FOLLOW US
Γιώργος Καμβυσέλλης

Γιώργος Καμβυσέλλης

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017 17:40

Λες, τούτη τη φορά;

- Θα με πεθάνετε! Νάτο, έρχεται.

Προσπάθησε να σωριαστεί στο ξύλινο μπαλκόνι, σκέφτηκε, γράπωσε το σιδερένιο κάγκελο, αργόσυρε τη θολωμένη του ματιά στον αυλόγυρα, πεντέξι οι υποταχτικοί ούλοι κι ούλοι, δεν τον σύφερε, ξαναστυλώθηκε με μάτια όρνιου αρπαχτικού μισόκλειστα, ξεστόμισε βρισιές ακαταλαβίστικες, και ίδιο πληγωμένο θεριό πισωγύρισε και χώθηκε στο μικρό δωμάτιο που χρησίμευε για γραφείο τούτης της φάμπρικας που με ξένα λεφτά εφοδιάζει με ακριβά εσώρουχα τα μαγαζιά. Ιδρός, ξενύχτι και κομπίνες χρειαστήκανε για να τη στεριώσει ο μαστροΓύπας.

Αυγατίσανε οι δουλειές, τον μάθανε στη πιάτσα, φούσκωσαν πορτοφόλι και μυαλά του.

Είχε και μια μεσόπορτα στο γραφειάκι με παραπλανητικό μπογιαντισμένο θαμπότζαμο, κι απ’ την άλλη, ένα κρεβάτι, με φρουφρουρένια κι αρωματισμένα σκεπάσματα. Εδώ, λένε, μα κι ο ίδιος καυκιέται στους ομότεχνους του, υποδεχότανε τις απαιτητικές πελάτισσες για να τους κάνει ειδικές τιμές.

Τους άλλους, για παραγγελίες και συφωνίες, τους δεχότανε όξω, στο φτωχικάτο γραφείο.

Συμπολεμιστές σε τούτες τις αψιμαχίες είχε τον Ιγνάτη και τον Αργύρη. Καλοί τεχνίτες, δουλευτάδες και μπιστικοί του, τάφος! Αλλά κι οι δυο, με το αζημίωτο. Να τους έχει του χεριού του ήθελε.

Πλουτίζανε αυτοί, αδειάζανε τα ταμεία, και σαν έφταναν στο απροχώρητο, ο Γύπας φώναζε στους εργάτες πως αυτοί φταίνε.

Κι ήτανε τόσο πιστικός με τα επερχόμενα εγκεφαλικά  και τα ανύπαρκτα εντάλματα συλλήψεως σαν τους έλεγε, που τον λυπόντουσαν, κάνανε θυσίες, σφίγγανε το ζωνάρι, κι έβγαινε η επιχείρηση από την κρίση.

Ξανάρχιζαν την αλόγιστη σπατάλη η τριάδα, κι υστερνά, πάλι στο μπαλκόνι.

- Θα με πεθάνετε! Νάτο! Έρχεται το εγκεφαλικό!! Κομμένες οι υπερωρίες!

Τα πιστεύανε οι υποτακτικοί, σφίγγανε κι άλλο το ζωνάρι.

Μέχρι που μια μέρα, μπαϊράκι σηκώσανε.

- Θέλουμε το δίκιο μας! Τη δούλεψή μας!

Άναψε ο Γύπας, πυρ και μανία γίνηκε, φώναξε τους δυο μπιστικούς του.

- Θα σας απολύσω! Είπε στον Ιγνάτη και τον Αργύρη, και τους έκλεισε το μάτι. Εσείς κάνετε σπατάλες και θα φαλιρίσει η επιχείρηση!

Ακούσανε οι εργάτες φχαριστηθήκανε, πληρώσανε τις ζημιές, κι απαντέχανε να διώξει τους υπαίτιους. Μα τούτο δε γινότανε, και σα ρεμήσανε τα πνέματα, είπε ο μάστροΓύπας:

- Θα τους κόψω το μισθό να ξεπληρωθούν οι ζημιές. Αλλά, κι εσείς, μη περιμένετε αύξηση.

Κανένας δεν αντιστάθηκε, «ήρθε δικαιοσύνη» πιστέψανε.

Ο μάστροΓύπας δεν έπαθε ποτέ εγκεφαλικό, ούτε κι η καρδιά του τον πρόδωσε. Όμως ο φουκαράς ο Νικολάκης με τα πολλά παιδιά και την άρρωστη γυναίκα, αυτός υποφέρει χρόνια πολλά από ανέχεια μια και ποτέ δεν είχε ευχέρεια η επιχείρηση να του δώκει μια τοσοδούλα αύξηση. Μόνο καλές κουβέντες κι επαίνους δακρύβρεχτους άκουγε κι αφορεσμούς να παρασταθεί του αφεντικού του, που περνούσε μέρες δύσκολες.

Κι οι τρανοί, πάλι με χρυσά κουτάλια τρώγανε το βιος των παρακατιανώνε.

Μέχρι που ξεσηκώθηκαν πάλι, και διώξανε, έτσι πιστέψανε, το Γύπα.

Ο Μάστρο-Αργύρης γίνηκε αφεντικό τώρα κι όλοι απαντέχουνε το ξεκαθάρισμα μια για πάντα

- Μη τρώτε πολύ, για να πληρωθούνε οι έμπειροι γραμματιζούμενοι που φώναξα να βρούνε τους ενόχους, τους είπε με τη σειρά του.

