FOLLOW US
Γιώργος Καμβυσέλλης

Γιώργος Καμβυσέλλης

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Ροδόχρωμη κι ευωδιαστή ξετυλιγότανε, στεφάνωνε τις Χανιώτικες Μαδάρες, απλωνότανε, ειρηνικός καταχτητής, μπογιάντιζε την περήφανη κορφή στο ανημέρωτο Εννιαχωρίτικο Κουτρούλι με τα φουργιάρικα γίδια αποκουρασμένα να ετοιμάζονται μετά της νύχτας το μηρυκασμό για καινούργιο σβάρνισμα στις κακοτράχαλες οροπλαγιές και κατρακυλούσε αχνιστή η καινούργια ετούτη Σαββατιάτικη μέρα. Φώτιζε το φιδωτό δρόμο, αγκάλιαζε τη σκαρφαλωμένη στις πλαγιές Κεραμωτή και κατηφόριζε λίγο κόμα για να σταματήσει εκεί στην εκκλησιά της Αγίας Κυριακής που μαζί και η νεκροπολιτεία καλοδέχεται τους οδοιπόρους της ζωής.

Μεγάλη κι αγιασμένη μέρα τούτο το Σάββατο, μαθές, για όλους εμάς τους λιγοστούς που βρεθήκαμε και πιότερο για το Μητροπολίτη Κυδωνίας και Αποκορώνου, Δαμασκηνό, που τον αξίωσε ο Θεός μετά από φόρτο εργασίας και προβλήματα πολυποίκιλα να τα καταφέρει και να ξανάρθει στα πατρογονικά του μονοπάτια δι’ ευλογίας του κατά πάντα σεβαστού Ποιμενάρχου μας κ.κ. Αμφιλοχίου για να αποτίσει φόρο τιμής και σεβασμού στον μακαριστό παπά Νικόλα που πριν λίγα χρόνια μεταπήδησε από τον κόσμο ετούτο στην αιωνιότητα. Δεσμοί αίματος, από μια οικογένεια η καταγωγή τους, μα και βαρύ το χρέος προς τον εκλιπόντα που με πνευματικά και ηθικά εφόδια είχε προικίσει τον Καλό Ποιμένα που μαζί με τα γερά του θεμέλιά, ανηφόρησε στην μετέπειτα αγιασμένη διαδρομή του σαν ηγέτης της Μητρόπολης Κυδωνίας και Αποκορώνου Χανίων.

Κατανυκτική η θεία λειτουργία με τον Σεβασμιότατο και τους άξιους συνοδούς του, τον Ηγούμενο της Χρυσοσκαλίτισσας, τον τοπικό εφημέριο, τους καλλίφωνους ιεροψάλτες που σκόρπιζαν βυζαντινούς ύμνους, πλημμύριζαν ιερό δέος την εκκλησιά, πετάγονταν από πόρτες και παραθύρια, σκόρπιζαν στα γκρεμνά για να καταλήξουν στην ασημένια θάλασσα που χαρούμενη κι αυτή στραφτάλιζε μαζί μας. Συγκίνηση στερνά μάς κατέλαβε με τα επιμνημόσυνα τροπάρια κι οι προσευχές μας ανταμώσανε για την ανάπαυση της ψυχής του εκλιπόντος παπά Νικόλα. Ταπεινά και σοφά τα λιγοστά που ακούσαμε από τον Σεβασμιότατο κι ο νους μου καταλάγιαζε στην απαράβατη οδό που όλοι διαβαίνουμε και πως χρέος μας να την αφήνουμε μυρωδάτη ξωπίσω μας.

Κοινωνήσαμε όσοι μπορούσαμε, πήραμε αντίδωρο κι ευλογία και τα παιδιά του συγχωρεμένου παπά Νικόλα δημιούργησαν πια ένα ευχάριστο περιβάλλον στο όμορφα ανακαινισμένο σπίτι τους, λίγα μέτρα πιο κάτω από την εκκλησιά, όπου με καφέ, θαυμάσια εδέσματα και ντόπιο κρασί εκτονωθήκαμε.

