Ας μου επιτρέψουν οι καλοπροαίρετοι αναγνώστες αυτής της στήλης, τώρα που σχεδόν ολοκληρώνεται ένας χρόνος συνεργασίας με το «Εμπρός», να εξομολογηθώ ένα, ας το πούμε, ερευνητικό όνειρο. Ήταν τα χρόνια γύρω στα 1980, όταν είχα επιστρέψει από τη Βενετία, όπου είχα διατελέσει υπότροφος του εκεί μοναδικού ελληνικού επιστημονικού ιδρύματος στο εξωτερικό (Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Ερευνών), που τότε διεύθυνε ο αείμνηστος Μαν. Ι. Μανούσακας. Είχα αρχίσει με κάποιες συμβάσεις εργασίας να εργάζομαι στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, αλλά παράλληλα και η ιστορία της μικρής πατρίδας, της Λέσβου, απασχολούσε ζωηρά την ερευνητική διάθεσή μου, όπως άλλωστε ήταν φυσικό και αναμενόμενο.

Τα διαβάσματά μου με είχαν φέρει σε επαφή με τη γνωριμία των διαφόρων βιβλιοθηκών και αρχείων που υπήρχαν στο νησί και κατάφερα να αποσπάσω τη χρηματική έγκριση για μια μικρή ατομική ερευνητική αποστολή στο νησί, για να γνωρίσω από αυτοψία τις διάφορες αρχειακές συλλογές, που τα δημοσιεύματα διαφόρων τοπικών λογίων παρουσίαζαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Πράγματι. Οι προσδοκίες μου δε διαψεύστηκαν. Γνώρισα τότε - όχι χωρίς απογοητεύσεις και εμπόδια, καθώς δύσκολα τότε εμπιστευόταν κανείς ένα νέο ερευνητή, έστω και Μανταμαδιώτη - πολλές αρχειακές συλλογές (τους κώδικες της Ι.Μ. Μυτιλήνης, τους κώδικες των Φιλανθρωπικών Καταστημάτων, κάποιους κώδικες στο Πλωμάρι κ.τ.λ.), πήρα πληροφορίες για άλλες αρχειακές μονάδες (αρχείο Γαλλικού Προξενείου, συμβολαιογραφικά αρχεία κ.τ.λ.).

Όμως εκείνο που μου προξένησε τότε μεγάλη εντύπωση - μολονότι ήμουν υποψιασμένος και από τη βιβλιογραφία, αλλά και από διάφορες προφορικές πληροφορίες που είχα -, ήταν ο μεγάλος αριθμός των βιβλιοθηκών του νησιού, που όντως το αναδείκνυαν σε ένα από τα σπουδαιότερα κέντρα του νεοελληνικού Διαφωτισμού.

Η έρευνά μου είχε ξεκινήσει με τη Βιβλιοθήκη του Ιωσήφ Μαύρου, που απόκειται στο Δημοτικό Σχολείο της Μόριας. Με συγκίνηση αναπολώ τη βοήθεια που μου προσέφερε ο αείμνηστος Στράτος Χατζηγιάννης και ο τότε διευθυντής του Σχολείου, Γεώργιος Στόικος, στην αποδελτίωση και καταγραφή των βιβλίων του λόγιου Μοριανού ιερωμένου (κατάλογο της βιβλιοθήκης αυτής, καθώς και μια βιογραφική παρουσίαση του Ιωσήφ Μαύρου, δυστυχώς ακόμα έως σήμερα δεν μπόρεσα να δημοσιεύσω). Αλλά και στο Πλωμάρι, στο 1ο Γυμνάσιο Μυτιλήνης, στη Γέρα κ.τ.λ., είχα την ευκαιρία να γνωρίσω και άλλες βιβλιοθήκες, με χιλιάδες βιβλία, γνωστά τα περισσότερα στην ελληνική Βιβλιογραφία, αλλά και άγνωστα (θυμάμαι λ.χ. μιαν ακολουθία του αγίου Βλασίου που βρισκόταν στο ναό του χωριού Πλακάδος της Γέρας, όπου με οδήγησε η οξύνοια του αλησμόνητου σπουδαίου ιστορικού και φίλου Φίλιππου Ηλ. Ηλιού, και ήταν από τα λίγα και σπάνια τώρα βιβλία που πρόλαβαν να τυπωθούν στο τυπογραφείο Τόμπρα στο Αϊβαλί πριν την καταστροφή της πόλης).

Από εκείνα λοιπόν τα χρόνια γύρω από τη δεκαετία τού 1980, είχα συλλάβει στο μυαλό τη συγκρότηση ενός δικτύου των λεσβιακών βιβλιοθηκών, που με τη σύνθεση επιστημονικών καταλόγων θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα συνθετικό σώμα, πολύτιμο στην ιστορική έρευνα.

Το σχέδιο αυτό δε φαινόταν απραγματοποίητο, αφού στα χρόνια εκείνα η μελέτη του φαινομένου του νεοελληνικού Διαφωτισμού και μέσω της διάδοσης και κυκλοφορίας των εντύπων, βρισκόταν στο επίκεντρο των ερευνών. Η ίδρυση του Πανεπιστημίου Αιγαίου τα χρόνια αυτά ευνοούσε την πραγματοποίηση της ιδέας αυτής, αφού πίστευα ότι θα εκδηλωνόταν από κάποια σχολή του Πανεπιστημίου ένα παρόμοιο ενδιαφέρον προς παρόμοιες επιστημονικές ζητήσεις. Όμως τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως εγώ περίμενα και δεν αποκλείεται εγώ να έτρεφα φρούδες ελπίδες.

Μολονότι στην Ιστορία, όπως έλεγε ο Κ. Θ. Δημαράς, δεν πρέπει ποτέ να λέμε «δυστυχώς» ή «ευτυχώς», τώρα μπορώ να πω ότι δυστυχώς το όνειρο αυτό έως τώρα δεν πραγματοποιήθηκε. Δε γνωρίζουμε δηλαδή τα διάφορα βιβλία που απόκεινται στις διάφορες βιβλιοθήκες του νησιού (με την εξαίρεση της βιβλιοθήκης της Μονής Λειμώνος, της οποίας ο κατάλογος έγινε από τον ακάματο αρχιμανδρίτη Νικόδημο Παυλόπουλο). Τώρα, όμως, σκέπτομαι ότι η ψηφιακή τεχνολογία ευνοεί πλέον τέτοιες προσπάθειες και ίσως είναι η ώρα να πραγματοποιηθεί το όνειρο αυτό. Όμως για το σημαντικό αυτό ζήτημα, θα μιλήσουμε και στο επόμενο σημείωμά μας.