Η τρέχουσα οικονομική κρίση μάς βρήκε απροετοίμαστους όχι μόνο από ψυχολογική άποψη, αλλά και από πλευράς στρατηγικής και σχεδιασμού του κράτους και των επιχειρήσεων για τη διαχείριση του προβλήματος.

Το ιδιωτικό σκέλος της οικονομίας προ κρίσης απολάμβανε χαμηλότοκη τραπεζική χρηματοδότηση, ονειρευόταν δουλειές με το κράτος και αδιαφορούσε για εξαγωγές, άνοιγμα νέων αγορών, βελτίωση ποιότητας και αύξηση παραγωγικότητας. Οι ιδιώτες είχαν επαναπαυθεί στη χρηματοδότηση του υπερκαταναλωτισμού τους με τραπεζικά δάνεια, επηρεασμένοι από τη διάχυτη αντίληψη της νεοελληνικής κοινωνίας ότι η λαμογιά είναι απόδειξη προσωπικής επιτυχίας.

Ο δημόσιος τομέας διογκωνόταν συνεχώς, με μονιμοποιήσεις συμβασιούχων, υπερβάσεις προϋπολογισμών δαπανών και διοχέτευση κρατικών και ευρωπαϊκών πόρων υπέρ συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων, συνδικαλιστών και διαπλεκόμενων επιχειρηματιών-τρωκτικών. Το κράτος δεν ένιωθε καμία πίεση να βελτιώσει τις επιδόσεις του, λόγω του άνετου και φτηνού δανεισμού σε ευρώ για την κάλυψη των δημοσιονομικών ελλειμμάτων.

Κατά τη διάρκεια της κρίσης, ο ιδιωτικός τομέας της οικονομίας και οι ιδιώτες έβαλαν χέρι στις αποταμιεύσεις τους και τα περιουσιακά τους στοιχεία για να πληρώνουν τους ολοένα και αυξανόμενους φόρους ενώ παράλληλα μειωνόταν το εισόδημά τους. Σε γενικές γραμμές, οι ιδιώτες και οι επιχειρήσεις είτε προσαρμόστηκαν στα νέα δεδομένα περιορίζοντας τις δαπάνες τους, είτε τέθηκαν στο περιθώριο εκτός παραγωγικής διαδικασίας υπό το βάρος των υπέρμετρων φόρων.

Από την άλλη πλευρά, ο δημόσιος τομέας συνεχίζει να αρμενίζει πιστεύοντας ακράδαντα ότι ο γιαλός είναι στραβός και ότι οι ιδιώτες φορολογούμενοι οφείλουν να συνεχίσουν να καλύπτουν τα δικά του ελλείμματα. Παρά τα μέτρα που μας υποδεικνύουν τα μνημόνια, οι κρατικές δαπάνες συνεχίζουν να είναι πολύ υψηλές, φτάνοντας το 55% του ΑΕΠ. Αιτία η συνεχιζόμενη στήριξη των ελλειμματικών ασφαλιστικών ταμείων για την παραγωγή πρόωρων συνταξιούχων και τη συγκάλυψη της πραγματικής ανεργίας.

Όλοι αναγνωρίζουμε ότι τα κακά και τα στραβά μας ως χώρα μάς οδήγησαν σε παρατεταμένη ύφεση, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο ανεργίας, μείωσης εισοδημάτων, αύξησης φόρων και αναστολής επενδύσεων. Το ερώτημα είναι τι πρέπει να κάνουμε ώστε να σπάσουμε αυτόν το φαύλο κύκλο, να προσελκύσουμε επενδύσεις και να επιστρέψουμε σε θετικούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης.

Καταρχάς, πρέπει άμεσα να ισοσκελισθούν τα έσοδα και τα έξοδα κυρίως από την πλευρά των δαπανών, όπως ακριβώς κάνει κάθε σώφρων ιδιώτης που δεν διαθέτει αποταμιεύσεις ή δυνατότητα δανεισμού. Αυτό σημαίνει αναστολή προσλήψεων, μετατάξεις προσωπικού, εξορθολογισμό δαπανών, έλεγχο προϋπολογισμών/απολογισμών σε όλους τους κρατικούς φορείς, κεντρική διαχείριση ταμειακών διαθεσίμων. Δηλαδή, να υπάρξει άμεση περιστολή των δαπανών κι όχι προσλήψεις και συνέχιση της πολιτικής σπατάλης πέρα από τις δυνατότητες της χώρας. Αυτό δεν χρειάζεται να μας το επιβάλλει κανένα μνημόνιο ή ξένος δανειστής παρά η κοινή λογική.

