FOLLOW US
Γιώργος Καμβυσέλλης

Γιώργος Καμβυσέλλης

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Παρασκευή, 06 Οκτωβρίου 2017 20:08

Αφόρητη η μοναξιά κι ο πόνος

Παλικάρι ο Μιχαλιός, κοπελιά π’ άστραφτε η Λενιώ του, κι η μέρα λίγες είχε ώρες για να προκάνουνε δουλειές και τρεχάματα να τα φέρνουνε βόλτα. Και το φαγητό, μετρημένο. Από το στόμα τους βγάνανε τη μπουκιά να τη δώκουνε στα πέντε κοπέλια που είχανε φέρει σε τούτονε τον κόσμο.

Λιγοστά τα γράμματά τους κι οι περιουσίες σχεδόν ανύπαρκτες, μα η αγάπη συναμετάξυ τους άρρηκτη, η πίστη τους στο Θεό ακλόνητη, το κέφι για ζωή αμείωτο κι η λαχτάρα για προσφορά απλόχερη, τους γιόμιζαν δύναμη, κουράγιο κι ύπνο ήσυχο τις λιγοστές ώρες που ξεπερισσεύανε να μείνουνε στο σκληρό κρεβάτι, κειμήλιο ιερό απ’ τους γονιούς της κι αυτό.

Δεν είχε σίγουρη δουλειά ο Μιχαλιός, μα δουλευτής προκομμένος και τίμιος ήτανε, με χαμόγελο και ιδρώτα έβγαζε το ψωμί του, γυρεύανε εργάτη ή τεχνίτη, πάγαινε και ποτέ δεν έμενε χωρίς μεροκάματο. Σκάλες να καθαρίζει αυτή δεν λειβότανε τίποτα των κοπελιώνε, καταφέρανε, καλοαναθρεμμένα κι εφτάγερα να τα μεγαλώσουνε, να τα σπουδάξουνε και να τα δώκουνε στην κοινωνία.

Την αγάπη και το νιάξιμο για το διπλανό, τα είχανε φυτέψει απ’ αρχής στο τρυφερό μυαλουδάκι τους, ώσπου μεγαλώσανε, ανοίξανε τα φτερά τους, φτεροκοπήσανε, χτίσανε τις φωλιές τους, τιμήσανε το όνομά τους, καταφέρανε να σάξουνε το δικό τους κόσμο.

Καλά τα πηγαίνανε, μα πε οι συνθήκες ζωής, μπορεί η αλλιώτικη ματιά που ρίχνανε γύρω, η αδικία που βασιλεύει και τα προβλήματα στο διάβα τους, δυσκολευτήκανε, και δρόμο αλλιώτικο πήρανε. Όχι ναρκωτικά και ξενύχτια, μα περίσσια αγάπη για τον εαυτό τους είχανε κι αδιαφορία για τους άλλους.

Και το παράπονο της μάνας, σαράκι να τη φάει, που δεν άρεσε στα δυο κοπέλια και τις τρεις κοπελιές της να κοιτάνε και το διπλανό τους. Όλα για το στομάχι και το πορτοφόλι τους. Να αρρώσταινε ο γείτονας, να ζητιάνευε, δεκάρα δε δίνανε. Κι ας τους περισσεύανε.

Μα με τον καιρό ούτε στους γονιούς των δε δείχνανε συμπόνια κι αναγνώριση των όσων είχανε πράξει για να τους οδηγήσουν ως το μονοπάτι το δύσβατο που με την ευκή τους και τη μονιασμένη δουλειά ολωνών, τη σκληρή, ασφαλτοστρώθηκε.

Γέρασε η γιαγιά πια, η Λενιώ, μα άτυχη, χτυπήθηκε από αρρώστια κακιά, έφυγε απ’ τη ζωή κι αφήκε σαν την καλαμιά στον κάμπο το Μιχαλιό της που κι αυτός με προβλήματα υγείας απόμεινε με την καρδιά να δουλεύει και την ανάσα του βαριά που τον κρατάγανε ζωντανό στο σπιτάκι που είχε καταφέρει να κρατήσει για τα στερνά του και πάσκιζε να γιατρεύει τον πόνο του.

Παράπονο μεγάλο δεν είχε από τα παιδιά του, αποφάσισε, όταν του το είπανε, να τους το δώσει με πλήρη κυριότητα, κι ας τον απέτρεπε ο γνωστός του συμβολαιογράφος.

-Τα παιδιά μου με αγαπάνε και με το παραπάνω, μην πληρώνουν άμα έρθει η ώρα μου και κληρονομιές, έλεγε.

Κι αστροπελέκι έπεσε, σαν ήρθε ο πρωτογιός του μετά ένα μήνα κι είπε του, ορθά κοφτά και χωρίς πόνεση καμιά.

-Γέρο, ξέρεις, αρωστάρεις είσαι, φροντίδα χρειάζεσαι, δουλειές πολλές, δε προλαβαίνουμε, αποφασίσαμε με τους άλλους να σε πάμε στο γηροκομείο που θα σε προσέχουν.

-Παιδάκι μου τι να σας πω. Έχω τα γεράματά μου, θέλω όμως να σας βλέπω, να παίρνω κουράγιο από σας να παραμένω στη ζωή. Όση μου χρωστάει ο Θεός.

-Το σκεφτήκαμε καλά, το αποφασίσαμε. Δε μπορούμε να αλλάξουμε. Μα θα ερχόμαστε να σε βλέπουμε.

Και ξημέρωσε μαύρη μέρα, σαν τον πήρανε και τον παραδώσανε στο γηροκομείο. Όσο κι αν ήτανε καλό. Ο πόνος από τις πληγές αφόρητος. Του σώματος μα πιο πολύ της ψυχής του οι πληγές. Δυσκολευότανε να το δεχτεί, όσο κι αν τον φροντίζανε στο γηροκομείο, πως θα βλέπει τόσο σπάνια τα παιδιά του τα μοσχαναθρεμμένα και τα εγγόνια του. Και μαράζωνε, κλεισμένος στον εαυτό του. Χαμένοι οι κόποι του... Μουχλιάσανε τα όνειρά του.

-Δεν έχω παράπονο από το ίδρυμα, αλλά, αραχνιάσανε, σβήσανε όλα για μένα.

Ετούτα πάνω κάτω έλεγε κι ο γεροντής σαν τον ρωτήσαμε στο εξαίρετο ίδρυμα, το Αννουσάκειο, όπου κάμποσοι εθελοντές πηγαίνουμε να σπάσουμε τη μοναξιά τους, να τους δείξουμε πως η ζωή συνεχίζεται.

Η αμοιβή μας; Το αμυδρό χαμόγελο των πονεμένων αυτών σκαπανέων της ζωής και τα θολά τους μάτια.

Δοκίμασέ το άνθρωπέ μου. Θα δεις.

Είναι να το νιώθεις.

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

gkamvysellis@yahoo.gr

 

Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017 19:22

Δεβαριεστισμός - Συγκαλύψεις - Συνπαρανομίες

Φίσκα σπουδαστές το πούλμαν, ο Θωμάς ο αχτύπητος ο οδηγάρας στο βολάν, κι η αφεντιά μου, ο πολύ αυστηρός μέσα στην τάξη, ο χίμα στο μη εκπαιδευτικό κομμάτι των εκδρομών, ο τελειομανής διευθυντής του ΤΕΙ, να εισπράττω την αμοιβή μου ομόφωνα και συνθηματικά:

- Ένας είναι ο αρχηγός!! Ο Γιωργάκης ο καλός!!

Ανηφορίζαμε, που λέτε, εκεί, Άλπεις μεριά, να φτάξουμε Βιέννη. Από Μιλάνο ερχόμασταν. Κουρασμένοι, ταλαιπωρημένοι και βιαστικοί να προκάνουμε ανοιχτά το Πανεπιστήμιο για την προγραμματισμένη ενημέρωση. Μα έλα ντε που μπροστά μας, ένας φλεγματικός μεσήλιξ Αυστριακός, με τα κουτσούβελά του στη BMWάρα του μέσα, πήγαινε σημειωτόν;.

Μπιιιμπ, μπιιιμπ ο δικός μας, τίποτα αυτός. Θερμόαιμοι γαρ εμείς, και Μεσογειακοί, και Έλληνες, και εικοσπεντάρηδες κατά μέσον όρο, τουτέστιν να χοχλακάει το αίμα, αφήκα τα γκέμνια χαλαρά, χτυπάει ένα σπέσιαλ γκάζωμα ο Θωμάς, στροφή ξεστροφή, προσπέρασε ελαφρώς ή άκρως επικίνδυνα και παράνομα, μπήκαμε στην ισιάδα και, τέρμα τα γκάζια, εν μέσω χειροκροτημάτων για τον οδηγάρα μας και, που θα προφταίναμε το ραντεβού μας.

Αμ δεε…

Στην επόμενη στροφή, παγώσαμε στο άκουσμα της αστυνομικής σειρήνας και στη θέα του περιπολικού και των πολιτσμάνων που, ειδοποιημένοι ως μάθαμε από τον προπορευόμενο φλεγματικό μεν, φιλόπατρι και νομοταγή δε, Αυστριακό, (όχι-όχι, δεν είχε τότε, 1977, κάμερες στους δρόμους), μας σταματήσανε, κι ακόμα μας ανακρίνουν. Και επί τόπου, καταβάλαμε για πρόστιμο, όλο μας το χαρτζιλίκι!. Θα παίρνανε και το δίπλωμα του Θωμά, αλλά, με λυπηθήκανε που δεν μπορούσα να ταΐζω και να κοιμίζω τόσους μαντραχαλαίους σε ξένο τόπο, μας το χαρίσανε.

Σε όλη τη μετέπειτα διαδρομή όμως, και στα επόμενα ταξίδια, ήμασταν «κυρίες».