Κι ο φουκαράς ο Νικολάκης, κόβει στα τρία το κεφτέ, και προσεύχεται.

Λες τούτη τη φορά να βρει κι αυτός το δίκιο του,

φίλε μου αναγνώστη;

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

 

 

 

 

 

Είχανε σβήσει οι λιγοστές φωτολαμπίδες στον ουρανό, κρυμμένες στα σκόρπια σύννεφα οι πιότερες, κι οι κορφογραμμές ολόγυρα ξεπροβαίνανε και βάνανε τα ανοιξιάτικά τους σ’ αποχρώσεις σπάνιες του πράσινου ταπέτου κεντημένου από Θεϊκό Χέρι με κίτρινες μενεξεδί, κόκκινες και ασπριδερές κορφές στους θάμνους και βοτάνια που ξεπροβαίνανε από τη μάνα όλων μας, τη γης. Ένας αγέρας νοτισμένος κι ογρός κατρακυλούσε, σκέπαζε σπίτια αυλές κι αθρώπους, δρόσιζε τα ζωντανά που βόσκανε χαρούμενα κι έσμιγε με τη δικιά του θαλασσομάνα.

Χοντρές σταγόνες πέφτανε βαριεστημένες στην οψιμάδα τους, λιόδεντρα μπαχτσέδες και πατατοχώραφα πιθυμούσανε τούτη τη δροσινάδα και χαμογελούσανε, μα η καρδιά λιγοστών αθρώπων, των εθελοντών Φίλων του Αννουσάκειου Ιδρύματος, κλονίστηκε, τάχυνε τους ρυθμούς, ένα αλαφρό σφίξιμο έζωσε πλευρά και μπέτια τωνε και μουρμουριστά αργοφάνηκαν στα χείλη τους ευχής κι ανησυχίας λέξεις. «Θεέ μου κάνε να σάξει ο καιρός, να χαρούν οι πονεμένοι μας, να τραγουδήσουν και να απολαύσουνε το μουσικό και νοσταλγικό ταξίδι που τους τάξαμε».

Λίγο μετά τον πόλεμο ήτανε, με το αίμα να τρέχει ακόμα στις πληγές της ταλαίπωρης Ελλαδίτσας μας, που αγώνα στον αγώνα πάσκιζε να ορθοποδήσει, όταν μια τοιμόγεννη λεβεντομάνα, η Μαγδαληνή, βρέθηκε ολόδρωτη στο κρεβάτι με τους αβάσταχτους πόνους τοκετού, να φέρνει στον κόσμο ένα χαριτωμένο αγοράκι. Λιγοστά τα φάρμακα κι επεμβατικά μέσα, κουτσουρεμένοι οι γιατροί, μια αιμορραγία, κι η μάνα δεν χάρηκε το σπλάχνο της κι αυτό δεν γνώρισε μάνα. Στα χέρια του πατέρα και στης γιαγιάς τις φροντίδες απόμεινε, κι ο γονιός που λαχταρούσε να βαστήξει ζωντανές τις μνήμες, ζήτησε να του δοθεί το όνομα Μαγδαληνός και να το φωνάζουνε Λίνο. Λίνο Κόκοτο. Η γιαγιά αγωνιούσε κι αγωνιζότανε, κατάφερε να του δώσει γερά θεμέλια κι ανατροφή σπάνια, χόρτασε ζωή, πέρασε τον αιώνα, κουρασμένη μα χαρούμενη τα τελευταία της χρόνια βρήκε θαλπωρή στο Γηροκομείο Αθηνών κι έφυγε ήσυχη στα 105 της. Ώρες πολλές περνούσε δίπλα της ο Λίνος και τής χάριζε στιγμές μελωδικές, ζωογόνες. Στιγμές ευαίσθητες του προικισμένου μουσικοσυνθέτη που τανίστηκαν ξανά, κι ευτύς, δέχτηκε να προσφέρει χωρίς καμιά αμοιβή, υλική, ετούτο το μουσικό ταξίδι στους άλλους απόμαχους της ζωής που ανασαίνουν με τις φροντίδες του Αννουσάκειου Ιδρύματος Κισάμου.

Κι η γης, φρεσκοπλυμένη, αφουγκράστηκε ευχές, λαχτάρες και πόνους, αναστέναξε, έγνεψε στον ουρανό, χάθηκαν τα σύννεφα, ζέστανε η μέρα και απόγεμα, με ένα θαυμάσιο καιρό, στο μικρό μα μυρωδάτο προαύλιο θεατρικό χώρο του Αννουσάκειου Ιδρύματος, μπροστά στα ανυπόμονα μάτια των πονεμένων γηρατειών, φτάσανε σεμνοί και σιγουρεμένοι για το ρόλο τους, ο σπουδαίος μουσικοσυνθέτης Λίνος Κόκοτος με τον δικό μας εκπαιδευτικό και μουσικοδιδάσκαλο Γιώργο Χαχλάκη.

Τραγουδήσανε υπέροχα με τη συνοδεία μουσικής κι οι τρόφιμοι του Αννουσάκειου Θεραπευτηρίου, με ορθάνοιχτα μάτια κι αιστήσεις φρεσκοτανισμένες, πιστέψανε πως είναι πιο νέοι, πιο γεροί και πως δεν τέλεψε και γι αυτούς ετούτη η ζωή.

