FOLLOW US
Γιώργος Καμβυσέλλης

Γιώργος Καμβυσέλλης

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Παρασκευή, 01 Δεκεμβρίου 2017 18:57

Εμίσεψε ο Γέροντας Ραφαήλ κι ορφανέψαμε…

Είχε τελέψει ο αδερφοχτόνος σπαραγμός που μας βασάνιζε στα δύσκολα εκείνα μεταπολεμικά χρόνια, η ανοικοδόμηση πορπατούσε σταθερά, κι αράδα, πέντε παιδιά με τη χήρα μάνα μας, πεζοπόδαρα, ανηφορίζαμε το στενό δρομάκι το χιλιοπατημένο. Κουραζόμουνα, εύρισκα μια χαλικόπετρα, ακούμπαγα κι ανασήκωνα το μικρό μου ξεσκούφωτο κεφάλι να σβαρνίσω τα αναριεμένα σύννεφα που είχανε χάσει το ρόδινο πια χρώμα τους και σεριανούσανε κατά ανατολή μεριά. Ο ήλιος είχε φανεί αστραφτερός, η καλοκαιριάτικη ζέστα δεν είχε ακόμα επιδρομήσει…

Κι εκεί, στην κορφή του Όρδυμνου, στιβαρό κι επιβλητικό ξέκρινα χτήρι να δεσπόζει οχυρωμένο με πολεμίστρες κι οχυρωματικό πύργο. Απόμεινα δέος κι αίνιγμα ποτισμένος και θαλασσοπορούσε ο νους μου σε πελάγη φαντασίας. Πώς και πήγανε τόσο αψηλά οι καλογέροι, μεσ’ τον ουρανό, κοντά στους αγγέλους και το χτίσανε και φωλιάσανε προστατευόμενο κι υμνούμενο εκεί μέσα τον Άγιο Γιάννη το Θεολόγο, τον πολιούχο του χωριού μας, της Άντισσας! Κι αμπαρωθήκανε μαζί Του βιγλάτορες προσκυνητές να τον δοξολογούν, αθρώποι τραβηγμένοι από τον κόσμο, μαυροφορεμένοι κι αγιασμένοι. «Πώς να είναι άραγες» συλλογίζουμουν και τα μάτια μου λάμπανε όλο έκσταση, μέχρι που τρυφερό το χάδι της μαμάς με συνέφερε.

-Πορπάτα Γιωργάκη μη μας φάει η ζέστα.

-Εκεί απάνω…. Θέλησα να μιλήσω, με έκοψε.

-Πάμε, οι άλλοι ψηλώσανε κιόλας.

Δε μεταμίλησα. Συνέχισα ως κει πάνω.

Κι έμεινα να θαμάζω επιβλητική και περιστοιχισμένη με κελιά, σκάλες κι αρχονταρίκι την εκκλησιά μέσα κι όξω. Και μια ζεστασιά με κυρίευε, μια γαλήνη κι αλάφρωμα της ψυχής μου ένιωθα, όσο θωρούσα παλιές εικόνες στο Τέμπλο κι ολόγυρα να με κοιτούν καλοσυνάτα.

Άμεστο το μυαλό μου, δε ρώτησα, δεν έμαθα ηγούμενο κι άλλους καλογέρους. Μόναχα θυμούμαι, βρέθηκα σε ένα κελί κι είχε ο Γέροντας εκεί ένα μικρό τηλεσκόπιο και θαύμαζα το μεγαλείο της φύσης που βρεθήκαμε.

Χρόνια μεσολαβήσανε, σκολειά και τόπους γύρισα, ξαναφάνηκα στο Ιερό ετούτο μοναστήρι του Υψηλού μετά το ογδόντα.

Αλλαγμένο, πιο φρέσκο, μύριζε ακόμα σουβά, τσιμέντο και λιβάνι. Λίγα χρόνια είχανε περάσει α που το είχανε αναστηλώσει μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του 67 κι εντύπωση μου προκάλεσε σαν έμαθα πως δουλειά πολλή, χειρωνακτικά ψυχικά και πνευματικά, είχε καταβάλει ο τότε Μεσοτοπίτης μοναχός Ραφαήλ που επάξια σε λίγα χρόνια, το 77, πολύ νέος, όπως κι ο μακαριστός Γέροντας Νικόδημος του Λειμώνος που κοιμήθηκε πριν ένα χρόνο ακριβώς, πως στα είκοσι έξι του και τούτος τοποθετήθηκε Καθηγούμενος στο Υψηλό Μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου του σκαρφαλωμένου 634 μέτρα πάνω από τη θάλασσα.

Μα δεν ήτανε μόνο Ηγούμενος ο Ραφαήλ αλλά και Ιεροκήρυκας στη Μητρόπολη Μυτιλήνης και στην Κορίνθου για αρκετά χρόνια.

Ο σεμνός κι αφανής ετούτος λευίτης, δραστήριος, οξύνους κι άοκνος υπηρέτησε τον Τριαδικό Θεό με ζηλευτή αφοσίωση, και αγωνιούσε να βάλει πολύτιμα πετράδια στον κρίκο που φέρνει τον άνθρωπο κοντά στους Αγίους και το Χριστό μας. Τον έβλεπες να ιερουργεί κι ένοιωθες πως δεν ζούσε στον κόσμο τον επίγειο μα ταξίδευε στη χώρα των Αγγέλων, στο Περιβόλι της Παναγίας, εκεί που άξαφνα, απρόσμενα μας συντάραξε η θλιβερή είδηση ότι πήγε, κι εκεί στην αγκαλιά της Παναγίας, γαληνεμένη, αναπαύεται η ψυχή του.

Ο μακαριστός Γέροντας Ραφαήλ, τελειομανής ως ήντονε είχε σπουδάσει στην Πατμιάδα Εκκλησιαστική Σχολή στην Πάτμο απ’ όπου αποφοίτησαν φωτισμένοι διδάσκαλοι του Γένους, αρχιερείς και πατριάρχες, και μετά τέλειωσε τη Θεολογική Σχολή του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, πριν φορέσει το ράσο που τίμησε, όσο ελάχιστοι στους χαλεπούς καιρούς μας.

Κι όχι μόνο ακαταμάχητος στην εκκλησιά και τα ιερατικά του καθήκοντα, μα, ήντονε άξιος, πολυσχιδής μάστορας, οραματιζότανε, έπιανε τη σκαλίδα και το μυστρί, πελεκούσε πέτρες κι έχτιζε, μιλούσε με τα φυτά, τα ζώα και τα χώματα.

Εξόν την θαυμάσια εκκλησία του Άξιον Εστί που ιδιοχείρως έχτισε στο Πυθάρι, κι άλλες εκκλησιές φέρουν την υπογραφή του. Όπως στα Μετόχια της μονής, τον Άγιο Αντώνιο Ερεσού, και Άγιο Θεοφάνη στο Σίγρι Μα κι ο Προφήτης Ηλείας, στο άλλο Σιγριανό μετόχι, με δική του ευθύνη οικοδομήθηκε.

Κυριολεχτώντας ήτανε η ψυχή του μοναστηριού. Ιστορική βιβλιοθήκη, μουσείο, έξι λειψανοθήκες με οστά Αγίων, επίχρυσα Ευαγγέλια και πολλά ιερά σκεύη διαφόρων εποχών, σταυροί με ρουμπίνια και μαργαριτάρια, επίχρυσα δοχεία με καλλιτεχνικές παραστάσεις, μέλισσες, οικόσιτα, αμπέλια, κήποι, πρόβατα όλα τα φρόντιζε με μεράκι.

Και τώρα…

Ας είναι λαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει.

Στη σκέψη μας όμως, θα μείνει για πάντα, ζωντανός.

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

gkamvysellis@yahoo.gr

 

Δε χρειάζεται να ρωτήσεις πώς και τα κατάφερε να στυλιώσει και να μας παρουσιάσει απλωμένα στο χαρτί τούτα τα παραμύθια. Και πώς κι έτυχε να τα σκαρώσει τόσο απαλά, ευγενικά κι υπνωτικά θα ‘λεγα. Όχι, μην ψάξεις το βιογραφικό του ή τα τυχόν πρότυπα παραμυθιών που διάβασε. Χαμένος ο κόπος σου. Άνοιξε το μπροστόφυλλο και θα μείνεις με το στόμα ανοιχτό βλέποντας τη φωτογραφία του. Ένας παραμυθάς. Σου μιλάει από μόνη της κι εσύ σκέβγαισε, ά ρε και να τον είχα τις ώρες που διπλοκάθομαι στο ερημικό πεζούλι να χαλαρώσω, α ρε και να τον είχα σα με πιλατεύει ο Μορφέας να με πάρει με τα φτερά του ή στο σβούρισμα του φθοροποιού καιρού μας, να τον είχα λέω, να μου αθλογά παραμύθια να μερέψει μωρέ ο νους μου.

Κι είναι στ’ αλήθεια τόση η ανάγκη μας να γείρουμε το κεφάλι στον ώμο ή στα γόνατα μιας καλοσυνάτης γιαγιάς με τα ήρεμα κι οργωμένα μάγουλα, με τα γλυκά βαθιοχωνεμένα γλυκά ματάκια, τα ζαρωμένα παραμυθόλαλα χειλάκια της, να ακουμπά τα βασανισμένα κι αγιασμένα σαν φτέρουγες χεράκια της απάνω μας κι αργόσυρτα να μας παίρνουν αγγέλοι να γινόμαστε, ω και νάτανε αλήθεια, παιδιά, να γλιστράμε ανάμεσα πουπουλένια σύννεφα και κρεμασμένα στον ουρανό αστέρια, να μας χαϊδομαυλίζουν της θάλασσας ακροκεντημένα κυματάκια και της μάνας γης η πρωινή ανασαμιά με τα πολύχρωμα μυρωδάτα αγριολούλουδα. Μια ευτυχία που θα παρακαλούμε να βαστήξει για πάντα. Μα πούναι την η γιαγιά ετούτη. Είναι τόσο αργά!

