Οι μεταρρυθμίσεις που δεν κάναμε

 

Α. Μεταρρυθμίσεις στην πολιτική λειτουργία μας. Το Κοινοβούλιο έχει καταντήσει ένας μεγάλος καφενές, όπου οι καλοπληρωμένοι από τους φορολογούμενους πολίτες θαμώνες του ή σαχλαμαρίζουν ή καυγαδίζουν. Ακούσατε ποτέ κάποια σοβαρή πρόταση από κανέναν «εκπρόσωπο του λαού» για να σταματήσει η κατρακύλα της χώρας, για να μην φτάσουμε στο χάος της ολοκληρωτικής διάλυσης της κοινωνίας μας;

Τι χρειάζεται να γίνει; Ριζική αλλαγή του τρόπου εκλογής των βουλευτών. Όχι με την «Απλή Αναλογική» του Τσίπρα, χάρη στην οποία το κάθε «νούμερο» ή το κάθε «λαμόγιο» θα κάνει κόμμα και θα διεκδικεί το ρόλο του κυβερνητικού εταίρου, πράγμα που θα προσθέσει στα άλλα κακά και την παρατεταμένη ακυβερνησία της χώρας. Χρειάζεται να καθιερωθεί ένα εκλογικό σύστημα που να ευνοεί την ανάδειξη των πλέον άξιων από τους Έλληνες ως εκπροσώπων του λαού (π.χ. διαίρεση ολόκληρης της επικράτειας σε μονοεδρικές εκλογικές περιφέρειες).

Και για να μην ταυτίζεται η Νομοθετική με την Εκτελεστική εξουσία, για να υπάρξει πραγματική διάκριση των τριών εξουσιών (Εκτελεστικής, Νομοθετικής, Δικαστικής) να καθιερωθεί ως ασυμβίβαστο το βουλευτικό με το υπουργικό αξίωμα και να συγκροτούνται τα κυβερνητικά σχήματα από εξωκοινοβουλευτικές προσωπικότητες ή βουλευτές που παραιτούνται από το βουλευτικό τους αξίωμα.

Β. Μεταρρύθμιση του κράτους.Η σημερινή Δημόσια Διοίκηση έχει καταληφθεί από τους αναξιοκρατικά «επίλεκτους» των κομμάτων. Ο σπουδαιότερος λόγος για τον οποίον υπάρχει είναι το «βόλεμα» των δημοσίων υπαλλήλων και για να εξυπηρετούνται -πρωτίστως- οι «ανάγκες» των κομματαρχών και δευτερευόντως των πολιτών. Και όσον αφορά την εφαρμογή των νομοθετούμενων πολιτικών και των κυβερνητικών αποφάσεων, αυτή συνήθως επαφίεται στους μικρούς ή μεγάλους «κομισάριους» τού εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος, οι οποίοι υποκαθιστούν -με το αζημίωτο- την ιεραρχία της Δημόσιας Διοίκησης. Έτσι εξηγείται γιατί η συμβολή του κρατικού μηχανισμού στην ανάπτυξη της χώρας είναι μηδαμινή έως ανύπαρκτη.

Εφόσον, λοιπόν, όλοι αναγνωρίζουν την αναγκαιότητα ενός οργανωμένου με τις σύγχρονες προδιαγραφές κράτους, ώστε να είναι ικανό να πραγματώνει τους κυβερνητικούς στόχους, τότε ένας τρόπος υπάρχει: αναδιοργάνωση εκ θεμελίων της Δημόσιας Διοίκησης, κατάργηση άχρηστων υπηρεσιών και οργανισμών, επαναξιολόγηση από τον κατώτερο ως τον ανώτερο κρατικό υπάλληλο, επιμόρφωση, επανατοποθέτηση- μετακίνηση σε υπηρεσίες που αντιστοιχούν στα αξιολογούμενα προσόντα τους. Και, επιτέλους, σύνδεση του μισθού με την απόδοση και τη διαπιστωμένη -με αντικειμενικά κριτήρια- αξία τού κάθε υπαλλήλου.

Γ. Μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος. Το εκπαιδευτικό μας σύστημα, έτσι όπως λειτουργεί και με αυτό το περιεχόμενο, με το οποίο -εννοείται- «παιδεύει» τη νεολαία μας, είναι όχι μόνο άχρηστο για τους περισσότερους, αλλά και επιζήμιο λόγω της σπατάλης και της απώλειας πολύτιμου χρόνου τους, με τη μονοδιάστατη δόμησή του, τη μετατροπή ολόκληρης της Β/θμιας εκπαίδευσης ως «Φροντιστηρίου» προετοιμασίας για την εισαγωγή στα ΑΕΙ και με την πλήρη απαξίωση της Τεχνικής Εκπαίδευσης «παράγει» -μαζικά- υποψήφιους για τα ΑΕΙ και κατοπινούς πλεονάζοντες πτυχιούχους ή αποτυχόντες των εισαγωγικών εξετάσεων στα ΑΕΙ και κατοπινούς ανειδίκευτους εργάτες.

