Είναι, αλήθεια, σχεδόν παράτολμο να επιχειρήσει κάποιος να αναπτύξει ένα τέτοιο θέμα υπό μορφή επιφυλλίδας σε μια εφημερίδα. Και βέβαια ο λόγος είναι προφανής: το θέμα είναι πελώριο και χρειάζεται να προσκομίσει κανείς πολλές μαρτυρίες, όχι για να τεκμηριώσει τα αυτονόητα, δηλαδή τη σχέση του νησιού μας με τη μοναστική κοινότητα του Αγίου Όρους ανά τους αιώνες, αλλά για να παρουσιάσει τις αποχρώσεις και τις κανονικότητες που διέπουν τη σχέση αυτή.

Όμως ας κάνουμε μια προσπάθεια, αφού το θέμα είναι, κατά τη γνώμη μου, πολύ ενδιαφέρον και πάντως συμβάλλει στην κατανόηση του ιστορικού παρελθόντος μας, αλλά και του παρόντος καιρού.
Όταν κανείς αναζητά το είδος των σχέσεων μιας τοπικής πατρίδας με το Άγιο Όρος, νομίζω ότι αμέσως ο νους του πηγαίνει σε μοναχούς της μοναστικής πολιτείας, οι οποίοι είχαν την καταγωγή τους από το νησί μας και εντάχθηκαν ως μοναχοί στα μοναστήρια και στις σκήτες του Αγίου Όρους. Το πράγμα αυτό είναι εύλογο και εύκολα ανιχνεύσιμο σε διάφορες μελέτες, επειδή τις περισσότερες φορές οι μοναχοί, σε διάφορες ευκαιρίες, τοποθετούν δίπλα στο μοναστικό τους όνομα μια ιδιότητα που δεν είναι το επώνυμό τους, αλλά ο τόπος καταγωγής τους ή η ιδιότητά τους. Διαβάζουμε λ.χ. σε ένα εκκλησιαστικό βιβλίο (Μηναίο) της Μονής Διονυσίου του Αγίου Όρους: «Τούτο το βιβλίον υπάρχη Αντωνίου μοναχού, εκ της νήσου Μυτιλήνης και προσηλώθη αυτό εις το μοναστήρι του κυρ Διονυσίου», ή σε άλλο σημείωμα: «του γέρο Αυξεντίου, κοινοβιάτου μας Μυτιληναίου». Τα παραδείγματα αυτά πολλαπλασιάζονται εύκολα φθάνοντας σε χιλιάδες και δείχνουν το εύρος και την πυκνότητα της προσέλευσης Λεσβίων μοναχών στο Άγιο Όρος, πράγμα εύλογο και για τα ήθη της περιόδου της Τουρκοκρατίας, αλλά και αντίστοιχο με το μέγεθος και την πυκνότητα πληθυσμού ενός νησιού από τα μεγαλύτερα της Μεσογείου.

Αυτό είναι το ένα. Όμως το νησί της Λέσβου προκαλεί το ενδιαφέρον των αγιορείτικων μονών και για ένα άλλο σημαντικό λόγο, που, ως συνήθως, έχει άμεση σχέση με τις οικονομικές ανάγκες των μοναστηριών. Το ενδιαφέρον αυτό εκδηλώνεται υπό δύο μορφές: είτε με την ίδρυση αγιορείτικων μετοχιών στη Λέσβο -και γνωρίζουμε ότι τέτοια υπήρχαν κυρίως στην πόλη της Μυτιλήνης- είτε με τη διενέργεια των λεγομένων ζητειών, που αποκαλούνται και ταξίδια. Αυτές οι τελευταίες δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ταξίδια αγιορειτών μοναχών στο νησί μας, με σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων, αλλά και αντικειμένων που θα ενίσχυαν τα οικονομικά της εκάστοτε μονής. Συνήθως, μάλιστα, οι καλόγεροι αυτοί έφερναν μαζί τους και λείψανα αγίων από το Άγιο Όρος, με τα οποία, ήταν πιο εύκολο να συγκεντρώσουν χρήματα, καθώς, όπως ήταν αναμενόμενο, τα λείψανα αυτά, ως θαυματουργά, συγκέντρωναν την προσοχή και τις δεήσεις των χριστιανών του νησιού.

Ας δώσουμε λοιπόν ένα - δύο παραδείγματα αυτών των τελευταίων περιπτώσεων για να γίνει πιο κατανοητό το ζήτημα αυτό. Αναγράφεται λοιπόν σε έναν κώδικα της Μονής Διονυσίου του Αγίου Όρους, με την οποία το νησί μας φαίνεται ότι είχε ιδιαίτερες σχέσεις: «1803. Ο προηγούμενος Ιωάσαφ Μυτιληναίος αφιέρωσε εις την μονήν εν πατρικόν κτήμα ελαιοδένδρων εις μετόχιον εκεί, αντί γροσίων χιλίων πεντακοσίων, 1500». Από το σημείωμα αυτό κερδίζουμε δύο σημαντικές πληροφορίες: αφενός το όνομα (Ιωάσαφ, βέβαια, είναι το μοναστικό όνομα και όχι το πραγματικό του καλογέρου) ενός συμπατριώτη μας αγιορείτη μοναχού, που διετέλεσε και ηγούμενος της Μονής Διονυσίου, και αφετέρου την πληροφορία -την οποία ξέρουμε και από άλλες πηγές- ότι στη Λέσβο υπήρχε μετόχι (εξάρτημα) της ίδιας Μονής, στο οποίο ο μοναχός δώρισε μεγάλο κτήμα που του ανήκε από την πατρική περιουσία.

Αλλά ένα παράδειγμα και για τις ζητείες, που λέγαμε παραπάνω. Αναφέρεται σε ένα σημείωμα πάλι: «1796, ήλθεν ο προηγούμενος κυρ Γρηγόριος από ταξίδιον Μυτιλήνης, μας ήφερεν γρόσια 500, διά να μνημονεύουμε τα αντίκρυς ονόματα του κυρ Αντωνίου από χωρίον Πλουμάρι, Κυρίλλου μοναχού...» και ακολουθούν πολλά ονόματα Λεσβίων, οι οποίοι είχαν προσφέρει τα γρόσια.
Αυτά για την ώρα και εις οσμήν ευωδίας από τον Άγιον Όρος, θέμα το οποίο, όπως έλεγα και στην αρχή, δεν είναι δυνατόν ούτε να διατυπωθεί ως απλό επιστημονικό αίτημα.