Κι αναρωτιέμαι: Είναι ρε παιδιά καλό ή κακό αυτό που μας έμαθε η γιαγιά μας, να μη γίνουμε Ιούδες και Ισκαριώτες, και να μη προδίνουμε;

Σίγουρα δεν είναι σωστό για μικροπράγματα να κάνουμε καταγγελίες, και, προς θεού, όχι τις αποκαλούμενες ρουφιανιές. Δε λέω να σηκώνουμε το χέρι και να μαρτυράμε το συμμαθητή μας ή το συνάνθρωπό μας για ψύλλου πήδημα, αλλά, θαρρώ, χρειάζονται μερικά όρια.

Ο διπλανός μας παρανομεί εις βάρος του συνόλου, εις βάρος της πατρίδας μας, κι εμείς τον βλέπουμε κι αγανακτούμε κι ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι μας και αρκούμαστε στο «δε βαριέσαι» ή, στο καταστρεπτικότατο, «εγώ θα βγάλω το φίδι από την τρύπα»;

Μα ναι. Ο καθ’ ένας από μας, μπορεί και πρέπει να ξετρυπώσει κι ένα κακό, μικρό ή μεγάλο φιδάκι. Για να συμμορφωθεί ή να εξαφανιστεί.

Όχι από κακία, ούτε από μίσος, αλλά από αγάπη για το σύνολο και τον ίδιο τον παρανομούντα, αφού και δικό του συμφέρον είναι, να έχουμε μια Ελλαδούλα νοικοκυρεμένη και με Έλληνες που να σέβονται -Αμήν και πότε!- εμάς όλους, και να αγαπάνε τα παιδιά όλων μας.

Στο κάτω-κάτω, αν βλέπουμε την παρανομία και δεν την καταγγέλλουμε, τη συγκαλύπτουμε και θαρρώ συνπαρανομούμε. Κάτι δηλαδή σαν τους κλεπταποδόχους.

Θα μου πείτε, κι αν κάνουμε μια καταγγελία, θα σάξει τίποτα; Ναι. Έχετε δίκιο. Συνηθίζεται, οι νόμοι στον τόπο μας να υπάρχουν, και να ‘ναι και καλοί, μα τους έχουνε για τις βιβλιοθήκες. Δεν εφαρμόζονται. Μεγάλο τούτο το κακό ρε παιδιά!

Το ξανάπαμε: ένα νόμο χρειαζόμαστε, να εφαρμόζονται οι νόμοι.

Κι αν λάχει καμιά φορά να μπει σε λειτουργία κάποιος απ’ αυτούς τους αδρανείς νόμους κι επιβληθεί κανένα πρόστιμο, τσουχτερό ή μη, έε, κάποιος πολιτικάντης θα βρεθεί να σβήσει την κλήση, προς μεγάλη ευχαρίστηση του παραβάτη, κι απογοήτευση του σπάνιου είδους της εποχής μας που λέγεται «νομοταγής πολίτης».

Και βέβαια αυτό θα γίνει παράδειγμα προς μίμησην, και διδαχή για τον αδιάφορο κι ασυνείδητο συμπολίτη μας. (Γιατί να μην κάνω κι εγώ το ίδιο;).

Συνήθως κάτι φουκαράδες κι οι ανένταχτοι στα κόμματα, πληρώνουν τη νύφη.

Ααα. Είναι κι αυτοί που δεν κάνουν καταγγελία, γιατί έχουν ή σκοπεύουν να έχουν κι αυτοί χεσμ… τη φωλιά τους.

Ή μήπως θαρρείς πως το μελάνι που ξόδεψα και τον ύπνο που έχασα να γράψω ετούτες τις αράδες, θα πιάσουνε τόπο;

Όχι.

Μπορεί και να με κοροϊδεύουν μερικοί κι άλλοι να γελάνε. Δεν πειράζει.

Έστω και ένας να με πιστέψει, να με πάρει στα σοβαρά, παράπονο δεν έχω.

Το κέρδος μου, μεγάλο.

Γι’ αυτό, κι ευχαριστώ σας.

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

 

 

Παρασκευή, 08 Σεπτεμβρίου 2017 18:07

Ανηφορίζοντας στην Άγρα

Ανηφόριζε βαριαναστενάζοντας το αρχαίο με τη σκάρα απάνω λεωφορείο, πολλές οι στροφές κι απότομες, σκορπισμένες σ’ όλο το διάβα πέτρες λακκούβες και νεροφαγιές, ξεφύγαμε απ’ τα Παρακλιώτκα μπαχτσιδέλια τσι χουράφια, αφήκαμει πουρτουκαλιές λιμουνιές απιδιές τσι λιές, ήβγαμει απ’ του κάμπου, πιρπατήξαμει, έφγει η πρασνάδα, ηρθει η αγριγιάδα ούλου ασκ(ι)βές τσι ράχτα, πού, τσι κανένα ρουπάτς, τιτραμιθιά για αγριλιά τσι κάμπουσεις βαλανίδεις.

Μαργαριτάρια άσπρα μαύρα και πλουμιστά, ποβρασμένα από το πέλαο και σκορπισμένα, στολίδια απαράμιλλα, στις νωχελικές βουνοπλαγιές τα πρόβατα, φέρνανε μια σιγουριά και μια γαλήνη. Τα ευλογημένα τούτα ζωντανά, αλάθευτη προαιώνια θερμοκοιτίδα του Θείου Βρέφους, μερεύανε το άγριο τοπίο και με φέρνανε να τα μελετήσω, να τα κανακέψω, να τα κουβεντιάσω, να δεθώ μαζί τους συντροφιά με αυτούς τους όμορφους αθρώπους, τους κτηνοτρόφους που ολημερίς συμπλέουνε με τίμιο ιδρώτα.

Ένοιωσα τ’ ασκέρια του Μάκαρα να δεσπόζουν, και τα μεγαλεία του ν’ απλώνονται ολούθε.

Πολυβαμμένα, πολυδουλεμένα, πολυκαιρισμένα, αθάνατα τα σιδερικά αντέξανε, ξετελευτήκαμε, ταμπανώσαμε πέσαμε σ’ ισιάδα. Βλέπω προς βοριά μεριά μιαν αγκαλιά σπίτια χωμένα μέσ’ τα δέντρα, και λεύκες πολλές, και κυπαρίσσια, να ικετεύουν το Θεό.

Ένα σφιχταγκαλιασμένο μπουλούκι από πεύκα, δεσπόζανε φρουρός ακοίμητος από γκρεμνά μπάντα, εκεί που γέρνει ο ήλιος και πάει να διώξει το σκοτάδι.

Σιρίτια φασμένα με πέτρες γρανιτένιες, πολλώ χρονώ εργόχειρο, με αίμα και μόχτο από ιερά ροζιασμένα χέρια προγόνων κεντημένα, μελωδικές δοξαριές στο άγριο τοπίο οι ξερολιθιές, πασκίζανε να μορφύνουνε της φύσης τα τερτίπια.

Και ξετρύπωνε ο δρόμος από τις φυλλωσιές, θάλασσα μεριά, φαρμακερό τεράστιο κι απειλητικό, κάτασπρο, όλο κροκάλες, το εξημερωμένο απ’ του αθρώπου την πίστη και κάματο ερπετό, για να ξετυλιχτεί, να συρθεί, να χαράξει άσπρη κοντυλιά ανάμεσα δέντρα χαράκια και γκρεμνά, να κουλουριαστεί και να ξαναπλώσει, να κυλιστεί μοχθηρό και να σκίσει χωριό και δάσος στα δυο, και λαβωμένο πια, θαρρείς του Αϊ Δημήτρη θάμα, ξορκισμένο, να γκρεμιστεί στην άβυσσο, εκεί, ανάμεσα δυό κορφές προς τη μεριά του νότου.

Συνεπαρμένος κοίταζα ώρα πολύ, κολλημένος στο σκονισμένο τζάμι.

«Αυτή είναι η Άγρα». Ακούστηκε παραξενεμένος ως μ’ έβλεπε νιόφερτο παραξενεμένο παλικαράκι από δίπλα ο οδηγός, που με μαστοριά και προσπάθεια θα μοίραζε εμάς τους οχτώ, ζωντανούς μέχρι το Μεσότοπο.

Έσβησε τη μηχανή, έβαλε ταχύτητα, σκλήρισαν τα γρανάζια, έσυρε με πολύ δύναμη χειρόφρενο και πήδηξε στο καλντερίμι. Έχωσε μια τεράστια πέτρα πίσω από το λάστιχο μη το πάρει ο κατήφορος και μου άνοιξε τη πόρτα.

Στράφηκα στον εισπράχτορα, σα τον αϊτό στη σκάρα του λεωφορείου αυτός ανεβασμένος, μου πέταξε ένα άθλιο βαλιτσάκι με τα σύνεργα της δουλειάς μου μέσα: μολύβια, κόλλες χαρτιά, τεφτέρια, τέτοια, και τις πυτζάμες μου, οδοντόκρεμα και ξυριστικά.          

Έτσι, για πρώτη φορά, Ιούλιος του 1962, ορθώθηκα, μηδαμινός, αντιμέτωπος στον αιωνόβιο ξεκουφωμένο λεβεντόκορμο γεροπλάτανο.

Υποκλίθηκα, πήρα νερό, δροσέρεψα.

Απρόσμενα, βρέθηκα κυκλωμένος ασφυχτικά από βλέμματα ερευνητικά, γλυκά, καλοκάγαθα κι απορημένα, φυσιογνωμίες ανόθευτες. Βροχή τα χαμόγελα και τα συναπαντήματα.

