Στη σειρά των πέντε, έως τώρα, επιφυλλίδων με το γενικό τίτλο που φέρει και η παρούσα επιφυλλίδα, αφιερώσαμε πολλές γραμμές και στοιχεία για το λάδι. Δεν γινόταν και διαφορετικά, αφού το δέντρο και βέβαια το προϊόν που παράγει και οι χρήσεις του σε πολλές ανάγκες της καθημερινότητας των ανθρώπων, και επιπλέον η αξία του ως οικονομικό μέγεθος, υπήρξε κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κατοχής αλλά και για τη μετέπειτα εποχή, το κυρίαρχο στοιχείο της οικονομικής, κοινωνικής αλλά και πολιτιστικής πραγματικότητας της Λέσβου.

Φυσικά δεν εξαντλήσαμε το θέμα, πράγμα άλλωστε που δεν είναι δυνατόν να γίνει μέσα από τις στήλες μιας εφημερίδας. Όπως, έχουμε πει πολλές φορές, εδώ προσπαθούμε να δίνουμε κάτι εις οσμήν ευωδίας, όπως ακούγεται στις εκκλησιές μας, κάτι που να κινητοποιεί το ενδιαφέρον των αναγνωστών να αναζητήσουν και άλλα στοιχεία και πάντως να αποκτήσουν μια, ελάχιστη έστω, ιστορική εικόνα του πράγματος, ψύχραιμη, όσο γίνεται αντικειμενική και μακριά από λαϊκιστικές, εθνοπατριωτικές και άλλες παραμέτρους που συσκοτίζουν παρά φωτίζουν τα πράγματα.

Και όλα αυτά προκειμένου, μέσω της ιστορίας, να αποκτήσουμε την αυτογνωσία και την πνευματική περιουσία που θα μας δίνει τη δυνατότητα να κατανοούμε τα πράγματα με ψυχραιμία και να μην σχηματίζουμε ψεύτικες εικόνες και φαντασιακούς εχθρούς…

Ωστόσο, αν θελήσουμε να προσθέσουμε ένα ακόμα γενικό και εκ των ουκ άνευ στοιχείο, που προσδιορίζει την ιστορία του νησιού μας, τουλάχιστον κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κατοχής, που γνωρίζω καλύτερα, αυτό δεν θα πρέπει να είναι άλλο από την «εξάρτηση» της Λέσβου από την πραγματικότητα της απέναντι όχθης, δηλαδή της μικρασιατικής ενδοχώρας.

Η αμφίδρομη συνάφεια της Λέσβου με τα μικρασιατικά παράλια, με την Ανατολή γενικότερα, είναι ένα στοιχείο το οποίο γίνεται αντιληπτό από τον καθένα μας, επειδή, κυρίως, οι Λέσβιοι το βλέπουν να επαναλαμβάνεται και να διαρκεί και να εξελίσσεται και στις μέρες μας ακόμα, υπό άλλες βέβαια μορφές, αλλά με την ίδια πάντοτε σημασία.

Βέβαια και εδώ πρέπει να δούμε τα πράγματα με όσο γίνεται πιο ιστορική ματιά. Δηλαδή αυτή η συνάφεια της Λέσβου με τα μικρασιατικά παράλια πρέπει να γίνει αντιληπτή υπό την πραγματικότητα μιας σχέσης μεταξύ των μερών ενός κοινού συνόλου. Να το πούμε διαφορετικά: η Λέσβος και οι πόλεις των μικρασιατικών παραλίων, με τις οποίες το νησί μας συμπλέκεται, επικοινωνεί, ανταλλάσσει ανθρώπους, εμπορεύματα, ιδέες κτλ., δεν αποτελούν -τουλάχιστον έως το 1912- στοιχεία διαφορετικών επικρατειών.

Ανήκουν στην ίδια πολιτική οντότητα, την Οθωμανική αυτοκρατορία. Κατά συνέπεια δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός της στενής συνάφειας. Δεν βρισκόμαστε μεταξύ δύο διαφορετικών κρατών, αλλά στο πλαίσιο ενός πολιτικού οργανισμού, του οποίου τα διάφορα μέρη -σύμφωνα και με το οθωμανικό πρότυπο λειτουργίας του κράτους- αλληλοεξαρτώνται και αλληλοσυμπληρώνονται.

Αν δεν δώσουν τα δέντρα της Μυτιλήνης ικανές ποσότητες λαδιού, θα το συμπληρώσουν τα δέντρα της απέναντι πλευράς και τανάπαλιν. Αν δεν φτάσει το σαπούνι του Αδραμυτιού να καλύψει τις ανάγκες της Κωνσταντινούπολης, θα διαταχθεί η Μυτιλήνη, η Κρήτη κτλ., να στείλει μεγαλύτερες ποσότητες. Αν δεν υπάρχει δάσκαλος σε μια ειδικότητα στο Αϊβαλί, θα τον αναζητήσουμε πρώτα στα κοντινά μας μέρη και τανάπαλιν.

Και φυσικά πίσω απ’ όλα αυτά υπάρχει η γεωγραφία, το εύκολο ταξίδι, η άμεση προσπέλαση του άλλου τόπου. Δεν είναι τυχαίο ότι όλες οι μεγάλες πόλεις του νησιωτικού συμπλέγματος του Ανατολικού Αιγαίου, οι πρωτεύουσες των νησιών, οι πόλεις της Μυτιλήνης, της Χίου, της Σάμου, της Ρόδου -για να αναφερθούμε στις σημαντικότερες από αυτές- βρίσκονται στα ανατολικά παράλια των ομώνυμων νησιών.

Η εύκολη πρόσβαση με τον απέραντο γεωγραφικό κορμό της Μ. Ασίας, της Ασίας γενικότερα, είναι και εύκολη και σύντομη. Έχω πει πολλές φορές ότι έως και τις αρχές του 20ού αιώνα ήταν πιο εύκολο να πάει κάποιος από το χωριό μου, το Μανταμάδο, στο Αϊβαλί, παρά στην πρωτεύουσα Μυτιλήνη, αρκεί να διέθετε ένα μικρό ή μεγάλο πλεούμενο, την απαραίτητη εμπειρία της θάλασσας ή τους ανθρώπους που ήξεραν να υψώσουν ένα πανί και να τραβήξουν κουπί.

Αν μάλιστα σκεφθεί κανείς ότι τα κάρα πάνω στους χωματόδρομους του νησιού ανέπτυσσαν ελάχιστη ταχύτητα, καταλαβαίνει τη σπουδαιότητα της θαλάσσιας πλεύσης. Αλλά και πάλι θα χρειασθεί να επανέλθουμε…