Σαν τη γιαγιά τη Δέσποινα του συγγραφέα, …που δεν είχε δική της γιαγιά. Ή μάλλον είχε, κι όχι μια, μα δυο. Καμιά όμως δεν έτυχε να της πει ούτε ένα παραμύθι…. Έτσι η γιαγιά η Δέσποινα ήταν πολύ λυπημένη ….. και άκουγε τα παιδάκια της γειτονιάς να λένε για παραμύθια, …και ταξίδευε μαζί τους σε μακρυνούς ατέλειωτους δρόμους μεγάλα δάση και δρακοσπηλιές παρέα με βασιλοπούλες και βασιλόπουλα, γίγαντες και νάνους, μάγισσες και νεράιδες, δράκους και πολλά άλλα παραμυθοπρόσωπα και γινότανε με τη φαντασία της, ένα μ’ αυτά στο ξετύλιγμα κάθε ιστορίας…..

Μα έλα ντε που μεγάλωσε κι η μικρή η Δέσποινα κι έκανε και παιδιά μα κι εγγόνια, ζωή νάχουν.

Κι έρχεται ο Χαραλάμπης ο Σαχτούρης ο παραμυθάς μας και βάνει τούτη τη φρέσκια γιαγιά μπροστά στο εικόνισμα του Άι Νικόλα που αν κι ήξερε πως είναι προστάτης των ναυτικών του λέει παρακαλεστά,…

-Άγιε μου, Νικολάκη μου, εσύ που με τόσα δύσκολα καταπιάνεσαι, με φουρτούνες με ναυάγια, με τη μανία της θάλασσας, βοήθησε και μένα τη φτωχή. Δε σου ζητώ πολλά… …να μπορώ να λέω ένα γιαγιαδίσιο παραμύθι στο εγγονάκι μου….

Κι η φαντασία του Χαραλάμπη ξάνοιξε ολόγυρα, σταμάτησε στο γραφικό ακρογυάλι κι έδωσε μορφές και σχήματα στα βράχια, τα είδε ζωντανά και μας τα ονομάτισε Πετρογέροντα, Μυτόγκα, Γριά Θαλασσινή κι άλλα, με πρωταγωνίστρια μια γοργονούλα και σε δευτερεύοντες ρόλους, γλάρους, το μονόφθαλμο μπαρμπούνι, το κουτσό μας καβουράκι κι άλλα φαντασίας του πλάσματα.

Κι ήρθε, λέει, ένα πρωί η γοργονούλα του κεφάτη να γλυκοτραγουδά για ένα φουκαριάρικο ηρωικό καβουράκι:

ένα καβουράκι μια σταλιά

με ηρωισμό κι ανεμελιά

χίμηξε στη μάχη με ορμή

για της καλλονής του την τιμή.

Οι εχθροί το πήραν στο ψιλό,

¨δείτε πολεμάει ένα μωρό¨,

Τέτοια κι άλλα έλεγαν πολλά

μέχρι που τη νιώσαν την τσιμπιά…

Κι έτσι ζωντάνεψε την άψυχη φύση της γλίστρας εκεί που κάνει μπάνιο και τα χοχλάδια γλιστρούνε και γινήκανε ¨Τα παραμύθια της γλίστρας¨.

Τα παραμύθια τούτα του Χαραλάμπη του Σαχτούρη, κατά που ο ίδιος γράφει, δεν είναι γιαγιαδίσια, και από την πλευρά μου τα ονοματίζω δασκαλίσια.

Έχουν ένα αλλιώτικο χρώμα, πιο λαμπερό κι άρωμα Ταβαροχιώτικο παρθένο μεθυστικό και πάν’ απ’ όλα, είναι διδαχτικά, άκρως διδαχτικά.

Πολλά θέματα σπουδαία καταπιάνεται και τα κάνει παραμύθια. Προστασία περιβάλλοντος, αλτρουισμός ομαδική δράση κι ένα σωρό τέτοια.

Και να δεις, άμα τον ξέρεις το συγγραφέα, είναι σα να τον ακούς να σου μιλά με τη ζεστή μπάσα φωνή του. Είναι ο ίδιος που ξεπηδά από τις σελίδες. Γι αυτό και λέω στο Χαραλάμπη {μα και σε όλους που θέλουν και μπορούν να γράφουν}.

-Κράτα αυτό που είσαι. Μη λάχει και πασκίσεις να μπογιαντιστείς, να αλλάξεις. Και πιότερο μη πα και θελήσεις να μιμηθείς άλλονε.

Μπράβο σου φίλε μου Χαραλάμπη.

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

 

Παρασκευή, 03 Νοεμβρίου 2017 17:08

Δίψα για μάθηση

Κανένας δεν επιτρεπόταν να ακουμπήσει στο μεσαίο ράφι. Είχε βάλει κι ένα τζάμι, να μη σκονίζονται τα ακριβά του εργαλεία· όλα φερμένα από Βερόνα. Ο γυαλιστερός πάγκος, κι αυτός από Ιταλία.

Εκεί, κάτω από τη καινούργια ηλεκτρική πλάνη, εύρισκε καθαρό και κρυφό τόπο να βάνει τα λιγοστά του βιβλία ο Αλέξης. Ρούχα άλλα δεν είχε, ρολόι δεν ήξερε πώς το βάζουν, παπούτσια μόνο μεταχειρισμένα, μα βιβλία, είχε. Και τα αγαπούσε όσο τίποτα στον κόσμο.

―Θέλω να μάθω γράμματα. Να σιάξω τη ζωή μου, έλεγε.

Έντεκα χρονώ, και δούλευε εδώ στου μάστρο Παναγιώτη το ξυλουργείο. Τσιράκι. Για σκούπισμα, να κουβαλάει ξύλα, να φτιάχνει καφέδες, για όλες τις δουλειές.

Καμιά φορά του δίνανε να φάει κάτι. Πολύ σπάνια. Στεναχωριόταν, μα το είχε συνηθίσει να τρώει λίγο και συνήθως αποφάγια. Πιο πολύ πάσκιζε να ξεφύγει από το βλέμμα τους, να κρυφτεί στη μικρή τουαλέτα, και να ανοίξει τα βιβλία του.

Τότε, τον περιπαίζανε, κι αυτός βούρκωνε, γιατί κανένας δεν του ‘δειχνε λίγη αγάπη. Κι ούτε μπορούσε να μιλήσει. Απαγορευόταν. Στ’ αυτιά του συνέχεια βούϊζαν οι φωνές τους.

―Πάψε!

―Μη μιλάς.

―Σκάσε.

―Τα λόγια είναι για τους μεγάλους.

Μια μέρα, ο κακός μάστρο Γιώργης, του πέταξε τα βιβλία στα σκουπίδια, γιατί λέει, δεν ήταν η θέση τους δίπλα στα εργαλεία, που φέρνανε λεφτά. Έκλαψε, μα δεν το είπε σε κανέναν. Οπλίστηκε όμως με θάρρος, και τη παραπάνω, την ώρα που πήγε καφέ στ’ αφεντικό του, σκέφτηκε λίγο, δε μπόρεσε να τον κοιτάξει κατάματα, έσκυψε το κεφάλι, έδεσε τα χέρια όπως στην εκκλησιά και πήρε φόρα.

―Μάστρο Παναγιώτη. Ναα... Μη θυμώσετε πολύ! Αν θέλετε, μπορείτε να με δείρετε, γιατί κάνω μια κακιά πράξη.

―Τι Αλέξη;.

―Δε θα με διώξετε από τη δουλειά ε; Τα λεφτά που μου δίνετε, τα φυλάω στα εικονίσματα. Μόνο η μαμά τα ξέρει. Τα θέλω για το Σκολειό. Αλλά να. Δίπλα στα ακριβά τα εργαλεία σας, ακουμπώ προσεχτικά και τα βιβλία μου. Δε βρίσκω άλλο καθαρό τόπο! Σας παρακαλώ, μην μου τα σκίσετε;

Γέλασε ο κυρ Παναγιώτης, του είπε πως τα έβλεπε κάθε μέρα και δεν πειράζει, γιατί λέει, κι αυτά εργαλεία είναι, και μάλιστα πιο χρήσιμα.

Ήθελε να τον αγκαλιάσει ο Αλέξης, δεν βρήκε τόσο θάρρος, δάκρυσε μόνο, του φίλησε το χέρι, έκανε μια στροφή, και βάλθηκε με πιότερη όρεξη να καθαρίζει.

Από τότε, συχνά, το βράδυ που έφευγε, έβρισκε κανένα νόμισμα ανάμεσα στα βιβλία του Κι αυτός, ζωγράφιζε με μολύβι μια καρδούλα στο χαρτί με τις παραγγελίες, και δεν έβγαζε άχνα. Το χαμόγελο του αφεντικού του το άλλο πρωί, ήταν η αμοιβή του.

Οι άλλοι δυο μαστόροι όμως, ήταν κακοί και δεν τον αφήνανε να σταθεί λεπτό· ούτε να πει μια λέξη. Ήταν το μεγάλο του παράπονο.

 

Τη χειμωνιάτικη τούτη μέρα, κόντευε να σκοτεινιάσει κι ακόμα μάζωνε τα τελευταία ροκανίδια. Τινάχτηκε να φύγουν κάμποσες σκόνες και, βιαστικός, πετάχτηκε στο δρόμο. Κρεμασμένα από τον ουρανό τα σύννεφα, μουντά, σβαρνίζανε τις στέγες και φοβερίζανε, μα ο παγερός αγέρας τα αντιμάχονταν, μη ξεσπάσει καταιγίδα. Έπαιρνε ο Αλέξης φούχτες γιομάτες ζεστό αγέρα από τα χνώτα του, και τα έτριβε για να ζεσταίνεται.

Πάντα φόραγε μια παλιά μπλούζα, που άμα λέρωνε, την έπλυνε, και τη ξανάβαζε.

Το πανωφόρι που του είχανε δώσει από την εκκλησία τα περασμένα Χριστούγεννα, το χάρισε στο Δημητράκη· ένα ορφανό παιδάκι που ερχόταν με τρύπιο πουκάμισο στη τάξη του.

