Μιας και συνηθίζεται τις τελευταίες μέρες του χρόνου που φεύγει και λίγο πριν ανοίξει τα φτερά του ο νέος, οι άνθρωποι να κάνουν, είτε μεθοδικά στο χαρτί, είτε νοερά, κάθε είδους απολογισμούς, σκέφτηκα κι εγώ να κάνω σήμερα -καθώς μάλιστα η υπόμνηση της αγαπητής Μαριάνθης ότι πρέπει να στείλω τη δεκαπενθήμερη συνεργασία μου, με βρήκε τελείως απροετοίμαστο- έναν ιστορικό απολογισμό για τα πράγματα του νησιού μας, δηλαδή για τη νεότερη ιστορία της Λέσβου.

Όπως θα έχουν καταλάβει όσοι παρακολουθούν κάπως συστηματικά την στήλη αυτή, θεωρώ ότι η νεότερη ιστορία της Λέσβου αρχίζει -όλα αυτά είναι συμβατικά και εκ των υστέρων για να μπορούμε να καταλαβαινόμαστε- από τη στιγμή που εγκαταστάθηκε η δυναστεία (ας την πούμε έτσι) των Γατελούζων στο νησί μας, δηλαδή το 1355. Και τούτο, επειδή ο καθαρά, έως τότε, βυζαντινός προσανατολισμός του νησιού μας, με την εγκατάσταση ηγεμόνων που είχαν άμεση με τα δυτικά πράγματα, αρχίζει να διαφοροποιείται, έως ένα βαθμό, πράγμα άλλωστε απολύτως αναμενόμενο.

Το γεγονός αυτό, εκτιμώ, ότι είναι καθοριστικής σημασίας και το παρατηρούμε και στο γειτονικό μας νησί, τη Χίο, στο οποίο η δυτική παρουσία των Τζιουστινιάνι παρατάθηκε ακόμα περισσότερο, με αποτέλεσμα -κατά τη δική μου γνώμη- την εξωστρέφεια και αυτού του νησιού και την εμποροναυτιλιακή και πολιτισμική παράδοση που δημιούργησε και συνεχίζει ακόμη.

Στην περίπτωσή μας, πράγμα επίσης εντυπωσιακό, είναι ότι η δυτική παρουσία, μολονότι δεν ξεπέρασε τον ένα αιώνα, άφησε ίχνη και στη λεσβιακή διάλεκτο. (Μιας που, όπως είπαμε, κάνουμε απολογισμούς, κρίνω σκόπιμο να σας εκθέσω κι εγώ μια προσωπική εξομολόγηση: πάντα με παραξένευε το γεγονός ότι η μακαρίτισσα η μάνα μου, χρησιμοποιούσε στο λόγο της, ορισμένες λέξεις που δεν μπορούσες να τις πεις τουρκικές. Έλεγε, λ.χ., ο τάδε δεν στιμέρνει τον πατέρα του και καβγαδίζει συνέχεια. Ή, τρέξε να κατσάρς τα ζα που μπήκαν στου χουραφέλ.

Επαναλαμβάνω τα ρήματα στιμέρνω και κατσάρω. Έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια όταν η γνώση της Ιταλικής, μου επέτρεψε να διαπιστώσω ότι πρόκειται για τα ρήματα stimare και cacciare, που έχουν στα ιταλικά ακριβώς τη σημασία με την οποία τα χρησιμοποιούσε και η μάνα μου, δηλαδή εκτιμώ/σέβομαι και καταδιώκω, διώχνω, κυνηγώ, αντίστοιχα. Μήπως, λοιπόν, βρισκόμαστε μπροστά σε ιταλικές επιβιώσεις που ανάγονται στην εποχή των Γατελούζων, επειδή εφεξής δεν παρατηρούμε καμιά εισβολή δυτικών λέξεων και μάλιστα σε ένα ημιορεινό χωριό, όπως ο Μανταμάδος, του οποίου η μόνη διέξοδος ήταν το ελληνικό (οθωμανικό πάντως) Αϊβαλί);

Κλείνουμε την προσωπική, αλλά έχουσα άμεση σχέση με ό,τι προσπαθούμε να υπογραμμίσουμε, παρένθεση και συνεχίζουμε.

Ένα δεύτερο στοιχείο, το οποίο πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας, είναι ότι η οθωμανική κατάκτηση που άρχισε τον Σεπτέμβριο του 1462 και έληξε το Νοέμβριο/Δεκέμβριο του 1912, δεν σήμαινε την ολοκληρωτική εξαφάνιση της παρουσίας και δράσης των ανθρώπων, των Λεσβίων εν προκειμένω.

Μπορεί να άλλαξε ο κυρίαρχος, μπορεί να ήταν αλλόθρησκος, μπορεί να άλλαξε ο τρόπος κατοχής της γης, το φορολογικό σύστημα και όσα άλλα, όμως κατάκτηση σημαίνει ότι οι υπόδουλοι, οι ραγιάδες έπρεπε να συνεχίσουν να δουλεύουν, να παράγουν, να πληρώνουν τους φόρους τους, να δημιουργούν πλεονάσματα, να λατρεύουν το θεό τους, να οργανώνουν το βίο τους. Δυσκολίες, κακουχίες, αυθαιρεσίες και όσα αρνητικά γνωρίσματα μπορεί να εντοπίσει και να προσδώσει κανείς ως στοιχεία της κατάκτησης, άφθονα και χαρακτηριστικά.

Όμως η κατάκτηση δεν αναιρεί τη ζωή, αλλιώς δεν θα είναι κατάκτηση. Με άλλα λόγια, ο κατακτητής θέλει να εκμεταλλευθεί τον κατακτημένο, να τον βάλει να δουλεύει γι’ αυτόν. Αν τον εξαφανίσει -και αυτό αν το ήθελαν οι Οθωμανοί ήταν εύκολο να το κάνουν- αν τον καταστήσει ανίκανο για εργασία και απόδοση οικονομικών πλεονεκτημάτων, τότε από μόνος του αναιρεί το λόγο της κατάκτησης, πράγμα το οποίο στην περίπτωση των Οθωμανών δεν συμβαίνει ούτε κατά διάνοια.

Αγαπητοί αναγνώστες, φίλοι της ιστορίας της Λέσβου. Ξεκινήσαμε έναν ιστορικό απολογισμό, αλλά ευτυχώς ή δυστυχώς, αυτός δεν τελειώνει στην στήλη μιας εφημερίδας. Θα συνεχίσουμε, λοιπόν τον απολογισμό μας και το νέο χρόνο, ο οποίος, σας εύχομαι, να σας/μας βρει με καλή υγεία. Όλα τα άλλα είναι λιγότερο σημαντικά.

Χρόνια Πολλά.