Η Εκπαίδευσή μας χρειάζεται: διακομματική συμφωνία στις βασικές αρχές που πρέπει να διέπουν το περιεχόμενο και τη λειτουργία της. Αποκομματικοποίηση και αποδέσμευσή της από συντεχνιακές λογικές. Αποβολή κάθε ιδεοληπτικής θεώρησης που παρεμποδίζει τη σύνδεση του περιεχομένου της με τις σύγχρονες ανάγκες της κοινωνίας αλλά και με τους γενικότερους εθνικούς στόχους μέσα στην Ενωμένη Ευρώπη και την παγκοσμιοποιημένη κοινωνία. Διαρκής επιμόρφωση και συνεχής αξιολόγηση του διδακτικού και διοικητικού προσωπικού. Αξιοκρατική στελέχωση των διοικητικών θέσεων και ανάληψη αυξημένων δικαιοδοσιών από επίλεκτους εκπαιδευτικούς-υπεύθυνους της διοίκησης.

Δ. Μεταρρύθμιση-εκσυγχρονισμός του παραγωγικού μοντέλου-οικονομική ανάπτυξη.

Είναι δυνατή η ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας κάτω από το καθεστώς των «μνημονιακών» μέτρων; Η απάντηση είναι ναι, εάν συμβουλευτούμε το ιστορικό προηγούμενο της επιβολής του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου (ΔΟΕ) στην Ελλάδα το 1898, ο οποίος δεν εμπόδισε την ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό του ελληνικού κράτους, που οδήγησε, κατά την περίοδο του Ελ. Βενιζέλου, στην εποποιία των βαλκανικών πολέμων και τον εδαφικό διπλασιασμό της Ελλάδας.

Ας ξεκινήσουμε με τη συγκρότηση διακομματικής επιτροπής και την «επιστράτευση» του επιστημονικού δυναμικού που διαθέτουμε ως έθνος, που θα συντάξει το Εθνικό Σχέδιο για την ανάπτυξη της οικονομίας. Είναι ακατόρθωτο να επιτύχουμε, σε πρώτη φάση, την επάρκεια των αναγκαίων προϊόντων για τη διατροφή του πληθυσμού της χώρας μας; Είναι δύσκολο να παράγουμε αρκετές ελληνικές ντομάτες για να μην τρώμε -καλοκαιριάτικα- ντομάτες από την Ολλανδία; Είναι δύσκολο να παράγουμε τα λεμόνια που χρειαζόμαστε, τις πατάτες, τα όσπρια, το κρέας, τα γαλακτοκομικά, που εισάγουμε, ακόμα και σήμερα, από την Αργεντινή, την Αίγυπτο, την Τουρκία, τη Γαλλία και τη Γερμανία;

Είναι εφικτό, αρκεί να στείλουμε στο χωράφι το επιστημονικό δυναμικό που υπηρετεί σήμερα τη «στέρφα» γραφειοκρατία για να καθοδηγήσει «εκ του σύνεγγυς» τους αγρότες μας. Να αξιοποιήσουμε με επιστημονικό τρόπο τα φυσικά πλεονεκτήματα της χώρας μας. Να προστατέψουμε αποτελεσματικά την ελληνικότητα των προϊόντων μας. Να δώσουμε ουσιαστικά κίνητρα στους απασχολούμενους στον πρωτογενή τομέα.

Είναι εφικτή η ανάπτυξη και η πρόοδος της χώρας, αρκεί να εξασφαλίσουμε τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την προσέλκυση επενδύσεων: αξιοπιστία και σταθερότητα της κυβερνητικής εξουσίας. Σταθερό, δίκαιο και φιλικό στην επιχειρηματικότητα φορολογικό σύστημα. Ταχύτερη απονομή της Δικαιοσύνης και εκδίκαση υποθέσεων που έχουν σχέση με τις επενδύσεις. Αναδιοργάνωση της λειτουργίας των Δημοσίων Υπηρεσιών και αντικατάσταση όλων των αναχρονιστικών γραφειοκρατικών διαδικασιών με σύγχρονες μεθόδους και μέσα, ώστε να διευκολύνονται οι ενδιαφερόμενοι επενδυτές και γενικότερα οι συναλλασσόμενοι με το ελληνικό Δημόσιο.

Χρειάζεται, για να σχεδιάσουμε και να πραγματοποιήσουμε όλα όσα αναφέραμε παραπάνω, να πάρουμε την άδεια από τον… Σόιμπλε; Χρειαζόμαστε να μας δώσουν και άλλα, περισσότερα δανεικά οι Ευρωπαίοι εταίροι μας, για να καλλιεργήσουμε τα εγκαταλελειμμένα περιβόλια μας;

Εκείνο που χρειαζόμαστε είναι καθαρό μυαλό και σύμπνοια όλων των πολιτικών και πνευματικών δυνάμεων που διαθέτουμε ως έθνος. Εάν, παρ’ όλα αυτά, συνεχίζουμε να πολιτευόμαστε -ως πολίτες και κόμματα- με τα ίδια μυαλά, με την ίδια ανωριμότητα και ανευθυνότητα που επιδείξαμε στα εφτά χρόνια της κρίσης και να πορευόμαστε ως άβουλα πρόβατα από τη στάνη στο σφαγείο, τότε μας ταιριάζει αυτό που είπε ο Νίτσε: «Εάν είναι αρνιά, καλά κάνει και τους τρώει ο λύκος»!