Επειδή η οικονομική σκέψη πρέπει να είναι απλή και χωρίς πολιτικές σκοπιμότητες, θα ρωτούσαμε ευθέως αν ένας υψηλός κυβερνητικός παράγων τoυ Υπουργείου Οικονομικών -σαν αρμοδιότερος άλλων- διέθετε σήμερα πεντακόσια εκατομμύρια ευρώ, θα τα επένδυε στην Ελλάδα; Χωρίς ίχνος κομματικής προκατάληψης, αλλά με καθαρά τεχνοκρατικά κριτήρια και κοινή λογική, θα απαντούσαμε: Πολύ δύσκολα, για να μην πούμε, όχι.

Κι αυτό, γιατί ένας επενδυτής, πριν πάρει την απόφασή του για ένα τόσο σοβαρό θέμα, θα σκεφτόταν πρώτον να βρει μια χώρα που να μην κινδυνεύουν τα χρήματά του και δεύτερον να έχουν τη μεγαλύτερη δυνατή απόδοση. Συνεπώς, θα εξέταζε προσεκτικά κάποια στοιχεία και, αν δεν μπορούσε να καταλήξει σε ένα σίγουρο αποτέλεσμα, θα ανέθετε τη διερεύνηση του θέματος σε κάποια ειδική εταιρεία συμβούλων ώστε να τον συμβουλέψει ανάλογα.

Και επειδή οι εταιρείες αυτές γνωρίζουν ότι αρκετοί διεθνείς Οργανισμοί παρακολουθούν και καταγράφουν με αριθμούς τις ποικίλες και πολλές παραμέτρους που επηρεάζουν το οικονομικό περιβάλλον των χωρών, θα κατέφευγε στα πολύτιμα στοιχεία των ερευνών τους. Έτσι, αυτή η εταιρεία συμβούλων, λαμβάνοντας υπόψη μαζί με άλλα στοιχεία και όλα τα δεδομένα και τις μετρήσεις των διεθνών Οργανισμών, θα ήταν σε θέση να υποδείξει με αρκετή σιγουριά τις χώρες όπου η επένδυση αυτή θα ήταν ασφαλής και αποδοτική ώστε να αποφασίσει ο πελάτης της, σύμφωνα όμως πάντα με τα δύο προαναφερόμενα κριτήρια, της ασφάλειας και της αποδοτικότητας του κεφαλαίου του, αφού αυτή είναι η λογική συμπεριφορά των επενδυτών, αλλά γενικότερα και η φύση του ανθρώπου.

Η προφανής ανάγκη των επενδυτών να προβαίνουν στην εξέταση του επενδυτικού περιβάλλοντος πριν επενδύσουν τα χρήματά τους εκδηλώνεται αμέτρητες φορές την ημέρα, αφού διεθνώς το χρήμα ζητάει συνεχώς τόπους και τρόπους για να διοχετευτεί, προκειμένου να γεννήσει και άλλο χρήμα, σύμφωνα με τις διαχρονικά ισχύουσες οικονομικές αρχές της ελεύθερης οικονομίας σε ολόκληρο τον κόσμο -πλην της Β. Κορέας, της Βενεζουέλας του συντρόφου Μαδούρο και κάποιων άλλων, κρυφών ή φανερών θαυμαστών τους.

Και επειδή η ανάγκη και η ζήτηση δημιουργεί την προσφορά, γι’ αυτό υπάρχουν αρκετοί έγκυροι διεθνείς Οργανισμοί και εταιρείες που ερευνούν, αξιολογούν και παραθέτουν σχετικά στοιχεία για τις περισσότερες χώρες του κόσμου. Και έχουν δεκάδες ή και εκατοντάδες κριτήρια προκειμένου να κρίνουν το βαθμό της ανταγωνιστικότητας μιας χώρας και κατά πόσο αυτή πληροί τις προϋποθέσεις, ώστε να χαρακτηριστεί κατάλληλη για επενδύσεις και να επιλεγεί από τους επενδυτές.

Πέρα από τους γνωστούς Οίκους αξιολόγησης των χωρών (S&P κ.λπ.), μετρήσεις διενεργούν και άλλοι Οργανισμοί, μεταξύ των οποίων είναι ο ΟΟΣΑ, το World Economic Forum (WEF), καθώς και το Institute Management and Development (IMD) της Ελβετίας. Και το μεν WEF παρακολουθεί, για την περίοδο 2016 - 2017, 138 χώρες (για την περίοδο 2015 - 2016 παρακολουθούσε 140 χώρες και για την περίοδο 2014 - 2015, 144 χώρες) και χρησιμοποιεί σαράντα κριτήρια για να κατατάξει μια χώρα στο πίνακα αξιολόγησής του, το δε IMD παρακολουθεί 51 χώρες και χρησιμοποιεί 346 (!) κριτήρια.

Τα κριτήρια αυτά αφορούν απίστευτα λεπτομερείς εκφάνσεις τής οικονομικής, διοικητικής, κοινωνικής, πολιτιστικής και πολιτικής ζωής ενός κράτους, αφού οι επιχειρήσεις, σαν ζωντανοί οργανισμοί, επηρεάζονται από πολλούς παράγοντες. Τέτοια κριτήρια, μεταξύ των άλλων, είναι η πολιτική σταθερότητα, το φορολογικό σύστημα και οι φορολογικοί συντελεστές, το εργατικό δίκαιο και οι εργασιακές σχέσεις, η γραφειοκρατία, η διαφθορά, το μακροοικονομικό περιβάλλον, η επάρκεια των πολιτικών αλλά και ο απαιτούμενος χρόνος ίδρυσης μιας εταιρείας, ο χρόνος μετακίνησης των πολιτών, οι επίσημες αργίες, οι απεργίες στο Δημόσιο και στις επιχειρήσεις, οι εργάσιμες μέρες στα σχολεία και στα πανεπιστήμια κ.λπ.