Το πορτοφόλι του μεγάλου μουσικού Κόκοτου δεν γέμισε, μα η καρδιά του άνοιξε και πλημμύρισε αγάπη, όπως ο ίδιος τόνισε βουρκωμένος όταν έβλεπε δακρυσμένα μάτια να λαμπιρίζουν και χείλη πικραμένα να χαμογελούν σιγοτραγουδώντας τα υπέροχα, από τον ίδιο και τον ταλαντούχο Χαχλάκη δοσμένα, και χιλιακουσμένα από τους πολυκαιρισμένους διαβάτες της ζωής νοσταλγικά τραγούδια.

Ήτανε μια σπάνια εκδήλωση από το δραστήριο διοικητικό συμβούλιο του εθελοντικού Συνδέσμου των Φίλων του Αννουσάκειου Θεραπευτηρίου Κισάμου Χανίων που, αστέρι στέκει στην ταπεινότητά του και πρέπει να το βαστούμε στις καρδιές μας φωτεινό μπροστάρη στο δρόμο προς την αλληλοστήριξη για μια κοινωνία, Θε μου, αλλιώτικη, ζεστή ανοιχταγκάλη.

Αξίζουν συγχαρητήρια σε όλους, μικρούς και μεγάλους, που κι εμείς χαρήκαμε και δακρύσαμε βλέποντας τόσες σφαλιγμένες ψυχές να φτεροκοπούν κι ανάλαφρα να ταξιδεύουν σε πελάγη γαλάζια και ξεχασμένα.

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε. 

Ροδόχρωμη κι ευωδιαστή ξετυλιγότανε, στεφάνωνε τις Χανιώτικες Μαδάρες, απλωνότανε, ειρηνικός καταχτητής, μπογιάντιζε την περήφανη κορφή στο ανημέρωτο Εννιαχωρίτικο Κουτρούλι με τα φουργιάρικα γίδια αποκουρασμένα να ετοιμάζονται μετά της νύχτας το μηρυκασμό για καινούργιο σβάρνισμα στις κακοτράχαλες οροπλαγιές και κατρακυλούσε αχνιστή η καινούργια ετούτη Σαββατιάτικη μέρα. Φώτιζε το φιδωτό δρόμο, αγκάλιαζε τη σκαρφαλωμένη στις πλαγιές Κεραμωτή και κατηφόριζε λίγο κόμα για να σταματήσει εκεί στην εκκλησιά της Αγίας Κυριακής που μαζί και η νεκροπολιτεία καλοδέχεται τους οδοιπόρους της ζωής.

Μεγάλη κι αγιασμένη μέρα τούτο το Σάββατο, μαθές, για όλους εμάς τους λιγοστούς που βρεθήκαμε και πιότερο για το Μητροπολίτη Κυδωνίας και Αποκορώνου, Δαμασκηνό, που τον αξίωσε ο Θεός μετά από φόρτο εργασίας και προβλήματα πολυποίκιλα να τα καταφέρει και να ξανάρθει στα πατρογονικά του μονοπάτια δι’ ευλογίας του κατά πάντα σεβαστού Ποιμενάρχου μας κ.κ. Αμφιλοχίου για να αποτίσει φόρο τιμής και σεβασμού στον μακαριστό παπά Νικόλα που πριν λίγα χρόνια μεταπήδησε από τον κόσμο ετούτο στην αιωνιότητα. Δεσμοί αίματος, από μια οικογένεια η καταγωγή τους, μα και βαρύ το χρέος προς τον εκλιπόντα που με πνευματικά και ηθικά εφόδια είχε προικίσει τον Καλό Ποιμένα που μαζί με τα γερά του θεμέλιά, ανηφόρησε στην μετέπειτα αγιασμένη διαδρομή του σαν ηγέτης της Μητρόπολης Κυδωνίας και Αποκορώνου Χανίων.

Κατανυκτική η θεία λειτουργία με τον Σεβασμιότατο και τους άξιους συνοδούς του, τον Ηγούμενο της Χρυσοσκαλίτισσας, τον τοπικό εφημέριο, τους καλλίφωνους ιεροψάλτες που σκόρπιζαν βυζαντινούς ύμνους, πλημμύριζαν ιερό δέος την εκκλησιά, πετάγονταν από πόρτες και παραθύρια, σκόρπιζαν στα γκρεμνά για να καταλήξουν στην ασημένια θάλασσα που χαρούμενη κι αυτή στραφτάλιζε μαζί μας. Συγκίνηση στερνά μάς κατέλαβε με τα επιμνημόσυνα τροπάρια κι οι προσευχές μας ανταμώσανε για την ανάπαυση της ψυχής του εκλιπόντος παπά Νικόλα. Ταπεινά και σοφά τα λιγοστά που ακούσαμε από τον Σεβασμιότατο κι ο νους μου καταλάγιαζε στην απαράβατη οδό που όλοι διαβαίνουμε και πως χρέος μας να την αφήνουμε μυρωδάτη ξωπίσω μας.

