Μέσα στη δίνη των μεγάλων γεγονότων της περιόδου που διανύουμε -από το νέο μνημόνιο και τα μέτρα της αξιολόγησης ως την επίσκεψη των προκαθήμενων των Χριστιανικών εκκλησιών στη Λέσβο με αφορμή το προσφυγικό- ένα ζήτημα ήσσονος ίσως σημασίας είδε το φως της δημοσιότητας αυτές τις μέρες, με αφορμή την επικείμενη επαναλειτουργία του πρώην παραδοσιακού καφενείου «Κρυστάλ», όχι όμως με την παραδοσιακή του χρήση, όπως η απόφαση της πολιτείας από το 1990 όριζε, αλλά με νέα χρήση, όπως άλλαξε με μια νεότερη απόφαση το 2005, ως κατάστημα πώλησης ετοίμων ενδυμάτων.

Ήμουν ένας από εκείνους τους 29 κατοίκους της Μυτιλήνης, που προσέφυγαν στο ΣτΕ ενάντια στην αλλαγή της απόφασης του 1990 για την παραδοσιακή χρήση ως καφενείου του «Κρυστάλ». Δυστυχώς δεν δικαιωθήκαμε στην προσφυγή μας για τυπικούς και όχι ουσιαστικούς λόγους, από τη στιγμή που το ΣτΕ στάθηκε στα τυπικά της διαδικασίας προσφυγής και δεν μπήκε στην ουσία των επιχειρημάτων μας.
Είναι όμως ανάγκη ως συμβολή στο δημόσιο διάλογο να ανοίξουμε μια ουσιαστική συζήτηση για το τι αποτελεί πραγματικά αναπτυξιακό μέτρο και τι όχι.

Τι αποτελεί διατήρηση της ιστορικής και συλλογικής μνήμης -και τι σημασία έχει η διατήρηση αυτή στην αναπτυξιακή πορεία του τόπου μας- και τι όχι.
Με αφορμή μάλιστα την εξαιρετική πρωτοβουλία του σημερινού Γενικού Γραμματέα Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής κ. Γιάννη Γιαννέλλη να ξαναδεί απ’ την αρχή το θέμα της αναθεώρησης της αρχικής απόφασης του 1990 για την προστασία της παραδοσιακής χρήσης του καφενείου «Κρυστάλ», εμφανίστηκαν απόψεις, όπως για παράδειγμα του Εμπορικού Συλλόγου Μυτιλήνης, που θεωρούν μια τέτοια πρωτοβουλία αντιαναπτυξιακή και κατακριτέα.

Το «Κρυστάλ», όπως και το διπλανό «Πανελλήνιον», άνοιξε στις αρχές του περασμένου αιώνα, όταν η ζωή της πόλης μεταφέρθηκε στο νέο για την εποχή κέντρο γύρω από τον Άγιο Θεράποντα. Και τα δύο καφενεία αναδείχθηκαν σε σύμβολα για την ιστορία του τόπου. Σηματοδότησαν την ανάπτυξη της αστικής τάξης της Μυτιλήνης και το πέρασμα της εξουσίας από την καταρρέουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία στους Έλληνες. Οι τοίχοι τους έγιναν μάρτυρες εκατοντάδων κορυφαίων πολιτικών και παραπολιτικών συναντήσεων του 20ού αιώνα στο νησί μας, αλλά και των μαζώξεων των διανοουμένων της πόλης της γενιάς του ’30, της Λεσβιακής Άνοιξης, από τον Στρατή Μυριβήλη ως τον Ηλία Βενέζη και τον Ασημάκη Πανσέληνο.

Εδώ είναι συγκεντρωμένες οι αναμνήσεις χιλιάδων Μυτιληνιών και στο «τεζιάκι» τους έβαλαν το ούζο τους μεγάλες πολιτικές προσωπικότητες της Ελλάδας, όπως ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Γεώργιος Παπανδρέου.

Είναι φανερό πως στους τοίχους τους περικλείεται η συλλογική ιστορική μνήμη αυτού του τόπου. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως στην αρχική απόφαση διατήρησης του χαρακτήρα τους περιλήφθηκε και ο εξοπλισμός τους, ως αναπόσπαστο κομμάτι αυτής της μνήμης.

Είναι λοιπόν μια σημαντική προσφορά στις επόμενες γενιές και ευθύνη όλων μας η διατήρηση αυτής της ιστορικής μνήμης του τόπου μας.

Και η αξία μιας τέτοιας προσέγγισης θα αποδειχθεί απείρως μεγαλύτερη από μια βάναυση αλλαγή χρήσης, που μέσα σε λίγα χρόνια θα εξαφανίσει την ιστορική μνήμη και θα διαρρήξει την ιστορική συνέχεια, ερημώνοντας μια ζωντανή κυψέλη ζωής της προκυμαίας της πόλης. Γιατί ανάπτυξη για τον άνθρωπο χωρίς την ιστορική συνέχεια δεν μπορεί να υπάρξει.