«Καλώς όρισες κυρ γεωπόνε», ακούστηκε, κι απλωθήκανε χέρια ζεστά, αγνά, στεγνωμένα σα ξερόκλαδα, σφρίγος και θέληση ποτισμένα. Τα ‘σφιξα, βρήκα κουράγιο, πήρα δύναμη, τους ευκήθηκα κι εγώ.

«Καλώς σας εύρηκα φίλοι μου».

Αυτό ήτανε το παρθενικό μου ταξίδι το επαγγελματικό, ως γεωπόνος.

Κι έτσι κάπως ξεκίνησα τη σταδιοδρομία μου στο δύσκολο στίβο της ζωής. Βρήκα όμως γερά θεμέλια και πάτησα, χώμα Αγρίτικο, βουνίσιο, αμόλυντο και ζυμώθηκα, κι αθρώπους ατόφιους, ρωμαλέους, υγιείς, αψεγάδιαστους κι αναπιάστηκα, βρήκα συνεργάτες ανόθευτους και μπολιάστηκα, γι αυτό και το διάβα μου στη ζωή, σ’ ετούτη τη ζωή, μπορώ να καυχηστώ πως ήτανε πετυχημένο.

Γι’ αυτό και σας ευχαριστώ. Ευχαριστώ σας, όλους. Εσάς που είστε εδώ σήμερα, κι εσάς που θα σας ξαναδώ αργότερα.

Γι’ αυτό και την αγάπη μου σεμνά κι αθόρυβα, με πολύ ταπεινότητα, προσπαθώ να σας τη φανερώνω.

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

τ. Γεωπόνος Γ Εφαρμογών Καλλονής

gkamvysellis@yahoo.gr

Παρασκευή, 25 Αυγούστου 2017 17:46

Όπως τότε, σύντεκνε... Θυμάσαι, ε;

Αρχές του Θεριστή ήτανε κι ο νους μου γυρόφερνε στα χρόνια τα όμορφα, τότε που βλαστάρι τρυφερό ακόμα ξεφύτρωσα σε τούτα τα μονοπάτια τα χιλιοπατημένα. Κοντό πανταλονάκι και απαπούτσωτο, έπαιρνα δρόμο και γιόμιζαν οι αστήσεις μου εικόνες, μυρουδιές, ακούσματα κι εμπειρίες και το άμεστο μυαλουδάκι μου γνώσεις. Σκαρφάλωνα σε μια χιλιοφιλημένη απ’ το υγρό στοιχείο ασβεστόπετρα κι άφηνα τη ματιά μου να ταξιδέψει. Σβάρνιζε ανάμεσα ουρανό και θάλασσα, από τα σπιτάκια τα στριμωγμένα στο μικρό Γαβαθιανό μετερίζι και σταμάταγε σ’ έν’ άλλο κομμάτι στεριά μπηγμένο στη θάλασσα, πλημμυρισμένο σπίτια χρωματιστά κι ένα περήφανο κάστρο στην κορφή να το βιγλίζει. Ώρες πολλές περνούσα συντροφιά τούτο το όμορφο και περήφανο ακρωτήρι το Μόλυβο όπως μου τον βαφτίσανε οι μεγάλοι. Εκεί που στερνότερα έλαχε να γνωρίσω έναν υπέροχο άθρωπο που βάφτισε και τη δευτεροθυγατέρα μου, τον Γιώργο Τσαλίκη.

Κι ήτανε η μέρα ετούτη μουντή. Μια συννεφιά, μια ψυχοπλάκωση με γυρόφερνε κι αναρωτιόμουν: «Τι παιδεύει την ύπαρξή μου; Κακό μήνυμα θε νάναι.»

Ένιωθα να μπλαντώ και, άκεφα, ξεπόρτισα, πάτησα στην καυτερή την άμμο, πέταξα ρούχα και σκέψεις βασανιστικές, κι ανέμελα, τάχα, χώθηκα στην αγκαλιά του παγωμένου Αιγαιοπελαγίτικου θαλασσόνερου να ξεφύγω από τούτον τον κλοιό. Μα το φριχτό τριζόνι, εκεί. Να τριβελίζει αιστήσεις και σωθικά μου. Έριχνα απλωτές χεριές με τα νιογέννητα κυματάκια να με μπατσίζουν, μα βαριέστησα, ξεπρόβαλα στη βρεμένη την άμμο και, σκυφτός, πήρα το μονοπάτι για το κονάκι μου.

Στη βεράντα, η συμβία μου έκανε νόημα να γρηγορέψω και στο αυτί είχε το τηλέφωνο. Δε γέλαγε κι έδειχνε λύπη. Δίστασα, αλλά το πήρα, και, γνώριμη, κοριτσίστικη φωνή με πολύ προσοχή αντί μαντάτα χαρούμενα διφορούμενες κουβέντες έλεγε μη θέλοντας να τρομάξω.

Ήταν η Αννούλα, η κόρη του συντέκνου μου Τσαλίκη που γυρόφερνε στο μυαλό μου τόσην ώρα. Υποψιάστηκα, πετάχτηκα σα να με χτύπησε ρεύμα ηλεχτρικό.

«Τι συμβαίνει κόρη μου;», ρώτησα τρομαγμένος.

Τα παιδιά βλέπεις του Γιώργου και δικά μου τα λογάριαζα. Όπως κι εκείνος τα δικά μου. Μα τώρα δυσκολευότανε να μιλήσει.

- Λέγε. Ο πατέρας σου, κι αδερφός μου, Αννούλα;

Πονεμένες λέξεις βγήκανε από το στόμα της και χρειάστηκε να με βοηθήσει η συντρόφισσά μου μην πέσω.

Πάει λοιπόν ένας ακόμα περήφανος κι ασυμβίβαστος σκαπανέας της ζωής. Ο Γιώργος ο Τσαλίκης που προσέφερε αμέτρητες υπηρεσίες στο Μόλυβο τη Μυτιλήνη και λίγο παραπέρα.

Κι ήρθε πάλι στο νου μου τότε:

Μάιος του 1962 σαν πάτησα για πρώτη φορά στον πανέμορφο Μόλυβο ή Μήθυμνα όπως λέγεται σήμερα. Με το που κατέβηκα από το λεωφορείο της γραμμής, φοβισμένος, νεαρός γεωπόνος, σε άγνωστο μέρος, δεν πρόλαβα να συνειδητοποιήσω πού βρισκόμουν και ποιον έπρεπε να ανταμώσω και μια πληθωρική ζεστή φωνή με ακινητοποίησε.

- Καλωσορίσατε κυρ γεωπόνε.

Ήτανε ο αντιδήμαρχος Μολύβου, ο αεικίνητος και δραστήριος Τσαλίκης.

Από τότε, κάθε που πήγαινα από Καλλονή στο Μόλυβο για να βρεθώ ανάμεσα κτηνοτρόφους κι αγρότες, να κουβεντιάσω και να πασκίσω λύση να δώκω στα προβλήματά τους, με το μηχανάκι ανηφόριζα το πολυβραβευμένο δρομάκι με τις γλυσίνες να το στεφανώνουν, και στην πόρτα του παντοπωλείου περίμενε γελαστός ο αντιδήμαρχος.

- Οι αγρότες έχουν ειδοποιηθεί και σε περιμένουν. Μα πρώτα κυρ γεωπόνε να πιεις ένα ούζο να ξεκουραστείς και μετά η δουλειά.

Στεκόμασταν πίσω από τον πάγκο, πίναμε ένα ούζο με λαδοτύρι και σαρδέλα, έπαιρνα δύναμη και στο καθήκον μου. Μαζί κι ο Γιώργος που ήτανε και κτηνοτρόφος - κτηματίας υποδειγματικός.

Τις πάμπολλες φορές που είχα πάει, δεν με άφησε ούτε ένα βράδυ να πάω σε ξενοδοχείο.

- Στο σπίτι θα έρθεις.

Το Λενάκι, η θαυμάσια γυναίκα του, τυλιγμένη στο αβίαστο χαμόγελο, σα την πανσέληνο, μαζί κι η μητέρα της, κυρία Άννα, περιμένανε πρόσχαρες με το τραπέζι στρωμένο.

Μετά το υπέροχο πάντα φαγητό, γυναίκα και παιδιά πηγαίνανε για ύπνο κι εμείς πιάναμε δυο πολυθρόνες και βουλιάζαμε σε ατέρμονες συζητήσεις. Από γεωπονία, κοινωνία, αρχαιολογία μέχρι τον πόνο του, τον προσφυγικό. Πρωινές ώρες πια πηγαίναμε για 3-4 ώρες ύπνο.

Μετά χωρίσαν οι δρόμοι μας. Στο κρατικό ραδιόφωνο εγώ, στου Ζωγράφου με ένα πρωτοποριακό σούπερ μάρκετ εκείνος. Όμως η φιλία αμείωτη και παντοτινή. Άρχισε και τη συγγραφική του δραστηριότητα, αποδείχτηκε ένας καλός λογοτέχνης, χρημάτισε στέλεχος στην Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών, μεταφράστηκαν γραπτά του στα Πολωνέζικα κι άλλα πολλά.

Και τώρα, μας έφυγε κι αυτός.

Φτωχύναμε κι άλλο!

Ω και νάμασταν,

όπως τότε σύντεκνε! Θυμάσαι;

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

 

LEZANTA

Οι οικογένειες Γ. Τσαλίκη και Γ. Καμβυσέλλη

 

 

 

Παρασκευή, 07 Ιουλίου 2017 20:31

Ποια η συμπαράστασή μας;

Την ανακοπή την ξέφυγα.

Η έκρηξη γίνηκε.

Τα χαρτιά τα έσκισα.

Και ένα χτύπημα να ξεχαρβαλωθεί η ξώπορτα, με έσωσε απ’ το εγκεφαλικό.

