Αναφέραμε στα δύο προηγούμενα σημειώματά μας για τα προϊόντα που εξάγονταν κατά τη διάρκεια της περιόδου των Γατελούζων και των Οθωμανών Τούρκων από τη Λέσβο και επιμείναμε σε δύο από αυτά, που δεν είναι και τόσο γνωστά όσο το λάδι, δηλαδή στη στυπηρία (στύψη) και στο βελανίδι, με άλλα λόγια στο κέλυφος των βελανιδιών.

Από την οπτική μας θα αφήσουμε προσωρινά έξω το λάδι, επειδή απαιτεί ειδική διαπραγμάτευση και κυρίως παράθεση πολλών στοιχείων για τις παλαιότερες του 18ου αιώνα περιόδους.

Επειδή το προϊόν αυτό κυκλοφορούσε στις διάφορες πιάτσες πολύ ενωρίτερα απ’ όσο συνήθως πιστεύουμε και κυρίως σε αγορές της Δύσης.

Θα προσπαθήσουμε λοιπόν στο παρόν σημείωμα να επισημάνουμε διάφορα προϊόντα, διάφορα είδη καλύτερα, βιοτεχνικής προέλευσης, τα οποία εισάγονταν στο νησί μας. Και τούτο, επειδή το εμπόριο δεν είναι ποτέ μονοσήμαντο.

Το πλοίο που φορτώνει ένα προϊόν, όταν θα επιστρέψει στον τόπο όπου φόρτωσε, συνήθως θα φέρει σ’ αυτόν τα είδη που αυτός έχει ανάγκη, είτε για τη διατροφή του είτε για τις άλλες ανάγκες του, στις οποίες περιλαμβάνονται βέβαια και εκείνες που δεν είναι άμεσης προτεραιότητας, όπως λ.χ. είναι οι αισθητικές ανάγκες.

Σε αυτές τις τελευταίες θα επικεντρώσουμε την προσπάθειά μας, επειδή παρουσιάζουν ένα επιπλέον ενδιαφέρον, καθώς επισημαίνουν τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου ενός πληθυσμού, που επιζητεί να αποκτήσει το κάτι παραπάνω.

Βέβαια, η αναζήτηση παρόμοιων στοιχείων δεν είναι και τόσο εύκολη, επειδή ποτέ τα είδη αυτά δε θα αποτελέσουν το συνολικό φορτίο ενός πλοίου, ωστόσο επιμένοντας στην ανάγνωση ιστορικών τεκμηρίων, ικανοποιούμε με κάποιον τρόπο παρόμοιες περιέργειες και πλουτίζουμε τις γνώσεις μας για την ιστορία των ανθρώπων, των Λεσβίων εν προκειμένω.

Στην αναζήτησή μας αυτή, πολλές φορές, διαβάζοντας τις καταγραφές της περιουσιακής κατάστασης παλαιών Λεσβίων, ιδίως στις περιπτώσεις που αναφέρονται σε είδη πολυτελείας (κοσμήματα κυρίως, αλλά και άλλα καθημερινά πράγματα), γίνεται εύκολα αντιληπτό από την περιγραφή των ειδών αυτών ότι μάλλον πρόκειται για εισερχόμενα από έξω αντικείμενα.

Ωστόσο, κάποιες φορές αυτό δηλώνεται ρητά και είναι αυτό που κυρίως μάς ενδιαφέρει, επειδή η υποψία μας τεκμηριώνεται με τη γραπτή καταγραφή της προέλευσης του είδους. Ας δούμε όμως μερικές τέτοιες περιπτώσεις, που επισημαίνονται στο νησί μας.

Στα 1727 καταγράφεται σε μια αποτίμηση ορφανικής περιουσίας: «Έδωσαν και του Μιχαλάκη Διαλεχτού μία κολαϊνούδα και έξ φλωρία βενέτικα, όταν υπήγενεν εις Βενετίαν, διά να φτιάση αλλέως την κολαΐναν και να αγοράση και μιαν ντούπιαν».

Με άλλα λόγια, ο Διαλεχτός όταν έφθανε στη Βενετία είχε την εντολή να επισκευάσει ένα κόσμημα (κολαΐνα) μεγάλης αξίας και να αγοράσει και μία ντούπια, δηλαδή ένα διπλό νόμισμα, το οποίο και πάλι, όπως γνωρίζουμε και από άλλες περιπτώσεις, θα χρησιμοποιούνταν για λόγους καλλωπισμού, να κρεμαστεί στο λαιμό ή στα ρούχα.

Τα είδη που προέρχονταν από τη Βενετία, είχαν ιδιαίτερη πέραση στις περιοχές της Ανατολής και βέβαια στο νησί μας, και τις περισσότερες φορές αυτή η προέλευση δηλώνεται ρητά, προκειμένου να προσδώσει, εκτός των άλλων, μεγαλύτερη αξία στο αντικείμενο. Βρίσκουμε, λοιπόν, ανάμεσα σε άλλες καταγραφές τού 1738, να περιλαμβάνεται και το είδος τζατκί βενέτικο, το οποίο δεν είναι τίποτε άλλο παρά πολυτελές κάλυμμα του κεφαλιού, που μάλλον ανήκε στη γυναικεία αμφίεση.

Σε μια άλλη απογραφή περιουσιακών στοιχείων που γίνεται στα 1742, ανάμεσα στα πολλά είδη που καταγράφονται, περιλαμβάνονται και σοφούστανα χιώτικα, φλωρίον φραντζέζικον, τηγάνι βενέτικον, καναβέτα βενέτικη, πανέρια βενέτικα, κούπες λέχικες, βαρελάκι λέχικον, κρητική μισάλα, χραμάκια σαλονικιά, αγιορείτικα μαχαίρια, καναβετούδα λέχικη, εικόνα μοσχόβικη.

Μέσα στην πανσπερμία των ειδών αυτών, μπορεί να εντοπίσει εύκολα κανείς τα προϊόντα που προέρχονται από άλλους ελλαδικούς τόπους (Χίο, Κρήτη, Θεσσαλονίκη, Άγιο Όρος), αλλά και τα βενετσιάνικα και τα γαλλικά και κοντά σε αυτά τα λέχικα, δηλαδή τα πολωνικά. Και επιπλέον τις διάσημες ρώσικες εικόνες που κάποια στιγμή άρχισαν να κατακλύζουν τα μέρη μας, επειδή βέβαια ανήκαν αναμφίβολα στην ορθόδοξη παράδοση.

Δε νομίζω ότι απαιτούνται άλλα στοιχεία -άλλωστε ο χώρος που έχω στη διάθεσή μου, τελειώνει- για να αντιληφθούμε πόσα είδη εισάγονται στο νησί μας, αντισταθμίζοντες τις εξαγωγές.

Ο κατάλογος δεν τελειώνει εδώ και ενδεχομένως θα επανέλθουμε και με άλλες συναφείς πληροφορίες.