Εφτά χρόνια -και μπήκαμε στον όγδοο χρόνο- που κοιμούμαστε και ξυπνάμε με την αγωνία και την κατάθλιψη στο προσκεφάλι μας. Γιατί πιστέψαμε στα μεγάλα λόγια που μας κάνουν, σήμερα, να ντρεπόμαστε. Γιατί δεν παραδεχτήκαμε ποτέ ότι την ευτυχία, όπως και την ελευθερία, δεν μπορεί κανείς να μας τη δανείσει.

Γιατί, όπως λένε οι Αβορίγινες, «δεν υπάρχουν μονοπάτια· τα μονοπάτια φτιάχνονται με το περπάτημα». Το δρόμο που οδηγεί στην ελευθερία και στην ευτυχία τον ανοίγουμε μόνοι μας, με χέρια και με δόντια, με τον ιδρώτα και με το αίμα μας, αν χρειαστεί. Γιατί, «αν αργεί να έρθει η Άνοιξη, πρέπει να πάμε να τη φέρουμε». Γιατί ποτέ δεν εξομολογηθήκαμε ειλικρινά τις αμαρτίες μας, τα λάθη που κάναμε, τις μικρές ή τις μεγάλες προδοσίες μας, για τους ψεύτικους όρκους που δώσαμε και τις ψεύτικες υποσχέσεις που πιστέψαμε.

Στην περίπτωσή μας δεν «ταξιδεύουμε για να ταξιδεύουμε» ούτε «ευχόμαστε να ’ναι μακρύς ο δρόμος για την Ιθάκη, γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις», όπως μας λέγει ο Καβάφης. Αρκετά πάθαμε κι αρκετά μάθαμε, από τότε που… «φάγαμε τα βόδια του Υπερίωνα» και καταδικαστήκαμε, οι άμυαλοι, να θαλασσοδερνόμαστε στο μανιασμένο πέλαγος και να χαροπαλεύουμε ανάμεσα στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη.

Παρά τα τόσα παθήματά μας, υπάρχουν ακόμα «σύντροφοι» στην Οδύσσειά μας που δεν θέλουν να εγκαταλείψουν τη «Χώρα των Λωτοφάγων», να συνέλθουν από τη γλυκιά νάρκη και τη λησμονιά που τους προκάλεσαν οι λωτοί της εξουσίας! Αισθάνονται, λένε, δικαιωμένοι (πρώτος και καλύτερος ο Φώτης Κουβέλης!), διότι εκμεταλλευόμενοι την συνταγματική επιταγή για την εκλογή προέδρου της Δημοκρατίας, τον Δεκέμβριο του 2014, έριξαν την τότε κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου, στον δεύτερο χρόνο της θητείας της, και έφεραν στην εξουσία την «πρώτη και δεύτερη φορά αριστερή κυβέρνηση» Τσίπρα-Καμένου.

Πώς εννοούν τη δικαίωσή τους;

Πρώτον, ότι οι προηγούμενοι, Σαμαράς- Βενιζέλος, ήταν χειρότεροι, λένε, (διότι εκείνοι δέχτηκαν να εφαρμόσουν τα «κακά μνημόνια», ενώ εμείς δεχτήκαμε και εφαρμόζουμε το «καλό και σωτήριο Γ΄ Μνημόνιο»!).

Δεύτερον, ότι, εάν παρέμεναν στην εξουσία οι προηγούμενοι, θα είχαν δεχθεί ακόμα πιο χειρότερα μνημονιακά μέτρα (γι’ αυτό είμαστε ευχαριστημένοι, αφού εμείς, μπορεί να μην «καταργήσαμε με ένα νόμο τα Μνημόνια», καταφέραμε, όμως, να δείξουμε στους «τοκογλύφους» δανειστές μας πόσο … «γενναίοι διαπραγματευτές» είμαστε και, τελικά, να τους… υποχρεώσουμε, αντί για τα μέτρα του mail Χαρδούβελη, να μας επιβάλλουν τα «δημοφιλή» μέτρα του Γ΄ Μνημονίου, καθώς και του Δ΄ Μνημονίου που έπεται!).

Τρίτον, μπορεί να μην εφαρμόστηκε το «Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης», αλλά οι πιο αδύναμες κοινωνικές τάξεις γνώρισαν τη στοργή της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ (απόδειξη γι’ αυτό αποτελούν οι χιλιάδες διορισμοί στο Δημόσιο ανεπάγγελτων και αργόσχολων «αριστερών» προλετάριων που είδαν, επιτέλους, να δικαιώνονται οι «καταλήψεις» που έκαναν στα σχολεία τους και στα Πανεπιστήμια!).

Και, επίσης, με τα λεφτά που εξοικονομήσαμε κόβοντας το Ε.Κ.Α.Σ. από τους υπερήλικες χαμηλοσυνταξιούχους, επαναφέραμε την «13η σύνταξη» (την οποία «οι κακοί ξένοι» μας υποχρέωσαν να μη την ξαναπούμε «13η σύνταξη» αλλά επίδομα που δόθηκε μία φορά και το οποίο υποσχεθήκαμε ότι δεν θα το επαναλάβουμε).

Τέταρτον, για δέκα ολόκληρα λεπτά η εθνική μας οικονομία είχε περάσει στην ανάπτυξη και η χώρα έβγαινε πλέον από τη λιτότητα, όπως δήλωσε πανηγυρικά ο πρωθυπουργός μας στο Υπουργικό Συμβούλιο! (Αλλά με την ανακοίνωση της ΕΛΣΤΑΤ- στα δέκα επόμενα λεπτά- ότι το οικονομικό έτος 2016 κλείνει με ύφεση 0,05% αντί με την προσδοκώμενη από την κυβέρνηση ανάπτυξη του 0,3%, ο «θρίαμβος» για τον κυβερνητικό άθλο διήρκεσε μόνο τόσο λίγο, που ήταν, όμως αρκετό, για να καταλάβουν όλοι τι θα είχαμε- παρ’ ολίγον-… επιτύχει, εάν δεν διέκοπτε το «παραμύθι της ευτυχίας» μας η ΕΛΣΤΑΤ!).

Μετά ταύτα, κατανοώντας την ευτυχία των «συντρόφων» μας «λωτοφάγων», οι οποίοι αισθάνονται δικαιωμένοι για την επιλογή τους, τόσον όσον αφορά στο θέμα της προεδρικής εκλογής, τον Δεκέμβριο του 2014, όσον και κατά τις βουλευτικές εκλογές, τον Ιανουάριο και τον Σεπτέμβριο του 2015, και προκειμένου να διορθωθεί μια ιστορική αδικία που έγινε στο πρόσωπο του Φώτη Κουβέλη, ο οποίος δεν τιμήθηκε, τελικά, με το ανώτατο πολιτειακό αξίωμα, του Προέδρου της Δημοκρατίας, θα προτείναμε να ανακηρυχθεί -έστω και καθυστερημένα- «Μέγας ευεργέτης της πατρίδας» για τις ακάματες προσπάθειες που κατέβαλλε, για να γίνει κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ, καθώς και για την πολύτιμη συμβολή του στην «ευτυχία» που εξασφάλισε για το λαό μας η «Πρώτη και Δεύτερη φορά αριστερή κυβέρνηση»!

Δοξάστε τον!