Κοινωνήσαμε όσοι μπορούσαμε, πήραμε αντίδωρο κι ευλογία και τα παιδιά του συγχωρεμένου παπά Νικόλα δημιούργησαν πια ένα ευχάριστο περιβάλλον στο όμορφα ανακαινισμένο σπίτι τους, λίγα μέτρα πιο κάτω από την εκκλησιά, όπου με καφέ, θαυμάσια εδέσματα και ντόπιο κρασί εκτονωθήκαμε.

Κι η χαρά μου μεγάλη, που εκεί, όλοι αντάμα στον άνετο χώρο με τη θαυμάσια θέα, γνώρισα έναν ποιμενάρχη, έναν γνήσιο θρησκευτικό ηγέτη. Γελαστός και πρόσχαρος, με άνεση κι ευκολία στο λόγο του για της ζωής τα βιώματα. Ένας φίλος, ένας άνθρωπος όπως κι εμείς, γιατί άνθρωπος είναι κι εκείνος, άνθρωπος κι ο Χριστός μας όπως ήρθε στη γη να μας σώσει από τις αμαρτίες θυσιάζοντας τον ίδιο του τον εαυτό. 

Ήτανε μια μεστή κι αξέχαστη μέρα που θα με συνοδεύει για πάντα.

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

 

 

Με το που μισάνοιξα την πόρτα, δεν τόλμησα να ρίξω βήμα. Δεν ήθελα να βεβηλώσω τη στοργή που ξεδιπλωνόταν στο πλατύσκαλο, απάνω στο μικρό χαλάκι.

Δυο μανάδες και στη μέση ένα μωρό τεσσάρων ημερών.

Από τη μια η Κύρα κι από την άλλη η Σελίνα ζεσταίνανε με τα χνώτα τους, το νεογέννητο που με κλειστά ματάκια ήταν αφημένο εκεί και με τον ύπνο ήθελε να δυναμώσει να βγει κι αυτό στον αληθινό, τον ψεύτικο κόσμο. Δεν κουνιότανε, δεν ανέπνεε, θαρρείς. Τα αυτάκια του μικρούτσικα, το κεφαλάκι του ολοστρόγγυλο μπαλάκι.

Η μια μάνα από δεξιά, η Κύρα, ένα καθαρόαιμο γόνος Κρητικού ιχνηλάτη, το κοίταγε και το άγγιζε με την υγραμένη της μουσούδα για να στέρνει όλο τον ζεστό αγέρα απ’ τα πνεμόνια της στο μικρό κορμάκι κι είχε καρφωμένο το βλέμμα της στο καινούργιο απόκτημα του σπιτιού. Φαινόταν ήρεμη, πολύ ήρεμη, αλλά κι ετοιμοπόλεμη μην λάχει κι αγγίξει εχτρός τούτο το πλασματάκι. Δεν ήτανε δικό της, μα ένιωθε υπεύθυνη για την προστασία του. Κι έστεκε υπνωτισμένη στο καθήκον της.

Η άλλη, η φυσική μάνα, η Σελίνα, ένα υβρίδιο Αγκύρας, έβλεπε μια το μωρό της και μια την καλή της φίλη από πάνω και δεν μπορούσε να ησυχάσει.

«Κι αν ξυπνήσει το ένστικτο;» θα αναρωτιόταν, φαίνεται, και σάλευε ανήσυχα τα μουστάκια της.

Παραμέρισα, και μόλις ορθάνοιξα την πόρτα, το έπιασε με το μεγάλο της στόμα σαν πούπουλο η Κύρα, τρόμαξε η Σελίνα, έκανε το ανήσυχο χχχχ, αλλά σώπασε κι ακολούθησε το παιδί της, που απαλά το έφερε μέσα η σκυλίτσα και το απίθωσε απάνω στο καρπετάκι, στο τζάκι μπροστά. Και βαλθήκαμε να απολαμβάνουμε τη σκηνή, να πέφτει ξαπλωτή η Σελίνα και το ένστικτο να σπρώχνει το βρέφος στη θηλή για το πολύτιμο γάλα, με την άλλη, τη θετή μάνα από δίπλα, κολλητά, να σφαλνάει πρόσκαιρα τα μάτια της.

Ήταν το πιο καλό ηρεμιστικό στο ψυχοπλακωτικό κλίμα που μας δημιουργούν κυβερνώντες, ντόπιοι και ξένοι, μαζί κι οι επίορκοι της δημοσιογραφίας.

Γιατί, εκεί δίπλα, έτυχε να είναι ανοιχτή η βάρβαρη τηλεόραση, που την αποφεύγω σαν το διάολο το λιβάνι έτσι που κατάντησε κι αυτή, και γιόμιζε την κάμαρη συγχορδία από κραυγές ομιλητών που συμμετείχαν σε «πολιτισμένη» πολιτική συζήτηση. Πήγα να εκραγώ, αλλά μέσα στο ασφυχτικά ανελεύθερο και καταπιεστικό τραλαλά που βιώνουμε, μετά από πολύ καιρό, με πήραν τα γέλια.

Και τούτο γιατί δεν βλέπω το χαζοκούτι με τους περισσότερους πληρωμένους ή στημένους, ημιμαθείς και σοφούς, που παίρνουν από κάποιανου το στόμα μια λέξη, στραβή, σωστή ή ανάποδη και να την κάνουνε βούκινο, για να είμαι εξοικειωμένος με τέτοια ευτράπελα. Πολύς λόγος απόψε στον αχταρμά ξεχώριζε για μνημόνια, για κοινωνικές αθέατες εκρήξεις κι αγχωτικό κλίμα για την επικείμενη συμφωνία των προσυμφωνημένων κι άλλα τοιαύτα ευτράπελα, με τον κοσμάκη να κάθεται αποχαυνωμένος χωρίς να υπάρχει κανένας υγιής και θαρραλέος επαναστατικός ηγέτης να μας ξυπνήσει.