Έτσι που έτρεχε να προλάβει ανοιχτή την πόρτα στην τεχνική σχολή, άνοιγε και το βιβλίο να θυμηθεί το θεώρημα του Πυθαγόρα, ή το Νόμο του Νεύτωνα. Μπορεί και να τους έκανα κανένα πρόχειρο διαγώνισμα.

Και μοχθεί να τελειώσει την τεχνική σχολή, και να συνεχίσει όσο μπορέσει. Όλη τη μέρα δουλειά, και στα πεταχτά διάβασμα. Δε μιλάει σε κανένα· με κανένα. Διαταγές παίρνει, τις εκτελεί, αλλά δεν του επιτρέπεται να απαντά.

Τον έβλεπα τον αγαπούσα του έδειχνα μπορετή στοργή και βοήθεια κι αυτός το ένιωθε με κοίταγε όλο πόνο κι ευγνωμοσύνη, μα σε κανέναν δεν δείξαμε αυτή την ψυχική μας επαφή.

Ερχόντουσαν μόνο μέρες που στην έδρα απάνω ήταν ακουμπισμένα δυο κυκλάμινα.

Τα είχε ζητήσει από τον μαστρο Παναγιώτη.

Για τον Καθηγητή του.

Ξανασμίξανε τα βήματά μας δεκαέξι χρόνια αργότερα.

Ο μικρός Αλέξης, με πτυχίο Νομικής, Καθηγητής στην Ανώτερη Τεχνική Εκπαίδευσης.

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017 17:48

Περί ελέγχων ο λόγος

Το διάβασα, σε σοβαρή εφημερίδα, ευτυχώς όχι πρωτοσέλιδο. Δεν με ενδιαφέρει το συγκεκριμένο γεγονός, δεν ξέρω ούτε «δράστες», ούτε «θύμα». Δεν ξέρω λεπτομέρειες, δεν είμαι ανακριτής, ούτε δημόσιος συνήγορος, ούτε νομομαθής, μα είμαι και εγώ ταξιδευτής. Και νομοταγής.

Διαμαρτύρεται ο φίλος μας ότι όλως περιέργως σε ένα αεροδρόμιο της χώρας μας τον υποχρέωσε λέει ο υπεύθυνος ασφάλειας για τον έλεγχο χειραποσκευών να βγάλει τη ζώνη του για να περάσει από το μηχάνημα. Ενοχλήθηκε όμως και διαμαρτυρήθηκε για το φρικτό αυτό γεγονός, γιατί, αν και ταξιδεύει συχνά, δεν του λένε να κάνει το ίδιο σε άλλα αεροδρόμια! Τον στεναχωρήσανε ακόμη, γιατί λέει του είπαν ότι δεν ήταν σίγουρο αν θα πέρναγε από τον έλεγχο ένα ακριβό μηχάνημα που είχε στις χειραποσκευές του, και το οποίο τελικά πέρασε, νομίζω με τη παρέμβαση του προϊσταμένου αστυνομικού. Άαα. Προηγουμένως, όπως γράφει, είχε διαπληκτισμό με τα όργανα (τρία) της τάξεως για το πού θα έβαζε τις χειραποσκευές του μέχρι να περάσουν για έλεγχο. Και υπέθεσε ότι γι’ αυτό του φερθήκανε τόσο... απαίσια, αργότερα. Και το διαβάζω τώρα εγώ ο τρίτος ο λιπόψυχος, και χάνω τον ύπνο μου σκεφτόμενος τα φριχτά αυτά βασανιστήρια που πέρασε ο άτυχος, και μάλιστα συχνός ταξιδιώτης. Ξέρεις τι θα πει να βγάλεις τη ζώνη σου;!

Συγγνώμη κύριε, μα είναι σοβαρά πράγματα αυτά; Και καταφεύγετε για καταγγελίες στις εφημερίδες; Μπορείτε να φανταστείτε τι θα γινότανε στα αεροδρόμια, και όλους τους δημόσιους χώρους, αν όλοι είχαμε την ίδια νοοτροπία; Χάος, πεδίο μάχης.

Δε λέω πως όλοι οι αστυνομικοί και οι αρμόδιοι για την τάξη και ασφάλειά μας είναι τέλειοι, αλλά κατά κανόνα είναι ευγενικοί και φροντίζουν να κάνουν τη δουλειά τους, που είναι η δική μας προστασία. Και, φυσικά, προέχει η ασφάλεια των επιβατών. Αμ, για τον άλλο διαξιφισμό; Δηλαδή αν βάλω τη τσάντα μου κάπου που με βολεύει και μου κάνει παρατήρηση ο αστυνομικός, θα του βγάλω καβγά; Ή θα του πετάξω το γάντι; Όχι βέβαια. Απλά θα την ακουμπήσω παραπέρα σαν όλους τους άλλους, γιατί όλοι είμαστε ίσοι, και θα αποφύγω γκρίνιες, και φθορά, πρώτα της δικής μου υγείας. Και άδικο να έχει, αξίζει να χαλάσω χωρίς σοβαρό λόγο τη ζαχαρένια μου;

Συμπίπτει να ταξιδεύω συχνά, ίσως περισσότερο από τον περί ου ο λόγος, αν μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο. Αλλού ζητάνε ν’ ανοίξω το κομπιούτερ μου, κι αλλού όχι. Αλλού να βγάλω τη ζώνη μου, κι αλλού όχι. Πολλές φορές μού συνέβηκε, σε μακρινά κυρίως ταξίδια, να μου ζητήσουν να βγάλω τα παπούτσια ή να μου έχουν αδειάσει στο τραπέζι τις τσάντες μου, ένα σωρό τέτοια, που με… ταλαιπωρούν;

- Χαίρομαι, και θέλω, να κάνετε σωστό έλεγχο, είναι η απάντησή μου, και ένα ευχαριστώ, γιατί προστατεύουν τη δική μου τη ζωή. Δε νομίζω πως είναι κι αυτοί ιδιαίτερα χαρούμενοι από την άχαρη δουλειά που κάνουν, και μάλιστα τους πληρώνουμε εμείς με την ανάλογη επιβάρυνση του εισιτηρίου μας.

Ξέρετε γιατί μου βγάλανε τα παπούτσια; Γιατί είχαν στις μύτες μεταλλική επένδυση. Θα μπορούσε να ήταν κάτι άλλο. Την κόρη μου την πήρανε ιδιαιτέρως δυο κοπελιές μια δόση, και τη γδύσανε. Αγανάκτησε, μα, δε μίλησε. Ίσως έμοιαζε με κάποια ύποπτη. Ξέρω γω; Τη δουλειά τους κάνουν οι άνθρωποι και μακάρι να την κάνουνε σωστά. Αλλιώς…

Κι όλ’ αυτά γιατί, ρε παιδιά; Καλά δεν ήμασταν παλιά με την ελευτερία μας, την ανεμελιά μας, τα σέα μας και τα μέα μας, και την πόρτα του πιλότου ανοιχτή να χαζεύουμε τα χιλιάδες κουμπιά και φωτάκια που αναβοσβήνανε στα ταμπλό; Τώρα, ούτε καν κουταλάκι ή μαχαιράκι μεταλλικό δεν μας δίνουν να φχαριστηθούμε το πολλάκις άνοστο φαγητό του επίγειου, ιπτάμενου σεφ. Αλήθεια. Προίκισα όλα τα ανίψια μου με κουταλάκια, πιρουνάκια, μαχαιράκια, από λογιώ-λογιώ αεροπορικές εταιρείες που έπαιρνα, πάντα με την άδεια της αεροσυνοδού! Τώρα, πάνε αυτά τα μεγαλεία! Ας όψεται ο Μπιν Λάντεν κι όλοι οι προ και μετά αυτού.

Με χιούμορ, φίλε μου, τα προβλήματα αμβλύνονται, κι η ζωή είναι πιο όμορφη. Ε, καλά. Έβγαλες τώρα εσύ τη ζώνη. Και τι έγινε; Σκέψου να σου λέγανε να βγάλεις το παντελόνι! Και να ’ναι και κοπελιά, κι όμορφη, και σκερτσόζα, το όργανον της τάξεως! Ρεζίλι θα γινότανε το έτερον όργανον.

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

gkamvysellis@yahoo.gr

 

Παρασκευή, 06 Οκτωβρίου 2017 20:08

Αφόρητη η μοναξιά κι ο πόνος

Παλικάρι ο Μιχαλιός, κοπελιά π’ άστραφτε η Λενιώ του, κι η μέρα λίγες είχε ώρες για να προκάνουνε δουλειές και τρεχάματα να τα φέρνουνε βόλτα. Και το φαγητό, μετρημένο. Από το στόμα τους βγάνανε τη μπουκιά να τη δώκουνε στα πέντε κοπέλια που είχανε φέρει σε τούτονε τον κόσμο.

Λιγοστά τα γράμματά τους κι οι περιουσίες σχεδόν ανύπαρκτες, μα η αγάπη συναμετάξυ τους άρρηκτη, η πίστη τους στο Θεό ακλόνητη, το κέφι για ζωή αμείωτο κι η λαχτάρα για προσφορά απλόχερη, τους γιόμιζαν δύναμη, κουράγιο κι ύπνο ήσυχο τις λιγοστές ώρες που ξεπερισσεύανε να μείνουνε στο σκληρό κρεβάτι, κειμήλιο ιερό απ’ τους γονιούς της κι αυτό.

Δεν είχε σίγουρη δουλειά ο Μιχαλιός, μα δουλευτής προκομμένος και τίμιος ήτανε, με χαμόγελο και ιδρώτα έβγαζε το ψωμί του, γυρεύανε εργάτη ή τεχνίτη, πάγαινε και ποτέ δεν έμενε χωρίς μεροκάματο. Σκάλες να καθαρίζει αυτή δεν λειβότανε τίποτα των κοπελιώνε, καταφέρανε, καλοαναθρεμμένα κι εφτάγερα να τα μεγαλώσουνε, να τα σπουδάξουνε και να τα δώκουνε στην κοινωνία.

Την αγάπη και το νιάξιμο για το διπλανό, τα είχανε φυτέψει απ’ αρχής στο τρυφερό μυαλουδάκι τους, ώσπου μεγαλώσανε, ανοίξανε τα φτερά τους, φτεροκοπήσανε, χτίσανε τις φωλιές τους, τιμήσανε το όνομά τους, καταφέρανε να σάξουνε το δικό τους κόσμο.

