FOLLOW US
Δωροθέα Δημητρίου

Δωροθέα Δημητρίου

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Σάββατο, 30 Σεπτεμβρίου 2017 15:04

Ένας χρόνος απουσίας

Κάθε φορά που την έβλεπα ήταν όλο και πιο λυπημένη, όλο και περισσότερο βυθισμένη στο πένθος της. Δεντράκι μού θύμιζε που το χτύπησε κεραυνός και κάηκαν τα κλαδιά του. Πουλί που έχασε το ταίρι του κι έμεινε ορφανό. Σαν εκείνα τα πουλιά που στη ζωή τους έχουν μονάχα ένα ταίρι παντοτινά.

Τόσο βαθιά ήταν η λύπη της, τόσο μεγάλος ο καημός της, τόσο αγιάτρευτη η πληγή της. Δεν έβρισκα τα λόγια να την παρηγορήσω, δεν μπορούσαν οι λέξεις να εκφράσουν την πραγματική έννοια του χαμού και της θλίψης. Έχαναν στο στόμα μου το νόημά τους, χόρευαν απατηλά νοήματα, σκορπίζονταν σα φύλλα ξερά στον αέρα.

Μονάχα την αγκάλιαζα κάθε φορά που την έβλεπα μ’ όλη τη δύναμη της ψυχής μου μήπως «μεταγγίσω» λίγο απ’ τη ζεστασιά της ζωής που της έλειπε και που δεν έβρισκε πουθενά. Λίγο ν’ αγγίξω με την αγάπη μου την πληγωμένη της καρδιά.

Λίγα τα λόγια της κι αυτά λυπημένα, ψίθυροι και νοήματα που της φέρναν δάκρυα. Σπάνιες οι επισκέψεις της μα τόσο καλοδεχούμενες κι, όταν ερχόταν στο σπίτι μας, το βλέμμα της εδώ κι εκεί σε πράγματα γνώριμα που της έφερναν στο νου αλλοτινές στιγμές, χαρούμενες, περασμένες ευτυχίες. Ευτυχίες που δεν τις γνωρίζουμε τις συγκεκριμένες στιγμές... και χανόταν σε άπειρες σκέψεις. Νεράκι μονάχα της πρόσφερα στα παλιά ποτήρια της μαμάς μου, που κι αυτά θύμιζαν σ’ εμένα άλλες εποχές αγαπημένες.

Σε πόσο παλιούς χρόνους; Πόσους αιώνες πριν; Πώς μετριέται ο χρόνος άραγε, ο δικός μας χρόνος με περιστατικά ζωής, στιγμές, λεπτά, δευτερόλεπτα, με αγάπες, με λύπες, με λόγια, με έρωτες, με φιλιά, με χαμόγελα, δάκρυα; Πώς;

Άλλαζα τα λόγια μου μη δω δάκρυα στα μάτια της, να μην τη δω να κλάψει, μονάχα χαρούμενη, μονάχα ζωντανή... Δεν ήξερα αν το μπορούσα. Αγιάτρευτος ο πόνος της, μεγάλος. Ένα τεράστιο «γιατί» πλανιόταν στον αέρα, στις σκέψεις, στα λόγια της, αναπάντητο και σκληρό. Λαθεύουν κάποτε οι σκέψεις των ανθρώπων, παίρνουν άλλους δρόμους, άλλες διαστάσεις, τρέχουν βιαστικά. Όμως, πόσο μεγαλείο ψυχής μπορεί να κρύβουν μερικοί άνθρωποι ακόμη και σε τέτοιες καταστροφές...

Κατέβηκε τα σκαλοπάτια ήσυχα και σιωπηλά όπως ήρθε. Διακριτικά όπως πάντα. Σουρούπωνε, άρχισαν να λάμπουν τ’ αστέρια στον ουρανό. Ανάμεσα σε τόση λάμψη θα είναι όλοι μαζί όσοι αγαπήσαμε παντοτινά στη ζωή μας.

Το βλέμμα μου πάνω της κι όλες οι ευχές μαζί της για ένα καινούριο αύριο, χωρίς δάκρυα, μονάχα με θύμησες γλυκές κι αγαπημένες των ανθρώπων που μας συνόδευσαν στο διάβα της ζωής μας.

 

Σεπτέμβρης 2017

«Αφιερωμένο σε δύο πολύ αγαπημένους φίλους»

Δωροθέα Δημητρίου

 

Στήθηκε στο περβάζι της πόρτας λίγο πριν από το χάραμα και με κοιτούσε ώρα πολλή σιωπηλή. Αφάνταστα θορυβώδης αυτή η σιωπή, εκκωφαντική. Πολλά τα λόγια ανάμεσά μας που δεν ειπώθηκαν, ατελείωτοι οι συλλογισμοί. Κι ήξερα πως στο φως του πρωινού θα έχουν όλα χαθεί. Πόση χαρά, πόση θλίψη...

Πάει τόσος καιρός από τότε που έφυγε...

- Έχεις καιρό να μ’ επισκεφτείς, μαμά, της είπα.

- Πόσο μακριά έχεις φτάσει;

- Πόσο «ατελείωτος» μπορεί να είναι ο παράδεισος που μου έλεγες κάποτε...

Δεν μου απάντησε. Πικράθηκα.

- Ποτέ δεν μιλάς, μαμά, της είπα. Κι έκανα ν’ απλώσω το χέρι μου ν’ αγγίξω το δικό της, λίγο να νιώσω το χάδι της, τη ζεστασιά της αγάπης της (αυτή την ανιδιοτελή αγάπη της, τη δίχως όρια αγάπη, αυτή ήθελα να αισθανθώ). Να χάθηκε ξαφνικά όπως χάθηκε τ’ όνειρο για άλλη μια φορά. Σκορπίστηκε η γλύκα κι η αύρα που με είχαν τυλίξει. Κι έμεινα μετέωρη και λυπημένη.

Δεν πρόλαβα τίποτα να της πω. Μου φάνηκε τόσο λυπημένη. Ήθελα να ρωτήσω για όλους, απόντες πια, κι ήταν τόσοι πολλοί που δεν ήξερα από πού ν’ αρχίσω. Τη γιαγιά, την παραμάνα, τους συγγενείς, τις θείες, τους γείτονες, τους πολυαγαπημένους φίλους που έφυγαν τόσο νωρίς. Ήθελα να της πω πως από εκείνη τη μέρα που έφυγε φτώχυνε ο κόσμος.

Λίγο πριν από το χάραμα στάθηκα στο παράθυρο. Με τύλιξαν οι μυρωδιές της Άνοιξης, τρεμοπαίζαν τ’ αστέρια στον ουρανό. Θα ’ναι οι ψυχές σκέφτηκα όλων εκείνων που αγαπήσαμε. Να μας βλέπουν άραγε από εκεί ψηλά; Γι’ αυτό είναι τόσο λαμπερά τ’ αστέρια; Γι’ αυτό είναι τόσο όμορφος ο ουρανός τη νύχτα... είναι η παντοτινή αγάπη τους που λάμπει και κάνει τον κόσμο τόσο όμορφο αιώνες τώρα!

 

Δωροθέα Δημητρίου

 

FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top