Σύμφωνα με γεωλογικές έρευνες μου, η περιοχή του κεντρικού τμήματος της Λέσβου (Αγιάσος, Πολιχνίτος, Βασιλικά, Αχλαδερή, Βρίσα, Ασώματος, Αμπελικό, Σταυρός, Λάμπου Μύλοι, Αρχαία Πύρρα κλπ.) και το τμήμα νοτίως της Μυτιλήνης (Λουτρά) παρουσιάζει ιδιαίτερες γεωλογικές γεωχημικές συνθήκες, σχετιζόμενες με τη χημική σύσταση των γεωλογικών σχηματισμών (υπερβασικά και βασικά ηφαιστειακά - υποηφαιστειακά πετρώματα).

Η ιδιομορφία αυτή έχει αναφερθεί και εντοπιστεί για πρώτη φορά το έτος 1990 (Κελεπερτζής), χωρίς όμως παράλληλα να έχουν διεξαχθεί έρευνες ειδικού ενδιαφέροντος σχετικά με την επίδραση που μπορεί να έχει στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον και ιδιαίτερα στην ποιότητα των επιφανειακών και υπόγειων νερών και των διαφόρων καλλιεργειών.

Είναι γνωστό ότι η ποιότητα και γενικά η χημική σύσταση του υπόγειου νερού, σχετίζεται με τη σύσταση των πετρωμάτων εντός των οποίων κυκλοφορεί, σχηματίζει υδροφόρους ορίζοντες και αντιδρά με αυτά διαλύοντας τα. Αναλυτικότερα, στην ευρύτερη περιοχή αναπτύσσονται σε σημαντικό πάχος και έκταση πυριγενείς γεωλογικοί σχηματισμοί (δουνίτες, περιδοτίτες), που χαρακτηρίζονται από αυξημένες περιεκτικότητες σε ορισμένα ιχνοστοιχεία και κύρια στοιχεία όπως Cr, Ni, Co, Μg και Fe. Κατά τα τελευταία χρόνια, πραγματοποιώντας αναγνωριστικές γεωχημικές έρευνες εδαφών, εντοπίστηκαν σημαντικές γεωχημικές ανωμαλίες (υψηλές τιμές) χρωμίου, νικελίου και μαγνησίου.

Η ύπαρξη τέτοιων συγκεντρώσεων στα εδάφη και στα πετρώματα της περιοχής, μπορεί να επιφέρει σημαντικές περιβαλλοντικές συνέπειες, δεδομένων των εδαφοτοξικών και φυτοτοξικών συνθηκών που αναπτύσσονται. Ειδικότερα δε για την περίπτωση της ενδεχόμενης ποιοτικής υποβάθμισης των υπογείων και επιφανειακών νερών, θα πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Η προοδευτική χημική διάλυση των ορυκτών ολιβίνη, πυρόξενων των πυριγενών σχηματισμών με την επίδραση των ατμοσφαιρικών παραγόντων (οξυγόνο, διοξείδιο του άνθρακα και μετεωρικό νερό) μπορεί να επιφέρει, ανάλογα και με τις υδρογεωλογικές συνθήκες, αύξηση στην περιεκτικότητα ορισμένων στοιχείων, όπως χρωμίου, νικελίου, σίδηρου και μαγνησίου, που βρίσκονται εν αφθονία σε αυτούς τους γεωλογικούς σχηματισμούς (λόγω φυσικών διεργασιών βάθους) όπως αναφέρθηκε και παραπάνω.

Ο εμπλουτισμός αυτός, μπορεί να καταστεί επικίνδυνος για το περιβάλλον όταν ξεπερνά τα ανώτατα επιτρεπτά όρια (Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, 2008). Οι περιεκτικότητες των στοιχείων στα σερπεντινικά εδάφη της περιοχής μελέτης, για μεν το νικέλιο κυμαίνονται μεταξύ 1.705 και 2.979 mgr / kg, για δε το χρώμιο μεταξύ 700 και 1.500 mgr /kg, υπερβαίνοντας τις τιμές της μέσης σύστασης εδαφών, οι οποίες δίδονται από τον Αμερικανό καθηγητή Siegel (1974). Επίσης οι τιμές αυτές και για τα δυο στοιχεία υπερβαίνουν τις επιθυμητές και τις ανώτερες τιμές, οι οποίες δίδονται από την Ολλανδική, τη Βρετανική και άλλες Νομοθεσίες.

Οι περιεκτικότητες των μη σερπεντινικών εδαφών για μεν το νικέλιο κυμαίνονται μεταξύ 45 και 120 ppm, για δε το χρώμιο μεταξύ 40 και 130 ppm. Αυτό σημαίνει ότι τα στοιχεία νικέλιο και χρώμιο είναι περίπου σαράντα φορές εμπλουτισμένα στα σερπεντινικά εδάφη. Σύμφωνα με τους ερευνητές Mattigot και Page (1983), υψηλές τιμές των στοιχείων αυτών συνιστούν ρύπανση.

Η μελέτη επεκτάθηκε και στη διερεύνηση της ανάληψης χρωμίου, νικελίου, μαγνησίου και άλλων στοιχείων των εδαφών από το φυτό Alyssum Lesbiacum, το οποίο φύεται μόνο πάνω σε σερπεντινικά εδάφη και έτσι αποτελεί ασφαλή γεωβοτανικό - βιογεωχημικό δείκτη αυτών. Από χημικές αναλύσεις τμημάτων του φυτού αυτού (φύλλα - βλαστοί) των περιοχών Σταυρού, Βασιλικών κλπ., φαίνεται ότι οι περιεκτικότητες νικελίου είναι υψηλές (μέχρι 20.000 mg /kg) και έτσι επιβεβαιώνεται ότι το φυτό αυτό είναι υπερσυσσωρευτής νικελίου. Σύμφωνα με τους Kabata-Pendias and Pendias (1992), οι ανωτέρω τιμές των σερπεντινικών εδαφών υπερβαίνουν τα φυτοτοξικά επίπεδα.

Τέτοια εδάφη καλλιεργούμενα μπορεί να παράγουν αγροτικά είδη τα οποία μπορεί να είναι ανασφαλή για κατανάλωση από τον άνθρωπο ή τα ζώα. Είναι ενδιαφέρον να διερευνηθεί εάν τα καλλιεργούμενα φυτά και οπωροφόρα δένδρα των σερπεντινικών εδαφών Μεγάλης Λίμνης, Αγιάσου, Αχλαδερής, κάμπου Βασιλικών, Σταυρού, Αμπελικού, Ασωμάτου, Βρίσας, Λάμπου Μύλων κλπ., συσσωρεύουν τα στοιχεία χρώμιο και νικέλιο και εμπλουτίζονται σ’ αυτά.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω αναγνωριστικά γεωχημικά δεδομένα που υπάρχουν στην ευρύτερη περιοχή μελέτης, οι πιθανότητες εμπλουτισμού και υπέρβασης των ανώτατων επιτρεπτών ορίων, είναι αυξημένες, με άμεσες ενδεχομένως συνέπειες στο περιβάλλον. Συνεπώς, η έγκαιρη και επαρκής γνώση των ακριβών συνθηκών που διαμορφώνονται τόσο στα εδάφη όσο και στα υπόγεια και επιφανειακά νερά της περιοχής, είναι πολύ σημαντική, αφενός για την αποσαφήνιση των πραγματικών συνθηκών που επικρατούν και αφετέρου για τη λήψη ορθών δράσεων από τους αρμόδιους τοπικούς φορείς.

 

* Ο Ακίνδυνος Κελεπερτζής είναι ομότ. καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.