Καλά τα πηγαίνανε, μα πε οι συνθήκες ζωής, μπορεί η αλλιώτικη ματιά που ρίχνανε γύρω, η αδικία που βασιλεύει και τα προβλήματα στο διάβα τους, δυσκολευτήκανε, και δρόμο αλλιώτικο πήρανε. Όχι ναρκωτικά και ξενύχτια, μα περίσσια αγάπη για τον εαυτό τους είχανε κι αδιαφορία για τους άλλους.

Και το παράπονο της μάνας, σαράκι να τη φάει, που δεν άρεσε στα δυο κοπέλια και τις τρεις κοπελιές της να κοιτάνε και το διπλανό τους. Όλα για το στομάχι και το πορτοφόλι τους. Να αρρώσταινε ο γείτονας, να ζητιάνευε, δεκάρα δε δίνανε. Κι ας τους περισσεύανε.

Μα με τον καιρό ούτε στους γονιούς των δε δείχνανε συμπόνια κι αναγνώριση των όσων είχανε πράξει για να τους οδηγήσουν ως το μονοπάτι το δύσβατο που με την ευκή τους και τη μονιασμένη δουλειά ολωνών, τη σκληρή, ασφαλτοστρώθηκε.

Γέρασε η γιαγιά πια, η Λενιώ, μα άτυχη, χτυπήθηκε από αρρώστια κακιά, έφυγε απ’ τη ζωή κι αφήκε σαν την καλαμιά στον κάμπο το Μιχαλιό της που κι αυτός με προβλήματα υγείας απόμεινε με την καρδιά να δουλεύει και την ανάσα του βαριά που τον κρατάγανε ζωντανό στο σπιτάκι που είχε καταφέρει να κρατήσει για τα στερνά του και πάσκιζε να γιατρεύει τον πόνο του.

Παράπονο μεγάλο δεν είχε από τα παιδιά του, αποφάσισε, όταν του το είπανε, να τους το δώσει με πλήρη κυριότητα, κι ας τον απέτρεπε ο γνωστός του συμβολαιογράφος.

-Τα παιδιά μου με αγαπάνε και με το παραπάνω, μην πληρώνουν άμα έρθει η ώρα μου και κληρονομιές, έλεγε.

Κι αστροπελέκι έπεσε, σαν ήρθε ο πρωτογιός του μετά ένα μήνα κι είπε του, ορθά κοφτά και χωρίς πόνεση καμιά.

-Γέρο, ξέρεις, αρωστάρεις είσαι, φροντίδα χρειάζεσαι, δουλειές πολλές, δε προλαβαίνουμε, αποφασίσαμε με τους άλλους να σε πάμε στο γηροκομείο που θα σε προσέχουν.

-Παιδάκι μου τι να σας πω. Έχω τα γεράματά μου, θέλω όμως να σας βλέπω, να παίρνω κουράγιο από σας να παραμένω στη ζωή. Όση μου χρωστάει ο Θεός.

-Το σκεφτήκαμε καλά, το αποφασίσαμε. Δε μπορούμε να αλλάξουμε. Μα θα ερχόμαστε να σε βλέπουμε.

Και ξημέρωσε μαύρη μέρα, σαν τον πήρανε και τον παραδώσανε στο γηροκομείο. Όσο κι αν ήτανε καλό. Ο πόνος από τις πληγές αφόρητος. Του σώματος μα πιο πολύ της ψυχής του οι πληγές. Δυσκολευότανε να το δεχτεί, όσο κι αν τον φροντίζανε στο γηροκομείο, πως θα βλέπει τόσο σπάνια τα παιδιά του τα μοσχαναθρεμμένα και τα εγγόνια του. Και μαράζωνε, κλεισμένος στον εαυτό του. Χαμένοι οι κόποι του... Μουχλιάσανε τα όνειρά του.

-Δεν έχω παράπονο από το ίδρυμα, αλλά, αραχνιάσανε, σβήσανε όλα για μένα.

Ετούτα πάνω κάτω έλεγε κι ο γεροντής σαν τον ρωτήσαμε στο εξαίρετο ίδρυμα, το Αννουσάκειο, όπου κάμποσοι εθελοντές πηγαίνουμε να σπάσουμε τη μοναξιά τους, να τους δείξουμε πως η ζωή συνεχίζεται.

Η αμοιβή μας; Το αμυδρό χαμόγελο των πονεμένων αυτών σκαπανέων της ζωής και τα θολά τους μάτια.

Δοκίμασέ το άνθρωπέ μου. Θα δεις.

Είναι να το νιώθεις.

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

gkamvysellis@yahoo.gr

 

Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017 19:22

Δεβαριεστισμός - Συγκαλύψεις - Συνπαρανομίες

Φίσκα σπουδαστές το πούλμαν, ο Θωμάς ο αχτύπητος ο οδηγάρας στο βολάν, κι η αφεντιά μου, ο πολύ αυστηρός μέσα στην τάξη, ο χίμα στο μη εκπαιδευτικό κομμάτι των εκδρομών, ο τελειομανής διευθυντής του ΤΕΙ, να εισπράττω την αμοιβή μου ομόφωνα και συνθηματικά:

- Ένας είναι ο αρχηγός!! Ο Γιωργάκης ο καλός!!

Ανηφορίζαμε, που λέτε, εκεί, Άλπεις μεριά, να φτάξουμε Βιέννη. Από Μιλάνο ερχόμασταν. Κουρασμένοι, ταλαιπωρημένοι και βιαστικοί να προκάνουμε ανοιχτά το Πανεπιστήμιο για την προγραμματισμένη ενημέρωση. Μα έλα ντε που μπροστά μας, ένας φλεγματικός μεσήλιξ Αυστριακός, με τα κουτσούβελά του στη BMWάρα του μέσα, πήγαινε σημειωτόν;.

Μπιιιμπ, μπιιιμπ ο δικός μας, τίποτα αυτός. Θερμόαιμοι γαρ εμείς, και Μεσογειακοί, και Έλληνες, και εικοσπεντάρηδες κατά μέσον όρο, τουτέστιν να χοχλακάει το αίμα, αφήκα τα γκέμνια χαλαρά, χτυπάει ένα σπέσιαλ γκάζωμα ο Θωμάς, στροφή ξεστροφή, προσπέρασε ελαφρώς ή άκρως επικίνδυνα και παράνομα, μπήκαμε στην ισιάδα και, τέρμα τα γκάζια, εν μέσω χειροκροτημάτων για τον οδηγάρα μας και, που θα προφταίναμε το ραντεβού μας.

Αμ δεε…

Στην επόμενη στροφή, παγώσαμε στο άκουσμα της αστυνομικής σειρήνας και στη θέα του περιπολικού και των πολιτσμάνων που, ειδοποιημένοι ως μάθαμε από τον προπορευόμενο φλεγματικό μεν, φιλόπατρι και νομοταγή δε, Αυστριακό, (όχι-όχι, δεν είχε τότε, 1977, κάμερες στους δρόμους), μας σταματήσανε, κι ακόμα μας ανακρίνουν. Και επί τόπου, καταβάλαμε για πρόστιμο, όλο μας το χαρτζιλίκι!. Θα παίρνανε και το δίπλωμα του Θωμά, αλλά, με λυπηθήκανε που δεν μπορούσα να ταΐζω και να κοιμίζω τόσους μαντραχαλαίους σε ξένο τόπο, μας το χαρίσανε.

Σε όλη τη μετέπειτα διαδρομή όμως, και στα επόμενα ταξίδια, ήμασταν «κυρίες».

Κι αναρωτιέμαι: Είναι ρε παιδιά καλό ή κακό αυτό που μας έμαθε η γιαγιά μας, να μη γίνουμε Ιούδες και Ισκαριώτες, και να μη προδίνουμε;

Σίγουρα δεν είναι σωστό για μικροπράγματα να κάνουμε καταγγελίες, και, προς θεού, όχι τις αποκαλούμενες ρουφιανιές. Δε λέω να σηκώνουμε το χέρι και να μαρτυράμε το συμμαθητή μας ή το συνάνθρωπό μας για ψύλλου πήδημα, αλλά, θαρρώ, χρειάζονται μερικά όρια.

Ο διπλανός μας παρανομεί εις βάρος του συνόλου, εις βάρος της πατρίδας μας, κι εμείς τον βλέπουμε κι αγανακτούμε κι ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι μας και αρκούμαστε στο «δε βαριέσαι» ή, στο καταστρεπτικότατο, «εγώ θα βγάλω το φίδι από την τρύπα»;

Μα ναι. Ο καθ’ ένας από μας, μπορεί και πρέπει να ξετρυπώσει κι ένα κακό, μικρό ή μεγάλο φιδάκι. Για να συμμορφωθεί ή να εξαφανιστεί.

Όχι από κακία, ούτε από μίσος, αλλά από αγάπη για το σύνολο και τον ίδιο τον παρανομούντα, αφού και δικό του συμφέρον είναι, να έχουμε μια Ελλαδούλα νοικοκυρεμένη και με Έλληνες που να σέβονται -Αμήν και πότε!- εμάς όλους, και να αγαπάνε τα παιδιά όλων μας.

Στο κάτω-κάτω, αν βλέπουμε την παρανομία και δεν την καταγγέλλουμε, τη συγκαλύπτουμε και θαρρώ συνπαρανομούμε. Κάτι δηλαδή σαν τους κλεπταποδόχους.

Θα μου πείτε, κι αν κάνουμε μια καταγγελία, θα σάξει τίποτα; Ναι. Έχετε δίκιο. Συνηθίζεται, οι νόμοι στον τόπο μας να υπάρχουν, και να ‘ναι και καλοί, μα τους έχουνε για τις βιβλιοθήκες. Δεν εφαρμόζονται. Μεγάλο τούτο το κακό ρε παιδιά!

Το ξανάπαμε: ένα νόμο χρειαζόμαστε, να εφαρμόζονται οι νόμοι.