Και μια που η διάθεσή μου, χαροπάλευε, στην προσπάθειά μου να κρατηθεί λίγο ακόμα ευχάριστη, είδα τα ζωάκια ξανά, κι έφερα στο νου μου την ιστορία, που μου έφτασε από την άλλη άκρα του Ατλαντικού, την Αμερική, κι ακόμα πιο νότια, εκεί που σμίγουν δυο ωκεανοί, Ατλαντικός με Ειρηνικό, το Μαϊάμι, που η Ανδρομάχη μάζωξε από την άσφαλτο την τραυματισμένη σοβαρά γάτα, την πήγε σε γιατρούς και μαγαζιά για κατοικίδια να αγοράσει τα απαραίτητα και μετά, χαρούμενοι, άνθρωπος και ζώο, πήγανε στην αυλή του σπιτιού της, όπου έστησε το καινούργιο χώρο για την ταλαιπωρημένη γάτα. Τη γιατροπόρεψε με στοργή, της έδωσε φαγητό - νερό, την κράτησε να γίνει τελείως καλά και γινήκανε ο ένας απαραίτητος για τον άλλο. Ό,τι είχανε, δίνανε ο εις στον άλλο.

Στοργή η μία και γαλήνη, χαλάρωση με το σιγογουργούρισμά της η άλλη.

Αυτό που λέμε. Κανένα πλάσμα του Θεού δεν πηγαίνει χαμένο.

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Όχι μόνο συμπατριώτες μα συγχωριανοί και μερικώς συνάδελφοι αφού από το χωριό που γεννήθηκα και μεγάλωσα, την Άντισσα Λέσβου, από κει κατάγεται κι αυτός και προσφέρουμε τις υπηρεσίες μας στον εκπαιδευτικό τομέα και στη λογοτεχνία αμφότεροι. Έλαχε, εκείνος στην Άρτα κι εγώ στα Χανιά, να γνωριστούμε πριν λίγα σχετικά χρόνια και να συνδεθούμε με φιλία.

Για τον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη ο λόγος, ο οποίος γεννήθηκε στην Αθήνα από γονείς Αντισσαίους, σπούδασε παιδαγωγικές επιστήμες και θεολογία, έκανε μεταπτυχιακά σε Αγγλία και Γερμανία και υπηρέτησε ως σχολικός σύμβουλος της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης στην Άρτα. Είναι άνθρωπος πολύ εργατικός, ανήσυχος, έξυπνος, με σπουδαία επίδοση σε όλες τις μορφές λογοτεχνίας. Ποίηση, δοκίμιο, διήγημα, μυθιστόρημα. Έχει εκδώσει πολλά βιβλία και συνεργάζεται με εφημερίδες και περιοδικά.

Έχει θα έλεγα μια αδυναμία ή ειδικότητα να επιλέγει λογοτέχνες συγγραφείς και να τους παίρνει συνέντευξη. «Ελπιδοφόρε, πόσες συνεντεύξεις έχεις κάνει», τον ρώτησα. «Πάρα πολλές», μου απάντησε.

Σειρά του λοιπόν, και δίκαιο, με την ευκαιρία της έκδοσης του τελευταίου του μυθιστορήματος «Η Λιτανεία», να μας δώσει λίγες πληροφορίες για να τον γνωρίσουμε καλύτερα.

 

Από πότε ασχολείστε με τη λογοτεχνία και ποια τα ενδιαφέροντά σας, στην καθημερινή σας ζωή;

«Ξεκίνησα το 1999. Το πρώτο βιβλίο μου είχε τον τίτλο “Η παράσταση” και ήταν πεζογράφημα. Αγαπώ τη λογοτεχνία, την ποίηση και την ιστορία. Μου αρέσει πολύ να διαβάζω και να περπατώ στον χώρο που ζω».

 

Τι ήταν εκείνο που κέντρισε το ενδιαφέρον σας να πάρετε τόσες συνεντεύξεις ;

«Όλα ξεκίνησαν τυχαία, όταν θέλησα να δοκιμάσω να κάνω μια σελίδα, η οποία θα φιλοξενούσε έναν συγγραφέα που θα μου αποκάλυπτε τα μυστικά της γραφής του. Ξεκίνησα με το περιοδικό “Προσανατολισμοί” στο Χαϊδάρι και συνέχισα στην Άρτα με τις έντυπες εφημερίδες της».

 

Το μυθιστόρημα «Η Λιτανεία» το διάβασα με πολύ ενδιαφέρον κι είδα έναν ασυνήθιστο τρόπο γραφής. Δυο παράλληλες ιστορίες που μου θύμισαν δυο σωστά οργανωμένες πτήσεις, οι οποίες ξεκινούν από διαφορετικές βάσεις και διαφορετικούς χρόνους κι ανταμώνουν με ακρίβεια στον ίδιο χώρο για ένα αίσιο τέλος. Πώς και καταπιαστήκατε με την ακροβασία αυτή ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν;

«Στη γραφή προσπαθείς να αφήσεις το συναίσθημα να σε κυριεύσει. Γνώριζα το θέμα μου, την ιστορία της Άρτας, και τα άλλα ήρθαν από μόνα τους. Ο νους σε οδηγεί στο να ακολουθείς τους κανόνες της συγγραφής. Επίσης, για να έχει ενδιαφέρον η πλοκή επιχείρησα να ακροβατήσω μεταξύ παρελθόντος και παρόντος».

