FOLLOW US
Στρατής Χαραλάμπους

Στρατής Χαραλάμπους

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Ο Βενιζέλος δήλωσε στον Γερμανό πρέσβη στην Αθήνα ότι μόνη διέξοδος είναι ο ναυτικός πόλεμος και ο αποκλεισμός της Σμύρνης. Εντωμεταξύ, το Επιτελείο (Μεταξάς-Δούσμανης) είχε προετοιμάσει πλήρες σχέδιο εκπόρθησης των Στενών. Αλλά στο αίτημα του Βενιζέλου για βοήθεια προς τη Σερβία η απάντηση ήταν αρνητική και με δεδομένο την αρνητική στάση των Μεγάλων Δυνάμεων ο πρωθυπουργός μετέβαλε γνώμη και αναγκάστηκε, για την ισορρόπηση της κατάστασης στη θάλασσα, να προβεί στην αγορά δύο παλιών αμερικάνικων καταδρομικών αντί 12,5 εκατ. δολαρίων, χαμηλών επιχειρησιακών δυνατοτήτων, τα οποία ονομάστηκαν «Κιλκίς» και «Λήμνος».

Τέλη Μαΐου του 1914, ο Τούρκος πρέσβης στην Αθήνα Γκαλήπ πρότεινε την ανταλλαγή των μουσουλμάνων της Μακεδονίας με τους χριστιανούς της περιοχής της Σμύρνης. Η ελληνική πλευρά δέχθηκε την ανταλλαγή των μουσουλμάνων της Θράκης με μέρος των χριστιανών της Σμύρνης. Δημιουργήθηκαν επιτροπές στην Κωνσταντινούπολη και στη Σμύρνη. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο αντέδρασε έντονα και κήρυξε το Γένος υπό διωγμό, ο δε Νομάρχης της Σμύρνης εξόρισε τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο στην Πόλη. Πού να το φανταζόταν ο Μάρτυρας Ιεράρχης ότι μετά από μερικά χρόνια θα ζούσε ο ελληνισμός το πιο βίαιο διωγμό και ο ίδιος θα «σερνόταν» ημιθανής από τους βασιβουζούκους στους δρόμους της Σμύρνης.

 

Μυστική διπλωματία

Τελευταία διέξοδος για το Βενιζέλο ήταν η μυστική διπλωματία και προς τούτο έστειλε τον ανταποκριτή στην Αθήνα της «Daily Telegraph» Joseph Dillon στη Σμύρνη και συναντήθηκε, τέλη Ιουνίου 1914, με τον υπουργό εσωτερικών Ταλάτ Πασά. Η πρόταση περιλάμβανε αναγνώριση της ελληνικής κυριαρχίας, υπογραφή συνθήκης εγγύησης του status quo της κάθε χώρας και ανταλλαγή πληθυσμών στο μέλλον. Συμφωνήθηκε δε και συνάντηση Βενιζέλου-Ταλάτ σε ουδέτερο έδαφος.

Αφού γύρισε ο Ντίλλον στην Αθήνα, η ελληνική κυβέρνηση προετοίμασε το σχέδιο της πρότασης με βάση το οποίο τα νησιά Λέσβος, Χίος και Σάμος θα αποτελούσαν μια Γενική Διοίκηση στην οποία η Ελλάδα θα είχε την εσωτερική ευθύνη και ο Διοικητής (δευτερότοκος γιος του Βασιλέα) θα διοριζόταν από τον Σουλτάνο και τον Βασιλέα. Η αμυντική συνθήκη θα στρεφόταν κατά της Βουλγαρίας. Η πρόταση επιδόθηκε από το Ντίλλον στις 12 Ιουλίου 1914 στην Κωνσταντινούπολη και η Οθωμανική κυβέρνηση, όπως ήταν αναμενόμενο, την απέρριψε. Συμφωνήθηκε όμως συνάντηση των δύο πρωθυπουργών στις Βρυξέλλες.

Ο Βενιζέλος ξεκίνησε για τις Βρυξέλλες και μετά από λίγο ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, τότε αναγκάστηκε να επιστέψει στην Αθήνα. Τα δεδομένα άλλαξαν, άρχισαν να διαμορφώνονται τα αντίπαλα στρατόπεδα και οι Νεότουρκοι περίμεναν με ανυπομονησία τα νέα θωρηκτά.