Κι αν λάχει καμιά φορά να μπει σε λειτουργία κάποιος απ’ αυτούς τους αδρανείς νόμους κι επιβληθεί κανένα πρόστιμο, τσουχτερό ή μη, έε, κάποιος πολιτικάντης θα βρεθεί να σβήσει την κλήση, προς μεγάλη ευχαρίστηση του παραβάτη, κι απογοήτευση του σπάνιου είδους της εποχής μας που λέγεται «νομοταγής πολίτης».

Και βέβαια αυτό θα γίνει παράδειγμα προς μίμησην, και διδαχή για τον αδιάφορο κι ασυνείδητο συμπολίτη μας. (Γιατί να μην κάνω κι εγώ το ίδιο;).

Συνήθως κάτι φουκαράδες κι οι ανένταχτοι στα κόμματα, πληρώνουν τη νύφη.

Ααα. Είναι κι αυτοί που δεν κάνουν καταγγελία, γιατί έχουν ή σκοπεύουν να έχουν κι αυτοί χεσμ… τη φωλιά τους.

Ή μήπως θαρρείς πως το μελάνι που ξόδεψα και τον ύπνο που έχασα να γράψω ετούτες τις αράδες, θα πιάσουνε τόπο;

Όχι.

Μπορεί και να με κοροϊδεύουν μερικοί κι άλλοι να γελάνε. Δεν πειράζει.

Έστω και ένας να με πιστέψει, να με πάρει στα σοβαρά, παράπονο δεν έχω.

Το κέρδος μου, μεγάλο.

Γι’ αυτό, κι ευχαριστώ σας.

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

 

 

Παρασκευή, 08 Σεπτεμβρίου 2017 18:07

Ανηφορίζοντας στην Άγρα

Ανηφόριζε βαριαναστενάζοντας το αρχαίο με τη σκάρα απάνω λεωφορείο, πολλές οι στροφές κι απότομες, σκορπισμένες σ’ όλο το διάβα πέτρες λακκούβες και νεροφαγιές, ξεφύγαμε απ’ τα Παρακλιώτκα μπαχτσιδέλια τσι χουράφια, αφήκαμει πουρτουκαλιές λιμουνιές απιδιές τσι λιές, ήβγαμει απ’ του κάμπου, πιρπατήξαμει, έφγει η πρασνάδα, ηρθει η αγριγιάδα ούλου ασκ(ι)βές τσι ράχτα, πού, τσι κανένα ρουπάτς, τιτραμιθιά για αγριλιά τσι κάμπουσεις βαλανίδεις.

Μαργαριτάρια άσπρα μαύρα και πλουμιστά, ποβρασμένα από το πέλαο και σκορπισμένα, στολίδια απαράμιλλα, στις νωχελικές βουνοπλαγιές τα πρόβατα, φέρνανε μια σιγουριά και μια γαλήνη. Τα ευλογημένα τούτα ζωντανά, αλάθευτη προαιώνια θερμοκοιτίδα του Θείου Βρέφους, μερεύανε το άγριο τοπίο και με φέρνανε να τα μελετήσω, να τα κανακέψω, να τα κουβεντιάσω, να δεθώ μαζί τους συντροφιά με αυτούς τους όμορφους αθρώπους, τους κτηνοτρόφους που ολημερίς συμπλέουνε με τίμιο ιδρώτα.

Ένοιωσα τ’ ασκέρια του Μάκαρα να δεσπόζουν, και τα μεγαλεία του ν’ απλώνονται ολούθε.

Πολυβαμμένα, πολυδουλεμένα, πολυκαιρισμένα, αθάνατα τα σιδερικά αντέξανε, ξετελευτήκαμε, ταμπανώσαμε πέσαμε σ’ ισιάδα. Βλέπω προς βοριά μεριά μιαν αγκαλιά σπίτια χωμένα μέσ’ τα δέντρα, και λεύκες πολλές, και κυπαρίσσια, να ικετεύουν το Θεό.

Ένα σφιχταγκαλιασμένο μπουλούκι από πεύκα, δεσπόζανε φρουρός ακοίμητος από γκρεμνά μπάντα, εκεί που γέρνει ο ήλιος και πάει να διώξει το σκοτάδι.

Σιρίτια φασμένα με πέτρες γρανιτένιες, πολλώ χρονώ εργόχειρο, με αίμα και μόχτο από ιερά ροζιασμένα χέρια προγόνων κεντημένα, μελωδικές δοξαριές στο άγριο τοπίο οι ξερολιθιές, πασκίζανε να μορφύνουνε της φύσης τα τερτίπια.

Και ξετρύπωνε ο δρόμος από τις φυλλωσιές, θάλασσα μεριά, φαρμακερό τεράστιο κι απειλητικό, κάτασπρο, όλο κροκάλες, το εξημερωμένο απ’ του αθρώπου την πίστη και κάματο ερπετό, για να ξετυλιχτεί, να συρθεί, να χαράξει άσπρη κοντυλιά ανάμεσα δέντρα χαράκια και γκρεμνά, να κουλουριαστεί και να ξαναπλώσει, να κυλιστεί μοχθηρό και να σκίσει χωριό και δάσος στα δυο, και λαβωμένο πια, θαρρείς του Αϊ Δημήτρη θάμα, ξορκισμένο, να γκρεμιστεί στην άβυσσο, εκεί, ανάμεσα δυό κορφές προς τη μεριά του νότου.

Συνεπαρμένος κοίταζα ώρα πολύ, κολλημένος στο σκονισμένο τζάμι.

«Αυτή είναι η Άγρα». Ακούστηκε παραξενεμένος ως μ’ έβλεπε νιόφερτο παραξενεμένο παλικαράκι από δίπλα ο οδηγός, που με μαστοριά και προσπάθεια θα μοίραζε εμάς τους οχτώ, ζωντανούς μέχρι το Μεσότοπο.

Έσβησε τη μηχανή, έβαλε ταχύτητα, σκλήρισαν τα γρανάζια, έσυρε με πολύ δύναμη χειρόφρενο και πήδηξε στο καλντερίμι. Έχωσε μια τεράστια πέτρα πίσω από το λάστιχο μη το πάρει ο κατήφορος και μου άνοιξε τη πόρτα.

Στράφηκα στον εισπράχτορα, σα τον αϊτό στη σκάρα του λεωφορείου αυτός ανεβασμένος, μου πέταξε ένα άθλιο βαλιτσάκι με τα σύνεργα της δουλειάς μου μέσα: μολύβια, κόλλες χαρτιά, τεφτέρια, τέτοια, και τις πυτζάμες μου, οδοντόκρεμα και ξυριστικά.          

Έτσι, για πρώτη φορά, Ιούλιος του 1962, ορθώθηκα, μηδαμινός, αντιμέτωπος στον αιωνόβιο ξεκουφωμένο λεβεντόκορμο γεροπλάτανο.

Υποκλίθηκα, πήρα νερό, δροσέρεψα.

Απρόσμενα, βρέθηκα κυκλωμένος ασφυχτικά από βλέμματα ερευνητικά, γλυκά, καλοκάγαθα κι απορημένα, φυσιογνωμίες ανόθευτες. Βροχή τα χαμόγελα και τα συναπαντήματα.

«Καλώς όρισες κυρ γεωπόνε», ακούστηκε, κι απλωθήκανε χέρια ζεστά, αγνά, στεγνωμένα σα ξερόκλαδα, σφρίγος και θέληση ποτισμένα. Τα ‘σφιξα, βρήκα κουράγιο, πήρα δύναμη, τους ευκήθηκα κι εγώ.

«Καλώς σας εύρηκα φίλοι μου».

Αυτό ήτανε το παρθενικό μου ταξίδι το επαγγελματικό, ως γεωπόνος.

Κι έτσι κάπως ξεκίνησα τη σταδιοδρομία μου στο δύσκολο στίβο της ζωής. Βρήκα όμως γερά θεμέλια και πάτησα, χώμα Αγρίτικο, βουνίσιο, αμόλυντο και ζυμώθηκα, κι αθρώπους ατόφιους, ρωμαλέους, υγιείς, αψεγάδιαστους κι αναπιάστηκα, βρήκα συνεργάτες ανόθευτους και μπολιάστηκα, γι αυτό και το διάβα μου στη ζωή, σ’ ετούτη τη ζωή, μπορώ να καυχηστώ πως ήτανε πετυχημένο.

Γι’ αυτό και σας ευχαριστώ. Ευχαριστώ σας, όλους. Εσάς που είστε εδώ σήμερα, κι εσάς που θα σας ξαναδώ αργότερα.

Γι’ αυτό και την αγάπη μου σεμνά κι αθόρυβα, με πολύ ταπεινότητα, προσπαθώ να σας τη φανερώνω.

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

τ. Γεωπόνος Γ Εφαρμογών Καλλονής

gkamvysellis@yahoo.gr

Παρασκευή, 25 Αυγούστου 2017 17:46

Όπως τότε, σύντεκνε... Θυμάσαι, ε;

Αρχές του Θεριστή ήτανε κι ο νους μου γυρόφερνε στα χρόνια τα όμορφα, τότε που βλαστάρι τρυφερό ακόμα ξεφύτρωσα σε τούτα τα μονοπάτια τα χιλιοπατημένα. Κοντό πανταλονάκι και απαπούτσωτο, έπαιρνα δρόμο και γιόμιζαν οι αστήσεις μου εικόνες, μυρουδιές, ακούσματα κι εμπειρίες και το άμεστο μυαλουδάκι μου γνώσεις. Σκαρφάλωνα σε μια χιλιοφιλημένη απ’ το υγρό στοιχείο ασβεστόπετρα κι άφηνα τη ματιά μου να ταξιδέψει. Σβάρνιζε ανάμεσα ουρανό και θάλασσα, από τα σπιτάκια τα στριμωγμένα στο μικρό Γαβαθιανό μετερίζι και σταμάταγε σ’ έν’ άλλο κομμάτι στεριά μπηγμένο στη θάλασσα, πλημμυρισμένο σπίτια χρωματιστά κι ένα περήφανο κάστρο στην κορφή να το βιγλίζει. Ώρες πολλές περνούσα συντροφιά τούτο το όμορφο και περήφανο ακρωτήρι το Μόλυβο όπως μου τον βαφτίσανε οι μεγάλοι. Εκεί που στερνότερα έλαχε να γνωρίσω έναν υπέροχο άθρωπο που βάφτισε και τη δευτεροθυγατέρα μου, τον Γιώργο Τσαλίκη.

