Λέγαμε πριν από ένα μήνα περίπου, για τα χαρακτηριστικά της μυτιληναϊκής ή καλύτερα της λεσβιακής κοινωνίας του 18ου αιώνα, όταν πλέον αρχίζουν να παγιώνονται τα χαρακτηριστικά της κοινωνίας του νησιού μας, της κοινωνίας του ελλαδικού χώρου, που θα οδηγήσουν στις αρχές του επόμενου αιώνα στην επαναστατική έκρηξη και τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους.

Περιγράψαμε ακροθιγώς -δεν είναι, άλλωστε, δυνατόν από τις στήλες μιας εφημερίδας να κάνουμε ιστορική πραγματεία- κάποιες σταθερές της κοινωνίας, που βέβαια ορίζονται από τη βούληση του κυριάρχου Οθωμανού, που αποφασίζει και επιβάλλει τις μεγάλες αποφάσεις (πόλεμοι, συμμαχίες, οικονομική πολιτική κ.τ.λ.), και τη σχετική ελευθερία που απολαμβάνει ο ραγιάς χριστιανός στη ρύθμιση ζητημάτων οικογενειακού δικαίου και θρησκευτικής πρακτικής, που αναδεικνύεται από τη δράση και την κυριαρχία της εθναρχούσας Εκκλησίας.

Σε αυτό το επίπεδο οι μαρτυρίες των κωδίκων, όπου καταγράφονται ορισμένες πράξεις με σημαντικό οικονομικό και κοινωνικοθεσμικό ενδιαφέρον, είναι σαφέστατες και πολύτιμες για να ανασυγκροτήσουμε τις δομές της κοινωνίας του 18ου και του 19ου αιώνα.

Ωστόσο, από τα ίδια γραπτά κατάλοιπα έχουμε τη δυνατότητα να ανασυνθέσουμε -όσο είναι δυνατόν- κάποια μορφή λειτουργικότητας της κοινωνίας αυτής.

Να δούμε, δηλαδή, με ποιον τρόπο πραγματώνεται ένα σύνολο πράξεων της καθημερινότητας, ό,τι δηλαδή με λίγα λόγια συγκροτεί την κίνηση των ανθρώπων και τις ασχολίες τους στο πλαίσιο και στις παρυφές ενός αστικού περιβάλλοντος, δηλαδή της πόλης της Μυτιλήνης μαζί με τους πλησιόχωρους οικισμούς που, όπως γνωρίζουμε, συγκροτούν και συνθέτουν ένα αδιάσπαστο και αλληλοεξαρτώμενο σύνολο.

Αναφέραμε σε προηγούμενα σημειώματα ότι η πόλη συγκροτείται από τις συνοικίες, που έχουν ως κέντρο τους βέβαια τους αντίστοιχους ναούς, συγκρότηση που πάνω - κάτω αντιστοιχεί και στο σημερινό οικιστικό ιστό της πόλης.

Αυτό όμως, όπως πιστεύω, που δίνει τον τόνο στην πόλη, είναι η αγορά, το τσαρσί, το οποίο βέβαια συνθέτουν τα διάφορα μαγαζιά, τα εργαστήρια, όπως τα αναφέρουν οι πηγές της εποχής.
Ας δούμε μερικές αναφορές γι’ αυτά: το 1710 έχουμε του εργαστήριο του Γιαννίκου του Δημητρίου, μακαρίτη, που πέρασε στη γυναίκα και τα παιδιά του και το είχε από κοινού (συντροφικώς) με τον Παναγιώτη Θεοδώρου.

Το 1729, ο μητροπολίτης Μυτιλήνης Κωνστάντιος απειλεί με αφορισμό τους μαγαζάτορες που ανοίγουν τα καταστήματά τους (εργαστήρια μισιρτζίδικα: μάλλον πρόκειται για μαγαζιά που πουλούν καλαμπόκι) τις Κυριακές και τις δεσποτικές εορτές. Από την αυστηρότητα του εγγράφου και της ποινής με την οποία απειλούνται οι παραβάτες, αντιλαμβανόμαστε ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό, αλλά για πληθώρα καταστημάτων στην αγορά της Μυτιλήνης.

Στις 7 Φεβρουαρίου 1730, στην καταγραφή της περιουσίας του αποθανόντος Δημητρίου Μπαμπούρη αναφέρονται έξι εργαστήρια που αυτός διέθετε στην περιοχή της Κουμιδιάς. Στις 19 Απριλίου του ίδιου έτους 1730, η χήρα του Αναστασίου Κορωνιού, Σερβάγια, ομολογεί ότι έλαβε ένα εργαστήριο (της Ψητούδας) και άλλα δύο στην περιοχή της Απάνω Σκάλας.

Το 1733, η Βλωτίνα του Κωνσταντίνου Ρέκου αναφέρεται στη διαθήκη της σε εργαστήριο που διαθέτει και το αφήνει στους κληρονόμους της. Σε όλα αυτά ας προσθέσουμε ένα εργαστήριο που βρίσκεται κάτω από το τζαμί και ακόμα σε ένα άλλο έγγραφο προσδιορίζεται η ιδιότητα του καταστήματος: εργαστήριο μπογιατζίδικο. Εξ άλλου, σε άλλο έγγραφο προσδιορίζεται η τοποθεσία ενός άλλου εργαστηρίου, ως ευρισκόμενο κοντά στα μπακάλικα, ωσάν αυτά τα τελευταία να αποτελούν μια συγκροτημένη ιδιαίτερη ενότητα.

Με άλλα λόγια, από τις μαρτυρίες αυτές αποκτούμε την αίσθηση μιας αγοράς με πληθώρα εργαστηρίων, που λειτουργούν ατομικά ή συντροφικά, μεταβιβάζονται στους κληρονόμους, υπόκεινται σε περιορισμούς λειτουργίας.

Φυσικά, η ανάλυσή μας δεν είναι εξαντλητική και δε χρειάζεται άλλωστε αυτό να γίνει από τις στήλες μιας εφημερίδας.

Ωστόσο, πιστεύω ότι η γενική ατμόσφαιρα μιας αγοράς σφύζουσας αναδεικνύεται από τα παραπάνω παραδείγματα, και ίσως υποδηλώνουν το πεδίο μιας ευρύτερης μελέτης, που θα μπορέσει να ανασυστήσει τη λειτουργία της πόλης της Μυτιλήνης, η οποία βέβαια επηρεάζει αντίστοιχα και τις αγορές των άλλων οικισμών του νησιού της Λέσβου.