Τελευταία διπλωματική προσπάθεια με πρωτοβουλία της Ρουμανίας ήταν η συνάντηση των Στρέιτ-Πολίτη με τους Ταλάτ-Χαλίμ στις 26 Αυγούστου 1914 στο Βουκουρέστι. Κατά τη διαπραγμάτευση, οι Τούρκοι επέμειναν στην οθωμανική κυριαρχία στα νησιά και τον διορισμό του Γενικού Διοικητή μόνο από το Σουλτάνο. Η ελληνική πλευρά την απέρριψε και ως τελευταία λύση πρότεινε την επιστροφή της Λέσβου και της Χίου στη Οθωμανική κυριαρχία και τη μακροχρόνια εκμίσθωση στην Ελλάδα. Η τουρκική πλευρά ζήτησε να ισχύσει το ίδιο για τη Λήμνο και για τη Σάμο, με αποτέλεσμα να αποτύχει η συνάντηση.

Ευτυχώς, αρχές Αυγούστου 1914 ο Άγγλος υπουργός ναυτικών Τσώρτσιλ κατάσχεσε τα δύο τούρκικα θωρηκτά. Όμως πριν από μερικές ημέρες, στα τέλη του Ιουλίου, δύο γερμανικά καταδρομικά, τα «Γκαιμπέν» και «Μπρεσλάου, κυνηγημένα από τον αγγλικό στόλο, έφθασαν στα ελληνικά χωρικά ύδατα και με την έγκριση του Βενιζέλου πραγματοποιήθηκε η ανθράκευσή τους στο νησί Δονάση της Νάξου. Στη συνέχεια, κατόρθωσαν στις 29 Ιουλίου να εισέλθουν στα Στενά, την επόμενη δε ημέρα πουλήθηκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και μετονομάστηκαν σε «Yavuz Sulatan Selim» και σε «Midilli - Μυτιλήνη». Ο Βενιζέλος ουδέποτε έδωσε πειστικές εξηγήσεις για το γεγονός της ανθράκευσης, σίγουρα όμως δεν θα έκανε κάτι χωρίς να ενημερώσει τον Άγγλο πρέσβη στην Αθήνα.

 

Επίλογος

Από την έναρξη του πολέμου οι δύο συμμαχίες με φανερή και μυστική διπλωματία, με εκβιασμούς για τα εκκρεμή ζητήματα και με αβέβαιες υποσχέσεις για αποσχίσεις εδαφών που κερδήθηκαν με αίμα, προσπάθησαν να πάρουν με το μέρος τους τα βαλκανικά κράτη. Κυρίαρχο πάντα ζήτημα ήταν η εξυπηρέτηση των δικών τους πολεμικών στόχων.

Δυστυχώς, η χώρα μας οδηγήθηκε μέσα από τον εθνικό διχασμό (πολιτικό, κοινωνικό και εδαφικό) στη Μικρασιατική περιπέτεια και την εθνική καταστροφή και από νικήτρια τον Οκτώβριο του 1918 βρέθηκε στη Λωζάννη τον Ιούλιο του 1923 στο «εδώλιο» του ηττημένου.

Μόλις άρχισε η συζήτηση του θέματος των Νησιών του Β.Α. Αιγαίου, ο Ισμέτ Πασάς επέμεινε στις ίδιες θέσεις των Νεότουρκων του 1914, ευτυχώς οι Μεγάλες Δυνάμεις επέμειναν στην απόφασή τους του Φεβ. 1914 και, διά στόματος του πρόεδρου της διάσκεψης και υπουργού εξωτερικών της Αγγλίας λόρδου Κώρζον, αναγνώρισαν «την ελληνική κυριαρχία στα νησιά του Β.Α. Αιγαίου, πλην Ίμβρου και Τενέδου», που de facto είχε επιβληθεί διά των ελληνικών όπλων το 1912.

Το χρήσιμο δίδαγμα που βγαίνει από την παραπάνω μακροχρόνια διπλωματική προσπάθεια (φανερή και μυστική) είναι ότι όταν διαπραγματεύεσαι θα πρέπει να είσαι ισχυρός στρατιωτικά και οικονομικά. Σε αντίθετη περίπτωση, εφόσον οι συνθήκες σε οδηγούν σε αναγκαστική διαπραγμάτευση, προσπαθείς να εξασφαλίσεις από άλλους ισχυρότερους την αναγκαία υποστήριξη, διαφορετικά θα οδηγηθείς σε λάθη και θα αναγκαστείς να δεχθείς λύσεις που αντιβαίνουν στα συμφέροντα της Πατρίδας και του Έθνους.