Κι η χαρά μου μεγάλη, που εκεί, όλοι αντάμα στον άνετο χώρο με τη θαυμάσια θέα, γνώρισα έναν ποιμενάρχη, έναν γνήσιο θρησκευτικό ηγέτη. Γελαστός και πρόσχαρος, με άνεση κι ευκολία στο λόγο του για της ζωής τα βιώματα. Ένας φίλος, ένας άνθρωπος όπως κι εμείς, γιατί άνθρωπος είναι κι εκείνος, άνθρωπος κι ο Χριστός μας όπως ήρθε στη γη να μας σώσει από τις αμαρτίες θυσιάζοντας τον ίδιο του τον εαυτό. 

Ήτανε μια μεστή κι αξέχαστη μέρα που θα με συνοδεύει για πάντα.

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

 

 

Με το που μισάνοιξα την πόρτα, δεν τόλμησα να ρίξω βήμα. Δεν ήθελα να βεβηλώσω τη στοργή που ξεδιπλωνόταν στο πλατύσκαλο, απάνω στο μικρό χαλάκι.

Δυο μανάδες και στη μέση ένα μωρό τεσσάρων ημερών.

Από τη μια η Κύρα κι από την άλλη η Σελίνα ζεσταίνανε με τα χνώτα τους, το νεογέννητο που με κλειστά ματάκια ήταν αφημένο εκεί και με τον ύπνο ήθελε να δυναμώσει να βγει κι αυτό στον αληθινό, τον ψεύτικο κόσμο. Δεν κουνιότανε, δεν ανέπνεε, θαρρείς. Τα αυτάκια του μικρούτσικα, το κεφαλάκι του ολοστρόγγυλο μπαλάκι.

Η μια μάνα από δεξιά, η Κύρα, ένα καθαρόαιμο γόνος Κρητικού ιχνηλάτη, το κοίταγε και το άγγιζε με την υγραμένη της μουσούδα για να στέρνει όλο τον ζεστό αγέρα απ’ τα πνεμόνια της στο μικρό κορμάκι κι είχε καρφωμένο το βλέμμα της στο καινούργιο απόκτημα του σπιτιού. Φαινόταν ήρεμη, πολύ ήρεμη, αλλά κι ετοιμοπόλεμη μην λάχει κι αγγίξει εχτρός τούτο το πλασματάκι. Δεν ήτανε δικό της, μα ένιωθε υπεύθυνη για την προστασία του. Κι έστεκε υπνωτισμένη στο καθήκον της.

Η άλλη, η φυσική μάνα, η Σελίνα, ένα υβρίδιο Αγκύρας, έβλεπε μια το μωρό της και μια την καλή της φίλη από πάνω και δεν μπορούσε να ησυχάσει.

«Κι αν ξυπνήσει το ένστικτο;» θα αναρωτιόταν, φαίνεται, και σάλευε ανήσυχα τα μουστάκια της.

Παραμέρισα, και μόλις ορθάνοιξα την πόρτα, το έπιασε με το μεγάλο της στόμα σαν πούπουλο η Κύρα, τρόμαξε η Σελίνα, έκανε το ανήσυχο χχχχ, αλλά σώπασε κι ακολούθησε το παιδί της, που απαλά το έφερε μέσα η σκυλίτσα και το απίθωσε απάνω στο καρπετάκι, στο τζάκι μπροστά. Και βαλθήκαμε να απολαμβάνουμε τη σκηνή, να πέφτει ξαπλωτή η Σελίνα και το ένστικτο να σπρώχνει το βρέφος στη θηλή για το πολύτιμο γάλα, με την άλλη, τη θετή μάνα από δίπλα, κολλητά, να σφαλνάει πρόσκαιρα τα μάτια της.

Ήταν το πιο καλό ηρεμιστικό στο ψυχοπλακωτικό κλίμα που μας δημιουργούν κυβερνώντες, ντόπιοι και ξένοι, μαζί κι οι επίορκοι της δημοσιογραφίας.

Γιατί, εκεί δίπλα, έτυχε να είναι ανοιχτή η βάρβαρη τηλεόραση, που την αποφεύγω σαν το διάολο το λιβάνι έτσι που κατάντησε κι αυτή, και γιόμιζε την κάμαρη συγχορδία από κραυγές ομιλητών που συμμετείχαν σε «πολιτισμένη» πολιτική συζήτηση. Πήγα να εκραγώ, αλλά μέσα στο ασφυχτικά ανελεύθερο και καταπιεστικό τραλαλά που βιώνουμε, μετά από πολύ καιρό, με πήραν τα γέλια.