 

Μια δύσκολη δουλειά με λογοτεχνική ευελιξία και καλό στήσιμο των σκηνικών, που σε κρατάει σε αγωνία να μάθεις τι απέγινε με τα πολιτικά πάθη, την εξέγερση των βασανισμένων πολιτών, την βρόμικη πολιτική σκακιέρα και τους φλογερούς έρωτες. Πόσο χρόνο σάς πήρε να ολοκληρώσετε το έργο σας;

«Έκανα μήνες για να το ολοκληρώσω σε πρώτη γραφή. Έπειτα για δυο χρόνια το επεξεργαζόμουν διαρκώς και το διόρθωνα. Ύστερα το άφησα για λίγο καιρό στο συρτάρι μου και κάποια στιγμή αποφάσισα να το στείλω στον εκδότη μου».

 

Ποιο από τα βιβλία που έχετε εκδώσει είναι το αγαπημένο σας;

«Αδυνατώ να κάνω μια διάκριση ανάμεσά τους, καθώς όλα τα έργα μου τα αγαπώ εξίσου. Τα έχω χωρίσει σε κατηγορίες ώστε ο αναγνώστης να μπορεί να διαβάσει εκείνο που του προκαλεί περισσότερο το ενδιαφέρον».

 

Αναπολείτε καθόλου τη Λέσβο;

«Πολλές φορές αναπολώ το νησί μας, τη Λέσβο, και θυμάμαι τα παιδικά μου χρόνια. Οι μνήμες με ακολουθούν καθώς θυμάμαι το χωριό μας, την Άντισσα, και τις εξοχές της. Καμία φορά από τη βεράντα του σπιτιού μου βλέπω τον Αμβρακικό και νομίζω ότι είμαι πάλι στη θάλασσα του κάμπου. Τότε είναι που καταλαβαίνω ότι ο χρόνος περνά και παρασέρνει τα πάντα. Κάνω μια ευχή και όλα μου σκορπούν ως άνεμος που φυσά προς το μέρος της θάλασσας. Έτσι, νιώθω όμορφα που έχω την τύχη να κατοικώ σε ένα εξίσου όμορφο χωριό, σαν εκείνα τα γραφικά χωριά της Λέσβου».

 

Κύριε Ιντζέμπελη, ευχαριστώ πάρα πολύ κι εύχομαί σας καλή συνέχεια.

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017 12:29

Η αγάπη είν’ κι αλλιώτικη…  

 

Τι μαντινάδα να σας πω

τι δώρο να σας πέψω,

που χαίρομαι κι αδημονώ

αγάπη να φιλέψω.

 

Οι λογισμοί πολλώ λογιώ φίλοι μου αγαπημένοι κι οι φωνές ολούθε με γιομίζουν φιτίλια να εκραγώ και χάσω τον ύπνο μου.

Γι’ αυτό και σέρνω την καρέγλα μου, διπλακάθομαί σου και κουβεντιάζω σου. Δύσκολο να με αποδεχτείς, μα παρακαλώ σε, μη με αποπάρεις.

Είναι, που λες, πολλοί εκείνοι που χρησιμοποιούνε τη λέξη «αγάπη» χωρίς να το νιώθουν. Η μασκαρεμένη μικροκοινωνία μας, βλέπεις, μα και η ευρύτερη, μας τροφοδοτεί όλα τα ξάρτια να παίζουμε στο μεγάλο θίασο της εποχής μας που όλο και μεγαλώνει κι ευπρεπίζεται βάναυσα όσο μας βομβαρδίζουν με πρέπει και δεν πρέπει, αρώματα κι αξεσουάρ, ενέργειες καταχθόνιες και ταμάχι κατάχτησης πλούτου μισητού κι ανύπαρκτης ψεύτικης ομορφιάς για την ωραιοποίηση τού τίποτα.

Η διαφορά με δαύτους είναι ότι όσοι το θέλουν, ξέρουν να αγαπούν, νοιάζονται για το καλό των άλλων και μπορούν θυσίες να κάνουν, χωρίς να ζητούν ανταλλάγματα.

Κι ο νους μου φτεροκοπά πάλι, των συναιστημάτων οι χορδές πάλλονται, να σπάσουν, σα μαζώνονται τούτα και μάχονται ύπνο, γαλήνη και καταλογή μου με το σήμερα να κατασπαράξουν. Με περιπαίζουν οι κωμωδοποιοί σίγουρα σα σκέφτομαι πως ακόμα κι αν κάποιος σε πειράξει, πάλι, μη θέλεις το κακό του, κι αν έχεις τη δύναμη, συνέχισε να τον αγαπάς. Ξέρεις τι θα πει να μην έχεις κανέναν οχτρό; Νιώθεις αυτή την πληρότητα ότι ζεις κι είσαι λεύτερος κι αθάνατος.

