Αφιερώσαμε τις δύο προηγούμενες επιφυλλίδες μας για να αναφερθούμε στη σημασία που έχουν για τη νεότερη ελληνική ιστορία οι οθωμανικές γραπτές πηγές, πράγμα άλλωστε προφανές, αφού ο ελλαδικός χώρος και το νησί μας ιδιαίτερα, παρέμειναν επί πολλούς αιώνες κάτω από την οθωμανική κατοχή. Στην ίδια γραμμή, αναφέραμε τα ιδεολογικά, αλλά και πολιτικονοοτροπικά εμπόδια που έπρεπε να ξεπεραστούν ώστε ιστορικοί και από τις δύο πλευρές του Αιγαίου Πελάγους να αρχίσουν να συνεργάζονται για την κατανόηση του παρελθόντος μας, συγκλίνοντος και αποκλίνοντος. Στη συγκυρία αυτή, παρεμπιπτόντως, να αναφέρω ότι πριν από λίγες ημέρες ο πρόεδρος της Τουρκικής Δημοκρατίας τίμησε, ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους των γραμμάτων, και την Ελληνίδα συνάδελφο και συνεργάτιδα του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, συνάδελφο κ. Ευαγγελία Μπαλτά, για το σπουδαίο ιστορικό της έργο, το οποίο κατά βάση, αν όχι αποκλειστικά, στηρίζεται στις οθωμανικές πηγές. Και το έργο αυτό της συναδέλφου έχει άμεση σχέση και με την ιστορία του νησιού μας.

Πέρα όμως από τις οθωμανικές πηγές, που όπως είναι φυσικό απόκεινται στα τουρκικά αρχεία, πολλά τεκμήρια της νεότερης ελληνικής ιστορίας, γραμμένα στα παλαιά οθωμανικά, απόκεινται και σε ελληνικές αρχειακές συλλογές ή και στα χέρια ιδιωτών ως τίτλοι οικογενειακών περιουσιακών στοιχείων ,και περιμένουν τους ειδικούς που θα τα μελετήσουν και αξιοποιήσουν.

Σκέπτομαι εν προκειμένω το Αρχείο της Ιεράς Μονής του Λειμώνος, όπου απόκεινται πλήθος δικαιοπρακτικών, που ουσιαστικά δεν ενσωματώθηκαν ακόμα στις περί Λέσβου ιστοριογραφικές καταγραφές. Σκέπτομαι επίσης τα μεταφρασμένα από τα οθωμανικά, έγγραφα που συμπεριέλαβε στο βιβλίο του με έγγραφα από το Εκκλησιαστικό Αρχείο Βατούσας ο φιλόλογος-ιστορικός Χρήστος Σταυράκογλου, τα οποία μάλιστα μας δίνουν πολύτιμες πληροφορίες για τα πρώτα μετά την κατάκτηση της Λέσβου χρόνια, περίοδο για την οποία οι γνώσεις μας είναι λιγοστές. Αλλά και πόσα έγγραφα της νεότερης κυρίως εποχής, τα γνωστά με το χαρακτηρισμό κοτσάνια, δε βρίσκονται σε χέρια πολλών οικογενειών ως στοιχεία τίτλων ιδιοκτησίας, αλλά, αν μελετηθούν, θα μας δώσουν και στοιχεία της νεότερης λεσβιακής ιστορίας.

Με βάση τα πολύτιμα στοιχεία που αποδεσμεύουν οι οθωμανικές πηγές, αρχίζει σιγά - σιγά να αποκτά σάρκα και οστά η ζωή των ανθρώπων της Λέσβου όπως αυτή άρχισε να βιώνεται και να εξελίσσεται ή να μην εξελίσσεται κατά την οθωμανική περίοδο. Και όλα αυτά τα μαρτυρημένα γεγονότα του βίου των ανθρώπων καταφάσκουν για το αυτονόητο γεγονός ότι η ζωή των ανθρώπων δεν ανατρέπεται ολοκληρωτικά κάτω από τις διάφορες κατοχές. Η ζωή συνεχίζεται κάτω από άλλους όρους, προφανώς, και συνθήκες, μέσα στις οποίες ενυπάρχουν έντονα τα στοιχεία του παρελθόντος.

Ωστόσο, θα πρέπει πάντα στις μελέτες να είμαστε προσεκτικοί και να έχουμε θέσει το πλαίσιο αναφοράς και τη θεωρητική κατάρτιση που πρέπει να συνοδεύει κάθε είδους ιστορική προσέγγιση.

Με άλλα λόγια, να μη χανόμαστε στη λεπτομέρεια ενός τοπωνυμίου, μιας ατομικής αλλαγής, ενός ονόματος. Έχει βέβαια και αυτό τη σημασία του, αλλά από το μυαλό μας, δηλαδή από τις ιστορικές αποτιμήσεις μας, δεν πρέπει να χάνεται το γενικό ενώπιον του ειδικού. Τι συνιστούν οι αλλαγές σε μια σειρά από στοιχεία, για τα οποία οι πηγές μάς βεβαιώνουν ότι μάλλον στηρίζονταν σε μια αυτοτροφοδοτούμενη μυθοπλαστική εξοικείωση.
Σκέπτομαι λ.χ. την ιστορία του χωριού μου, του Μανταμάδου, η οποία ανατρέπεται ολοσχερώς από τις καταθέσεις των οθωμανικών αρχείων. Δηλαδή παγίως υποθέταμε μια μετακίνηση παραλιακών οικισμών και συγκέντρωση των ανθρώπων στο σημείο όπου το σημερινό χωριό, επειδή, όπως υποστηρίζεται, οι πειρατές εξόντωναν τους παράλιους πληθυσμούς.

Όμως οι οθωμανικές πηγές που δημοσιεύτηκαν τα τελευταία χρόνια, αποδεικνύουν ότι κιόλας από τα μέσα του 16ου αι. στη θέση του σημερινού χωριού υπήρχε ένας εύρωστος οικισμός, που πλήρωνε υψηλούς φόρους. Κατά συνέπεια, η ίδρυσή του πρέπει να μετακυλισθεί σε προηγούμενους αιώνες και πάντως δεν αναφέρονται καθόλου ονόματα παραλιακών οικισμών με φοροδοτική ικανότητα. Άρα πλήρης ανατροπή του σκηνικού, χάρη στη σύνθεση πληροφοριών που μας προσκομίζουν και οι οθωμανικές πηγές, τη μεγάλη σημασία των οποίων επιχείρησα να σας εκθέσω από τις φιλόξενες σελίδες τού «Εμπρός».