Τούτο ας αποτελέσει ένα μήνυμα από την ακριτική Λέσβο, που γιορτάζει την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό, προς την ηγεσία της Χώρας μας, η οποία ετοιμάζεται να υποδεχθεί στην Αθήνα τον Τούρκο πρόεδρο Ερντογάν, το βασικό «αμφισβητία» της Συνθήκης της Λωζάννης η οποία έφερε την ειρήνη στην περιοχή για περίπου έναν αιώνα.

Ως γνήσιος απόγονος των Νεότουρκων (εξάλλου προσωπικά φρόντισε να μεταφερθούν τα οστά των ηγετών της τριανδρίας του κομιτάτου στην Τουρκία από τα μέρη που ενταφιάστηκαν), οι οποίοι αποτέλεσαν τη συνέχεια των νέο-οθωμανών (Yeni Osmanlilar) του τελευταίου τέταρτου του 19ου αιώνα, ακολουθώντας ένα ιδιότυπο ισλαμό-εθνικισμό προσπαθεί να επιβληθεί ως «περιφερειακός ηγέτης» και ως «προστάτης» των απανταχού Μουσουλμάνων.

Η Συνθήκη της Λωζάννης του 1923, που επέβαλε την ειρήνη στην περιοχή, ουδέποτε τουλάχιστον επίσημα μέχρι τώρα, αμφισβητήθηκε από την τουρκική πολιτική ηγεσία και πώς θα μπορούσε άλλωστε αφού η ίδια η συνθήκη αποτελεί «τον θεμέλιο λίθο» της σύγχρονης τουρκικής δημοκρατίας. Αυτό το καθεστώς προσπαθεί να «αλλάξει εκ βάθρων» ο Τούρκος πρόεδρος και να το μετατρέψει σε «μια ισλαμική δημοκρατία» με δυτικό μανδύα.

Αν θα το επιτύχει, λίγο ενδιαφέρει τη Χώρα μας, αυτό που θα πρέπει να την απασχολεί είναι ότι ο Τούρκος πρόεδρος θέλει να παρουσιάσει «επιτυχίες» στο εσωτερικό για να κερδίσει τις εκλογές του 2019. Επιτυχίες που, λόγω αδυναμίας στα άλλα μέτωπα, προσπαθεί να τις εξασφαλίσει από τη δικιά μας πλευρά.

Οι επιτροπές των εμπειρογνωμόνων των δύο Χωρών έχουν συναντηθεί πάνω από εκατό φορές και ουσιαστική πρόοδος δεν έχει φανεί στον ορίζοντα. Αντίθετα, τίθενται συνεχώς διάφορα θέματα στο τραπέζι από την τουρκική πλευρά, η οποία με «μοχλό» το προσφυγικό προσπαθεί να κερδίσει σε άλλα θέματα.

Ας κληθεί λοιπόν ο Τούρκος πρόεδρος (αν τελικά έλθει στην Αθήνα) να δηλώσει επίσημα και «κάτω από την Ακρόπολη» ότι η Χώρα του σέβεται και θα σέβεται τη Συνθήκη της Λωζάννης, διαφορετικά η επίσκεψη αυτή την περίοδο για την Ελλάδα και το Έθνος δεν έχει κανένα νόημα.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-       Ιστορία του Ελληνικού έθνους, τόμος ΙΕ, Εκδοτική Αθηνών, 1974-78

-       Λεσβιακά, τόμος ΚΔ , Μυτιλήνη 2014

-       Διεθνείς Πολιτικές και Στρατιωτικές Συνθήκες, ΔΕΚ/ΓΕΣ Αθήνα 1980

-       Η Ελλάδα στο Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, Γ. Λεονταρίτη, ΜΙΕΤ

-       Η Ιστορία του Εθνικού Διχασμού (1915-35), Εθνικός Κήρυκας, Αθήνα 1953

-       Ο Εθνικός Διχασμός 1915-16, Γ. Μαυροκορδάτου, Αθήνα 2016

-       Η Πολιτική του Κινήματος «Ένωση και Πρόοδος» για τις Μειονότητες, Πανεπιστήμιο 9ης Σεπτεμβρίου, Σμύρνη

-       Οι Διωγμοί των Ελλήνων στη Θράκη και Μικρά Ασία, Οικουμενικό Πατριαρχείο, 1919

 

* Ο κ. Στρατής Χαραλάμπους είναι Αντ/γος ε.α., μέλος της «Εταιρείας Λεσβιακών Μελετών». 