Κι ήτανε η μέρα ετούτη μουντή. Μια συννεφιά, μια ψυχοπλάκωση με γυρόφερνε κι αναρωτιόμουν: «Τι παιδεύει την ύπαρξή μου; Κακό μήνυμα θε νάναι.»

Ένιωθα να μπλαντώ και, άκεφα, ξεπόρτισα, πάτησα στην καυτερή την άμμο, πέταξα ρούχα και σκέψεις βασανιστικές, κι ανέμελα, τάχα, χώθηκα στην αγκαλιά του παγωμένου Αιγαιοπελαγίτικου θαλασσόνερου να ξεφύγω από τούτον τον κλοιό. Μα το φριχτό τριζόνι, εκεί. Να τριβελίζει αιστήσεις και σωθικά μου. Έριχνα απλωτές χεριές με τα νιογέννητα κυματάκια να με μπατσίζουν, μα βαριέστησα, ξεπρόβαλα στη βρεμένη την άμμο και, σκυφτός, πήρα το μονοπάτι για το κονάκι μου.

Στη βεράντα, η συμβία μου έκανε νόημα να γρηγορέψω και στο αυτί είχε το τηλέφωνο. Δε γέλαγε κι έδειχνε λύπη. Δίστασα, αλλά το πήρα, και, γνώριμη, κοριτσίστικη φωνή με πολύ προσοχή αντί μαντάτα χαρούμενα διφορούμενες κουβέντες έλεγε μη θέλοντας να τρομάξω.

Ήταν η Αννούλα, η κόρη του συντέκνου μου Τσαλίκη που γυρόφερνε στο μυαλό μου τόσην ώρα. Υποψιάστηκα, πετάχτηκα σα να με χτύπησε ρεύμα ηλεχτρικό.

«Τι συμβαίνει κόρη μου;», ρώτησα τρομαγμένος.

Τα παιδιά βλέπεις του Γιώργου και δικά μου τα λογάριαζα. Όπως κι εκείνος τα δικά μου. Μα τώρα δυσκολευότανε να μιλήσει.

- Λέγε. Ο πατέρας σου, κι αδερφός μου, Αννούλα;

Πονεμένες λέξεις βγήκανε από το στόμα της και χρειάστηκε να με βοηθήσει η συντρόφισσά μου μην πέσω.

Πάει λοιπόν ένας ακόμα περήφανος κι ασυμβίβαστος σκαπανέας της ζωής. Ο Γιώργος ο Τσαλίκης που προσέφερε αμέτρητες υπηρεσίες στο Μόλυβο τη Μυτιλήνη και λίγο παραπέρα.

Κι ήρθε πάλι στο νου μου τότε:

Μάιος του 1962 σαν πάτησα για πρώτη φορά στον πανέμορφο Μόλυβο ή Μήθυμνα όπως λέγεται σήμερα. Με το που κατέβηκα από το λεωφορείο της γραμμής, φοβισμένος, νεαρός γεωπόνος, σε άγνωστο μέρος, δεν πρόλαβα να συνειδητοποιήσω πού βρισκόμουν και ποιον έπρεπε να ανταμώσω και μια πληθωρική ζεστή φωνή με ακινητοποίησε.

- Καλωσορίσατε κυρ γεωπόνε.

Ήτανε ο αντιδήμαρχος Μολύβου, ο αεικίνητος και δραστήριος Τσαλίκης.

Από τότε, κάθε που πήγαινα από Καλλονή στο Μόλυβο για να βρεθώ ανάμεσα κτηνοτρόφους κι αγρότες, να κουβεντιάσω και να πασκίσω λύση να δώκω στα προβλήματά τους, με το μηχανάκι ανηφόριζα το πολυβραβευμένο δρομάκι με τις γλυσίνες να το στεφανώνουν, και στην πόρτα του παντοπωλείου περίμενε γελαστός ο αντιδήμαρχος.

- Οι αγρότες έχουν ειδοποιηθεί και σε περιμένουν. Μα πρώτα κυρ γεωπόνε να πιεις ένα ούζο να ξεκουραστείς και μετά η δουλειά.

Στεκόμασταν πίσω από τον πάγκο, πίναμε ένα ούζο με λαδοτύρι και σαρδέλα, έπαιρνα δύναμη και στο καθήκον μου. Μαζί κι ο Γιώργος που ήτανε και κτηνοτρόφος - κτηματίας υποδειγματικός.

Τις πάμπολλες φορές που είχα πάει, δεν με άφησε ούτε ένα βράδυ να πάω σε ξενοδοχείο.

- Στο σπίτι θα έρθεις.

Το Λενάκι, η θαυμάσια γυναίκα του, τυλιγμένη στο αβίαστο χαμόγελο, σα την πανσέληνο, μαζί κι η μητέρα της, κυρία Άννα, περιμένανε πρόσχαρες με το τραπέζι στρωμένο.

Μετά το υπέροχο πάντα φαγητό, γυναίκα και παιδιά πηγαίνανε για ύπνο κι εμείς πιάναμε δυο πολυθρόνες και βουλιάζαμε σε ατέρμονες συζητήσεις. Από γεωπονία, κοινωνία, αρχαιολογία μέχρι τον πόνο του, τον προσφυγικό. Πρωινές ώρες πια πηγαίναμε για 3-4 ώρες ύπνο.

Μετά χωρίσαν οι δρόμοι μας. Στο κρατικό ραδιόφωνο εγώ, στου Ζωγράφου με ένα πρωτοποριακό σούπερ μάρκετ εκείνος. Όμως η φιλία αμείωτη και παντοτινή. Άρχισε και τη συγγραφική του δραστηριότητα, αποδείχτηκε ένας καλός λογοτέχνης, χρημάτισε στέλεχος στην Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών, μεταφράστηκαν γραπτά του στα Πολωνέζικα κι άλλα πολλά.

Και τώρα, μας έφυγε κι αυτός.

Φτωχύναμε κι άλλο!

Ω και νάμασταν,

όπως τότε σύντεκνε! Θυμάσαι;

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

 

LEZANTA

Οι οικογένειες Γ. Τσαλίκη και Γ. Καμβυσέλλη

 

 

 

Παρασκευή, 07 Ιουλίου 2017 20:31

Ποια η συμπαράστασή μας;

Την ανακοπή την ξέφυγα.

Η έκρηξη γίνηκε.

Τα χαρτιά τα έσκισα.

Και ένα χτύπημα να ξεχαρβαλωθεί η ξώπορτα, με έσωσε απ’ το εγκεφαλικό.

Και το πιο σπουδαίο, με το που πετάχτηκα σαν ελατήριο όξω στο χωράφι, με το που με έλουσε, ασήμι μαυρισμένο το φεγγαρόφωτο, κατάλαβα μια μεγάλη αλήθεια. Που την αναζητούσα χρόνια.

Πως είμαι ένας αδιόρθωτος ασυμβίβαστος ρομαντικός, μπορεί και γραφικός βλάκας.

Ναι, ένας οδοιπόρος που δεν θέλει να δεχτεί την πραγματικότητα, αδυνατεί να ξεχωρίσει τις πληγές μας που πλημμυρίζουν αίμα ως διαβαίνουμε τρεχάτοι των καιρών τα βίτσια και της τεχνολογίας τις καταστροφές, κι αγναντεύει ακόμα το αστραλίκι ανάμεσα ζώα και αθρώπους, κι επαναστατεί, μα αδυνατεί να ξεδιαλύνει πού, εξόν τα λεφτά ξεχωρίζουμε, και πού εξόν τα κρυστάλλινα και πλατινένια μπιχλιμπίδια υπερτερούμε.

Λέγαμε κάποτε πως έχουμε το πνεύμα και το συναίσθημα που μας κάνει να υπερηφανευόμαστε πως κρατάμε τα ινία σε τούτο τον κόσμο.

Το πνεύμα ασθενεί, το μυαλό μένει. Τυποποιημένο, καμουφλαρισμένο, ποτισμένο ύλη και ντοπαρισμένο, να δουλεύει μοναχά προς τη μια κατεύθυνση, και για ένα μόνο σκοπό. Να εφευρίσκει τρόπους να ευκολύνουμε μα να χαλάμε τη ζωή μας, να την κάνουμε κι αυτήν πλαστικιά, που κάποτε θα είναι υποβαθμισμένη ομπρός του αθρώπου τα καμώματα, ρομπότ ή διαδίκτυο λέγονται.

Κι αφού το μυαλό ξετόπισε το πνεύμα, κι ο πολιτισμός σταμπιλαρισμένος ξύλινος, κυριάρχησε στη λεγόμενη ζωή μας, άδικα ψάχνω να βρω τι απογίνανε αυτά τα ωραία συναιστήματα αγάπης, ευγένειας, αλληλεγγύης, στοργής, πόνεσης και χιλιοτραγουδημένου έρωτα, που δίνανε μια αλλιώτικη ομορφάδα, ένα πιο σημαδιακό νόημα και περιεχόμενο στη ζωή μας.

Γι’ αυτό κι ανακράζω πως, ναι είμαι ξεπερασμένος, ανήκω στα υπό διωγμό και εξαφάνιση πλάσματα και δικαίως μερικοί θα με χαρακτηρίσουν αφελή, ή θα μου κολλήσουν τη ταμπέλα του ακαταλόγιστου.

Βραδάκι ήτανε πια απόψε, ώρες πολλές ασταμάτητα στα χαρτιά μου απάνω, να γράφω, να σκίζω, να μουτζουρώνω και να ξαναγράφω λαχανιασμένος το άρθρο της βδομάδας, πετάχτηκα ορθός, γιόμισε η κάμαρη αισθήματα γέλιο, δάκρυα, μαλλιά ανάκατα και χειροκροτήματα, σημάδια ούλα ενός φρενοβλαβούς, και σα τον μεγάλο νικητή, με ύφος θριαμβευτή έδωκα το κείμενο να το διαβάσει η μούσα μου που με υποστηρίζει.

