Λέγαμε, ή καλύτερα γράφαμε πριν από δεκαπέντε μέρες, ότι μολονότι η Λέσβος, όσον αφορά το εξαγωγικό εμπόριο, είναι κυρίως γνωστή για το λάδι και τα παράγωγά του, εν τούτοις υπάρχουν και άλλα προϊόντα που εξάγονταν από το νησί.

Επίσης, γράφαμε ότι ο λόγος δε θα είναι για τα τέλη του 18ου και τον 19ο αι., όταν οι εμπορικές δραστηριότητες για τη Λέσβο είναι και μεγάλες και γνωστές, αφού έχουν αφήσει τα ίχνη τους και στην αρχειακή και στη βιβλιογραφική παραγωγή. Αντίθετα, ο λόγος θα είναι για την περίοδο των Γατελούζων και κυρίως για τους πρώτους αιώνες της οθωμανικής κατοχής, όταν τα πράγματα είναι λιγότερο γνωστά και οι πηγές μας λίγες και διάσπαρτες.

Με αφετηρία λοιπόν την περίοδο των Γατελούζων, η οποία αποτελεί την περίοδο εκείνη που η Λέσβος αρχίζει να στρέφεται και προς τα δυτικά, είδαμε ότι ένα προϊόν, η στυπτηρία (η στύψη), απέκτησε μεγάλη εμπορική αξία καθώς ήταν απαραίτητη στις δυτικές βιοτεχνίες. Το πράγμα αυτό οι Γατελούζοι το εκμεταλλεύτηκαν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, αφήνοντας μάλιστα και ίχνη στο νησί από την εξόρυξη του προϊόντος.

Ένα άλλο προϊόν, στο οποίο πρέπει κάποτε να στρέψουμε την προσοχή μας με μεγαλύτερη ένταση, είναι το βελανίδι, που παράγεται σε μεγάλες ποσότητες στο δυτικό τμήμα του νησιού.
Είναι γνωστό ότι σε αντίθεση με το κεντρικό και ανατολικό μέρος του νησιού, όπου κυριαρχεί η ελιά με τα εκατομμύρια ελαιόδενδρα, στο δυτικό μέρος τα πράγματα είναι διαφορετικά.

Οι γεωλογικές μεταβολές ανά τους αιώνες φαίνεται ότι συνέβαλαν ώστε το κατάφυτο τοπίο της κεντρικής και ανατολικής Λέσβου να εξισορροπηθεί από το αυχμηρό και εν πολλοίς άγονο τοπίο της δυτικής Λέσβου, όπου όμως υπάρχουν κατάλληλες συνθήκες για την εμφάνιση και εξάπλωση άλλου τύπου βλάστησης, στην οποία κυριαρχεί η δρυς, η βελανιδιά.

Ο καρπός του δένδρου αυτού, πέρα από τη θρεπτική αξία που έχει ως τροφή των ζώων (κάποτε και των ανθρώπων...), μας δίνει και το πολύτιμο πρινοκόκι (το κάλυμμα που καλύπτει την άκρη του βελανιδιού).

Το πρινοκόκι (το οποίο, όπως δηλώνει η ονομασία του, μπορεί να προέρχεται και από τους πρίνους, τα πουρνάρια) υπήρξε προϊόν ιδιαίτερα πολύτιμο για τη βυρσοδεψία, την επεξεργασία δερμάτων και τη βαφική.

Ίσως, μάλιστα, πρέπει να αναφερθεί εδώ ότι το πρινοκόκι δεν υπήρξε μόνο εξαγωγικό προϊόν για τη Λέσβο, αλλά το 19ο αιώνα, όταν άρχισε να αναπτύσσεται έντονα η βυρσοδεψία και στη Λέσβο, έγινε και εισαγωγικό προϊόν, με την εισαγωγή του κυρίως από την Κέα (Τζια).

Η σημασία του προϊόντος αυτού είτε ως βελανιδιού είτε ως πρινοκοκιού είναι ιδιαίτερη σημαντική για τη δυτική Λέσβο (πολλές μαρτυρίες για τα νεότερα χρόνια μπορεί να βρει ο ενδιαφερόμενος στο βιβλίο του Χρ. Σταυράκογλου με τα έγγραφα της Βατούσας).

Ωστόσο, εκείνο που θέλω να θίξω στο σημερινό σημείωμα, είναι ότι το προϊόν αυτό, δηλαδή το πρινοκόκι, το βρίσκουμε ως εξαγωγικό προϊόν του νησιού μας σε αρκετά νεώτερες εποχές. Παραθέτω 1 - 2 μαρτυρίες για να τεκμηριώσω την άποψή μου.

Στα 1706 βρίσκεται στη Βενετία καράβι, στο οποίο καπετάνιος είναι ο Γιάννης Σούγλας. Για διάφορους λόγους που ανέκυψαν, ο καραβοκύρης και οι ναύτες κατέφυγαν σε νοτάριο της πόλης, ο οποίος βεβαιώνει με πράξη του ότι τα προϊόντα που έφερε το πλοίο από τη Μυτιλήνη για να διατεθούν στην πιάτσα της Βενετίας, ανήκαν στον καπετάνιο και στους ναύτες του πλοίου. Ανάμεσα στα προϊόντα αυτά, καταγράφονται και σημαντικές ποσότητες βελανιδιού από τη Μυτιλήνη, δηλαδή από τη δυτική Λέσβο.

Μια άλλη μαρτυρία καταγράφεται εκατό χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα στις 24 Απριλίου 1825. Βρισκόμαστε σε επαναστατική περίοδο και τα καράβια που διαπλέουν το Αιγαίο, πολλές φορές ελέγχονται από το ελληνικό ναυτικό.

Την ημέρα αυτή, λοιπόν, ελέγχεται από τον ελληνικό στόλο ένα αυστριακό πλοίο και ο καπετάνιος του, Πιέρος Παλάσοβικ, «... εξετασθείς εφανέρωσε ότι εις την Μυτιλήνην εφόρτωσε βαλανίδι διά Λιβόρνον...».

Η τελευταία μαρτυρία είναι πολύ χαρακτηριστική και ενδιαφέρουσα, επειδή μας δείχνε ότι ενώ μαίνεται ο Αγώνας, το εμπόριο συνεχίζεται και έστω και με δυσκολίες που προκαλεί ο πόλεμος, ο Αυστριακός καπετάνιος καταφέρνει να φορτώσει λεσβιακό βελανίδι για να το φέρει στο Λιβόρνο της Ιταλίας.

Φυσικά για το βελανίδι και το πρινοκόκι υπάρχουν δεκάδες μαρτυρίες, αλλά επέλεξα δύο χαρακτηριστικές, προκειμένου να δείξω ότι μπορεί το λάδι να κυριαρχεί, αλλά το νησί μας εξάγει και άλλα προϊόντα.