Συμπληρώνονται 105 χρόνια από την ένδοξη περίοδο του Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου του 1912 , όταν «φύσηξε ο άνεμος της ελευθερίας» στη βορειανατολική γωνιά του Αιγαίου πελάγους και διαδοχικά απελευθερώθηκαν από τη σκλαβιά, που κράτησε για περίπου τέσσερις και πλέον αιώνες, και κυμάτισε η γαλανόλευκη στα νησιά Λήμνο-Ίμβρο-Θάσο-Σαμοθράκη-Ψαρά-Τένεδο-Ικαρία- Λέσβο και Χίο.

 Στη Μυτιλήνη η γαλανόλευκη υψώθηκε στο Διοικητήριο (σημερινή Γραμματεία Αιγαίου) τις μεταμεσημβρινές ώρες της 8ης Νοεμβρίου, ημέρα Πέμπτη, από άγημα του πολεμικού ναυτικού και διαδοχικά, μετά από ανάπαυλα περίπου ενός μηνός, σ’ όλη τη λεσβιακή γη μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου 1912. Προηγήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου η ήττα του οθωμανικού στρατού στη μάχη του Κλαπάδου από τον ελληνικό στρατό και η παράδοση του νησιού από τον Τούρκο στρατιωτικό διοικητή.

Ενώ στρατιωτικά η απελευθέρωση των νησιών ήταν εύκολη υπόθεση, λόγω έλλειψης σοβαρής αμυντικής θωράκισης εκ μέρους της οθωμανικής αυτοκρατορίας και λόγω της υπεροχής του ελληνικού πολεμικού ναυτικού (πρόσκτηση θωρηκτού «Αβέρωφ»), δεν συνέβηκε το ίδιο με τη νομική κατοχύρωση (De jure ) της ελληνικής κυριαρχίας, που De facto επιβλήθηκε με τα ελληνικά όπλα.

Στην Οθωμανική αυτοκρατορία από το 1908 πολιτικά κυριαρχούσε το κίνημα «Ένωση και Πρόοδος - Ittihat ve Terakkı Cemiyeti», γνωστό και ως κίνημα των Νεότουρκων-Jon Turkler, το οποίο ανάγκασε το 1908 το Σουλτάνο Αβδούλχαμιτ να θέσει σε ισχύ το Σύνταγμα του 1876 (II. Mesrutiyet). Μετά τη λήξη των βαλκανικών πολέμων το 1913, το Κομιτάτο ανέλαβε πλήρως την εξουσία (κυβέρνηση από μέλη του κινήματος με πρωθυπουργό τον Said Halim Pasa) και πέτυχε την ανακατάληψη της Ανατολικής Θράκης, μετά τη ήττα της Βουλγαρίας στον Β΄ Βαλκανικό πόλεμο. Παράλληλα, προσκάλεσε γερμανική στρατιωτική αποστολή με επικεφαλής τον στρατηγό Λίμαν φον Σάντερς για την αναδιοργάνωση του στρατού και παρήγγειλε σε αγγλικά ναυπηγεία το τελειότερο θωρηκτό της εποχής, το «Sultan Osman» μαζί με το θωρηκτό «Resadiye». Στόχος, σύμφωνα με τις δηλώσεις των Τούρκων αξιωματούχων, ήταν η ανακατάληψη των νησιών του ΒΑ Αιγαίου, τα οποία έκριναν ως απαραίτητα για την άμυνα των Στενών και της Ανατολής (Μικράς Ασίας).

 

Τουρκική κωλυσιεργία

Κατά τη σύναψη της Συνθήκης του Λονδίνου (30 Μαΐου 1913), με την οποία τερματίστηκε ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος, η Οθωμανική αυτοκρατορία αρνήθηκε να συζητήσει το θέμα των νησιών και τελικά με τη σύμφωνη γνώμη των συμβαλλόμενων μερών (Βαλκανικά κράτη - Οθωμ. Αυτοκρατορία), με το άρθρο 5, ανέθεσε στις Μεγάλες Δυνάμεις να αποφασίσουν για το καθεστώς των νησιών, πλην της Κρήτης και του Αγίου Όρους. Φάνηκε όμως η πρόθεση των Μεγάλων Δυνάμεων να συνδέσουν το θέμα με το Βορειοηπειρωτικό (δημιουργία αλβανικού κράτους).