Ήταν ένα κείμενο γιομάτο συναίσθημα και διαμαρτυρία για τα φαινόμενα των καιρών μας -την αδιαφορία, τον ατομικισμό, και τον υλισμό. Γιομάτο μηνύματα και προβληματισμό για το πότε ήταν η ζωή καλλίτερη. Ένα άρθρο με ειδικό βάρος δυσβάσταχτο για μένα.

Κι ως απάντεχα σα το σκολιαρόπαιδο ομπρός το Δάσκαλο, έκανα τον αδιάφορο, μα τρεμόπαιζε η ματιά μου, γιατί ξέρω τη σκληράδα της που οι άλλοι τη λένε πραγματισμό, είδα να παίζουν τα φρύδια της και να διαγράφονται οι ζάρες ανάμεσά τους.

- Δεν είναι καλό, έ; Ρώτησα σιγανά.

- Προσπαθώ να καταλάβω γιατί δεν μου αρέσει πάρα πολύ, ήρθε ψυχρή η απάντηση.

- Μήπως τα έντονα συναισθήματά μου;

- Φοβάμαι πως ζητάς ένα κόσμο αλλιώτικο. Ιδανικό.

- Ζητώ έναν κόσμο πιο ανθρώπινο. Να νοιάζεται ο ένας λίγο και για τον άλλο. Με ευγένεια και εξωϋλιστικά ενδιαφέροντα.

Κι όταν επέμενε στην ρεαλιστική της άποψη, που θέλει τον άθρωπο εγωκεντρικό, κι ισοπέδωση συναισθημάτων και αξιών, τότε ήταν που έγινε η έκρηξή μου, όχι γιατί διαφώνησα, αλλά γιατί επί τέλους είδα πως, ναι έτσι είναι. Και πως πρέπει κι εγώ κάποτε να συμβιβαστώ. Αλλά το άγριο πεισματάρικο μουλάρι, δεν μπαίνει εύκολα, ή μάλλον καθόλου στον αχυρώνα.

Όλοι είπαμε και λέμε απ’ τη σιγουράδα του σπιτιού μας και το μπάνιο το θαλασσινό, να βοηθήσουμε! Ναι, να συμπαρασταθούμε στο συνάνθρωπο που καταστράφηκε, που έχασε τον πατέρα, τη σύντροφο στον αγώνα της ζωής, μα πόσοι εξόν τα παχιά λόγια και τις δακρύβρεχτες ευχές, βάλαμε το χέρι στην τσέπη; Πόσοι τρέξαμε στη Βρίσα και τ’ άλλα χωριά της Μυτιλήνης να προσφέρουμε; Ποτέ φίλοι μου δεν είναι αργά. Ας δώσουμε από το υστέρημά της τσέπης μας και το περίσσεμα της καρδιάς μας.

Και τώρα, εσύ που ίσως αδιαφορείς, προσπάθησε να φανταστείς αν θα αξίζει να ζει κανένας μετά από μερικές δεκαετίες. Εξόν κι αν γίνει κάποιος άλλος σεισμός, ή καταποντισμός Μια και στην κορφή του παγωμένου βουνού έχουν κάνει οι επιστήμονες αντιπυρηνικά κατεψυγμένα καταφύγια, με χιλιάδες σπόρους μέσα, για να ξαναρχίσει η ζωή όταν τελέψει η προβλεπόμενη από πολλούς συντέλεια και τούτου του κόσμου.

Όπως, με το Νώε.

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

 

 

Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017 17:40

Λες, τούτη τη φορά;

- Θα με πεθάνετε! Νάτο, έρχεται.

Προσπάθησε να σωριαστεί στο ξύλινο μπαλκόνι, σκέφτηκε, γράπωσε το σιδερένιο κάγκελο, αργόσυρε τη θολωμένη του ματιά στον αυλόγυρα, πεντέξι οι υποταχτικοί ούλοι κι ούλοι, δεν τον σύφερε, ξαναστυλώθηκε με μάτια όρνιου αρπαχτικού μισόκλειστα, ξεστόμισε βρισιές ακαταλαβίστικες, και ίδιο πληγωμένο θεριό πισωγύρισε και χώθηκε στο μικρό δωμάτιο που χρησίμευε για γραφείο τούτης της φάμπρικας που με ξένα λεφτά εφοδιάζει με ακριβά εσώρουχα τα μαγαζιά. Ιδρός, ξενύχτι και κομπίνες χρειαστήκανε για να τη στεριώσει ο μαστροΓύπας.

Αυγατίσανε οι δουλειές, τον μάθανε στη πιάτσα, φούσκωσαν πορτοφόλι και μυαλά του.

Είχε και μια μεσόπορτα στο γραφειάκι με παραπλανητικό μπογιαντισμένο θαμπότζαμο, κι απ’ την άλλη, ένα κρεβάτι, με φρουφρουρένια κι αρωματισμένα σκεπάσματα. Εδώ, λένε, μα κι ο ίδιος καυκιέται στους ομότεχνους του, υποδεχότανε τις απαιτητικές πελάτισσες για να τους κάνει ειδικές τιμές.

Τους άλλους, για παραγγελίες και συφωνίες, τους δεχότανε όξω, στο φτωχικάτο γραφείο.

Συμπολεμιστές σε τούτες τις αψιμαχίες είχε τον Ιγνάτη και τον Αργύρη. Καλοί τεχνίτες, δουλευτάδες και μπιστικοί του, τάφος! Αλλά κι οι δυο, με το αζημίωτο. Να τους έχει του χεριού του ήθελε.

Πλουτίζανε αυτοί, αδειάζανε τα ταμεία, και σαν έφταναν στο απροχώρητο, ο Γύπας φώναζε στους εργάτες πως αυτοί φταίνε.

Κι ήτανε τόσο πιστικός με τα επερχόμενα εγκεφαλικά  και τα ανύπαρκτα εντάλματα συλλήψεως σαν τους έλεγε, που τον λυπόντουσαν, κάνανε θυσίες, σφίγγανε το ζωνάρι, κι έβγαινε η επιχείρηση από την κρίση.

Ξανάρχιζαν την αλόγιστη σπατάλη η τριάδα, κι υστερνά, πάλι στο μπαλκόνι.

- Θα με πεθάνετε! Νάτο! Έρχεται το εγκεφαλικό!! Κομμένες οι υπερωρίες!

Τα πιστεύανε οι υποτακτικοί, σφίγγανε κι άλλο το ζωνάρι.

Μέχρι που μια μέρα, μπαϊράκι σηκώσανε.

- Θέλουμε το δίκιο μας! Τη δούλεψή μας!

Άναψε ο Γύπας, πυρ και μανία γίνηκε, φώναξε τους δυο μπιστικούς του.

- Θα σας απολύσω! Είπε στον Ιγνάτη και τον Αργύρη, και τους έκλεισε το μάτι. Εσείς κάνετε σπατάλες και θα φαλιρίσει η επιχείρηση!

Ακούσανε οι εργάτες φχαριστηθήκανε, πληρώσανε τις ζημιές, κι απαντέχανε να διώξει τους υπαίτιους. Μα τούτο δε γινότανε, και σα ρεμήσανε τα πνέματα, είπε ο μάστροΓύπας:

- Θα τους κόψω το μισθό να ξεπληρωθούν οι ζημιές. Αλλά, κι εσείς, μη περιμένετε αύξηση.

Κανένας δεν αντιστάθηκε, «ήρθε δικαιοσύνη» πιστέψανε.

Ο μάστροΓύπας δεν έπαθε ποτέ εγκεφαλικό, ούτε κι η καρδιά του τον πρόδωσε. Όμως ο φουκαράς ο Νικολάκης με τα πολλά παιδιά και την άρρωστη γυναίκα, αυτός υποφέρει χρόνια πολλά από ανέχεια μια και ποτέ δεν είχε ευχέρεια η επιχείρηση να του δώκει μια τοσοδούλα αύξηση. Μόνο καλές κουβέντες κι επαίνους δακρύβρεχτους άκουγε κι αφορεσμούς να παρασταθεί του αφεντικού του, που περνούσε μέρες δύσκολες.

Κι οι τρανοί, πάλι με χρυσά κουτάλια τρώγανε το βιος των παρακατιανώνε.

Μέχρι που ξεσηκώθηκαν πάλι, και διώξανε, έτσι πιστέψανε, το Γύπα.

Ο Μάστρο-Αργύρης γίνηκε αφεντικό τώρα κι όλοι απαντέχουνε το ξεκαθάρισμα μια για πάντα

- Μη τρώτε πολύ, για να πληρωθούνε οι έμπειροι γραμματιζούμενοι που φώναξα να βρούνε τους ενόχους, τους είπε με τη σειρά του.

Κι ο φουκαράς ο Νικολάκης, κόβει στα τρία το κεφτέ, και προσεύχεται.

Λες τούτη τη φορά να βρει κι αυτός το δίκιο του,

φίλε μου αναγνώστη;

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

 

 

 

 

 

Είχανε σβήσει οι λιγοστές φωτολαμπίδες στον ουρανό, κρυμμένες στα σκόρπια σύννεφα οι πιότερες, κι οι κορφογραμμές ολόγυρα ξεπροβαίνανε και βάνανε τα ανοιξιάτικά τους σ’ αποχρώσεις σπάνιες του πράσινου ταπέτου κεντημένου από Θεϊκό Χέρι με κίτρινες μενεξεδί, κόκκινες και ασπριδερές κορφές στους θάμνους και βοτάνια που ξεπροβαίνανε από τη μάνα όλων μας, τη γης. Ένας αγέρας νοτισμένος κι ογρός κατρακυλούσε, σκέπαζε σπίτια αυλές κι αθρώπους, δρόσιζε τα ζωντανά που βόσκανε χαρούμενα κι έσμιγε με τη δικιά του θαλασσομάνα.

