Τέτοιες μέρες ακριβώς πριν έξι χρόνια, το φθινόπωρο του 2010, ψηφίζαμε για την πρώτη δημοτική αρχή και το δήμαρχο του ενιαίου πλέον Δήμου Λέσβου. Τέτοιες μέρες πέρυσι, είχε κλείσει ήδη η συζήτηση που με την ανοχή του τέως υπουργού Εσωτερικών και νυν προέδρου της Βουλής, Νίκου Βούτση, είχε ανοίξει, και η οποία αφορούσε (ή μάλλον άφηνε περιθώρια διαλόγου) στο ενδεχόμενο «σπάσιμο» των μεγάλων νησιωτικών δήμων, και ειδικά της Λέσβου, σε περισσότερους του ενός.

Τέτοιες μέρες φέτος -εξ ου και η αφορμή για την αναπόληση- η Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας (ΚΕΔΕ) διαμορφώνει τις προτάσεις της, ενόψει του τακτικού της συνεδρίου τον προσεχή Δεκέμβριο για τις αναγκαίες αλλαγές στον «Καλλικράτη». Αλλαγές στις οποίες όμως τουλάχιστον έως τώρα, δεν έχει κάνει κανείς ουδεμία νύξη να συμπεριλάβει την πάλαι ποτέ ισχυρή άποψη των Λέσβιων να μοιραστεί τούτος ο τόπος σε τρεις, τέσσερις, πέντε, κ.ο.κ. δήμους.

Μπορεί να υποστηρίξει κάποιος ότι η κρίση και όλα όσα έχουν μεσολαβήσει απ’ τον αρχικό σχεδιασμό του Γιάννη Ραγκούση το Πάσχα του 2010 μέχρι σήμερα, έχουν στείλει σε δευτεροτρίτη και βάλε, προτεραιότητα το θέμα της αυτοδιοικητικής διάρθρωσης. Μας ώθησαν να την ξεχάσουμε.

Δεν μπορεί όμως κανείς να αμφισβητήσει τη μεγάλη αλήθεια και το γεγονός ότι το ζήτημα του δήμου - τέρατος όντως ξεχάστηκε, καταρχάς απ’ τους ίδιους τους άμεσα εμπλεκόμενους, τους αυτοδιοικητικούς και τους κατοίκους της Λέσβου, προφανώς και των άλλων μεγάλων νησιών που συρρικνώθηκαν σε ένα δήμο. Δεν μπορεί κοινώς κανείς να διαψεύσει όποιον ισχυρίζεται πως έχουμε πολύ κοντή μνήμη, ούτε καν μερικών χρόνων, ακόμη και σε ζητήματα που έχουμε αναδείξει ως ύψιστης σημασίας και καθοριστικά για τη ζωή μας.

Δεν θα ήθελα να υπεισέλθω σε παιχνίδια συνωμοτικής φύσης και να πλάσω σενάρια για συμφέροντα που εσκεμμένα απεμπόλησαν απ’ το στόχο καθώς και από τις πολλές ειλημμένες δεσμεύσεις για την επίτευξή του. Ίσως και να μην είχε νόημα μέσα στον όγκο των υποσχέσεων που δεν τηρήθηκαν, να προστεθεί ακόμη μία.

Έχει όμως ιδιαίτερο ενδιαφέρον να επισημάνω ότι ακόμη και τώρα, αν υπάρχει έστω και ψήγμα «κατεψυγμένης» αγανάκτησης για την εγκατάλειψη που επιφύλαξε ο «Καλλικράτης» στη λεσβιακή ύπαιθρο και στα χωριά της, δεν είναι αργά για να αναληφθεί πρωτοβουλία προκειμένου να επανέλθει η διεκδίκηση για περισσότερους δήμους στο προσκήνιο. 

Κι αυτό γιατί πριν λίγες μέρες, στο ειδικό θεματικό συνέδριο της ΚΕΔΕ στο Βόλο, άνοιξε η συζήτηση αυτοδιοίκησης - κράτους για την αλλαγή του «Καλλικράτη» και το νέο μοντέλο οργάνωσης και διοίκησης του κράτους. Με απόφαση της συντριπτικής πλειονότητας των παρατάξεων του Διοικητικού Συμβουλίου της ΚΕΔΕ, διαμορφώθηκε το τελικό κείμενο των θέσεων της Αυτοδιοίκησης πρώτου βαθμού, απόφαση η οποία θα σταλεί στις Περιφερειακές Ενώσεις Δήμων και στους Δήμους και θα συνοδεύεται από το κείμενο Προτάσεων της ΚΕΔΕ για τη Μεταρρύθμιση στην αυτοδιοίκηση.

Παράλληλα στο ίδιο πλαίσιο θα σταλεί ηλεκτρονικό ερωτηματολόγιο προς τους αιρετούς, προκειμένου να διαμορφωθεί το τελικό κείμενο θέσεων και προτάσεων που θα κατατεθεί στο Τακτικό Συνέδριο της ΚΕΔΕ το Δεκέμβριο στη Θεσσαλονίκη, ώστε η Πρωτοβάθμια Τοπική Αυτοδιοίκηση να λάβει τις τελικές αποφάσεις της και να καθορίσει τη δράση ή την αντίδρασή της ενόψει της προετοιμαζόμενης Μεταρρύθμισης.

Κι εκεί σίγουρα «χωράει» και περισσεύει ως απόλυτα επιλέξιμη με το θέμα, η πρόταση για χωροταξική αλλαγή στους νησιωτικούς δήμους. Αν και η ΚΕΔΕ που ζητά απ’ την κυβέρνηση να καταθέσει άμεσα στη Βουλή το πολυνομοσχέδιο για τις αλλαγές στον «Καλλικράτη» στην τελική του μορφή, η μόνη μνεία που κάνει ειδικά για τα νησιά, αφορά στη Συνταγματική Αναθεώρηση ενόψει της οποίας και υπογραμμίζει την ανάγκη «Αναθεώρησης του άρθρου 101 του Συντάγματος με περαιτέρω θωράκιση και ενίσχυση της νησιωτικότητας», χωρίς απολύτως καμία άλλη αναφορά για τα νησιά.

Με δεδομένο πως «η Κυβέρνηση άνοιξε τη συζήτηση για τη Μεταρρύθμιση του Κράτους χωρίς όμως να έχει μέχρι τώρα καταθέσει στην Επιτροπή Διαβούλευσης αναλυτικά τις θέσεις της», οι αυτοδιοικητικοί έχουν περιθώριο να θέσουν εκτός από οικονομικά και θεσμικά ζητήματα επιτέλους και το χωροταξικό, ζήτημα που μέσα σε έξι μόλις χρόνια ξεχάστηκε, ή καλύτερα μάς έκαναν να το ξεχάσουμε.

 

Μαρίνα Πολλάτου είναι συνταξιούχος δημοσιογράφος.