Και τούτο γιατί δεν βλέπω το χαζοκούτι με τους περισσότερους πληρωμένους ή στημένους, ημιμαθείς και σοφούς, που παίρνουν από κάποιανου το στόμα μια λέξη, στραβή, σωστή ή ανάποδη και να την κάνουνε βούκινο, για να είμαι εξοικειωμένος με τέτοια ευτράπελα. Πολύς λόγος απόψε στον αχταρμά ξεχώριζε για μνημόνια, για κοινωνικές αθέατες εκρήξεις κι αγχωτικό κλίμα για την επικείμενη συμφωνία των προσυμφωνημένων κι άλλα τοιαύτα ευτράπελα, με τον κοσμάκη να κάθεται αποχαυνωμένος χωρίς να υπάρχει κανένας υγιής και θαρραλέος επαναστατικός ηγέτης να μας ξυπνήσει.

Και μια που η διάθεσή μου, χαροπάλευε, στην προσπάθειά μου να κρατηθεί λίγο ακόμα ευχάριστη, είδα τα ζωάκια ξανά, κι έφερα στο νου μου την ιστορία, που μου έφτασε από την άλλη άκρα του Ατλαντικού, την Αμερική, κι ακόμα πιο νότια, εκεί που σμίγουν δυο ωκεανοί, Ατλαντικός με Ειρηνικό, το Μαϊάμι, που η Ανδρομάχη μάζωξε από την άσφαλτο την τραυματισμένη σοβαρά γάτα, την πήγε σε γιατρούς και μαγαζιά για κατοικίδια να αγοράσει τα απαραίτητα και μετά, χαρούμενοι, άνθρωπος και ζώο, πήγανε στην αυλή του σπιτιού της, όπου έστησε το καινούργιο χώρο για την ταλαιπωρημένη γάτα. Τη γιατροπόρεψε με στοργή, της έδωσε φαγητό - νερό, την κράτησε να γίνει τελείως καλά και γινήκανε ο ένας απαραίτητος για τον άλλο. Ό,τι είχανε, δίνανε ο εις στον άλλο.

Στοργή η μία και γαλήνη, χαλάρωση με το σιγογουργούρισμά της η άλλη.

Αυτό που λέμε. Κανένα πλάσμα του Θεού δεν πηγαίνει χαμένο.

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Όχι μόνο συμπατριώτες μα συγχωριανοί και μερικώς συνάδελφοι αφού από το χωριό που γεννήθηκα και μεγάλωσα, την Άντισσα Λέσβου, από κει κατάγεται κι αυτός και προσφέρουμε τις υπηρεσίες μας στον εκπαιδευτικό τομέα και στη λογοτεχνία αμφότεροι. Έλαχε, εκείνος στην Άρτα κι εγώ στα Χανιά, να γνωριστούμε πριν λίγα σχετικά χρόνια και να συνδεθούμε με φιλία.

Για τον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη ο λόγος, ο οποίος γεννήθηκε στην Αθήνα από γονείς Αντισσαίους, σπούδασε παιδαγωγικές επιστήμες και θεολογία, έκανε μεταπτυχιακά σε Αγγλία και Γερμανία και υπηρέτησε ως σχολικός σύμβουλος της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης στην Άρτα. Είναι άνθρωπος πολύ εργατικός, ανήσυχος, έξυπνος, με σπουδαία επίδοση σε όλες τις μορφές λογοτεχνίας. Ποίηση, δοκίμιο, διήγημα, μυθιστόρημα. Έχει εκδώσει πολλά βιβλία και συνεργάζεται με εφημερίδες και περιοδικά.

Έχει θα έλεγα μια αδυναμία ή ειδικότητα να επιλέγει λογοτέχνες συγγραφείς και να τους παίρνει συνέντευξη. «Ελπιδοφόρε, πόσες συνεντεύξεις έχεις κάνει», τον ρώτησα. «Πάρα πολλές», μου απάντησε.

Σειρά του λοιπόν, και δίκαιο, με την ευκαιρία της έκδοσης του τελευταίου του μυθιστορήματος «Η Λιτανεία», να μας δώσει λίγες πληροφορίες για να τον γνωρίσουμε καλύτερα.

