλλοτριώνει, σε ενσωματώνει. Ο καθένας για τον εαυτό του, τα πάντα είναι αγώνας για τη δύναμη και το άτομο υπάρχει πέρα από την ανάγκη για μια άλλη κοινωνία. Το πιστεύουν και το μόνο που απομένει είναι να καθαρογραφεί και καταστατικά.

Όμως το τελευταίο φάντασμα «τυλιγμένο στην ομίχλη, φορώντας μια τεράστια μαύρη κάπα με κουκούλα, είναι απρόσωπο». Δεν μιλά, μόνο δείχνει, αυτό που δεν τολμάς να πιστέψεις ότι μπορεί να έρθει. Δείχνει το αναπόφευκτο τέλος, αλλά και τη μορφή του. Μοναξιά εκεί που κάποτε σε κυκλώναν κολαούζοι. Φτώχεια εκεί που κάποτε, μήνας μπαίνει - μήνας βγαίνει, έβλεπες το μίσθιο και τα έξτρα να έρχονται.

Δείχνει μίσος και ανακούφιση από τους άλλους εκεί που έβλεπες μόνο χαμογελαστούς ψηφοφόρους. «Επιτέλους ξεκουμπίστηκε... Τον σιχαίνονταν όλοι», θα ακούσεις πάνω από το πτώμα σου, εκεί που νόμιζες ότι έβλεπες αγάπη ή έστω την ανάγκη των άλλων. Και θα βιώσεις και ασέλγεια στο νεκρό κορμί σου από αυτούς που κάποτε τους νόμιζες δικούς σου, αλλά τώρα υπηρετούν νέο αφέντη.

Θα κλέβουν αυτά που μάζεψες με κόπο, αλλά πια δεν θα σου ανήκουν. Και τέλος, θα δεις αυτό που δεν μπορείς ούτε να σκεφτείς. Κάποιον άλλο στη θέση σου. Και εσύ ό,τι έκτισες, θα δεις να γκρεμίζεται, να εξαφανίζεται μια για πάντα και ταυτόχρονα το σύμβολο να γίνεται μιαρό.

Ο Σκρουτζ στη «Χριστουγεννιάτικη ιστορία» του Ντίκενς, μπόρεσε να αλλάξει το μέλλον του, γιατί το είδε. Γιατί για να αλλάξεις, πρέπει να πετάξεις τους παραμορφωτικούς φακούς των τυπολατρών γύρω σου και να δεις την σκληρή αλήθεια των άλλων. Μόνο τότε θα αλλάξει το μέλλον σου. Σε κάθε άλλη περίπτωση, το φάντασμα των Χριστουγέννων που θα έρθουν, θα είναι απλώς ο παντοτινός σου και μοναδικός συνοδοιπόρος στη μαύρη ομίχλη που σε τυλίγει.