Μπαίνουμε σε μια χρονιά ακραίας πολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητας, διεθνώς, που δύσκολα θα μας αφήσει ανεπηρέαστους στην εμμονική οπισθοδρομική αναπόληση μας, των «μεγαλείων» που παρήλθαν ανεπιστρεπτί. Για όσους επιθυμούν να σκέπτονται στοιχειωδώς στρατηγικά, ο Τσίπρας, ως ιστορικό πολιτικό επεισόδιο, έχει «τελειώσει», και το πώς θα διαχειρισθεί την πολιτική κατάρρευση του, ενδιαφέρει μόνον ως προς τις ευρύτερες συνέπειες στη διεθνή θέση της Ελλάδας. Εξ ίσου ουσιώδες θέμα είναι τί και πώς σκέπτεται η φιλελεύθερη/αυθεντικά φιλ-ευρωπαϊκή Αντιπολίτευση. Η άποψη αυτή δεν είναι θέσφατο: οφείλεται στον αναγνώστη μια γενική υποστήριξη της.

Ο Τσίπρας έχει «τελειώσει», όχι επειδή αυτό δείχνουν οι δημοσκοπήσεις και η γενικευμένη «κοψοχεριά» που ακούς όπου πας! Αντιθέτως, δύο είναι τα κρίσιμα και αναντίρρητα στοιχεία. Το πρώτο: είναι εντυπωσιακή η ταύτιση λόγου και παραδειγμάτων με τη ρητορική της τελευταίας περιόδου Σαμαρά. Ο βηματισμός εξόδου από την κρίση που μας προτείνεται σήμερα (σταθεροποίηση της οικονομίας, πλεονάσματα, αξιολογήσεις, ποσοτική χαλάρωση και έξοδος στις αγορές) είναι απολύτως ίδιος με ό,τι ελέγετο το 2014. Πρόκειται για το ίδιο success story. Μέρισμα ο Σαμαράς, βοήθημα ο Αλέξης! Αμφίπολη ο Σαμαράς, Πανάγιος Τάφος ο Αλέξης! Διάγγελμα ο ένας, εξαγγελίες ο άλλος! Η διαφορά δεν είναι θέμα εικόνας και επικοινωνίας, όπως νομίζουν στα έγκατα του Μαξίμου, που εξακολουθούν να ποντάρουν στο χάρισμα του Αλέξη... ο οποίος εκών-άκων υπέπεσε στο προπατορικό αμάρτημα της Δυτικής σοσιαλδημοκρατίας, δηλαδή δέχθηκε το νεο-φιλελεύθερο κανόνα ως μη αμφισβητούμενο σκηνικό. Οι «αριστερούλικες αταξίες» που κάνει εκ των υστέρων, απλώς επιδεινώνουν την εικόνα έλλειψης εναλλακτικού σχεδίου για τη χώρα. Αυτό το δεύτερο στοιχείο είναι το θεμελιωδώς καταδικαστικό. Καθότι ό,τι κάνει κι ό,τι λέει, από τους διορισμούς του κάθε άσχετου έως την υποστήριξη στελεχών, εμφανώς ελλειμματικών τω πνεύματι, επιταχύνουν το διασυρμό του.

Ακολουθώντας τη βαρειά πρόγνωση που μπορεί κανείς να διαβάσει στα «Απομνημονεύματα» του Τσώρτσιλ για τη Συμφωνία Τσάμπερλαιν - Ριμπεντρόπ, λεγόμενη και Συμφωνία του Μονάχου, «..στην Αγγλία προσφέρθηκε η επιλογή μεταξύ πολέμου και ντροπής. Επέλεξε την ντροπή και θα πάρει τον πόλεμο...». Ατυχώς, ο κ. Τσακαλώτος με την αναντίρρητη βαθειά Αγγλοσαξωνική Παιδεία, λησμόνησε τα θεμελιακά κείμενα της και πλατσουρίζει μεταξύ των ιδεών του Τρότσκι και της πρακτικής του Τσίπρα, γράφοντας επιστολές μετανοίας αντ’ Αυτού. Επέλεξε την ταπείνωση και θα πάρει εκλογές... Αν το καλοσκεφθούμε, καμία σημασία δεν έχει το γεγονός, πέραν του περαιτέρω διασυρμού του ιδίου και της χώρας.

Αυτό που έχει σημασία, είναι η αδυναμία της Αντιπολίτευσης να εκφράσει στρατηγική κριτική επ’ αυτών των αθυρμάτων πολιτικής πράξης. Είτε θα αποφασίσει να εκφράσει σαφή φιλελεύθερο πολιτικό λόγο στρατηγικής εμβελείας, ανεξάρτητο της μικρο-πολιτικής αντιπαράθεσης, είτε θα ελπίζει ότι μεταξύ σκυλοκαβγά και κοκκορομαχίας στην τηλεόραση, με σως «ψυχοπονιάς» επί των δοκιμαζομένων συμπατριωτών, θα εγκολπωθεί κάποια κρίσιμα αμφιταλαντευόμενα ψηφαλάκια. Μόνο που η δεύτερη επιλογή είναι θνησιγενής. Είναι η στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ που δεν οδηγεί πουθενά, πέραν μιας πρόσκαιρης εκλογικής επικράτησης χωρίς μέλλον... Είναι τραγικό εντέλει στον ασταθέστατο Κόσμο του 21ου αιώνα, να συγκρούονται τα γερόντια-ορφανά του Μπανιά -με την υποστήριξη του αρχαϊκού ΠΑΣΟΚ- με το πολιτικό μοντέλο «Γιακουμάτου». Για τον Κυριάκο Μητσοτάκη το πρόβλημα είναι προσωπικά υπαρξιακό, στο βαθμό που πρέπει να αποφασίσει και να βρει τον τρόπο να αποτινάξει τα «βάρη» της οικογενειακής καταγωγής, τουλάχιστον όπως τα αντιλαμβάνονται ισχυρά μερίδια των πολιτών...

Η χώρα χρειάζεται όμως στιβαρή ελπίδα, έστω και σε βάθος χρόνου! Η συνεχής επίκληση του αφηγήματος της «Αλήθειας» χωρίς αναφορά στο περιεχόμενο της, δεν αρκεί, καθότι και ο πολιτικός αντίπαλος του έχει αρχίσει να την ψελλίζει. Με απλά τσιτάτα, ο μεγαλοπρεπής αναχρονισμός θα μας πνίξει.