 

Από πότε ασχολείστε με τη λογοτεχνία και ποια τα ενδιαφέροντά σας, στην καθημερινή σας ζωή;

«Ξεκίνησα το 1999. Το πρώτο βιβλίο μου είχε τον τίτλο “Η παράσταση” και ήταν πεζογράφημα. Αγαπώ τη λογοτεχνία, την ποίηση και την ιστορία. Μου αρέσει πολύ να διαβάζω και να περπατώ στον χώρο που ζω».

 

Τι ήταν εκείνο που κέντρισε το ενδιαφέρον σας να πάρετε τόσες συνεντεύξεις ;

«Όλα ξεκίνησαν τυχαία, όταν θέλησα να δοκιμάσω να κάνω μια σελίδα, η οποία θα φιλοξενούσε έναν συγγραφέα που θα μου αποκάλυπτε τα μυστικά της γραφής του. Ξεκίνησα με το περιοδικό “Προσανατολισμοί” στο Χαϊδάρι και συνέχισα στην Άρτα με τις έντυπες εφημερίδες της».

 

Το μυθιστόρημα «Η Λιτανεία» το διάβασα με πολύ ενδιαφέρον κι είδα έναν ασυνήθιστο τρόπο γραφής. Δυο παράλληλες ιστορίες που μου θύμισαν δυο σωστά οργανωμένες πτήσεις, οι οποίες ξεκινούν από διαφορετικές βάσεις και διαφορετικούς χρόνους κι ανταμώνουν με ακρίβεια στον ίδιο χώρο για ένα αίσιο τέλος. Πώς και καταπιαστήκατε με την ακροβασία αυτή ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν;

«Στη γραφή προσπαθείς να αφήσεις το συναίσθημα να σε κυριεύσει. Γνώριζα το θέμα μου, την ιστορία της Άρτας, και τα άλλα ήρθαν από μόνα τους. Ο νους σε οδηγεί στο να ακολουθείς τους κανόνες της συγγραφής. Επίσης, για να έχει ενδιαφέρον η πλοκή επιχείρησα να ακροβατήσω μεταξύ παρελθόντος και παρόντος».

 

Μια δύσκολη δουλειά με λογοτεχνική ευελιξία και καλό στήσιμο των σκηνικών, που σε κρατάει σε αγωνία να μάθεις τι απέγινε με τα πολιτικά πάθη, την εξέγερση των βασανισμένων πολιτών, την βρόμικη πολιτική σκακιέρα και τους φλογερούς έρωτες. Πόσο χρόνο σάς πήρε να ολοκληρώσετε το έργο σας;

«Έκανα μήνες για να το ολοκληρώσω σε πρώτη γραφή. Έπειτα για δυο χρόνια το επεξεργαζόμουν διαρκώς και το διόρθωνα. Ύστερα το άφησα για λίγο καιρό στο συρτάρι μου και κάποια στιγμή αποφάσισα να το στείλω στον εκδότη μου».

 

Ποιο από τα βιβλία που έχετε εκδώσει είναι το αγαπημένο σας;

«Αδυνατώ να κάνω μια διάκριση ανάμεσά τους, καθώς όλα τα έργα μου τα αγαπώ εξίσου. Τα έχω χωρίσει σε κατηγορίες ώστε ο αναγνώστης να μπορεί να διαβάσει εκείνο που του προκαλεί περισσότερο το ενδιαφέρον».

 

Αναπολείτε καθόλου τη Λέσβο;

«Πολλές φορές αναπολώ το νησί μας, τη Λέσβο, και θυμάμαι τα παιδικά μου χρόνια. Οι μνήμες με ακολουθούν καθώς θυμάμαι το χωριό μας, την Άντισσα, και τις εξοχές της. Καμία φορά από τη βεράντα του σπιτιού μου βλέπω τον Αμβρακικό και νομίζω ότι είμαι πάλι στη θάλασσα του κάμπου. Τότε είναι που καταλαβαίνω ότι ο χρόνος περνά και παρασέρνει τα πάντα. Κάνω μια ευχή και όλα μου σκορπούν ως άνεμος που φυσά προς το μέρος της θάλασσας. Έτσι, νιώθω όμορφα που έχω την τύχη να κατοικώ σε ένα εξίσου όμορφο χωριό, σαν εκείνα τα γραφικά χωριά της Λέσβου».

 

Κύριε Ιντζέμπελη, ευχαριστώ πάρα πολύ κι εύχομαί σας καλή συνέχεια.