Και το πιο σπουδαίο, με το που πετάχτηκα σαν ελατήριο όξω στο χωράφι, με το που με έλουσε, ασήμι μαυρισμένο το φεγγαρόφωτο, κατάλαβα μια μεγάλη αλήθεια. Που την αναζητούσα χρόνια.

Πως είμαι ένας αδιόρθωτος ασυμβίβαστος ρομαντικός, μπορεί και γραφικός βλάκας.

Ναι, ένας οδοιπόρος που δεν θέλει να δεχτεί την πραγματικότητα, αδυνατεί να ξεχωρίσει τις πληγές μας που πλημμυρίζουν αίμα ως διαβαίνουμε τρεχάτοι των καιρών τα βίτσια και της τεχνολογίας τις καταστροφές, κι αγναντεύει ακόμα το αστραλίκι ανάμεσα ζώα και αθρώπους, κι επαναστατεί, μα αδυνατεί να ξεδιαλύνει πού, εξόν τα λεφτά ξεχωρίζουμε, και πού εξόν τα κρυστάλλινα και πλατινένια μπιχλιμπίδια υπερτερούμε.

Λέγαμε κάποτε πως έχουμε το πνεύμα και το συναίσθημα που μας κάνει να υπερηφανευόμαστε πως κρατάμε τα ινία σε τούτο τον κόσμο.

Το πνεύμα ασθενεί, το μυαλό μένει. Τυποποιημένο, καμουφλαρισμένο, ποτισμένο ύλη και ντοπαρισμένο, να δουλεύει μοναχά προς τη μια κατεύθυνση, και για ένα μόνο σκοπό. Να εφευρίσκει τρόπους να ευκολύνουμε μα να χαλάμε τη ζωή μας, να την κάνουμε κι αυτήν πλαστικιά, που κάποτε θα είναι υποβαθμισμένη ομπρός του αθρώπου τα καμώματα, ρομπότ ή διαδίκτυο λέγονται.

Κι αφού το μυαλό ξετόπισε το πνεύμα, κι ο πολιτισμός σταμπιλαρισμένος ξύλινος, κυριάρχησε στη λεγόμενη ζωή μας, άδικα ψάχνω να βρω τι απογίνανε αυτά τα ωραία συναιστήματα αγάπης, ευγένειας, αλληλεγγύης, στοργής, πόνεσης και χιλιοτραγουδημένου έρωτα, που δίνανε μια αλλιώτικη ομορφάδα, ένα πιο σημαδιακό νόημα και περιεχόμενο στη ζωή μας.

Γι’ αυτό κι ανακράζω πως, ναι είμαι ξεπερασμένος, ανήκω στα υπό διωγμό και εξαφάνιση πλάσματα και δικαίως μερικοί θα με χαρακτηρίσουν αφελή, ή θα μου κολλήσουν τη ταμπέλα του ακαταλόγιστου.

Βραδάκι ήτανε πια απόψε, ώρες πολλές ασταμάτητα στα χαρτιά μου απάνω, να γράφω, να σκίζω, να μουτζουρώνω και να ξαναγράφω λαχανιασμένος το άρθρο της βδομάδας, πετάχτηκα ορθός, γιόμισε η κάμαρη αισθήματα γέλιο, δάκρυα, μαλλιά ανάκατα και χειροκροτήματα, σημάδια ούλα ενός φρενοβλαβούς, και σα τον μεγάλο νικητή, με ύφος θριαμβευτή έδωκα το κείμενο να το διαβάσει η μούσα μου που με υποστηρίζει.

Ήταν ένα κείμενο γιομάτο συναίσθημα και διαμαρτυρία για τα φαινόμενα των καιρών μας -την αδιαφορία, τον ατομικισμό, και τον υλισμό. Γιομάτο μηνύματα και προβληματισμό για το πότε ήταν η ζωή καλλίτερη. Ένα άρθρο με ειδικό βάρος δυσβάσταχτο για μένα.

Κι ως απάντεχα σα το σκολιαρόπαιδο ομπρός το Δάσκαλο, έκανα τον αδιάφορο, μα τρεμόπαιζε η ματιά μου, γιατί ξέρω τη σκληράδα της που οι άλλοι τη λένε πραγματισμό, είδα να παίζουν τα φρύδια της και να διαγράφονται οι ζάρες ανάμεσά τους.

- Δεν είναι καλό, έ; Ρώτησα σιγανά.

- Προσπαθώ να καταλάβω γιατί δεν μου αρέσει πάρα πολύ, ήρθε ψυχρή η απάντηση.

- Μήπως τα έντονα συναισθήματά μου;

- Φοβάμαι πως ζητάς ένα κόσμο αλλιώτικο. Ιδανικό.

- Ζητώ έναν κόσμο πιο ανθρώπινο. Να νοιάζεται ο ένας λίγο και για τον άλλο. Με ευγένεια και εξωϋλιστικά ενδιαφέροντα.

Κι όταν επέμενε στην ρεαλιστική της άποψη, που θέλει τον άθρωπο εγωκεντρικό, κι ισοπέδωση συναισθημάτων και αξιών, τότε ήταν που έγινε η έκρηξή μου, όχι γιατί διαφώνησα, αλλά γιατί επί τέλους είδα πως, ναι έτσι είναι. Και πως πρέπει κι εγώ κάποτε να συμβιβαστώ. Αλλά το άγριο πεισματάρικο μουλάρι, δεν μπαίνει εύκολα, ή μάλλον καθόλου στον αχυρώνα.

Όλοι είπαμε και λέμε απ’ τη σιγουράδα του σπιτιού μας και το μπάνιο το θαλασσινό, να βοηθήσουμε! Ναι, να συμπαρασταθούμε στο συνάνθρωπο που καταστράφηκε, που έχασε τον πατέρα, τη σύντροφο στον αγώνα της ζωής, μα πόσοι εξόν τα παχιά λόγια και τις δακρύβρεχτες ευχές, βάλαμε το χέρι στην τσέπη; Πόσοι τρέξαμε στη Βρίσα και τ’ άλλα χωριά της Μυτιλήνης να προσφέρουμε; Ποτέ φίλοι μου δεν είναι αργά. Ας δώσουμε από το υστέρημά της τσέπης μας και το περίσσεμα της καρδιάς μας.

Και τώρα, εσύ που ίσως αδιαφορείς, προσπάθησε να φανταστείς αν θα αξίζει να ζει κανένας μετά από μερικές δεκαετίες. Εξόν κι αν γίνει κάποιος άλλος σεισμός, ή καταποντισμός Μια και στην κορφή του παγωμένου βουνού έχουν κάνει οι επιστήμονες αντιπυρηνικά κατεψυγμένα καταφύγια, με χιλιάδες σπόρους μέσα, για να ξαναρχίσει η ζωή όταν τελέψει η προβλεπόμενη από πολλούς συντέλεια και τούτου του κόσμου.

Όπως, με το Νώε.

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

 

 

Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017 17:40

Λες, τούτη τη φορά;

- Θα με πεθάνετε! Νάτο, έρχεται.

Προσπάθησε να σωριαστεί στο ξύλινο μπαλκόνι, σκέφτηκε, γράπωσε το σιδερένιο κάγκελο, αργόσυρε τη θολωμένη του ματιά στον αυλόγυρα, πεντέξι οι υποταχτικοί ούλοι κι ούλοι, δεν τον σύφερε, ξαναστυλώθηκε με μάτια όρνιου αρπαχτικού μισόκλειστα, ξεστόμισε βρισιές ακαταλαβίστικες, και ίδιο πληγωμένο θεριό πισωγύρισε και χώθηκε στο μικρό δωμάτιο που χρησίμευε για γραφείο τούτης της φάμπρικας που με ξένα λεφτά εφοδιάζει με ακριβά εσώρουχα τα μαγαζιά. Ιδρός, ξενύχτι και κομπίνες χρειαστήκανε για να τη στεριώσει ο μαστροΓύπας.

Αυγατίσανε οι δουλειές, τον μάθανε στη πιάτσα, φούσκωσαν πορτοφόλι και μυαλά του.

Είχε και μια μεσόπορτα στο γραφειάκι με παραπλανητικό μπογιαντισμένο θαμπότζαμο, κι απ’ την άλλη, ένα κρεβάτι, με φρουφρουρένια κι αρωματισμένα σκεπάσματα. Εδώ, λένε, μα κι ο ίδιος καυκιέται στους ομότεχνους του, υποδεχότανε τις απαιτητικές πελάτισσες για να τους κάνει ειδικές τιμές.

Τους άλλους, για παραγγελίες και συφωνίες, τους δεχότανε όξω, στο φτωχικάτο γραφείο.

Συμπολεμιστές σε τούτες τις αψιμαχίες είχε τον Ιγνάτη και τον Αργύρη. Καλοί τεχνίτες, δουλευτάδες και μπιστικοί του, τάφος! Αλλά κι οι δυο, με το αζημίωτο. Να τους έχει του χεριού του ήθελε.

Πλουτίζανε αυτοί, αδειάζανε τα ταμεία, και σαν έφταναν στο απροχώρητο, ο Γύπας φώναζε στους εργάτες πως αυτοί φταίνε.

Κι ήτανε τόσο πιστικός με τα επερχόμενα εγκεφαλικά  και τα ανύπαρκτα εντάλματα συλλήψεως σαν τους έλεγε, που τον λυπόντουσαν, κάνανε θυσίες, σφίγγανε το ζωνάρι, κι έβγαινε η επιχείρηση από την κρίση.

Ξανάρχιζαν την αλόγιστη σπατάλη η τριάδα, κι υστερνά, πάλι στο μπαλκόνι.

- Θα με πεθάνετε! Νάτο! Έρχεται το εγκεφαλικό!! Κομμένες οι υπερωρίες!

