Οι αρχαίοι φιλόσοφοι, όπως ο Αριστοτέλης, είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα πως σημασία δεν έχει το πολίτευμα, αλλά αυτοί που το εκπροσωπούν. Γι’ αυτό πάντα οι αρχαίοι φιλόσοφοι ζητούσαν ένα πρότυπο ηγεμόνα, άρχοντα ή ηγέτη. Έτσι ο Ισοκράτης τονίζει πως οι πολίτες θα ζουν καλά σε οποιοδήποτε πολίτευμα, αν την εξουσία κατέχουν οι πιο ικανοί και αυτοί που πρόκειται να φροντίσουν για τα δημόσια πράγματα με τον πιο δίκαιο και άριστο τρόπο (Παναθηναϊκός 132-133), ενώ ο Πλάτων γράφει πως ο άρχοντας πρέπει να άρχει με «επιστήμην και αρετήν» και σύμφωνα με τους νόμους (Πολιτικός 302 e 10).

Είναι γνωστό πως ο Πλάτων στην ιδανική Πολιτεία, όπως ο ίδιος τη φαντάζεται, μιλά για την πρώτη τάξη σ’ αυτή, την τάξη των αρχόντων, τους οποίους πρέπει να κοσμεί η αρετή της σοφίας, δηλ. της επιστήμης που συνοδεύεται από τη δικαιοσύνη και την αρετή. Το είπε ξεκάθαρα στον Μενέξενό του πως «πάσα επιστήμη χωριζομένη δικαιοσύνης και της άλλης αρετής πανουργία ου σοφία φαίνεται» (ΧΙΧ 247 A). Και στον Φαίδρο (248 d) υποστηρίζει πως, για να πάψει η κακοδαιμονία των πόλεων, την εξουσία πρέπει να αναλάβουν οι φιλόσοφοι, η αριστοκρατία του πνεύματος, η ανώτατη βαθμίδα της ανθρώπινης τελειότητας. Την ίδια ιδέα τονίζει και στην Πολιτεία του λέγοντας πως «αν δεν βασιλεύσουν στις πόλεις οι φιλόσοφοι ή δεν φιλοσοφήσουν οι βασιλείς (=οι άρχοντες), δε θα πάψουν τα δεινά και οι συμφορές από τις πόλεις και όλη την ανθρωπότητα» (Ε 473 d). Και φροντίζει να δώσει και το περιεχόμενο της έννοιας «φιλοσοφία». Οι αληθινοί φιλόσοφοι, λέει, έχουν και παιδεία και πολιτική αρετή, διαθέτουν τις τέσσερις βασικές αρετές, τη σοφία, τη δικαιοσύνη, την ανδρεία και τη σωφροσύνη, αγαπούν την αλήθεια, δεν είναι φιλοχρήματοι, περιφρονούν τη «μεγάλη ζωή» και την επίδειξη και ενδιαφέρονται πιο πολύ για το λαό και λιγότερο για το προσωπικό τους συμφέρον (Πολιτεία ΣΤ 485 e 3).

Στην αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία, οι άρχοντες ήταν εννέα: οι έξι θεσμοθέτες, ο άρχων βασιλεύς, ο πολέμαρχος, ο επώνυμος άρχων, αλλά πέρα από αυτούς υπήρχαν οι δέκα στρατηγοί, οι βουλευτές, οι δικαστές, οι οικονομικοί άρχοντες κ.λπ.. Από αυτούς άλλοι ήταν κληρωτοί, αυτοί που δεν χρειάζονταν ιδιαίτερες ικανότητες και γνώσεις για να ασκήσουν το αξίωμά τους, όπως οι δικαστές και οι βουλευτές, και άλλοι ήταν αιρετοί, όπως οι στρατηγοί, οι ταμίες και οι διπλωμάτες (Αριστοτέλης, Πολιτικά Ζ 1317 a 40 κ.ε.) . Οι Αθηναίοι του 5ου αι., τουλάχιστον μέχρι το θάνατο του Περικλή, είχαν ηγέτες ειλικρινείς και αφιλοκερδείς, πρότυπα για τους πολίτες, ικανούς να πάρουν σωστές και σωτήριες αποφάσεις για την πόλη, όταν χρειαζόταν. Και γι’ αυτό η Αθήνα εκείνη την εποχή έζησε το «χρυσό της αιώνα» με μια άνευ προηγουμένου ανάπτυξη σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας, στη φιλοσοφία, στη ρητορική, στην ποίηση, στην οικονομία κ.λπ.. Μάρτυρας αυτής της ανάπτυξης είναι τα λαμπρά και μεγαλόπρεπα μνημεία που κληροδότησαν στους μεταγενέστερους και λαμπρύνουν την Αθήνα και μέχρι σήμερα.

