Κάθε τόσο με πιάνει μια ακατανίκητη επιθυμία (ανακατεμένη με οργή) να γράψω για τη γλώσσα.

Δεν είναι από βίτσιο ή από καμιά παθολογική εμμονή αλλά από αυτό που συνεχίζει να με συγχύζει: την αδιάκοπη και προκλητική κακοποίηση της γλώσσας (γραπτή και προφορική) από όλα τα μέσα της ενημέρωσης και γενικά όλο το δημόσιο λόγο.

Θα το ξαναεπιχειρήσω λοιπόν, παρ’ όλο που γνωρίζω ότι απευθύνομαι σε ώτα μη ακουόντων.

Το εκπαιδευτικό μας σύστημα δεν θέλει (και ίσως έχει και σχετικές εντολές...) να βγάλει μορφωμένους και «διαμορφωμένους» νέους πολίτες. Δεν διερεύνησε ποτέ ένα σοβαρό και ενδιαφέρον θέμα εκτός ύλης με πρωταγωνιστές τους μαθητές. Δεν τους ενέπνευσε την ανάγνωση σπουδαίας ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας. Δεν ποιεί ήθος ούτε και εθνική αυτογνωσία.

Υποβαθμίζει συνεχώς την κοπιαστική -πράγματι- προσπάθεια εκμάθησης της γλώσσας και επικεντρώνεται πλέον στη λειτουργική επάρκεια του δείκτη και του αντίχειρα καθώς και στα απολύτως απαραίτητα αγγλικά του διαδικτύου, κι αυτά, με το ανάλογο σπρώξιμο του φροντιστηρίου.

Αλλά ποια αγγλικά;

Είναι όντως κωμικό και αξιοθρήνητο να ακούς τους περισσότερους Έλληνες να προσπαθούν να προφέρουν το «πάρκιν» με ελληνοπρεπή προφορά επιμένοντας να προσθέτουν ένα «γκ» στο τέλος, σε σημείο που να προκαλείται απόφραξη και στιγμιαίος πνιγμός! Κι όλα αυτά, αντίθετα από κάθε έννοια γνώσης της γλώσσας και της ευφωνίας.

Είχα γράψει παλιότερα για την ακλισία ελληνικών και ξένων λέξεων που πάει να πάρει διαστάσεις επιδημίας. Κάθε μέρα ακούμε της Καλιφόρνια, της Ανδαλουσία, του Μεξικό, της Μαντόνα...

«Το διαμέρισμα της Πόλα (!) Ρούπα»,

«διέρρηξαν μαγαζιά της Μόρια (!)»,

«με τον Μαρκάκη και την Αμαλυλλίς(!)», όλα πρόσφατα και τα σημειώνω όπως τ’ άκουσα, ξένα και ελληνικά.

Τα δευτερόκλιτα θηλυκά έχουν οριστικά πλέον απωλέσει το τελικό «ς»:

«η σύζυγο (!) και τα μέλη»,

«η μικρή άνοδο (!) της θερμοκρασίας» και

«η μέθοδο (!) της ...περιέλουσης» (εδώ πέφτει κλάμα...)

Ο τονισμός φαίνεται ότι είναι δύσκολη υπόθεση, όταν ακούμε: «κατά την παράδοση των ξίφων (!)».

Η τρίτη κλίση των δικατάληκτων επιθέτων έχει πάει στ’ ανάθεμα:

«η πολυμελή(!) συνάντηση»,

«θέλω να ευχαριστήσω τον διευθύνων (!) σύμβουλο»,

«εναντίον του διεθνές (!) νομισματικού Ταμείου» (αυτό από βουλευτή),

«αναβλήθηκε ο αγώνας εξαιτίας του δριμύους (!) ψύχους». (Δεν ήξερε ο άμοιρος τη γενική «του δριμέος», αλλά ούτε είχε τη στοιχειώδη εξυπνάδα να πει «από το δριμύ ψύχος».

Τα εμπρόθετα είναι θεός φυλάξοι:

«αύριο στις δύο μετά μεσημβρίας (!)» ακούστηκε από πρόεδρο της Βουλής.

Από ανώτατο υπουργό ακούσαμε και το «τότε δημιουργούνται τερατογεννήσεις» και από άλλον, του οικονομικού επιτελείου, ότι «το αφορολόγητο δεν ...διαπραγματεύεται».

Συνεχίζουμε να ακούμε «έχω απηυδήσει (!)», «υποθάλπτει (!) την τρομοκρατία» και «εδώ τίθονται (!) μεγάλα θέματα».