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017 12:29

Η αγάπη είν’ κι αλλιώτικη…  

 

Τι μαντινάδα να σας πω

τι δώρο να σας πέψω,

που χαίρομαι κι αδημονώ

αγάπη να φιλέψω.

 

Οι λογισμοί πολλώ λογιώ φίλοι μου αγαπημένοι κι οι φωνές ολούθε με γιομίζουν φιτίλια να εκραγώ και χάσω τον ύπνο μου.

Γι’ αυτό και σέρνω την καρέγλα μου, διπλακάθομαί σου και κουβεντιάζω σου. Δύσκολο να με αποδεχτείς, μα παρακαλώ σε, μη με αποπάρεις.

Είναι, που λες, πολλοί εκείνοι που χρησιμοποιούνε τη λέξη «αγάπη» χωρίς να το νιώθουν. Η μασκαρεμένη μικροκοινωνία μας, βλέπεις, μα και η ευρύτερη, μας τροφοδοτεί όλα τα ξάρτια να παίζουμε στο μεγάλο θίασο της εποχής μας που όλο και μεγαλώνει κι ευπρεπίζεται βάναυσα όσο μας βομβαρδίζουν με πρέπει και δεν πρέπει, αρώματα κι αξεσουάρ, ενέργειες καταχθόνιες και ταμάχι κατάχτησης πλούτου μισητού κι ανύπαρκτης ψεύτικης ομορφιάς για την ωραιοποίηση τού τίποτα.

Η διαφορά με δαύτους είναι ότι όσοι το θέλουν, ξέρουν να αγαπούν, νοιάζονται για το καλό των άλλων και μπορούν θυσίες να κάνουν, χωρίς να ζητούν ανταλλάγματα.

Κι ο νους μου φτεροκοπά πάλι, των συναιστημάτων οι χορδές πάλλονται, να σπάσουν, σα μαζώνονται τούτα και μάχονται ύπνο, γαλήνη και καταλογή μου με το σήμερα να κατασπαράξουν. Με περιπαίζουν οι κωμωδοποιοί σίγουρα σα σκέφτομαι πως ακόμα κι αν κάποιος σε πειράξει, πάλι, μη θέλεις το κακό του, κι αν έχεις τη δύναμη, συνέχισε να τον αγαπάς. Ξέρεις τι θα πει να μην έχεις κανέναν οχτρό; Νιώθεις αυτή την πληρότητα ότι ζεις κι είσαι λεύτερος κι αθάνατος.

Λεύτερος γιατί σπάνε οι αλυσίδες, δεν πρέπει να βασανίζεσαι με το ποιος είναι φίλος και ποιος οχτρός, ποιος κακός και ποιος καλός, ποιον αγαπάς και ποιον όχι. Θα ήταν στ’ αλήθεια μαρτυρικό για μένα να έχω στο νου μου πως σ’ αυτόν δεν πρέπει να μιλήσω γιατί είμαστε κακιωμένοι. Αυτόματα έρχονται σκηνές οδυνηρές που γινήκανε αιτία να δημιουργηθεί το πρόβλημα και θέλω με κάθε δύναμη να τις ξεράσω να απαλαχτώ απ’ τη σκιά τους, γιατί αυτό δεν το μπορώ.

Κι είναι σπουδαίο αγαθό να μπορείς αγάπη γνήσια αψεγάδιαστη να μοιράζεις. Χωρίς την απαντοχή αμοιβής που την αποδυναμώνει. Να, σαν κι αυτήν που βρίσκεις στο Άγιο Όρος. Εκεί αγαπάνε, έτσι απλά, γιατί πρέπει να αγαπάνε.

Κι άμα είσαι βαφτισμένος σε τούτη την κολυμπήθρα, δε μπορείς να ξεφύγεις. Κι άμα είσαι ενεργό κύτταρο στη σκληρή και σήπουσα κοινωνία, τότε δε βρίσκεις τόπο να ακουμπήσεις την αγάπη σου.

Βιώνουμε μια εποχή δύσκολη, ψυχοφθόρα, παγκοσμοποιημένη, ανθρωποκτόνα θα ‘λεγα. Γιατί η ζωή του αθρώπου για μένα δεν είναι μόναχα τι θα φάμε, τι θα πιούμε και πώς θα αποχτήσουμε πιότερα ρούβλια να παραγιομίσουμε το ασκί που κουβαλάμε να το δώκουμε πλούσια θροφή των σκουλήκων. Ζωή είναι να έχουμε ελευτερία και μπόρεση να αγωνιζόμαστε για το πνεύμα, την προκοπή του αθρώπου και τη σωτηρία της κακοποιημένης πατρίδας μας.

