Γράφαμε πριν από δεκαπέντε ημέρες για τις ενθυμήσεις, τα μικρά χρονικά, δηλαδή όσα μικρά κείμενα, ή λίγες αράδες, έγραφαν οι άνθρωποι της Τουρκοκρατίας αλλά και πιο πρόσφατων χρόνων, πάνω στα λευκά μέρη των βιβλίων τους, και πάντως στο εσωτερικό τους.

Έτσι, κάποια βιβλία, μας είναι χρήσιμα, εκτός από το καθαυτό περιεχόμενό τους, και για τις σημειώσεις που ενίοτε υπάρχουν επάνω τους. Μάλιστα λέγαμε ότι για χώρες σαν την δική μας, που τα οργανωμένα αρχεία είναι λίγα αλλά κυρίως δεν περιέχουν πολλά ντοκουμέντα των πρώτων αιώνων της Τουρκοκρατίας, οι σημειώσεις αυτές αποτελούν πολύτιμες ιστορικές μαρτυρίες, που μας βοηθούν να ανασυνθέσουμε, όσο είναι δυνατόν, το παρελθόν μας.

Για να ενισχύσουμε τη σημασία όσων γράφαμε, φέραμε ως πρώτο παράδειγμα μια ενθύμηση από ένα βιβλίο της Ι. Μονής του Λειμώνος, που ο λόγιος αρχιμανδρίτης και ηγούμενός της Νικόδημος Παυλόπουλος, φρόντισε να καταγράψει στον κατάλογο των βιβλίων της μονής που συγκρότησε και δημοσίευσε.

Σήμερα, λοιπόν, μιας και το ενδιαφέρον αυτό θέμα μπορεί να εμπλουτισθεί και με άλλα παραδείγματα, θα συνεχίσουμε με τις ενθυμήσεις, τις οποίες και πάλι θα αναζητήσουμε στα βιβλία του Λειμώνος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μόνο σε αυτά υπάρχουν ενθυμήσεις. Κάθε άλλο.
α) Σε βιβλίο λοιπόν του Λειμώνος καταγράφεται: «1822 Ιουνίου 8 ημέρα Πέμπτη, κατά την ημέραν το παργάμη των Τουρκῶν, έκαψαν οι γραικοί τον καπετάν πασιά και επτά καράβια και εκείναις ταις ημέραις πολλοί χριστιανοί εσκότωσε απάνω στα...».

Η μεγάλης σημασίας αυτή ενθύμηση είναι προφανές ότι αναφέρεται στην μετά την καταστροφή της επαναστατημένης Χίου, επιχείρηση του Κωνστ. Κανάρη και τον εμπρησμό της ναυαρχίδας του Καρά Ἀλή και άλλων πλοίων που ναυλοχούσαν στο λιμάνι της Χίου, μετά την καταστολή του επαναστατικού κινήματος και τις ανείπωτες σφαγές που ακολούθησαν στο γειτονικό νησί.

Με πολύ λιτό, αλλά παραστατικό τρόπο, καταγράφει ο ανώνυμος χρονικογράφος τα γεγονότα που ακολούθησαν, χωρίς να αναφέρει το όνομα του Κ. Κανάρη, αλλά γενικά τους Έλληνες (Γραικοί). Άλλωστε, η αναφορά του Μπαϊραμιού ενισχύει ακόμα περισσότερο την ταύτιση των γεγονότων, πράγμα το οποίο γνωρίζουμε και από άλλες πηγές.
β) Πολλές φορές με τις ενθυμήσεις οι άνθρωποι αναφέρονται σε αυτό ακριβώς το βιβλίο, πάνω στο οποίο ακριβώς γράφουν. Με άλλα λόγια τις περισσότερες φορές σημειώνουν ότι το βιβλίο το συγκεκριμένο είναι δικό τους, το αγόρασαν τόσα, το χάρισαν κάπου.

Μια τέτοια ακριβώς περίπτωση αναφέρεται, με ομολογουμένως χαριτωμένο τρόπο από ένα καλόγερο, πάνω σε ένα άλλο βιβλίο του Λειμώνος, όπου σημειώνεται: «Να δοθή εις τας χείρας του πανοσιωτάτου αγίου αρχιμανδρίτου πατρός κυρ Νικηφόρου Βρανά εις την Μυτιλήνην, το στέλνω ο πρώην αρχιμανδρίτης Παΐσιος του ποτέ χατζη-Γρηγορίου του ιερού κοινοβίου του Ξενοφώντος του κατά το αγιώνυμον όρος του Άθωνος, στέλνεται δωρεάν και να το διαβάση άπαξ, δις, τρεις και πολλάκις».
Είναι πολλά τα στοιχεία που αποδεσμεύει η μελέτη της ενθύμησης αυτής και τα οποία εδώ, μόνο με ένα χονδρικό τρόπο, μπορώ να επισημάνω.

Με άλλα λόγια διαπιστώνουμε και πάλι τη βεβαιωμένη και από άλλες πηγές σχέση του νησιού μας, των κατοίκων του νησιού μας, με ορισμένα μοναστήρια του Αγίου Όρους, φαινόμενο που έχουμε σχολιάσει σε ιδιαίτερη επιφυλλίδα μας.

Είναι προφανές ότι ο αρχιμανδρίτης Παΐσιος είναι λέσβιος και στέλνει το βιβλίο σε ένα άλλο αρχιμανδρίτη, πιθανόν συγγενή του και σίγουρα λέσβιο (Βρανάς), ο οποίος έχει μάλλον σχέση με τη μονή Λειμώνος, αφού εκεί βρέθηκε το βιβλίο του.

Τέλος, τον παρακινεί να το διαβάσει πολλές φορές: ίσως στην υπόμνηση αυτή να βρίσκεται κάποια παλαιότερη διένεξή τους, ίσως θέλει μέσω του βιβλίου να αποκτήσει ο Βρανάς πνευματικά ή καλύτερα θεολογικά εφόδια, δεδομένου ότι πρόκειται για Διδασκαλία του Μακαρίου, πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, ίσως κάτι άλλο, που δεν μπορούμε να εξιχνιάσουμε.
Θα σταματήσουμε την περιδιάβαση των ενθυμήσεων στο σημείο αυτό, δεδομένου ότι ο χώρος μας τελειώνει.

Όμως κρίνω απαραίτητο ότι η συνθετότητα του θέματός μας, επιτρέπει να του αφιερώσουμε μιαν ακόμη επιφυλλίδα.