Τα πιστεύανε οι υποτακτικοί, σφίγγανε κι άλλο το ζωνάρι.

Μέχρι που μια μέρα, μπαϊράκι σηκώσανε.

- Θέλουμε το δίκιο μας! Τη δούλεψή μας!

Άναψε ο Γύπας, πυρ και μανία γίνηκε, φώναξε τους δυο μπιστικούς του.

- Θα σας απολύσω! Είπε στον Ιγνάτη και τον Αργύρη, και τους έκλεισε το μάτι. Εσείς κάνετε σπατάλες και θα φαλιρίσει η επιχείρηση!

Ακούσανε οι εργάτες φχαριστηθήκανε, πληρώσανε τις ζημιές, κι απαντέχανε να διώξει τους υπαίτιους. Μα τούτο δε γινότανε, και σα ρεμήσανε τα πνέματα, είπε ο μάστροΓύπας:

- Θα τους κόψω το μισθό να ξεπληρωθούν οι ζημιές. Αλλά, κι εσείς, μη περιμένετε αύξηση.

Κανένας δεν αντιστάθηκε, «ήρθε δικαιοσύνη» πιστέψανε.

Ο μάστροΓύπας δεν έπαθε ποτέ εγκεφαλικό, ούτε κι η καρδιά του τον πρόδωσε. Όμως ο φουκαράς ο Νικολάκης με τα πολλά παιδιά και την άρρωστη γυναίκα, αυτός υποφέρει χρόνια πολλά από ανέχεια μια και ποτέ δεν είχε ευχέρεια η επιχείρηση να του δώκει μια τοσοδούλα αύξηση. Μόνο καλές κουβέντες κι επαίνους δακρύβρεχτους άκουγε κι αφορεσμούς να παρασταθεί του αφεντικού του, που περνούσε μέρες δύσκολες.

Κι οι τρανοί, πάλι με χρυσά κουτάλια τρώγανε το βιος των παρακατιανώνε.

Μέχρι που ξεσηκώθηκαν πάλι, και διώξανε, έτσι πιστέψανε, το Γύπα.

Ο Μάστρο-Αργύρης γίνηκε αφεντικό τώρα κι όλοι απαντέχουνε το ξεκαθάρισμα μια για πάντα

- Μη τρώτε πολύ, για να πληρωθούνε οι έμπειροι γραμματιζούμενοι που φώναξα να βρούνε τους ενόχους, τους είπε με τη σειρά του.

Κι ο φουκαράς ο Νικολάκης, κόβει στα τρία το κεφτέ, και προσεύχεται.

Λες τούτη τη φορά να βρει κι αυτός το δίκιο του,

φίλε μου αναγνώστη;

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

 

 

 

 

 

Είχανε σβήσει οι λιγοστές φωτολαμπίδες στον ουρανό, κρυμμένες στα σκόρπια σύννεφα οι πιότερες, κι οι κορφογραμμές ολόγυρα ξεπροβαίνανε και βάνανε τα ανοιξιάτικά τους σ’ αποχρώσεις σπάνιες του πράσινου ταπέτου κεντημένου από Θεϊκό Χέρι με κίτρινες μενεξεδί, κόκκινες και ασπριδερές κορφές στους θάμνους και βοτάνια που ξεπροβαίνανε από τη μάνα όλων μας, τη γης. Ένας αγέρας νοτισμένος κι ογρός κατρακυλούσε, σκέπαζε σπίτια αυλές κι αθρώπους, δρόσιζε τα ζωντανά που βόσκανε χαρούμενα κι έσμιγε με τη δικιά του θαλασσομάνα.

Χοντρές σταγόνες πέφτανε βαριεστημένες στην οψιμάδα τους, λιόδεντρα μπαχτσέδες και πατατοχώραφα πιθυμούσανε τούτη τη δροσινάδα και χαμογελούσανε, μα η καρδιά λιγοστών αθρώπων, των εθελοντών Φίλων του Αννουσάκειου Ιδρύματος, κλονίστηκε, τάχυνε τους ρυθμούς, ένα αλαφρό σφίξιμο έζωσε πλευρά και μπέτια τωνε και μουρμουριστά αργοφάνηκαν στα χείλη τους ευχής κι ανησυχίας λέξεις. «Θεέ μου κάνε να σάξει ο καιρός, να χαρούν οι πονεμένοι μας, να τραγουδήσουν και να απολαύσουνε το μουσικό και νοσταλγικό ταξίδι που τους τάξαμε».

Λίγο μετά τον πόλεμο ήτανε, με το αίμα να τρέχει ακόμα στις πληγές της ταλαίπωρης Ελλαδίτσας μας, που αγώνα στον αγώνα πάσκιζε να ορθοποδήσει, όταν μια τοιμόγεννη λεβεντομάνα, η Μαγδαληνή, βρέθηκε ολόδρωτη στο κρεβάτι με τους αβάσταχτους πόνους τοκετού, να φέρνει στον κόσμο ένα χαριτωμένο αγοράκι. Λιγοστά τα φάρμακα κι επεμβατικά μέσα, κουτσουρεμένοι οι γιατροί, μια αιμορραγία, κι η μάνα δεν χάρηκε το σπλάχνο της κι αυτό δεν γνώρισε μάνα. Στα χέρια του πατέρα και στης γιαγιάς τις φροντίδες απόμεινε, κι ο γονιός που λαχταρούσε να βαστήξει ζωντανές τις μνήμες, ζήτησε να του δοθεί το όνομα Μαγδαληνός και να το φωνάζουνε Λίνο. Λίνο Κόκοτο. Η γιαγιά αγωνιούσε κι αγωνιζότανε, κατάφερε να του δώσει γερά θεμέλια κι ανατροφή σπάνια, χόρτασε ζωή, πέρασε τον αιώνα, κουρασμένη μα χαρούμενη τα τελευταία της χρόνια βρήκε θαλπωρή στο Γηροκομείο Αθηνών κι έφυγε ήσυχη στα 105 της. Ώρες πολλές περνούσε δίπλα της ο Λίνος και τής χάριζε στιγμές μελωδικές, ζωογόνες. Στιγμές ευαίσθητες του προικισμένου μουσικοσυνθέτη που τανίστηκαν ξανά, κι ευτύς, δέχτηκε να προσφέρει χωρίς καμιά αμοιβή, υλική, ετούτο το μουσικό ταξίδι στους άλλους απόμαχους της ζωής που ανασαίνουν με τις φροντίδες του Αννουσάκειου Ιδρύματος Κισάμου.

Κι η γης, φρεσκοπλυμένη, αφουγκράστηκε ευχές, λαχτάρες και πόνους, αναστέναξε, έγνεψε στον ουρανό, χάθηκαν τα σύννεφα, ζέστανε η μέρα και απόγεμα, με ένα θαυμάσιο καιρό, στο μικρό μα μυρωδάτο προαύλιο θεατρικό χώρο του Αννουσάκειου Ιδρύματος, μπροστά στα ανυπόμονα μάτια των πονεμένων γηρατειών, φτάσανε σεμνοί και σιγουρεμένοι για το ρόλο τους, ο σπουδαίος μουσικοσυνθέτης Λίνος Κόκοτος με τον δικό μας εκπαιδευτικό και μουσικοδιδάσκαλο Γιώργο Χαχλάκη.

Τραγουδήσανε υπέροχα με τη συνοδεία μουσικής κι οι τρόφιμοι του Αννουσάκειου Θεραπευτηρίου, με ορθάνοιχτα μάτια κι αιστήσεις φρεσκοτανισμένες, πιστέψανε πως είναι πιο νέοι, πιο γεροί και πως δεν τέλεψε και γι αυτούς ετούτη η ζωή.

Το πορτοφόλι του μεγάλου μουσικού Κόκοτου δεν γέμισε, μα η καρδιά του άνοιξε και πλημμύρισε αγάπη, όπως ο ίδιος τόνισε βουρκωμένος όταν έβλεπε δακρυσμένα μάτια να λαμπιρίζουν και χείλη πικραμένα να χαμογελούν σιγοτραγουδώντας τα υπέροχα, από τον ίδιο και τον ταλαντούχο Χαχλάκη δοσμένα, και χιλιακουσμένα από τους πολυκαιρισμένους διαβάτες της ζωής νοσταλγικά τραγούδια.

Ήτανε μια σπάνια εκδήλωση από το δραστήριο διοικητικό συμβούλιο του εθελοντικού Συνδέσμου των Φίλων του Αννουσάκειου Θεραπευτηρίου Κισάμου Χανίων που, αστέρι στέκει στην ταπεινότητά του και πρέπει να το βαστούμε στις καρδιές μας φωτεινό μπροστάρη στο δρόμο προς την αλληλοστήριξη για μια κοινωνία, Θε μου, αλλιώτικη, ζεστή ανοιχταγκάλη.

Αξίζουν συγχαρητήρια σε όλους, μικρούς και μεγάλους, που κι εμείς χαρήκαμε και δακρύσαμε βλέποντας τόσες σφαλιγμένες ψυχές να φτεροκοπούν κι ανάλαφρα να ταξιδεύουν σε πελάγη γαλάζια και ξεχασμένα.

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε. 

Ροδόχρωμη κι ευωδιαστή ξετυλιγότανε, στεφάνωνε τις Χανιώτικες Μαδάρες, απλωνότανε, ειρηνικός καταχτητής, μπογιάντιζε την περήφανη κορφή στο ανημέρωτο Εννιαχωρίτικο Κουτρούλι με τα φουργιάρικα γίδια αποκουρασμένα να ετοιμάζονται μετά της νύχτας το μηρυκασμό για καινούργιο σβάρνισμα στις κακοτράχαλες οροπλαγιές και κατρακυλούσε αχνιστή η καινούργια ετούτη Σαββατιάτικη μέρα. Φώτιζε το φιδωτό δρόμο, αγκάλιαζε τη σκαρφαλωμένη στις πλαγιές Κεραμωτή και κατηφόριζε λίγο κόμα για να σταματήσει εκεί στην εκκλησιά της Αγίας Κυριακής που μαζί και η νεκροπολιτεία καλοδέχεται τους οδοιπόρους της ζωής.