Δηλαδή οι χώρες μπαίνουν στο μικροσκόπιο των Οργανισμών αυτών και γίνονται φύλλο και φτερό προκειμένου να καταταγούν, με τη μέγιστη δυνατή προσέγγιση, σ’ έναν κατάλογο, χρήσιμο να καθοδηγήσει τους μελλοντικούς επενδυτές. Και είναι βέβαιο ότι όλοι οι προαναφερόμενοι παράγοντες επηρεάζουν, λίγο ή πολύ, την ανάπτυξη των επιχειρήσεων και επομένως συμβάλλουν στην οικονομική εξέλιξη μιας χώρας. Με λίγα λόγια, δημιουργούν το οικονομικό περιβάλλον της.

Ας δούμε τώρα τις πιο πρόσφατες μετρήσεις των προαναφερόμενων Οίκων Αξιολόγησης και τις θέσεις που κατατάσσουν τις χώρες, βάσει των οποίων κατανέμονται, σε πολύ μεγάλο βαθμό, και οι διεθνείς επενδύσεις.

Στον πίνακα κατάταξης των χωρών του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ (WEF), που μετράει την ανταγωνιστικότητα, παρακολουθούμε με αγωνία τον τεράστιο υποβιβασμό κατά πέντε ολόκληρες θέσεις, από την 81η θέση πέρυσι στην 86η φέτος,κάτω και από το Μαυροβούνιο (82η θέση), τη Ναμίμπια (84η θέση) και την Ουκρανία (85η θέση). Και, βέβαια, οι αναλυτικοί δείκτες που συνθέτουν τους συνολικούς δείκτες είναι κάκιστοι, αφού, μεταξύ των 138 χωρών, η Ελλάδα στην αξιολόγηση της χρηματοπιστωτικής αγοράς βρίσκεται στην 136η θέση (!) -δηλαδή το τραπεζικό σύστημα είναι στην κυριολεξία ανύπαρκτο, χωρίς το οποίο βέβαια δεν υπάρχει οικονομία- και στο μακροοικονομικό περιβάλλον στην 131η θέση, που σημαίνει ότι κανένας δεν επενδύει σοβαρά σε μια χώρα που ισοδυναμεί με οικονομική βόμβα. Είναι σαν λέμε να επενδύσει σήμερα κάποιος στη Συρία, στο Αφγανιστάν ή στην Υεμένη, που κατέχει και την τελευταία θέση στον πίνακα ανταγωνιστικότητας, την 138η.

Και είναι σημαντικό ότι τα δεδομένα της αξιολόγησης του WEF συμπίπτουν με τα εκείνα του ΜΙD, βάσει των οποίων η χώρα μας το 2015 κατατάσσεται στη 56η θέση μεταξύ 61 χωρών όσον αφορά τον δείκτη ανταγωνιστικότητας και αναλυτικά καταλαμβάνει την 61η θέση, δηλαδή την τελευταία (!), στον δείκτη χρηματοοικονομικού κινδύνου και λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού κλάδου, την 60η θέση, την προτελευταία (!), στο δείκτη διαθεσιμότητας πιστώσεων προς τις επιχειρήσεις, την 60η θέση στο δείκτη που απεικονίζει την εικόνα της χώρας στο εξωτερικό -κάτι που επηρεάζει άμεσα τις εξαγωγικές επιχειρήσεις-, την 58η θέση στους δείκτες Οικονομικής Αποδοτικότητας και την 59η θέση -υποχωρώντας κατά δύο θέσεις από το 2014- στους δείκτες της Κυβερνητικής Αποτελεσματικότητας. Εδώ να αναφέρουμε σχετικά ότι στη γενική κατάταξη η Ιρλανδία είναι στην 7η θέση, η Πολωνία στην 33η, η Πορτογαλία στην 39η και η Ισπανία στην 34η.

Ιδιαίτερη σημασία έχει να παρατηρήσουμε ότι η αποδοτικότητα των πολιτικών μας, σε όλες τις μετρήσεις των διεθνών αυτών Οργανισμών, κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις παγκοσμίως. Και εδώ είναι η ρίζα του κακού, που εξηγεί γιατί η Κύπρος βγήκε με ένα Μνημόνιο και ανάπτυξη 1,5% από τη κρίση, επιστρέφοντας, συγχρόνως, και τα 2,5 δισ. από τα 10 δισ. που είχε δανειστεί, και εμείς, μετά από εφτά χρόνια, είμαστε στο τρίτο, και πλέον επαχθές μνημόνιο και ακόμα έχουμε πολύ και δύσκολο δρόμο μπροστά μας.

Και ερωτάται, μέσα σ’ αυτό το οικονομικό περιβάλλον, είναι δυνατόν να γίνουν επενδύσεις; Προσωπικά πιστεύουμε ότι αυτό δεν πρόκειται να συμβεί αν δεν αλλάξει το περιβάλλον της επιχειρηματικότητας στην Ελλάδα∙ και ας λεν ό,τι θέλουν οι αρμόδιοι.

 

* Ο κ. Ψαριανός Παναγιώτης είναι partner της εταιρείας οικονομικών συμβούλων και ελεγκτών «Γραφείο Ψαριανού Α.Ε.».