Λεύτερος γιατί σπάνε οι αλυσίδες, δεν πρέπει να βασανίζεσαι με το ποιος είναι φίλος και ποιος οχτρός, ποιος κακός και ποιος καλός, ποιον αγαπάς και ποιον όχι. Θα ήταν στ’ αλήθεια μαρτυρικό για μένα να έχω στο νου μου πως σ’ αυτόν δεν πρέπει να μιλήσω γιατί είμαστε κακιωμένοι. Αυτόματα έρχονται σκηνές οδυνηρές που γινήκανε αιτία να δημιουργηθεί το πρόβλημα και θέλω με κάθε δύναμη να τις ξεράσω να απαλαχτώ απ’ τη σκιά τους, γιατί αυτό δεν το μπορώ.

Κι είναι σπουδαίο αγαθό να μπορείς αγάπη γνήσια αψεγάδιαστη να μοιράζεις. Χωρίς την απαντοχή αμοιβής που την αποδυναμώνει. Να, σαν κι αυτήν που βρίσκεις στο Άγιο Όρος. Εκεί αγαπάνε, έτσι απλά, γιατί πρέπει να αγαπάνε.

Κι άμα είσαι βαφτισμένος σε τούτη την κολυμπήθρα, δε μπορείς να ξεφύγεις. Κι άμα είσαι ενεργό κύτταρο στη σκληρή και σήπουσα κοινωνία, τότε δε βρίσκεις τόπο να ακουμπήσεις την αγάπη σου.

Βιώνουμε μια εποχή δύσκολη, ψυχοφθόρα, παγκοσμοποιημένη, ανθρωποκτόνα θα ‘λεγα. Γιατί η ζωή του αθρώπου για μένα δεν είναι μόναχα τι θα φάμε, τι θα πιούμε και πώς θα αποχτήσουμε πιότερα ρούβλια να παραγιομίσουμε το ασκί που κουβαλάμε να το δώκουμε πλούσια θροφή των σκουλήκων. Ζωή είναι να έχουμε ελευτερία και μπόρεση να αγωνιζόμαστε για το πνεύμα, την προκοπή του αθρώπου και τη σωτηρία της κακοποιημένης πατρίδας μας.

Είναι αυτό που λέμε ποιότητα ζωής και σκοπός ύπαρξης.

Ένα τετραγωνικό μέτρο γης μάς ανήκει φίλοι μου. Μπορούμε να το κάνουμε πιο ευρύχωρο; Τα πολλά ξίγκια θα μας δυσκολέψουν να στριφογυρίζουμε γιατί τότε σου, θα πολιορκηθούμε από τις τύψεις, και τα πεινασμένα παιδάκια θα κραυγάζουν μπροστά μας ωσάν χορός σε τραγωδία.

- Μας αδίκησες!

- Μας έκλεψες!

- Έκοψες τα φτερά.

- Σκότωσες ό,τι πολύτιμο είχαμε.

- Έπνιξες τη μάνα μας.

- Πού είναι τα όνειρά μας, κακούργε!

Και κείνη την ώρα, ας το βάλουμε στο νου μας, δεν περνούν τα χρυσάφια και τα πλούτη. Και ξοπίσω μας, απομένει μια αργόσυρτη ανάμνηση, καλή ή κακιά.

Κι ο Κρητικός μονολογεί:

Ο άθρωπος εις τη ζωή

πρέπει να έχει νάμι

όντε θα φύγει απ’ τη γη

να μην του πουν χαράμι.

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017 16:15

Μεγάλη Παρασκευή του 2015 στο Σφηνάρι

Βουρκωμένος ο ουρανός, μουντός, πάσκιζε να γιατρέψει τα τραύματα της πληγωμένης γης, όλο χαραματιές, πέτρες και λασπόνερα καμωμένη, με τα νερά να κατρακυλούνε σε ρυάκια και χειμάρρους, μετά τις απανωτές καταιγίδες που την μαστιγώνανε όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα.

Τα βίωνα όλα τούτα και πετιόντουσαν ομπρός μου τα λόγια της μάνας μου.

- Παιδάκι μου, ο Θεός πονάει για τα μαρτύρια του Υιού Του. Κι η βροχή που βλέπεις, δεν είναι βροχή. Τα δάκρια της Θεομήτορος είναι.

- Γιατί τον σταυρώσανε οι κακοί άνθρωποι μανούλα, ρώταγα βουρκωμένος.

- Θεού θέλημα. Για να μας σώσει από τις αμαρτίες.

Μα τούτη την ώρα, κόντευε εννιά το βράδυ, ως ήμουνα διπλωμένος στο ακρινό στασίδι, σκεφτόμουνα ακόμα πως, εφέτος, τα δάκρια της Παναγίας ήντουσαν πιο πολλά. Δεν αποκοτούσαμε να ξεμυτίσουμε απ’ τα σπίτια μας.

- Φαίνεται, βλέπει η Παναγιά τα χάλια μας στον κόσμο ολάκερο και δεν κλαίει μόναχα για το Γιο Της μα και για μας τα μυριέγγονά της, που όλο και πιο πολύ πηγαίνουμε στο λάθος δρόμο, συλλογιζόμουν.