Χοντρές σταγόνες πέφτανε βαριεστημένες στην οψιμάδα τους, λιόδεντρα μπαχτσέδες και πατατοχώραφα πιθυμούσανε τούτη τη δροσινάδα και χαμογελούσανε, μα η καρδιά λιγοστών αθρώπων, των εθελοντών Φίλων του Αννουσάκειου Ιδρύματος, κλονίστηκε, τάχυνε τους ρυθμούς, ένα αλαφρό σφίξιμο έζωσε πλευρά και μπέτια τωνε και μουρμουριστά αργοφάνηκαν στα χείλη τους ευχής κι ανησυχίας λέξεις. «Θεέ μου κάνε να σάξει ο καιρός, να χαρούν οι πονεμένοι μας, να τραγουδήσουν και να απολαύσουνε το μουσικό και νοσταλγικό ταξίδι που τους τάξαμε».

Λίγο μετά τον πόλεμο ήτανε, με το αίμα να τρέχει ακόμα στις πληγές της ταλαίπωρης Ελλαδίτσας μας, που αγώνα στον αγώνα πάσκιζε να ορθοποδήσει, όταν μια τοιμόγεννη λεβεντομάνα, η Μαγδαληνή, βρέθηκε ολόδρωτη στο κρεβάτι με τους αβάσταχτους πόνους τοκετού, να φέρνει στον κόσμο ένα χαριτωμένο αγοράκι. Λιγοστά τα φάρμακα κι επεμβατικά μέσα, κουτσουρεμένοι οι γιατροί, μια αιμορραγία, κι η μάνα δεν χάρηκε το σπλάχνο της κι αυτό δεν γνώρισε μάνα. Στα χέρια του πατέρα και στης γιαγιάς τις φροντίδες απόμεινε, κι ο γονιός που λαχταρούσε να βαστήξει ζωντανές τις μνήμες, ζήτησε να του δοθεί το όνομα Μαγδαληνός και να το φωνάζουνε Λίνο. Λίνο Κόκοτο. Η γιαγιά αγωνιούσε κι αγωνιζότανε, κατάφερε να του δώσει γερά θεμέλια κι ανατροφή σπάνια, χόρτασε ζωή, πέρασε τον αιώνα, κουρασμένη μα χαρούμενη τα τελευταία της χρόνια βρήκε θαλπωρή στο Γηροκομείο Αθηνών κι έφυγε ήσυχη στα 105 της. Ώρες πολλές περνούσε δίπλα της ο Λίνος και τής χάριζε στιγμές μελωδικές, ζωογόνες. Στιγμές ευαίσθητες του προικισμένου μουσικοσυνθέτη που τανίστηκαν ξανά, κι ευτύς, δέχτηκε να προσφέρει χωρίς καμιά αμοιβή, υλική, ετούτο το μουσικό ταξίδι στους άλλους απόμαχους της ζωής που ανασαίνουν με τις φροντίδες του Αννουσάκειου Ιδρύματος Κισάμου.

Κι η γης, φρεσκοπλυμένη, αφουγκράστηκε ευχές, λαχτάρες και πόνους, αναστέναξε, έγνεψε στον ουρανό, χάθηκαν τα σύννεφα, ζέστανε η μέρα και απόγεμα, με ένα θαυμάσιο καιρό, στο μικρό μα μυρωδάτο προαύλιο θεατρικό χώρο του Αννουσάκειου Ιδρύματος, μπροστά στα ανυπόμονα μάτια των πονεμένων γηρατειών, φτάσανε σεμνοί και σιγουρεμένοι για το ρόλο τους, ο σπουδαίος μουσικοσυνθέτης Λίνος Κόκοτος με τον δικό μας εκπαιδευτικό και μουσικοδιδάσκαλο Γιώργο Χαχλάκη.

Τραγουδήσανε υπέροχα με τη συνοδεία μουσικής κι οι τρόφιμοι του Αννουσάκειου Θεραπευτηρίου, με ορθάνοιχτα μάτια κι αιστήσεις φρεσκοτανισμένες, πιστέψανε πως είναι πιο νέοι, πιο γεροί και πως δεν τέλεψε και γι αυτούς ετούτη η ζωή.

Το πορτοφόλι του μεγάλου μουσικού Κόκοτου δεν γέμισε, μα η καρδιά του άνοιξε και πλημμύρισε αγάπη, όπως ο ίδιος τόνισε βουρκωμένος όταν έβλεπε δακρυσμένα μάτια να λαμπιρίζουν και χείλη πικραμένα να χαμογελούν σιγοτραγουδώντας τα υπέροχα, από τον ίδιο και τον ταλαντούχο Χαχλάκη δοσμένα, και χιλιακουσμένα από τους πολυκαιρισμένους διαβάτες της ζωής νοσταλγικά τραγούδια.

Ήτανε μια σπάνια εκδήλωση από το δραστήριο διοικητικό συμβούλιο του εθελοντικού Συνδέσμου των Φίλων του Αννουσάκειου Θεραπευτηρίου Κισάμου Χανίων που, αστέρι στέκει στην ταπεινότητά του και πρέπει να το βαστούμε στις καρδιές μας φωτεινό μπροστάρη στο δρόμο προς την αλληλοστήριξη για μια κοινωνία, Θε μου, αλλιώτικη, ζεστή ανοιχταγκάλη.

Αξίζουν συγχαρητήρια σε όλους, μικρούς και μεγάλους, που κι εμείς χαρήκαμε και δακρύσαμε βλέποντας τόσες σφαλιγμένες ψυχές να φτεροκοπούν κι ανάλαφρα να ταξιδεύουν σε πελάγη γαλάζια και ξεχασμένα.

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε. 

Ροδόχρωμη κι ευωδιαστή ξετυλιγότανε, στεφάνωνε τις Χανιώτικες Μαδάρες, απλωνότανε, ειρηνικός καταχτητής, μπογιάντιζε την περήφανη κορφή στο ανημέρωτο Εννιαχωρίτικο Κουτρούλι με τα φουργιάρικα γίδια αποκουρασμένα να ετοιμάζονται μετά της νύχτας το μηρυκασμό για καινούργιο σβάρνισμα στις κακοτράχαλες οροπλαγιές και κατρακυλούσε αχνιστή η καινούργια ετούτη Σαββατιάτικη μέρα. Φώτιζε το φιδωτό δρόμο, αγκάλιαζε τη σκαρφαλωμένη στις πλαγιές Κεραμωτή και κατηφόριζε λίγο κόμα για να σταματήσει εκεί στην εκκλησιά της Αγίας Κυριακής που μαζί και η νεκροπολιτεία καλοδέχεται τους οδοιπόρους της ζωής.

Μεγάλη κι αγιασμένη μέρα τούτο το Σάββατο, μαθές, για όλους εμάς τους λιγοστούς που βρεθήκαμε και πιότερο για το Μητροπολίτη Κυδωνίας και Αποκορώνου, Δαμασκηνό, που τον αξίωσε ο Θεός μετά από φόρτο εργασίας και προβλήματα πολυποίκιλα να τα καταφέρει και να ξανάρθει στα πατρογονικά του μονοπάτια δι’ ευλογίας του κατά πάντα σεβαστού Ποιμενάρχου μας κ.κ. Αμφιλοχίου για να αποτίσει φόρο τιμής και σεβασμού στον μακαριστό παπά Νικόλα που πριν λίγα χρόνια μεταπήδησε από τον κόσμο ετούτο στην αιωνιότητα. Δεσμοί αίματος, από μια οικογένεια η καταγωγή τους, μα και βαρύ το χρέος προς τον εκλιπόντα που με πνευματικά και ηθικά εφόδια είχε προικίσει τον Καλό Ποιμένα που μαζί με τα γερά του θεμέλιά, ανηφόρησε στην μετέπειτα αγιασμένη διαδρομή του σαν ηγέτης της Μητρόπολης Κυδωνίας και Αποκορώνου Χανίων.

Κατανυκτική η θεία λειτουργία με τον Σεβασμιότατο και τους άξιους συνοδούς του, τον Ηγούμενο της Χρυσοσκαλίτισσας, τον τοπικό εφημέριο, τους καλλίφωνους ιεροψάλτες που σκόρπιζαν βυζαντινούς ύμνους, πλημμύριζαν ιερό δέος την εκκλησιά, πετάγονταν από πόρτες και παραθύρια, σκόρπιζαν στα γκρεμνά για να καταλήξουν στην ασημένια θάλασσα που χαρούμενη κι αυτή στραφτάλιζε μαζί μας. Συγκίνηση στερνά μάς κατέλαβε με τα επιμνημόσυνα τροπάρια κι οι προσευχές μας ανταμώσανε για την ανάπαυση της ψυχής του εκλιπόντος παπά Νικόλα. Ταπεινά και σοφά τα λιγοστά που ακούσαμε από τον Σεβασμιότατο κι ο νους μου καταλάγιαζε στην απαράβατη οδό που όλοι διαβαίνουμε και πως χρέος μας να την αφήνουμε μυρωδάτη ξωπίσω μας.

Κοινωνήσαμε όσοι μπορούσαμε, πήραμε αντίδωρο κι ευλογία και τα παιδιά του συγχωρεμένου παπά Νικόλα δημιούργησαν πια ένα ευχάριστο περιβάλλον στο όμορφα ανακαινισμένο σπίτι τους, λίγα μέτρα πιο κάτω από την εκκλησιά, όπου με καφέ, θαυμάσια εδέσματα και ντόπιο κρασί εκτονωθήκαμε.

Κι η χαρά μου μεγάλη, που εκεί, όλοι αντάμα στον άνετο χώρο με τη θαυμάσια θέα, γνώρισα έναν ποιμενάρχη, έναν γνήσιο θρησκευτικό ηγέτη. Γελαστός και πρόσχαρος, με άνεση κι ευκολία στο λόγο του για της ζωής τα βιώματα. Ένας φίλος, ένας άνθρωπος όπως κι εμείς, γιατί άνθρωπος είναι κι εκείνος, άνθρωπος κι ο Χριστός μας όπως ήρθε στη γη να μας σώσει από τις αμαρτίες θυσιάζοντας τον ίδιο του τον εαυτό. 

Ήτανε μια μεστή κι αξέχαστη μέρα που θα με συνοδεύει για πάντα.

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

 

 

Σελίδα 1 από 2
Top