Ο όρος «αλληλεγγύη των γενεών» χρησιμοποιείται στις συζητήσεις για το ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό σύστημα για να περιγραφεί ως κάτι χαριτωμένο, ανθρώπινο και συναισθηματικό η κάλυψη των ελλειμμάτων των ταμείων. Στην πραγματικότητα, ο όρος συγκαλύπτει μια μεγάλη αδικία. Η περίφημη αλληλεγγύη των γενεών είναι μια καταχρηστική αρπαγή κεφαλαίων χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των σημερινών εργαζομένων που τα δικαιούνται από συνταξιούχους που δεν τα δικαιούνται.

Σχεδόν σε όλο τον αναπτυγμένο κόσμο, το ύψος των συντάξεων καθορίζεται από ένα κεφαλαιοποιητικό σύστημα, με την αξιοποίηση των εισφορών καθενός ασφαλισμένου στη διάρκεια της εργασιακής ζωής του. Τόσα έβαλες, τόσα δικαιούσαι, νομοτελειακά και αδιαμφισβήτητα. Δεν υπάρχει οριζόντια αντιμετώπιση, ούτε διοικητικά οριζόμενες συντάξεις ανεξάρτητες από το ύψος των εισφορών των ασφαλισμένων κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου.

Στην Ελλάδα εφαρμόζουμε ένα αναδιανεμητικό σύστημα, όπου η καταβολή των συντάξεων χρηματοδοτείται ευθέως από τις εισφορές των σημερινών εργαζομένων και επιδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό, δηλαδή όλους τους φορολογούμενους.

Δύο είναι οι βασικοί λόγοι για την ελλειμματική λειτουργία των συνταξιοδοτικών ταμείων στη χώρα μας. Ο πρώτος, ότι στο σύνολό τους οι σημερινοί συνταξιούχοι έχουν εισφέρει λίγα κατά τον εργασιακό βίο τους σε σχέση με όσα εισπράττουν ως εφάπαξ και σύνταξη και ο δεύτερος ότι οι προνομιακές ρυθμίσεις για συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες και οι πρόωρες συντάξεις έχουν ανατρέψει ανεπανόρθωτα το ισοζύγιο μεταξύ εργαζομένων και συνταξιούχων στη χώρα μας.

Μεγάλη μερίδα συνταξιούχων είτε δεν έχει εισφέρει ποτέ στα ταμεία, π.χ. αγρότες, «αντιστασιακοί», άγαμες θυγατέρες, είτε έχει εισφέρει πολύ λίγα σε σχέση με τα εφάπαξ και τις συντάξεις που απολαμβάνει, π.χ. γυναίκες με 15ετία στις τράπεζες, πρόωρες συνταξιοδοτήσεις, ΔΕΚΟ, ένοπλες δυνάμεις. Ο λογαριασμός για όλους αυτούς τους συνταξιούχους πέφτει πάνω στους φορολογούμενους και τους νυν εργαζόμενους.

Αντί να έχουμε μια υγιή σχέση τριών εργαζομένων ανά συνταξιούχο, καθότι χρειάζονται οι εισφορές τριών περίπου εργαζομένων για να πληρωθεί μια μέση σύνταξη γήρατος, φτάσαμε να έχουμε τρεις συνταξιούχους ανά εργαζόμενο. Η δήθεν «αλληλεγγύη των γενεών» έγινε το άλλοθι για την καταλήστευση των νέων από τους παλαιότερους.

Στο μεταξύ, οι κυβερνήσεις κάνουν τις χειρότερες επιλογές: Καταρχάς, αυξάνουν τις εισφορές των εργαζομένων με αποτέλεσμα ακόμη μεγαλύτερη εισφοροδιαφυγή και ανεργία. Δεύτερον, εξωθούν σε πρόωρη συνταξιοδότηση τούς δημοσίους υπαλλήλους προκειμένου να προσλάβουν άλλους στη θέση τους, φυσικά με κομματικά κριτήρια. Και τρίτον, αντί να προσαρμόσουν τις συντάξεις ανάλογα με τις εισφορές τού κάθε συνταξιούχου, προβαίνουν σε οριζόντια περικοπή των συντάξεων, πλήττοντας κυρίως όσους είχαν εισφέρει ως εργαζόμενοι παραπάνω από όσο αναλογεί στην τρέχουσα σύνταξή τους.