Μεγάλη κι αγιασμένη μέρα τούτο το Σάββατο, μαθές, για όλους εμάς τους λιγοστούς που βρεθήκαμε και πιότερο για το Μητροπολίτη Κυδωνίας και Αποκορώνου, Δαμασκηνό, που τον αξίωσε ο Θεός μετά από φόρτο εργασίας και προβλήματα πολυποίκιλα να τα καταφέρει και να ξανάρθει στα πατρογονικά του μονοπάτια δι’ ευλογίας του κατά πάντα σεβαστού Ποιμενάρχου μας κ.κ. Αμφιλοχίου για να αποτίσει φόρο τιμής και σεβασμού στον μακαριστό παπά Νικόλα που πριν λίγα χρόνια μεταπήδησε από τον κόσμο ετούτο στην αιωνιότητα. Δεσμοί αίματος, από μια οικογένεια η καταγωγή τους, μα και βαρύ το χρέος προς τον εκλιπόντα που με πνευματικά και ηθικά εφόδια είχε προικίσει τον Καλό Ποιμένα που μαζί με τα γερά του θεμέλιά, ανηφόρησε στην μετέπειτα αγιασμένη διαδρομή του σαν ηγέτης της Μητρόπολης Κυδωνίας και Αποκορώνου Χανίων.

Κατανυκτική η θεία λειτουργία με τον Σεβασμιότατο και τους άξιους συνοδούς του, τον Ηγούμενο της Χρυσοσκαλίτισσας, τον τοπικό εφημέριο, τους καλλίφωνους ιεροψάλτες που σκόρπιζαν βυζαντινούς ύμνους, πλημμύριζαν ιερό δέος την εκκλησιά, πετάγονταν από πόρτες και παραθύρια, σκόρπιζαν στα γκρεμνά για να καταλήξουν στην ασημένια θάλασσα που χαρούμενη κι αυτή στραφτάλιζε μαζί μας. Συγκίνηση στερνά μάς κατέλαβε με τα επιμνημόσυνα τροπάρια κι οι προσευχές μας ανταμώσανε για την ανάπαυση της ψυχής του εκλιπόντος παπά Νικόλα. Ταπεινά και σοφά τα λιγοστά που ακούσαμε από τον Σεβασμιότατο κι ο νους μου καταλάγιαζε στην απαράβατη οδό που όλοι διαβαίνουμε και πως χρέος μας να την αφήνουμε μυρωδάτη ξωπίσω μας.

Κοινωνήσαμε όσοι μπορούσαμε, πήραμε αντίδωρο κι ευλογία και τα παιδιά του συγχωρεμένου παπά Νικόλα δημιούργησαν πια ένα ευχάριστο περιβάλλον στο όμορφα ανακαινισμένο σπίτι τους, λίγα μέτρα πιο κάτω από την εκκλησιά, όπου με καφέ, θαυμάσια εδέσματα και ντόπιο κρασί εκτονωθήκαμε.

Κι η χαρά μου μεγάλη, που εκεί, όλοι αντάμα στον άνετο χώρο με τη θαυμάσια θέα, γνώρισα έναν ποιμενάρχη, έναν γνήσιο θρησκευτικό ηγέτη. Γελαστός και πρόσχαρος, με άνεση κι ευκολία στο λόγο του για της ζωής τα βιώματα. Ένας φίλος, ένας άνθρωπος όπως κι εμείς, γιατί άνθρωπος είναι κι εκείνος, άνθρωπος κι ο Χριστός μας όπως ήρθε στη γη να μας σώσει από τις αμαρτίες θυσιάζοντας τον ίδιο του τον εαυτό. 

Ήτανε μια μεστή κι αξέχαστη μέρα που θα με συνοδεύει για πάντα.

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

 

 

Με το που μισάνοιξα την πόρτα, δεν τόλμησα να ρίξω βήμα. Δεν ήθελα να βεβηλώσω τη στοργή που ξεδιπλωνόταν στο πλατύσκαλο, απάνω στο μικρό χαλάκι.

Δυο μανάδες και στη μέση ένα μωρό τεσσάρων ημερών.

Από τη μια η Κύρα κι από την άλλη η Σελίνα ζεσταίνανε με τα χνώτα τους, το νεογέννητο που με κλειστά ματάκια ήταν αφημένο εκεί και με τον ύπνο ήθελε να δυναμώσει να βγει κι αυτό στον αληθινό, τον ψεύτικο κόσμο. Δεν κουνιότανε, δεν ανέπνεε, θαρρείς. Τα αυτάκια του μικρούτσικα, το κεφαλάκι του ολοστρόγγυλο μπαλάκι.

Η μια μάνα από δεξιά, η Κύρα, ένα καθαρόαιμο γόνος Κρητικού ιχνηλάτη, το κοίταγε και το άγγιζε με την υγραμένη της μουσούδα για να στέρνει όλο τον ζεστό αγέρα απ’ τα πνεμόνια της στο μικρό κορμάκι κι είχε καρφωμένο το βλέμμα της στο καινούργιο απόκτημα του σπιτιού. Φαινόταν ήρεμη, πολύ ήρεμη, αλλά κι ετοιμοπόλεμη μην λάχει κι αγγίξει εχτρός τούτο το πλασματάκι. Δεν ήτανε δικό της, μα ένιωθε υπεύθυνη για την προστασία του. Κι έστεκε υπνωτισμένη στο καθήκον της.

Η άλλη, η φυσική μάνα, η Σελίνα, ένα υβρίδιο Αγκύρας, έβλεπε μια το μωρό της και μια την καλή της φίλη από πάνω και δεν μπορούσε να ησυχάσει.

«Κι αν ξυπνήσει το ένστικτο;» θα αναρωτιόταν, φαίνεται, και σάλευε ανήσυχα τα μουστάκια της.

Παραμέρισα, και μόλις ορθάνοιξα την πόρτα, το έπιασε με το μεγάλο της στόμα σαν πούπουλο η Κύρα, τρόμαξε η Σελίνα, έκανε το ανήσυχο χχχχ, αλλά σώπασε κι ακολούθησε το παιδί της, που απαλά το έφερε μέσα η σκυλίτσα και το απίθωσε απάνω στο καρπετάκι, στο τζάκι μπροστά. Και βαλθήκαμε να απολαμβάνουμε τη σκηνή, να πέφτει ξαπλωτή η Σελίνα και το ένστικτο να σπρώχνει το βρέφος στη θηλή για το πολύτιμο γάλα, με την άλλη, τη θετή μάνα από δίπλα, κολλητά, να σφαλνάει πρόσκαιρα τα μάτια της.

Ήταν το πιο καλό ηρεμιστικό στο ψυχοπλακωτικό κλίμα που μας δημιουργούν κυβερνώντες, ντόπιοι και ξένοι, μαζί κι οι επίορκοι της δημοσιογραφίας.

Γιατί, εκεί δίπλα, έτυχε να είναι ανοιχτή η βάρβαρη τηλεόραση, που την αποφεύγω σαν το διάολο το λιβάνι έτσι που κατάντησε κι αυτή, και γιόμιζε την κάμαρη συγχορδία από κραυγές ομιλητών που συμμετείχαν σε «πολιτισμένη» πολιτική συζήτηση. Πήγα να εκραγώ, αλλά μέσα στο ασφυχτικά ανελεύθερο και καταπιεστικό τραλαλά που βιώνουμε, μετά από πολύ καιρό, με πήραν τα γέλια.

Και τούτο γιατί δεν βλέπω το χαζοκούτι με τους περισσότερους πληρωμένους ή στημένους, ημιμαθείς και σοφούς, που παίρνουν από κάποιανου το στόμα μια λέξη, στραβή, σωστή ή ανάποδη και να την κάνουνε βούκινο, για να είμαι εξοικειωμένος με τέτοια ευτράπελα. Πολύς λόγος απόψε στον αχταρμά ξεχώριζε για μνημόνια, για κοινωνικές αθέατες εκρήξεις κι αγχωτικό κλίμα για την επικείμενη συμφωνία των προσυμφωνημένων κι άλλα τοιαύτα ευτράπελα, με τον κοσμάκη να κάθεται αποχαυνωμένος χωρίς να υπάρχει κανένας υγιής και θαρραλέος επαναστατικός ηγέτης να μας ξυπνήσει.

Και μια που η διάθεσή μου, χαροπάλευε, στην προσπάθειά μου να κρατηθεί λίγο ακόμα ευχάριστη, είδα τα ζωάκια ξανά, κι έφερα στο νου μου την ιστορία, που μου έφτασε από την άλλη άκρα του Ατλαντικού, την Αμερική, κι ακόμα πιο νότια, εκεί που σμίγουν δυο ωκεανοί, Ατλαντικός με Ειρηνικό, το Μαϊάμι, που η Ανδρομάχη μάζωξε από την άσφαλτο την τραυματισμένη σοβαρά γάτα, την πήγε σε γιατρούς και μαγαζιά για κατοικίδια να αγοράσει τα απαραίτητα και μετά, χαρούμενοι, άνθρωπος και ζώο, πήγανε στην αυλή του σπιτιού της, όπου έστησε το καινούργιο χώρο για την ταλαιπωρημένη γάτα. Τη γιατροπόρεψε με στοργή, της έδωσε φαγητό - νερό, την κράτησε να γίνει τελείως καλά και γινήκανε ο ένας απαραίτητος για τον άλλο. Ό,τι είχανε, δίνανε ο εις στον άλλο.