Είναι αυτό που λέμε ποιότητα ζωής και σκοπός ύπαρξης.

Ένα τετραγωνικό μέτρο γης μάς ανήκει φίλοι μου. Μπορούμε να το κάνουμε πιο ευρύχωρο; Τα πολλά ξίγκια θα μας δυσκολέψουν να στριφογυρίζουμε γιατί τότε σου, θα πολιορκηθούμε από τις τύψεις, και τα πεινασμένα παιδάκια θα κραυγάζουν μπροστά μας ωσάν χορός σε τραγωδία.

- Μας αδίκησες!

- Μας έκλεψες!

- Έκοψες τα φτερά.

- Σκότωσες ό,τι πολύτιμο είχαμε.

- Έπνιξες τη μάνα μας.

- Πού είναι τα όνειρά μας, κακούργε!

Και κείνη την ώρα, ας το βάλουμε στο νου μας, δεν περνούν τα χρυσάφια και τα πλούτη. Και ξοπίσω μας, απομένει μια αργόσυρτη ανάμνηση, καλή ή κακιά.

Κι ο Κρητικός μονολογεί:

Ο άθρωπος εις τη ζωή

πρέπει να έχει νάμι

όντε θα φύγει απ’ τη γη

να μην του πουν χαράμι.

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017 16:15

Μεγάλη Παρασκευή του 2015 στο Σφηνάρι

Βουρκωμένος ο ουρανός, μουντός, πάσκιζε να γιατρέψει τα τραύματα της πληγωμένης γης, όλο χαραματιές, πέτρες και λασπόνερα καμωμένη, με τα νερά να κατρακυλούνε σε ρυάκια και χειμάρρους, μετά τις απανωτές καταιγίδες που την μαστιγώνανε όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα.

Τα βίωνα όλα τούτα και πετιόντουσαν ομπρός μου τα λόγια της μάνας μου.

- Παιδάκι μου, ο Θεός πονάει για τα μαρτύρια του Υιού Του. Κι η βροχή που βλέπεις, δεν είναι βροχή. Τα δάκρια της Θεομήτορος είναι.

- Γιατί τον σταυρώσανε οι κακοί άνθρωποι μανούλα, ρώταγα βουρκωμένος.

- Θεού θέλημα. Για να μας σώσει από τις αμαρτίες.

Μα τούτη την ώρα, κόντευε εννιά το βράδυ, ως ήμουνα διπλωμένος στο ακρινό στασίδι, σκεφτόμουνα ακόμα πως, εφέτος, τα δάκρια της Παναγίας ήντουσαν πιο πολλά. Δεν αποκοτούσαμε να ξεμυτίσουμε απ’ τα σπίτια μας.

- Φαίνεται, βλέπει η Παναγιά τα χάλια μας στον κόσμο ολάκερο και δεν κλαίει μόναχα για το Γιο Της μα και για μας τα μυριέγγονά της, που όλο και πιο πολύ πηγαίνουμε στο λάθος δρόμο, συλλογιζόμουν.

Κι οι Χριστιανοί, παρηγοριά βρίσκουνε στις εκκλησιές. Ξέχωρα τούτες τις Άγιες μέρες,

Και να. Μεγάλη Παρασκευή απόψε, στο κρεμασμένο ανάμεσα βουνά ουρανό και θάλασσα, μικρό μας χωριουδάκι, το Σφηναράκι, μια χούφτα αθρώποι όλοι κι όλοι που ζούμε χωμένοι στην αγκαλιά της φύσης και κάτω απ’ το βλέμμα του Θεού, γιομίζαμε την εκκλησιά μας.

Ήρθανε οι επιτρόποι, η ψάλτισσα, γερόντισσες, μικρομέγαλα βλαστάρια και γερόντοι, γιομίσανε στασίδια και καρέκλες, ακουμπήσανε τις πονεμένες πλάτες, βάλανε τα κουρασμένα χέρια στα γόνατά και σιωπηλοί περιμέναμε τον παπά Νικολή να έρθει για να ψάλουμε όλοι μαζί και να θρηνήσουμε για τον Εσταυρωμένο, που κείτονταν στον ανθοστόλιστο και μυρωδάτο Επιτάφιο..