Όμως τον 4ο αι. π.Χ. αρχίζει ο ξεπεσμός της αθηναϊκής δημοκρατίας. Τότε την εξουσία αναλαμβάνουν ηγέτες κόλακες, δημαγωγοί, συκοφάντες, συμφεροντολόγοι, επιτήδειοι και πονηροί πολιτικοί ηγέτες, αδιάφοροι για το κοινό καλό. Την κατάσταση αυτή αντανακλούν όλα σχεδόν τα έργα του Δημοσθένη, αλλά και οι λόγοι του Ισοκράτη (Περί Αντιδόσεως 316-317). Παρόμοιες παρατηρήσεις κάνει ο Αριστοτέλης (Αθηναίων Πολιτεία 28 ) και ο Θουκυδίδης (ΙΙ 65 κ.ε.) μιλώντας για την προσωπικότητα του Περικλή. Σύμφωνα με το μεγάλο ιστορικό, οι διάδοχοι του Περικλή που δεν διέθεταν τις ικανότητές του, χρησιμοποίησαν ανάρμοστα μέσα, όπως η κολακεία και η δημαγωγία, για να αποσπάσουν την εμπιστοσύνη του λαού, να αναρριχηθούν στην εξουσία και να ικανοποιήσουν τις προσωπικές τους φιλοδοξίες και τα συμφέροντά τους. Η υπέρμετρη τους φιλοδοξία, η ματαιοδοξία, η ηθική αναλγησία και η φιλαρχία τούς έκαναν να ριχτούν στην επιτέλεση έργων που ευχαριστούσαν το λαό θυσιάζοντας ακόμη και τις δημόσιες υποθέσεις. Κι έτσι οδήγησαν την ένδοξη πόλη στην καταστροφή. Και ο Σόλων αποδίδει παρόμοια χαρακτηριστικά στους άρχοντες της εποχής του, λέγοντας πως αυτοί είναι άδικοι, αχόρταγοι, κλέφτες και άρπαγες και δε σέβονται ούτε τη δικαιοσύνη, οδηγώντας έτσι την πόλη στην καταστροφή (3 D -4 W).

Ιδιαίτερα οι αρχαίοι συγγραφείς ασχολούνται με την τυραννία. Έτσι ο Πλάτων λέει πως ο τύραννος είναι φθονερός, άπιστος, άδικος, ανόσιος, κακός και αλαζόνας και πως αυτός στην αρχή «προσγελά τε και ασπάζεται πάντας και υπισχνείται τε πολλά ιδία και δημοσία», δηλαδή χαμογελά στην αρχή, τους χαιρετά όλους και δίνει πολλές υποσχέσεις και δημόσια και ιδιωτικά, αλλά ύστερα φροντίζει να απαλλαγεί από τους ενοχλητικούς αντιπάλους ή φίλους (Πολιτεία Η 566 d, 567 b-d). Η μαρτυρία του Πλάτωνα επαληθεύεται από όσα λέει για τη συμπεριφορά των τυράννων ο Ξενοφών στα Ελληνικά του , ιδιαίτερα για τον Κριτία (2. 3. 11-16). Παρόμοιες ιδέες εκφράζει ο Ξενοφών στο έργο του Ιέρων ή Τυραννικός. Και ο Θουκυδίδης λέει πως οι τύραννοι ενδιαφέρονταν μόνο για την ικανοποίηση του ατομικού τους συμφέροντος, φρόντιζαν να συγκεντρώσουν πλούτο και απέφευγαν κάθε κίνδυνο. Βέβαια, ο Ισοκράτης τάσσεται υπέρ του μονάρχη, από τον οποίο ζητά να είναι φρόνιμος και δίκαιος με υποδειγματικές πράξεις για τους πολίτες, αλλά τάσσεται εναντίον του τυράννου λέγοντας πως αυτός δεν νοιάζεται για το δημόσιο καλό και δεν κάνει πιο ευτυχισμένους τους πολίτες (Περί Ειρήνης 91). Αλήθεια, όσοι μας κυβέρνησαν και όσοι μας κυβερνούν, σε ποια κατηγορία θα κατέτασσαν τους εαυτούς τους; Γιατί οι πολίτες, ευτυχώς ή δυστυχώς, τους έχουν κατατάξει…

 

*Ο κ. Αθανάσιος Φραγκούλης είναι Δρ. Κλασικής Φιλολογίας, Επίτ. Σχολικός Σύμβουλος.