Πολλές κατηγορίες για το οικονομικό αδιέξοδο των ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών ταμείων έχουν ακουστεί και για το κούρεμα των ομολόγων των ταμείων μέσω του PSI το 2012. Αυτό που δεν λέει κανείς είναι ότι τα ομόλογα αυτά είχαν εκδοθεί από το ελληνικό δημόσιο (προστιθέμενα και αυτά στο δημόσιο χρέος), προκειμένου να καλυφτούν οι προϋπάρχουσες τρύπες των εσόδων στα ταμεία αυτά.

Αλλά στην Ελλάδα, όπου ζητάμε και τα ρέστα από τους δανειστές μας, ο λαϊκισμός ευδοκιμεί. Το ελλειμματικό ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό μοντέλο που ακολουθούμε ευθύνεται για μεγάλο μέρος τους εθνικού μας χρέους. Σύμφωνα με τους επαΐοντες, αν η συνταξιοδοτική δαπάνη ως ποσοστό του ΑΕΠ είχε περιορισθεί στα επίπεδα των αρχών της προηγούμενης δεκαετίας, το ελληνικό δημόσιο χρέος θα μπορούσε να είναι μικρότερο σήμερα έως 80 δις ευρώ.

Δεν το αντιμετωπίσαμε όταν έπρεπε αυτό το πρόβλημα. Η μεταρρύθμιση Γιαννίτση, η σοβαρότερη προσπάθεια να δοθεί μια ανάσα δεκαετιών στο ασφαλιστικό μας σύστημα, συνάντησε καθολική αντίσταση. Όχι μόνο από τα πολιτικά κόμματα, αλλά και από όσους επρόκειτο να συνταξιοδοτηθούν τα επόμενα χρόνια -τους οποίους μάλιστα δεν άγγιζε η συγκεκριμένη μεταρρύθμιση.

Ο χρόνος όμως περνάει και φτάσαμε σε οριακό σημείο. Δεν μπορούμε πλέον να δανειζόμαστε ως χώρα για να πληρώνουμε συντάξεις σε όσους δεν τις δικαιούνται, επιβαρύνοντας αυτούς που ήδη πληρώνουν τα περισσότερα. Και δεν έχουμε την πολυτέλεια να πληρώνουμε υπερβολικές συντάξεις, καταδικάζοντας τους νέους στην ανεργία. Τα λεφτά των φορολογουμένων που επιδοτούνε τις άδικα υψηλές συντάξεις θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν πολύ καλύτερα για να στηρίξουν την επιχειρηματικότητα και να δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας, με το παράπλευρο όφελος της δημιουργίας πρόσθετων πόρων για τα ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά ταμεία.

Κακά τα ψέματα, το πολιτικό μας σύστημα δεν μπόρεσε ή δεν ήθελε να κάνει κάτι για να διορθώσει τα αίσχη στο ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό μας σύστημα και μας κακοφαίνεται τώρα που μας τα λένε οι δανειστές μας μέσα από τα μνημόνια. Με δεδομένη τη δημογραφική γήρανση του ελληνικού πληθυσμού, η ανισοκατανομή των βαρών υπέρ των σημερινών συνταξιούχων εις βάρος των εργαζομένων δεν μπορεί να συνεχιστεί επί μακρόν.

Το δίκαιο είναι να υπάρχει ένα αυστηρά κεφαλαιοποιητικό συνταξιοδοτικό σύστημα συντάξεων, συνεπικουρούμενο από ένα πλέγμα ασφαλείας (χρηματοδοτούμενο από τον προϋπολογισμό) για όσους βρίσκονται κάτω από τα εισοδηματικά όρια της φτώχειας όταν περάσουν τη συντάξιμη ηλικία.