Τους έβλεπα, φχαριστούσα το Χριστό που είμαι ζωντανός κι ως το μυαλό μου εταξίδευε προς το Γολγοθά, μια ανασαμιά χάδεψε το ζερβί μου μάγουλο και μια πρόσχαρη αντρίκια φωνή τάραξε τους λογισμούς μου, την ώρα που έμπαινε ο κοντά αιωνόβιος Θοδωρολευτέρης ο Μελάς.

- Κατέεις πως ετούτοσα που μπαίνει εδά, με άλλους δυο επροκώσανε το λάλη μου το Τζωρτζοβάσιλα;

Βγήκα απ’ τις σκέψεις μου, σίμωσα το αυτί μου που η φωνή του ίσα που ακουγότανε και τον γκάρδιωσα.

- Πες μου.

- Τότε σου, μα θάτανε δεκαετία του πενήντα, κοπελάκι εγώ μα τα θυμούμαι γερά - γερά, είχαμε και χωροφυλάκους στο χωριό μας. Και βλεπέδες. Δυο. Ο ένας έδωσε αγροζημία στο λάλη μου το Τζωρτζοβάσιλα, να πληρώσει δεν ξέρω πόσα, μα αυτός, το κακορίκο, δεν είχε τα, κι οι χωροφυλάκοι θα τον βάνανε στο κρατητήριο. Μα αυτός τσακάαλι, δεν εστέκουνταν.

- Και;

- Μια μέρα, τρία κουζουλοκόπελα, ο Μελάς που βλέπεις, ο συχωρεμένος Καφετζομάνωλας κι ο Μιχάλης ο Τραγουδιστής, εκάθουντουν παρέα μαζί του. Αυτός, ο λάλης μου ο Τζωρτζοβάσιλας, που ήντονε και μια ουλιά αγαθιάρης, εφόρα μια μανδύα για το κρύο. Ξέρεις σα παλτό, με φαρδιά μανίκια, ποιος ξέρει πού την είχε εύρει, μα ας είναι.

- Φτωχός άθρωπος ε;

- Ούλοι φτωχοί ήντουσαν έπαέ τότε σου. Που λες, εκάθουνταν σε ένα χοντρό κορμό από κομμένο δέντρο κι εκουβέντιαζαν. Κοιταχτήκανε οι τρεις, πώς διάολο εστήσανε το σχέδιο, πήγε ο Τραγουδιστής κι έφερε πρόκες. Κι έτσι που είχε ο Τζωρτζοβασίλης στα πλάγια τα χέρια του, ο ένας του εμίλει κι οι άλλοι δυο διπλώσανε τα μανίκια στις άκρες και επροκώσανέ τα στο ξύλο με δυο-τρεις πρόκες. Υστερνά ο ένας επρόκωσε τη μανδύα μαζί κι ένα τσουβάλι που είχε για πανταλόνι στα οπίσθια πάνω στο βαρύ κορμό. Ύστερις, εσηκωθήκανε τα κοπέλια, του είπανε πως εβιαζόντουσαν να πάνε στα οζά και φύγανε. Έκανε να σηκωθεί κι ο κακορίκος ο Τζωρτζοβάσιλας ο λάλης μου, μα πού να σηκωθεί που ήντονε προκωμένος. Βρε από δω, βρε από κει, χοντρή η μανδύα δεν εσκίζουνταν, άρχισε να βρίζει και να φωνάζει τα κοπέλια να γαήρουν, μα αυτά είχανε κρυφτεί κι εκάμανε χάζι.

- Και ποιος τον ελευθέρωσε, ρώτησα.

- Ο χωροφύλακας που κείνη την ώρα, μισομέθυστος, έβγαινε απ’ τσι Μπαλαδοστυλιανής τον καφενέ.

- Και τον συλλάβανε;

- Όϊ. Τον ελυπήθηκε, και μόναχα που τον εξεπρόκωσε να λευτερωθεί. Τι να τον κάνει στο κρατητήριο; Σάματις μπορούσε να φύγει; Δεν εμπόρει.

Με πήραν τα γέλια, για την απλότητα του κόσμου τις δύσκολες μα όμορφες εκείνες εποχές, αλλά σοβάρεψα μπρος τον παπά Νικολή, που έμπαινε βιαστικός να ψάλει τον Επιτάφιο.

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top