Στοργή η μία και γαλήνη, χαλάρωση με το σιγογουργούρισμά της η άλλη.

Αυτό που λέμε. Κανένα πλάσμα του Θεού δεν πηγαίνει χαμένο.

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Όχι μόνο συμπατριώτες μα συγχωριανοί και μερικώς συνάδελφοι αφού από το χωριό που γεννήθηκα και μεγάλωσα, την Άντισσα Λέσβου, από κει κατάγεται κι αυτός και προσφέρουμε τις υπηρεσίες μας στον εκπαιδευτικό τομέα και στη λογοτεχνία αμφότεροι. Έλαχε, εκείνος στην Άρτα κι εγώ στα Χανιά, να γνωριστούμε πριν λίγα σχετικά χρόνια και να συνδεθούμε με φιλία.

Για τον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη ο λόγος, ο οποίος γεννήθηκε στην Αθήνα από γονείς Αντισσαίους, σπούδασε παιδαγωγικές επιστήμες και θεολογία, έκανε μεταπτυχιακά σε Αγγλία και Γερμανία και υπηρέτησε ως σχολικός σύμβουλος της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης στην Άρτα. Είναι άνθρωπος πολύ εργατικός, ανήσυχος, έξυπνος, με σπουδαία επίδοση σε όλες τις μορφές λογοτεχνίας. Ποίηση, δοκίμιο, διήγημα, μυθιστόρημα. Έχει εκδώσει πολλά βιβλία και συνεργάζεται με εφημερίδες και περιοδικά.

Έχει θα έλεγα μια αδυναμία ή ειδικότητα να επιλέγει λογοτέχνες συγγραφείς και να τους παίρνει συνέντευξη. «Ελπιδοφόρε, πόσες συνεντεύξεις έχεις κάνει», τον ρώτησα. «Πάρα πολλές», μου απάντησε.

Σειρά του λοιπόν, και δίκαιο, με την ευκαιρία της έκδοσης του τελευταίου του μυθιστορήματος «Η Λιτανεία», να μας δώσει λίγες πληροφορίες για να τον γνωρίσουμε καλύτερα.

 

Από πότε ασχολείστε με τη λογοτεχνία και ποια τα ενδιαφέροντά σας, στην καθημερινή σας ζωή;

«Ξεκίνησα το 1999. Το πρώτο βιβλίο μου είχε τον τίτλο “Η παράσταση” και ήταν πεζογράφημα. Αγαπώ τη λογοτεχνία, την ποίηση και την ιστορία. Μου αρέσει πολύ να διαβάζω και να περπατώ στον χώρο που ζω».

 

Τι ήταν εκείνο που κέντρισε το ενδιαφέρον σας να πάρετε τόσες συνεντεύξεις ;

«Όλα ξεκίνησαν τυχαία, όταν θέλησα να δοκιμάσω να κάνω μια σελίδα, η οποία θα φιλοξενούσε έναν συγγραφέα που θα μου αποκάλυπτε τα μυστικά της γραφής του. Ξεκίνησα με το περιοδικό “Προσανατολισμοί” στο Χαϊδάρι και συνέχισα στην Άρτα με τις έντυπες εφημερίδες της».

 

Το μυθιστόρημα «Η Λιτανεία» το διάβασα με πολύ ενδιαφέρον κι είδα έναν ασυνήθιστο τρόπο γραφής. Δυο παράλληλες ιστορίες που μου θύμισαν δυο σωστά οργανωμένες πτήσεις, οι οποίες ξεκινούν από διαφορετικές βάσεις και διαφορετικούς χρόνους κι ανταμώνουν με ακρίβεια στον ίδιο χώρο για ένα αίσιο τέλος. Πώς και καταπιαστήκατε με την ακροβασία αυτή ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν;

«Στη γραφή προσπαθείς να αφήσεις το συναίσθημα να σε κυριεύσει. Γνώριζα το θέμα μου, την ιστορία της Άρτας, και τα άλλα ήρθαν από μόνα τους. Ο νους σε οδηγεί στο να ακολουθείς τους κανόνες της συγγραφής. Επίσης, για να έχει ενδιαφέρον η πλοκή επιχείρησα να ακροβατήσω μεταξύ παρελθόντος και παρόντος».

 

Μια δύσκολη δουλειά με λογοτεχνική ευελιξία και καλό στήσιμο των σκηνικών, που σε κρατάει σε αγωνία να μάθεις τι απέγινε με τα πολιτικά πάθη, την εξέγερση των βασανισμένων πολιτών, την βρόμικη πολιτική σκακιέρα και τους φλογερούς έρωτες. Πόσο χρόνο σάς πήρε να ολοκληρώσετε το έργο σας;

«Έκανα μήνες για να το ολοκληρώσω σε πρώτη γραφή. Έπειτα για δυο χρόνια το επεξεργαζόμουν διαρκώς και το διόρθωνα. Ύστερα το άφησα για λίγο καιρό στο συρτάρι μου και κάποια στιγμή αποφάσισα να το στείλω στον εκδότη μου».

 

Ποιο από τα βιβλία που έχετε εκδώσει είναι το αγαπημένο σας;

«Αδυνατώ να κάνω μια διάκριση ανάμεσά τους, καθώς όλα τα έργα μου τα αγαπώ εξίσου. Τα έχω χωρίσει σε κατηγορίες ώστε ο αναγνώστης να μπορεί να διαβάσει εκείνο που του προκαλεί περισσότερο το ενδιαφέρον».

 

Αναπολείτε καθόλου τη Λέσβο;

«Πολλές φορές αναπολώ το νησί μας, τη Λέσβο, και θυμάμαι τα παιδικά μου χρόνια. Οι μνήμες με ακολουθούν καθώς θυμάμαι το χωριό μας, την Άντισσα, και τις εξοχές της. Καμία φορά από τη βεράντα του σπιτιού μου βλέπω τον Αμβρακικό και νομίζω ότι είμαι πάλι στη θάλασσα του κάμπου. Τότε είναι που καταλαβαίνω ότι ο χρόνος περνά και παρασέρνει τα πάντα. Κάνω μια ευχή και όλα μου σκορπούν ως άνεμος που φυσά προς το μέρος της θάλασσας. Έτσι, νιώθω όμορφα που έχω την τύχη να κατοικώ σε ένα εξίσου όμορφο χωριό, σαν εκείνα τα γραφικά χωριά της Λέσβου».

 

Κύριε Ιντζέμπελη, ευχαριστώ πάρα πολύ κι εύχομαί σας καλή συνέχεια.

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017 12:29

Η αγάπη είν’ κι αλλιώτικη…  

 

Τι μαντινάδα να σας πω

τι δώρο να σας πέψω,

που χαίρομαι κι αδημονώ

αγάπη να φιλέψω.

 

Οι λογισμοί πολλώ λογιώ φίλοι μου αγαπημένοι κι οι φωνές ολούθε με γιομίζουν φιτίλια να εκραγώ και χάσω τον ύπνο μου.

Γι’ αυτό και σέρνω την καρέγλα μου, διπλακάθομαί σου και κουβεντιάζω σου. Δύσκολο να με αποδεχτείς, μα παρακαλώ σε, μη με αποπάρεις.

Είναι, που λες, πολλοί εκείνοι που χρησιμοποιούνε τη λέξη «αγάπη» χωρίς να το νιώθουν. Η μασκαρεμένη μικροκοινωνία μας, βλέπεις, μα και η ευρύτερη, μας τροφοδοτεί όλα τα ξάρτια να παίζουμε στο μεγάλο θίασο της εποχής μας που όλο και μεγαλώνει κι ευπρεπίζεται βάναυσα όσο μας βομβαρδίζουν με πρέπει και δεν πρέπει, αρώματα κι αξεσουάρ, ενέργειες καταχθόνιες και ταμάχι κατάχτησης πλούτου μισητού κι ανύπαρκτης ψεύτικης ομορφιάς για την ωραιοποίηση τού τίποτα.

Η διαφορά με δαύτους είναι ότι όσοι το θέλουν, ξέρουν να αγαπούν, νοιάζονται για το καλό των άλλων και μπορούν θυσίες να κάνουν, χωρίς να ζητούν ανταλλάγματα.

Κι ο νους μου φτεροκοπά πάλι, των συναιστημάτων οι χορδές πάλλονται, να σπάσουν, σα μαζώνονται τούτα και μάχονται ύπνο, γαλήνη και καταλογή μου με το σήμερα να κατασπαράξουν. Με περιπαίζουν οι κωμωδοποιοί σίγουρα σα σκέφτομαι πως ακόμα κι αν κάποιος σε πειράξει, πάλι, μη θέλεις το κακό του, κι αν έχεις τη δύναμη, συνέχισε να τον αγαπάς. Ξέρεις τι θα πει να μην έχεις κανέναν οχτρό; Νιώθεις αυτή την πληρότητα ότι ζεις κι είσαι λεύτερος κι αθάνατος.

Λεύτερος γιατί σπάνε οι αλυσίδες, δεν πρέπει να βασανίζεσαι με το ποιος είναι φίλος και ποιος οχτρός, ποιος κακός και ποιος καλός, ποιον αγαπάς και ποιον όχι. Θα ήταν στ’ αλήθεια μαρτυρικό για μένα να έχω στο νου μου πως σ’ αυτόν δεν πρέπει να μιλήσω γιατί είμαστε κακιωμένοι. Αυτόματα έρχονται σκηνές οδυνηρές που γινήκανε αιτία να δημιουργηθεί το πρόβλημα και θέλω με κάθε δύναμη να τις ξεράσω να απαλαχτώ απ’ τη σκιά τους, γιατί αυτό δεν το μπορώ.

