Γράφαμε στο προηγούμενο σημείωμά μας για προϊόντα βιοτεχνικά που εισάγονταν στη Λέσβο κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κατάκτησης. Παρατηρήσαμε ότι η γκάμα των εισαγομένων προϊόντων, που κυρίως είχαν σχέση με τον εξοπλισμό των σπιτιών και την καλαισθησία των ανθρώπων, ήταν μεγάλη.

Το προϊόντα αυτά, όπως θα το περίμενε κανείς, προέρχονταν και από ελληνικούς τόπους αλλά και από ευρωπαϊκά μέρη, με επίκεντρο τη Βενετία αλλά και την Πολωνία.

Φυσικά, όσα αναφέραμε δεν αποτελούν τίποτε άλλο παρά σκόρπια κομμάτια ενός τεράστιου παζλ που μέλλει να συμπληρωθεί.

Δηλαδή δεν μπορεί κανένας με βάση αυτά τα τεκμήρια να υποστηρίξει στα σοβαρά ότι υπάρχει συνεχής ροή προϊόντων είτε από το ένα είτε από το άλλο μέρος, επειδή για να γίνει αυτό απαιτούνται άλλου τύπου και άλλου αριθμού στοιχεία με την αντίστοιχη τεκμηρίωση.

Ωστόσο, είναι γεγονός ότι η Βενετία είναι πάντα ένας προορισμός για προϊόντα που εξάγονται (λάδι, βελανίδι) αλλά και ένας καλός προμηθευτής των ελληνικών τόπων με βιοτεχνικά προϊόντα, γυαλικά, υφάσματα, σιδερικά, καθρέπτες, βιβλία, ρούχα κ.λπ.

Μια άλλη συνιστώσα που αφορά το εμπόριο αποτελεί, ίσως, και ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του. Δηλαδή ακόμα και στην περίπτωση που υπάρχουν συρράξεις, πόλεμοι, απαγορεύσεις κάθε λογής κ.λπ., τα προϊόντα, οι άνθρωποι δηλαδή που μεταφέρουν τα προϊόντα, θα βρουν τον τρόπο να ξεφύγουν, να διαλάθουν της προσοχής, ή οι βασικοί εμπλεκόμενοι να κλείσουν τα μάτια προκειμένου να μη διακοπεί η εμπορική δράση.

Όμως ακόμα και όταν οι απαγορεύσεις ορθώνονται ανυπέρβλητες, οι άνθρωποι διεξαγάγουν ένα άλλου είδους εμπόριο, το λαθρεμπόριο, το οποίο και αυτό εμπόριο είναι και μάλιστα αφήνει και μεγαλύτερα κέρδη, επειδή το ρίσκο των εμπλεκομένων ανεβαίνει κατακόρυφα.

Ας δούμε, λοιπόν, μια τέτοια περίπτωση επικίνδυνου εμπορίου, το οποίο έχει σχέση με τη Βενετία, που αναφέραμε λίγο πριν, αλλά και τη Λέσβο, που αποτελεί βέβαια πάντα το επίκεντρο των αναζητήσεών μας.

Βρισκόμαστε προς τα τέλη του 17ου ή τις αρχές του 18ου αι., όταν στις βενετικές αρχές, που είναι επιφορτισμένες με την τήρηση των κανόνων του εμπορίου και κυρίως με την εφαρμογή των απαγορεύσεων που έχουν θεσμοθετηθεί για ορισμένα προϊόντα και ορισμένους τόπους, γίνεται μια ανώνυμη καταγγελία.

Ανώνυμος είναι ο καταγγέλλων, αλλά ο καταγγελλόμενος είναι συγκεκριμένο άτομο και κατηγορείται για συγκεκριμένες ενέργειές του, που κρίνονται ως παράνομες, επειδή αντιβαίνουν στους νόμους του βενετικού κράτους.

Συγκεκριμένα, καταγγέλλεται ο Μιχαήλ Δημ. Περούλης, μέλος μεγάλης αθηναϊκής οικογένειας, της οποίας μερικά μέλη έχουν εγκατασταθεί και στη Βενετία και ασκούν εμπορομεσιτικές δραστηριότητες, για παραβίαση νόμων εμπορικού περιεχομένου.

Η κατηγορία που απευθύνεται εναντίον του Μιχαήλ Περούλη είναι ότι ασκεί παράνομα εμπόριο με Τούρκους της Μυτιλήνης. Η κατηγορία γίνεται ακόμα πιο συγκεκριμένη, καθώς συγκεκριμενοποιείται στο γεγονός ότι πριν από πέντε μήνες ο Μιχαήλ Περούλης έστειλε στους Τούρκους μια ποσότητα από ατσάλι.

Το μέταλλο αυτό, όπως αναφέρεται στην έγγραφη καταγγελία, ο Περούλης το αγόρασε από συγκεκριμένο εργαστήριο, το συσκεύασε σε 43 κασόνια, το φόρτωσε πάνω στο πλοίο με το όνομα «Madona del Rosario» και το έστειλε στη Μυτιλήνη.

Μαζί με το φορτίο, ταξίδευσε και ένας νέος με το όνομα Νικολός Μπεζάνης (Nicolo Besagni), ο οποίος παρέδωσε το πολύτιμο μέταλλο στους Τούρκους. Φυσικά όλα αυτά έγιναν παράνομα, χωρίς την άδεια των αρχών, χωρίς να καταβληθούν φόροι, πράγμα που φυσικά ήταν αδύνατο να γίνει, αφού η διεξαγωγή τέτοιου είδους εμπορίου ήταν απαγορευμένη. Εξάλλου, όπως υποστηρίζει ο καταγγέλλων, όλα αυτά είναι εύκολο να αποδειχθούν με ένα απλό έλεγχο στα βιβλία του Μιχαήλ Περούλη, όπου θα σημειώνονται βέβαια τα σχετικά με την αποστολή του ατσαλιού.

Ιδού, λοιπόν, μια περίπτωση που το εμπόριο θριαμβεύει παρά τις απαγορεύσεις και τους νόμους. Ο Μιχαήλ Περούλης βρίσκει τον τρόπο να φορτώσει μεγάλη ποσότητα ατσαλιού και να το στείλει στη Μυτιλήνη, η οποία είναι κάτω από οθωμανική κατοχή. Οθωμανοί και Βενετοί κατά τη διάρκεια των αιώνων πολέμησαν πολλές φορές και με άγριο τρόπο.

Όμως, παράλληλα, οι υπήκοοί τους εύρισκαν τον τρόπο ανάμεσα στις φλόγες του πολέμου να ασκούν το εμπόριο. Και φυσικά και ο τόπος μας, το νησί μας, η Λέσβος, δεν εξαιρείται ούτε από τον πόλεμο αλλά ούτε και από τους εμπορικούς προορισμούς.