Κι οι Χριστιανοί, παρηγοριά βρίσκουνε στις εκκλησιές. Ξέχωρα τούτες τις Άγιες μέρες,

Και να. Μεγάλη Παρασκευή απόψε, στο κρεμασμένο ανάμεσα βουνά ουρανό και θάλασσα, μικρό μας χωριουδάκι, το Σφηναράκι, μια χούφτα αθρώποι όλοι κι όλοι που ζούμε χωμένοι στην αγκαλιά της φύσης και κάτω απ’ το βλέμμα του Θεού, γιομίζαμε την εκκλησιά μας.

Ήρθανε οι επιτρόποι, η ψάλτισσα, γερόντισσες, μικρομέγαλα βλαστάρια και γερόντοι, γιομίσανε στασίδια και καρέκλες, ακουμπήσανε τις πονεμένες πλάτες, βάλανε τα κουρασμένα χέρια στα γόνατά και σιωπηλοί περιμέναμε τον παπά Νικολή να έρθει για να ψάλουμε όλοι μαζί και να θρηνήσουμε για τον Εσταυρωμένο, που κείτονταν στον ανθοστόλιστο και μυρωδάτο Επιτάφιο..

Τους έβλεπα, φχαριστούσα το Χριστό που είμαι ζωντανός κι ως το μυαλό μου εταξίδευε προς το Γολγοθά, μια ανασαμιά χάδεψε το ζερβί μου μάγουλο και μια πρόσχαρη αντρίκια φωνή τάραξε τους λογισμούς μου, την ώρα που έμπαινε ο κοντά αιωνόβιος Θοδωρολευτέρης ο Μελάς.

- Κατέεις πως ετούτοσα που μπαίνει εδά, με άλλους δυο επροκώσανε το λάλη μου το Τζωρτζοβάσιλα;

Βγήκα απ’ τις σκέψεις μου, σίμωσα το αυτί μου που η φωνή του ίσα που ακουγότανε και τον γκάρδιωσα.

- Πες μου.

- Τότε σου, μα θάτανε δεκαετία του πενήντα, κοπελάκι εγώ μα τα θυμούμαι γερά - γερά, είχαμε και χωροφυλάκους στο χωριό μας. Και βλεπέδες. Δυο. Ο ένας έδωσε αγροζημία στο λάλη μου το Τζωρτζοβάσιλα, να πληρώσει δεν ξέρω πόσα, μα αυτός, το κακορίκο, δεν είχε τα, κι οι χωροφυλάκοι θα τον βάνανε στο κρατητήριο. Μα αυτός τσακάαλι, δεν εστέκουνταν.

- Και;

- Μια μέρα, τρία κουζουλοκόπελα, ο Μελάς που βλέπεις, ο συχωρεμένος Καφετζομάνωλας κι ο Μιχάλης ο Τραγουδιστής, εκάθουντουν παρέα μαζί του. Αυτός, ο λάλης μου ο Τζωρτζοβάσιλας, που ήντονε και μια ουλιά αγαθιάρης, εφόρα μια μανδύα για το κρύο. Ξέρεις σα παλτό, με φαρδιά μανίκια, ποιος ξέρει πού την είχε εύρει, μα ας είναι.

- Φτωχός άθρωπος ε;

- Ούλοι φτωχοί ήντουσαν έπαέ τότε σου. Που λες, εκάθουνταν σε ένα χοντρό κορμό από κομμένο δέντρο κι εκουβέντιαζαν. Κοιταχτήκανε οι τρεις, πώς διάολο εστήσανε το σχέδιο, πήγε ο Τραγουδιστής κι έφερε πρόκες. Κι έτσι που είχε ο Τζωρτζοβασίλης στα πλάγια τα χέρια του, ο ένας του εμίλει κι οι άλλοι δυο διπλώσανε τα μανίκια στις άκρες και επροκώσανέ τα στο ξύλο με δυο-τρεις πρόκες. Υστερνά ο ένας επρόκωσε τη μανδύα μαζί κι ένα τσουβάλι που είχε για πανταλόνι στα οπίσθια πάνω στο βαρύ κορμό. Ύστερις, εσηκωθήκανε τα κοπέλια, του είπανε πως εβιαζόντουσαν να πάνε στα οζά και φύγανε. Έκανε να σηκωθεί κι ο κακορίκος ο Τζωρτζοβάσιλας ο λάλης μου, μα πού να σηκωθεί που ήντονε προκωμένος. Βρε από δω, βρε από κει, χοντρή η μανδύα δεν εσκίζουνταν, άρχισε να βρίζει και να φωνάζει τα κοπέλια να γαήρουν, μα αυτά είχανε κρυφτεί κι εκάμανε χάζι.

- Και ποιος τον ελευθέρωσε, ρώτησα.

- Ο χωροφύλακας που κείνη την ώρα, μισομέθυστος, έβγαινε απ’ τσι Μπαλαδοστυλιανής τον καφενέ.

- Και τον συλλάβανε;

- Όϊ. Τον ελυπήθηκε, και μόναχα που τον εξεπρόκωσε να λευτερωθεί. Τι να τον κάνει στο κρατητήριο; Σάματις μπορούσε να φύγει; Δεν εμπόρει.

Με πήραν τα γέλια, για την απλότητα του κόσμου τις δύσκολες μα όμορφες εκείνες εποχές, αλλά σοβάρεψα μπρος τον παπά Νικολή, που έμπαινε βιαστικός να ψάλει τον Επιτάφιο.

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top