Γράφαμε στο τελευταίο σημείωμά μας ότι η κοινωνία της Μυτιλήνης κατά τη διάρκεια του 18ου αι. παρουσιάζει, όπως άλλωστε και όλες οι κοινωνίες των διάφορων ελληνικών τόπων, έκδηλη την παρέμβαση της Εκκλησίας σε διάφορα ζητήματα του οικογενειακού κυρίως δικαίου.

Αυτό βέβαια δεν αποτελεί κατάκτηση που συντελέστηκε μέσα στους αιώνες. Αντίθετα, οι Οθωμανοί κατακτητές, ακόμα από τα πρώτα χρόνια μετά την Άλωση, όταν δέσποζε η φυσιογνωμία του Μεχμέτ (Μωάμεθ) Β΄ του κατακτητή, επέτρεψαν στους κατακτημένους χριστιανούς -για πολλούς λόγους- να διατηρήσουν την αυτοδιοίκησή τους και την αυτονομία τους σε διάφορους τομείς του καθημερινού και, ας πούμε, κοινωνικού βίου.

Κατά συνέπεια, ό,τι είχε να κάνει με τη γέννηση ενός χριστιανού, τη βάφτιση, το γάμο και τη συνακόλουθη προικοδοσία και βέβαια με το θάνατό του, αλλά επιπλέον και με όλες τις άλλες θρησκευτικές συνδηλώσεις (γιορτές αγίων κ.τ.λ.), βρέθηκαν στο πλαίσιο διοίκησης της Εκκλησίας.

Δηλαδή, περίπου, στο ίδιο πλαίσιο που ίσχυε κατά τους τελευταίους αιώνες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, με τις αναγκαίες, βέβαια, προσαρμογές που επιβάλλονται από το χρόνο και τις αλλαγές που επέρχονται με την πάροδό του.

Πέραν τούτων, η Εκκλησία έμεινε ελεύθερη και στην εσωτερική διοίκησή της, δηλαδή στην εκλογή των κατά τόπους μητροπολιτών και των άλλων εκκλησιαστικών οργάνων, τη διαίρεσή της σε εκκλησιαστικές περιφέρειες, σε πατριαρχεία, μητροπόλεις, επισκοπές, επαρχίες.

Τα μοναστήρια και οι ναοί μπορούσαν να συνεχίσουν τη δράση τους. Όλα αυτά, βέβαια, υπό έναν κύριο και βασικό όρο, ότι δηλαδή έπρεπε να καταβάλλουν τους φόρους και τα δοσίματα, έκτακτα και τακτικά, που τους αναλογούσαν και τα οποία δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητα.

Έτσι, η αλλαγή ενός πατριάρχη, ή ενός μητροπολίτη μιας εκκλησιαστικής περιφέρειας, σήμαινε και την καταβολή σημαντικών ποσών στην οθωμανική διοίκηση, τα οποία δεν ήταν εύκολο να βρεθούν, ώστε πολλές φορές ο δανεισμός με υψηλά επιτόκια να αποτελεί τη μοναδική λύση.

Όμως η κοινωνική πραγματικότητα ήταν αναμφίβολα κάτω από τον αστερισμό των εκκλησιαστικών αρχών, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ασκούσαν διοίκηση στο πλαίσιο που τους είχε παραχωρηθεί.

Τα γράφω όλα αυτά προκειμένου να αιτιολογήσω όσα έγραφα στο προηγούμενο σημείωμα, δηλαδή να αιτιολογήσω την έντονη παρουσία του εκκλησιαστικού παράγοντα στην κοινωνία της Μυτιλήνης.

Μάλιστα, έχει την εντύπωση κανείς, όταν ανατρέχει τις σελίδες των εκκλησιαστικών κωδίκων -του Κώδικα Α΄ εν προκειμένω, της Ι. Μητροπόλεως Μυτιλήνης-, ότι όλα γίνονται ωσάν να μην υπάρχουν στο προσκήνιο Οθωμανοί κατακτητές, ωσάν να μην ασκείται τουρκική διοίκηση, ή ωσάν η τουρκική διοίκηση να μην ενδιαφέρεται για τις εκδηλώσεις του οικογενειακού βίου των χριστιανών υποτελών.

Μάλιστα είχαμε τονίσει ότι μέσα στο πλαίσιο αυτό, βρήκε τη δυνατότητα να αναπαράγεται και ένα είδος βυζαντινών αξιωμάτων τα οποία δίνονταν σε επιφανή πρόσωπα της μυτιληναϊκής κυρίως κοινωνίας (ρεφενδάριος, πρωτέκδικος, οικονόμος, χαρτοφύλακας, καστρήνσιος, ιερομνήμων, λογοθέτης κ.τ.λ.).

Μάλιστα από τις σελίδες τού Α΄ Κώδικα αναδύεται μια έντονη διεκδίκηση των αξιωμάτων αυτών, ή ακόμα αφαίρεση των αξιωμάτων από πρόσωπα τα οποία δεν τα υπηρετούσαν με συνέπεια, πράγμα το οποίο αναμφίβολα θα βάραινε και στη μετέπειτα κοινωνική τους παρουσία.

Έτσι, στις 25 Απριλίου 1736 γίνεται απονομή οφφικίων (αξιωμάτων) στη Μητρόπολη Μυτιλήνης και τα ονόματα που αναλαμβάνουν τα σχετικά αξιώματα, είναι σημαντικά για την κοινωνία της Μυτιλήνης, όπως των Απόστολου Κατζάνη, Γρηγόρη Καμπαδέλλη, Τζάννου Σιτζάκου, Βασίλειου Κούμπα κ.ά.. Εξάλλου, στις 11 Απριλίου 1753 γίνεται και καταγράφεται στον Α΄ Κώδικα της Ι. Μητροπόλεως Μυτιλήνης η καταγραφή των παλαιών οφφικιούχων και η απονομή νέων οφφικίων.

Ας σημειώσουμε παράλληλα και την αφαίρεση αξιώματος του πρωτοοστιαρίου από τον Γεώργιον Καραπαναγιώτου για λόγους απείθειας προς την Εκκλησία και την αντικατάστασή του από το Δημητράκη Φάρα, πράξη που έγινε την 1η Μαρτίου 1732 και υπογράφεται από το Μητροπολίτη Μυτιλήνης Κωνστάντιο, με τη συναίνεση και πολλών «χρησίμων τζαρσιλίδων», δηλαδή ανθρώπων της αγοράς, εμπόρων.

Τα γράφουμε όλα αυτά για να υποσημειώσουμε ότι κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κατάκτησης, η κοινωνία της Μυτιλήνης με επικεφαλής βέβαια την Εκκλησία, έχει βρει έναν τρόπο να διοικεί και να διευθετεί τα του οίκου της.

Μάλιστα ο βαθμός αυτονομίας της είναι τόσο ισχυρός, ώστε να της επιτρέψει πέρα από την καθαυτό εκκλησιαστική ιεραρχία, να δημιουργήσει και μια άλλη κοινωνική ιεράρχηση, μέσα στην οποία εμπλέκονται και πολιτικά πρόσωπα, δηλαδή χριστιανοί ραγιάδες με οικονομική επιφάνεια και κοινωνική αναγνώριση, που αναλαμβάνουν να συντηρήσουν με το κύρος τους παλαιούς βυζαντινούς τίτλους. Ωστόσο, το θέμα μας με τη λεσβιακή κοινωνία φυσικά μόλις έχει ανοίξει και έπεται συνέχεια…