Γράφαμε πριν από δεκαπέντε ημέρες στην επιφυλλίδα μας, για το λάδι, δηλαδή το προϊόν που χαρακτηρίζει το νησί μας τουλάχιστον τους τρεις τελευταίους αιώνες και έχει συνδεθεί άμεσα με την οικονομική του φυσιογνωμία, τις σχέσεις του με τις αγορές, ακόμα και με πολλές εκδηλώσεις που συνάπτονται με τις κοινωνικές και τις πολιτιστικές όψεις της καθημερινότητας των ανθρώπων του.

Όμως, όπως γράφαμε και στο προηγούμενο σημείωμά μας, με το λάδι συμβαίνει ό,τι και με πολλές άλλες εκδηλώσεις της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής πραγματικότητας, που πρέπει να τις συνδέσουμε με τις ιστορικές πραγματικότητες, δηλαδή με το διεθνές πλαίσιο ώστε να αποκτήσουν τις πραγματικές διαστάσεις τους, που θα μας δώσουν, με τη σειρά τους, τη δυνατότητα να γνωρίζουμε το παρελθόν μας με βάση αυτό που πραγματική συνέβη.

Η μια πραγματικότητα, λοιπόν, είναι ότι η καλλιέργεια της ελιάς αρχίζει να παρουσιάζεται στη Λέσβο με εντατικούς ρυθμούς τον 18ο αιώνα σε αντικατάσταση των αμπελιών και των σιτηρών, πράγμα που αρχίζει να εμφανίζεται αρχικά στο βόρειο τμήμα του νησιού μας και αυτό κυρίως το αποδεικνύουν οι οθωμανικές απογραφές, στις οποίες η δεκάτη του λαδιού παρουσιάζει εντυπωσιακή αύξηση. (Εδώ πρέπει να επισημάνουμε ότι η καλλιέργεια της ελιάς ευνοείται κυρίως στα εδάφη των ημιορεινών περιοχών, πράγμα που έχει κεντρική σημασία για το θέμα της ελαιοκαλλιέργειας).

Μια δεύτερη πραγματικότητα είναι ότι η Λέσβος, έως το 1912, αποτελούσε επαρχία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Το πολιτιστικό σύστημα της αυτοκρατορίας αυτής, είχε θέσει ως κεντρικό σκοπό του, τον ανεφοδιασμό των αστικών κέντρων και ιδιαίτερα της πρωτεύουσας Κωνσταντινούπολης με τις απαραίτητες ποσότητες αγροτικών και βιοτεχνικών προϊόντων. Κατά συνέπεια και το λάδι έπρεπε να συγκεντρώνεται στις επαρχίες και από εκεί να κατευθύνεται στο κέντρο της αυτοκρατορίας αλλά και σε άλλα σημεία της, για να καλύψει τις επισιτιστικές ανάγκες των πληθυσμών.

Την ίδια τύχη φυσικά είχαν και άλλα αγροτικά προϊόντα που από προσδιορισμένες περιοχές, οι οποίες έπρεπε να παραγάγουν συγκεκριμένες ποσότητες, έφθαναν στην πρωτεύουσα, όπου το κάθε προϊόν συγκεντρωνόταν σε συγκεκριμένα σημεία από όπου το προμηθεύονταν οι καταναλωτές, σε τιμές που προσδιορίζονταν κεντρικά.

Μάλιστα είναι γεγονός ότι ενίοτε οι τιμές αυτές δεν ανταποκρίνονταν στο κόστος παραγωγής και αυτό προκαλούσε εσωτερικές ανωμαλίες στη συγκεκριμένη διαδικασία. Όσον αφορά στο λάδι, τα πράγματα είχαν ακόμη μεγαλύτερη σημασία, επειδή αυτό είχε άμεση συνάφεια με την παραγωγή του σαπουνιού, το οποίο έπρεπε να παραχθεί στις επαρχίες -μέσω των αντίστοιχων συντεχνιών- και από εκεί να αποσταλεί στα αστικά κέντρα και ιδιαίτερα στην Κωνσταντινούπολη, που είχε μεγάλη ανάγκη από σαπούνι.

Και με την επισήμανση του σαπουνιού ερχόμαστε σε μιαν άλλη πραγματικότητα, που πρέπει να είναι πάντοτε παρούσα στις αναλύσεις μας, ότι δηλαδή η ανάπτυξη της ελαιοκομίας είναι συνδεδεμένη με την παραγωγή του σαπουνιού και μάλιστα προς τη διπλή κατεύθυνση της οθωμανικής και της ευρωπαϊκής πραγματικότητας.

Με άλλα λόγια, σαπούνι σε μεγάλες ποσότητες χρειάζονται και οι οθωμανικοί πληθυσμοί αλλά κυρίως οι ευρωπαϊκοί. Και γιατί χρειάζεται τόσο πολύ το σαπούνι; Από τη μια πλευρά είναι η ατομική υγιεινή, η οποία αρχίζει να αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία για τους πληθυσμούς, και από την άλλη, σε ισότιμο ή και μεγαλύτερης σημασίας σημείο, βρίσκεται η υφαντουργία. Η τελευταία παρουσιάζει μεγάλη ανάπτυξη σε Ευρώπη και σε Ανατολή -μάλιστα αποδίδει υψηλότερα κέρδη από άλλες εμπορικές δραστηριότητες- και, όπως αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς, έχει μεγάλη ανάγκη, σχεδόν εξαρτάται, από την παρουσία του σαπουνιού σε μεγάλες ποσότητες.

Αυτή, λοιπόν, η άμεση αλυσίδα (λάδι - σαπούνι - πανί) είναι που δίνει αξία στο λάδι και ειδικότερα στο λάδι που παράγεται στο νησί μας. Και αυτό πρέπει να το έχουμε πάντα στο μυαλό μας και να μην ασχολούμαστε πολύ με την ποιότητα του λαδιού και ποιο λάδι είναι καλύτερο στο χρώμα και στη γεύση, επειδή καλά είναι όλα αυτά, αλλά δεν μπορούν να εξηγήσουν ικανοποιητικά το φαινόμενο της μεγάλης εξάπλωσης της ελαιοκομίας στη Λέσβο, στα απέναντι παράλια, στην Κρήτη, στην Κέρκυρα, στην Πελοπόννησο και όπου αλλού. Με το λάδι όμως θα συνεχίσουμε…