Δεύτερον, χρειάζεται μείωση αντί αύξηση των φορολογικών συντελεστών στον ΦΠΑ, το ατομικό εισόδημα και τα εταιρικά κέρδη ώστε να προσφέρονται κίνητρα για παραγωγή πλούτου και εισοδήματος για όλους και να μειώνεται το κίνητρο για φοροδιαφυγή. Σε όλες τις χώρες που έχουν μειωθεί οι φόροι και υπάρχει σταθερό και προβλέψιμο φορολογικό καθεστώς έχει παρατηρηθεί αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας. Βασικός κανόνας στην οικονομία είναι να μην ανακόπτεται η οικονομική δυναμική των ιδιωτών και των επιχειρήσεων και να μη διαταράσσεται η εμπιστοσύνη των καταναλωτών και των επενδυτών στις προοπτικές της χώρας.

Τρίτον, πρέπει να δομηθεί και να προωθηθεί άμεσα ένα πρόγραμμα με επιθετικές αποκρατικοποιήσεις και απελευθέρωση αγορών. Ταυτόχρονα, πρέπει να ελαχιστοποιηθεί η γραφειοκρατία για την υλοποίηση επενδύσεων και να υιοθετηθούν χρηματοδοτικά σχήματα με τη συμμετοχή ιδιωτών προκειμένου να προωθηθούν έργα υποδομής και επενδύσεις σε όλους τους τομείς της οικονομίας. Ειδικά σε επενδύσεις όπως το Ελληνικό, ο ΔΕΣΦΑ, τα περιφερειακά αεροδρόμια, τα χρυσωρυχεία στη Χαλκιδική και σε πολλές άλλες περιπτώσεις είναι εγκληματικό οι κυβερνητικοί παράγοντες να βάζουν εμπόδια στα επενδυτικά σχέδια.

Αυτή είναι η δοκιμασμένη συνταγή παγκοσμίως για την αύξηση των θέσεων εργασίας στο σύνολο της οικονομίας και την ενίσχυση του ιδιωτικού τομέα, προσφέροντας παράλληλα τη δυνατότητα στο κράτος να μειώσει το συνολικό του μέγεθος. Έτσι, το δημόσιο μπορεί να κατευθύνει τους διαθέσιμους πόρους του εκεί που πραγματικά χωλαίνει: φορολογικό σύστημα, αστυνόμευση, δικαιοσύνη, εθνική άμυνα, παιδεία, υγεία, συνταξιοδοτικό σύστημα κ.λπ.

Είναι αναγκαίο η οικονομική πολιτική να εστιάσει σε μέτρα άμεσης απόδοσης για την εξοικονόμηση πόρων και την υποστήριξη δράσεων με αναπτυξιακή προοπτική. Έχει υπολογιστεί ότι στη χώρα μας, με την τρέχουσα παραγωγική, ασφαλιστική και φορολογική δομή, ο λεγόμενος «δείκτης κρατικών εσόδων / ΑΕΠ» της οικονομίας ανέρχεται στη μονάδα περίπου. Δηλαδή όσο ενισχύεται σε αξία το ΑΕΠ, υπάρχει ανάλογη βελτίωση των συνολικών κρατικών εσόδων, στα οποία συμπεριλαμβάνονται ο ΦΠΑ, ο φόρος επιχειρήσεων, ο φόρος ιδιωτών, οι ασφαλιστικές εισφορές, η εξοικονόμηση προνοιακών επιδομάτων κ.λπ.

Στα τρέχοντα επίπεδα της οικονομικής παραγωγής, μια αύξηση περίπου 1,5% στο ΑΕΠ μπορεί να αποφέρει ετησίως στο κράτος πρόσθετους πόρους €2,8 δις, δηλαδή ανάλογους με ολόκληρο τον ΕΝΦΙΑ. Η αντιστρόφως, θα μπορούσαμε να καταργήσουμε τον ΕΝΦΙΑ αν δημιουργούνταν οι συνθήκες για ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης 1,5%. Τυχόν μειώσεις άλλων δαπανών και φόρων θα είχαν πολλαπλασιαστικά και συνδυαστικά οφέλη, τα οποία θα μπορούσαν να κινητοποιήσουν άμεσα την οικονομία με αντίστοιχη βελτίωση στα κρατικά έσοδα.