Μάτωσε η καρδιά όλης της Ελλάδας τις προάλλες με τα όσα οικτρά διαδραματίστηκαν στον Παρνασσό.

Χιλιάδες (...) Έλληνες, πιστοί στις βορειοευρωπαϊκές παραδόσεις, εγκλωβίστηκαν και ταλαιπωρήθηκαν αφάνταστα μέσα στο αγνό και σκληρόκαρδο χιόνι, περιμένοντας με τις ώρες να ξεκολλήσουν τα ανυψωτικά βαγονέτα.

Ήταν -είπαν όλοι- μια κακιά στιγμή που αποκάλυψε την απρονοησία και την κατάντια της χώρας.

Παιδιά αθώα, ντυμένα με έναν πανάκριβο χιονοδρομικό εξοπλισμό, αφημένα στο έλεος του θεού της αναμονής.

Γονείς να τα βλέπουν και να σπαράζει η καρδιά τους. Είναι πολλοί που εκείνη τη στιγμή μακάριζαν αυτούς που ξεχειμωνιάζουν μέσα σ’ ένα χαρτόκουτο στην πλατεία Ακατάπαυστου Κλαυθμώνος παρέα με ένα σκύλο.

Εκείνοι τουλάχιστο ζουν αχρεωστήτως, ενώ αυτοί έδωσαν τα ωραία τους λεφτά να συντηρήσουν το όνειρο του χιονοδρομικού τουρισμού και να προβάλουν και την Ψωροκώσταινα στους δύσπιστους Γερμανούς, που τεμπέληδες μάς ανεβάζουν, τεμπέληδες μάς κατεβάζουν.

Ευτυχώς η τηλεόραση -πιστή στην πολυφωνία, αλλά όχι τόσο στην ορθοφωνία- πρόβαλε δεόντως τις μαρτυρικές σκηνές πάνω στο αδυσώπητο χιόνι, σκηνές οι οποίες ήταν ακατάλληλες για μικρά παιδιά της εύκρατης χώρας καθώς και για κατοίκους των χαρτόκουτων.

Διαβασμένοι οι αθεόφοβοι έπαιξαν με τη φευγαλέα «απάθεια» του Παρνασσισμού («τίποτα δεν αξίζει να μας συγκλονίζει»), κι όλα αυτά πάνω στο θεϊκό (πόσα άραγε θα επιτρέψει ακόμα ο θεός...) τρίτο κατά σειράν ψηλότερο βουνό μας (2.512 μέτρα) που το όνομά του είναι, λέει, λέξη προελληνική ή σχετίζεται με το επίθετο «πρανής» («με το πρόσωπο σκυμμένο»)

Κάποιοι άλλοι πιστεύουν ότι σημαίνει «περιστρεφόμενος πόλος».

Αν είναι έτσι, τότε μπορεί να έχει ο καιρός γυρίσματα…