Επιμένουμε στη γενική «διαφεύγει της σύλληψης (!)» άγνωστο γιατί, και ακκιζόμαστε τώρα τελευταία με τη χρήση μιας μεσαιωνικής υβριδικής λέξης που έγινε για να μας ταλαιπωρεί και να μας εκθέτει: «αυτή τη στιγμή παρεισφρύει ο ιός» αντί βέβαια του «παρεισφρέει».

Και για να μην μακρηγορώ -επειδή τα λάθη της γλώσσας είναι περισσότερα από τα σωστά- θα κλείσω με την ασέλγεια πάνω στους β΄ αορίστους του «έχω» (έσχον) και του «άγω» (ήγαγον). Πλήρης σύγχυση. Λέμε «παρείχε» και εννοούμε και παρατατικό και αόριστο.

Στη θυρίδα των ΑΤΜ γράφουν «εισάγετε την κάρτα». Εάν τους είναι ανοίκειο το ορθό «εισαγάγετε την κάρτα», γιατί δεν γράφουν σε όμορφα και κατανοητά νεοελληνικά «βάλτε την κάρτα»;;

Σε αντιδιαστολή με τα όσα εξευτελιστικά περιγράφει το άρθρο, θα ‘θελα (και θα αφιερώσω κάποια στιγμή ειδική μελέτη) να θυμίσω τα δημώδη γλωσσικά μας ιδιώματα και συγκεκριμένα το Σαμιακό, που πρόφτασα κάπως να γνωρίσω, και που για όσους το ξέχασαν, υπάρχει το εμπεριστατωμένο «Γλωσσικό ιδίωμα της Σάμου» του Μενεκράτη Ζαφειρίου.

Τέλεια γλώσσα ευφωνικά, λογοτεχνικά και λογοπλαστικά, πιστή στους πανάρχαιους κανόνες σύνθεσης, παραγωγής, σχημάτων λόγου και κλίσης των λέξεων.

Ενδεικτικά και ειδικά στο θέμα της λογοπλασίας μπορούμε να θαυμάσουμε:

ανθρωπεύω = εξανθρωπίζομαι, εκπολιτίζομαι.

ανοστοπλασά = η κακόφκιαχτη γυναίκα.

αγγελοκόβω = εμποδίζω τον ετοιμοθάνατο να παραδώσει ψυχή.

αποβελονής = αφόρετο, καινούριο.

πετροτσακώ = κατηγορώ με υπονοούμενα, υπαινίσσομαι.

αργυρομισεύω = ξεκινώ ευοίωνα για το μέλλον.

παραδαρμένη = ειρων. η κοιλιά.

καταπιώνας = ο φάρυγγας.

γαργαλιώνας = ο λάρυγγας (αρχ. γαργαρεών).

κρισολογήματα = προσωρινά δικαστικά μέτρα.

ζαμπιθάνιος = αρρωστιάρης (από το «σαν να πεθάνω»).

πετεινοχωρίζω = μπαίνω σε εφηβεία.

αδιαλόγιστος = απερίσκεπτος, άφρων.

καλυβομαθημένος = αγροίκος

καλοσκαιρίζω = γεύομαι καρπό πρωτογίνωτο.

διστηνώρα = συνέχεια (από το δις την ώρα).

λογοτριβή = διένεξη.

ποδοστυλιάζω = περιμένω πολλή ώρα όρθιος.

παρασάνταλος = αταίριαστος,

καθώς και πάμπολλες εκφράσεις δανεισμένες από το Ευαγγέλιο και την Αγία Γραφή, όπως:

δοξαπατρί = το κέντρο του μετώπου.

Γονατακλησσά = η εορτή της Πεντηκοστής.

κυπερυψούτε = και με το παραπάνω.

αλλαρύσιμας = άπεχε μακριά (από το «αλλά ρύσαι ημάς»).

πατερημόνηδες = αυτοί που όσα παίρνουν τα ξοδεύουν αυθημερόν!

Το έθνος στάθηκε όρθιο μέχρι σήμερα, και κάπου - κάπου μεγαλούργησε, χάρη στη γλώσσα και στα όσα σπουδαία και νοηματικά αυτή μας αποκαλύπτει.

Δυστυχώς το αρμόδιο υπουργείο με τη μεζούρα του χρόνου στο χέρι και πιθανώς εκβιαζόμενο από τον πανελλήνιο σύλλογο των καφετεριών (....) αποφάσισε πάλι πρόσφατα ότι και τα αρχαία είναι αχρείαστα, και ο «Επιτάφιος» του Περικλή άχρηστος, όπως άχρηστη και η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή και ο Μέγας Αλέξανδρος και οι γενοκτονίες ελληνόφωνων πληθυσμών και ποιος ξέρει ακόμα πόσα άλλα εθνωφελή πλην κουραστικά και ακατανόητα.

Όσο χάνουμε γλώσσα, τόσο θα χάνουμε έθνος…