Κι είναι σπουδαίο αγαθό να μπορείς αγάπη γνήσια αψεγάδιαστη να μοιράζεις. Χωρίς την απαντοχή αμοιβής που την αποδυναμώνει. Να, σαν κι αυτήν που βρίσκεις στο Άγιο Όρος. Εκεί αγαπάνε, έτσι απλά, γιατί πρέπει να αγαπάνε.

Κι άμα είσαι βαφτισμένος σε τούτη την κολυμπήθρα, δε μπορείς να ξεφύγεις. Κι άμα είσαι ενεργό κύτταρο στη σκληρή και σήπουσα κοινωνία, τότε δε βρίσκεις τόπο να ακουμπήσεις την αγάπη σου.

Βιώνουμε μια εποχή δύσκολη, ψυχοφθόρα, παγκοσμοποιημένη, ανθρωποκτόνα θα ‘λεγα. Γιατί η ζωή του αθρώπου για μένα δεν είναι μόναχα τι θα φάμε, τι θα πιούμε και πώς θα αποχτήσουμε πιότερα ρούβλια να παραγιομίσουμε το ασκί που κουβαλάμε να το δώκουμε πλούσια θροφή των σκουλήκων. Ζωή είναι να έχουμε ελευτερία και μπόρεση να αγωνιζόμαστε για το πνεύμα, την προκοπή του αθρώπου και τη σωτηρία της κακοποιημένης πατρίδας μας.

Είναι αυτό που λέμε ποιότητα ζωής και σκοπός ύπαρξης.

Ένα τετραγωνικό μέτρο γης μάς ανήκει φίλοι μου. Μπορούμε να το κάνουμε πιο ευρύχωρο; Τα πολλά ξίγκια θα μας δυσκολέψουν να στριφογυρίζουμε γιατί τότε σου, θα πολιορκηθούμε από τις τύψεις, και τα πεινασμένα παιδάκια θα κραυγάζουν μπροστά μας ωσάν χορός σε τραγωδία.

- Μας αδίκησες!

- Μας έκλεψες!

- Έκοψες τα φτερά.

- Σκότωσες ό,τι πολύτιμο είχαμε.

- Έπνιξες τη μάνα μας.

- Πού είναι τα όνειρά μας, κακούργε!

Και κείνη την ώρα, ας το βάλουμε στο νου μας, δεν περνούν τα χρυσάφια και τα πλούτη. Και ξοπίσω μας, απομένει μια αργόσυρτη ανάμνηση, καλή ή κακιά.

Κι ο Κρητικός μονολογεί:

Ο άθρωπος εις τη ζωή

πρέπει να έχει νάμι

όντε θα φύγει απ’ τη γη

να μην του πουν χαράμι.

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017 16:15

Μεγάλη Παρασκευή του 2015 στο Σφηνάρι

Βουρκωμένος ο ουρανός, μουντός, πάσκιζε να γιατρέψει τα τραύματα της πληγωμένης γης, όλο χαραματιές, πέτρες και λασπόνερα καμωμένη, με τα νερά να κατρακυλούνε σε ρυάκια και χειμάρρους, μετά τις απανωτές καταιγίδες που την μαστιγώνανε όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα.

Τα βίωνα όλα τούτα και πετιόντουσαν ομπρός μου τα λόγια της μάνας μου.

- Παιδάκι μου, ο Θεός πονάει για τα μαρτύρια του Υιού Του. Κι η βροχή που βλέπεις, δεν είναι βροχή. Τα δάκρια της Θεομήτορος είναι.

- Γιατί τον σταυρώσανε οι κακοί άνθρωποι μανούλα, ρώταγα βουρκωμένος.

- Θεού θέλημα. Για να μας σώσει από τις αμαρτίες.

Μα τούτη την ώρα, κόντευε εννιά το βράδυ, ως ήμουνα διπλωμένος στο ακρινό στασίδι, σκεφτόμουνα ακόμα πως, εφέτος, τα δάκρια της Παναγίας ήντουσαν πιο πολλά. Δεν αποκοτούσαμε να ξεμυτίσουμε απ’ τα σπίτια μας.

- Φαίνεται, βλέπει η Παναγιά τα χάλια μας στον κόσμο ολάκερο και δεν κλαίει μόναχα για το Γιο Της μα και για μας τα μυριέγγονά της, που όλο και πιο πολύ πηγαίνουμε στο λάθος δρόμο, συλλογιζόμουν.

Κι οι Χριστιανοί, παρηγοριά βρίσκουνε στις εκκλησιές. Ξέχωρα τούτες τις Άγιες μέρες,

Και να. Μεγάλη Παρασκευή απόψε, στο κρεμασμένο ανάμεσα βουνά ουρανό και θάλασσα, μικρό μας χωριουδάκι, το Σφηναράκι, μια χούφτα αθρώποι όλοι κι όλοι που ζούμε χωμένοι στην αγκαλιά της φύσης και κάτω απ’ το βλέμμα του Θεού, γιομίζαμε την εκκλησιά μας.

Ήρθανε οι επιτρόποι, η ψάλτισσα, γερόντισσες, μικρομέγαλα βλαστάρια και γερόντοι, γιομίσανε στασίδια και καρέκλες, ακουμπήσανε τις πονεμένες πλάτες, βάλανε τα κουρασμένα χέρια στα γόνατά και σιωπηλοί περιμέναμε τον παπά Νικολή να έρθει για να ψάλουμε όλοι μαζί και να θρηνήσουμε για τον Εσταυρωμένο, που κείτονταν στον ανθοστόλιστο και μυρωδάτο Επιτάφιο..

Τους έβλεπα, φχαριστούσα το Χριστό που είμαι ζωντανός κι ως το μυαλό μου εταξίδευε προς το Γολγοθά, μια ανασαμιά χάδεψε το ζερβί μου μάγουλο και μια πρόσχαρη αντρίκια φωνή τάραξε τους λογισμούς μου, την ώρα που έμπαινε ο κοντά αιωνόβιος Θοδωρολευτέρης ο Μελάς.

- Κατέεις πως ετούτοσα που μπαίνει εδά, με άλλους δυο επροκώσανε το λάλη μου το Τζωρτζοβάσιλα;

Βγήκα απ’ τις σκέψεις μου, σίμωσα το αυτί μου που η φωνή του ίσα που ακουγότανε και τον γκάρδιωσα.

- Πες μου.

- Τότε σου, μα θάτανε δεκαετία του πενήντα, κοπελάκι εγώ μα τα θυμούμαι γερά - γερά, είχαμε και χωροφυλάκους στο χωριό μας. Και βλεπέδες. Δυο. Ο ένας έδωσε αγροζημία στο λάλη μου το Τζωρτζοβάσιλα, να πληρώσει δεν ξέρω πόσα, μα αυτός, το κακορίκο, δεν είχε τα, κι οι χωροφυλάκοι θα τον βάνανε στο κρατητήριο. Μα αυτός τσακάαλι, δεν εστέκουνταν.

- Και;

- Μια μέρα, τρία κουζουλοκόπελα, ο Μελάς που βλέπεις, ο συχωρεμένος Καφετζομάνωλας κι ο Μιχάλης ο Τραγουδιστής, εκάθουντουν παρέα μαζί του. Αυτός, ο λάλης μου ο Τζωρτζοβάσιλας, που ήντονε και μια ουλιά αγαθιάρης, εφόρα μια μανδύα για το κρύο. Ξέρεις σα παλτό, με φαρδιά μανίκια, ποιος ξέρει πού την είχε εύρει, μα ας είναι.

- Φτωχός άθρωπος ε;

- Ούλοι φτωχοί ήντουσαν έπαέ τότε σου. Που λες, εκάθουνταν σε ένα χοντρό κορμό από κομμένο δέντρο κι εκουβέντιαζαν. Κοιταχτήκανε οι τρεις, πώς διάολο εστήσανε το σχέδιο, πήγε ο Τραγουδιστής κι έφερε πρόκες. Κι έτσι που είχε ο Τζωρτζοβασίλης στα πλάγια τα χέρια του, ο ένας του εμίλει κι οι άλλοι δυο διπλώσανε τα μανίκια στις άκρες και επροκώσανέ τα στο ξύλο με δυο-τρεις πρόκες. Υστερνά ο ένας επρόκωσε τη μανδύα μαζί κι ένα τσουβάλι που είχε για πανταλόνι στα οπίσθια πάνω στο βαρύ κορμό. Ύστερις, εσηκωθήκανε τα κοπέλια, του είπανε πως εβιαζόντουσαν να πάνε στα οζά και φύγανε. Έκανε να σηκωθεί κι ο κακορίκος ο Τζωρτζοβάσιλας ο λάλης μου, μα πού να σηκωθεί που ήντονε προκωμένος. Βρε από δω, βρε από κει, χοντρή η μανδύα δεν εσκίζουνταν, άρχισε να βρίζει και να φωνάζει τα κοπέλια να γαήρουν, μα αυτά είχανε κρυφτεί κι εκάμανε χάζι.

- Και ποιος τον ελευθέρωσε, ρώτησα.

- Ο χωροφύλακας που κείνη την ώρα, μισομέθυστος, έβγαινε απ’ τσι Μπαλαδοστυλιανής τον καφενέ.

- Και τον συλλάβανε;

- Όϊ. Τον ελυπήθηκε, και μόναχα που τον εξεπρόκωσε να λευτερωθεί. Τι να τον κάνει στο κρατητήριο; Σάματις μπορούσε να φύγει; Δεν εμπόρει.

Με πήραν τα γέλια, για την απλότητα του κόσμου τις δύσκολες μα όμορφες εκείνες εποχές, αλλά σοβάρεψα μπρος τον παπά Νικολή, που έμπαινε βιαστικός να ψάλει τον Επιτάφιο.

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top