Η άρνηση της Τουρκίας να συζητήσει το θέμα συνεχίστηκε και κατά τη σύναψη της Συνθήκης των Αθηνών (14 Νοε 1913), με την οποία τερματίστηκε η εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και Ελλάδος. Άλλα ούτε και στις ξεχωριστές συνθήκες των βαλκανικών κρατών με την Υψηλή Πύλη τέθηκε το θέμα των νησιών. Ήταν πασιφανές ότι η τουρκική πλευρά προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο και να δημιουργήσει τις συνθήκες εκείνες που θα επέτρεπαν την ανακατάληψη των νησιών. Παράλληλα, προετοίμαζε το σχέδιο εκδίωξης των χριστιανικών πληθυσμών από τα εδάφη της με στόχο να πετύχει την εθνική ομοιογένεια.

 

Διπλωματικές ενέργειες της Αθήνας

Στην Αθήνα ήταν έκδηλη η ανησυχία του πρωθυπουργού Βενιζέλου, ο οποίος παράλληλα με την ένταξη των απελευθερωθέντων εδαφών στον εθνικό κορμό (αυξήθηκε το έδαφος κατά 93% και ο πληθυσμός κατά 77%) και την επίλυση των θεμάτων που ανέκυψαν (απαλλοτρίωση τσιφλικιών κ.λπ.), επειγόταν να κλείσει το Νησιωτικό λόγω της επικείμενης απώλειας της ναυτικής υπεροχής στο Αιγαίο. Ο πρωθυπουργός προτιμούσε τις προσωπικές επαφές για τη διευθέτηση των προβλημάτων και για τούτο ξεκίνησε περιοδεία από 6 Ιαν μέχρι 14 Φεβ. 1914 σε Ρώμη, Παρίσι, Λονδίνο, Βερολίνο, Βιέννη, Αγία Πετρούπολη, Βελιγράδι και Βουκουρέστι, με στόχο την προμήθεια πολεμικών σκαφών από την Αγγλία και την πραγματοποίηση ναυτικής επίδειξης στο Αιγαίο από τους Στόλους των Μεγάλων Δυνάμεων σε συνεργασία με το ελληνικό, ώστε να αναγκαστούν οι Τούρκοι να συμβάλουν στην επίλυση του θέματος των Νησιών.

Τα αποτελέσματα ήταν αρνητικά, διότι ούτε υπήρχαν πλοία άμεσα διαθέσιμα και ούτε ήταν διατιθέμενες οι Μεγάλες Δυνάμεις να διακινδυνέψουν τα εμπορικά τους συμφέροντα με το κλείσιμο των Στενών. Με τη λήξη της περιοδείας του Βενιζέλου στις 13 Φεβ. 1914, οι Μεγάλες Δυνάμεις γνωστοποίησαν σε Κωνσταντινούπολη και Αθήνα την απόφασή τους για τα Νησιά. «Όλα τα καταληφθέντα νησιά παραχωρούνται στην Ελλάδα πλην Ίμβρου, Τενέδου και Καστελόριζου, με την προϋπόθεση της εκκένωσης της Βορείου Ηπείρου και του νησιού Σάσων…». Η Βόρειος Ήπειρος το 1913 είχε καταληφθεί από την Ελλάδα και τώρα εκβιαζόμενη αναγκαζόταν να την εγκαταλείψει, προκειμένου να δημιουργηθεί αλβανικό κράτος που εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της Ιταλίας και της Αυστρο-Ουγγαρίας.

Όπως ήταν αναμενόμενο, η τουρκική πλευρά δεν αποδέχθηκε την απόφαση σε αντίθεση με την ελληνική πλευρά και στην προσπάθειά της να κερδίσει χρόνο ο πρωθυπουργός Said Halim Pasa, στις αρχές Μαρτίου 1914, πρότεινε την ανταλλαγή της Χίου και της Λέσβου με τα νησιά Ψαρά-Ικαρία-Λεβίδα-Αστυπάλαια-Κάρπαθο-Κάσο και Σάμο. Η τελευταία είχε κερδίσει μόνη της την αυτονομία και τα Δωδεκάνησα κατέχονταν από την Ιταλία, η οποία αρνιόταν να τα παραχωρήσει. Ο Βενιζέλος απέρριψε την απαράδεκτη πρόταση και αντιπρότεινε “η ελληνική κυριαρχία στα νησιά να μην αμφισβητηθεί και να παραμείνουν Οθωμανοί επίτροποι αντί πρόξενοι», όπως ήταν φυσικό απορρίφτηκε από τη κυβέρνηση των Νεότουρκων.

Τον Απρίλιο του 1914, κατόπιν παράκλησης του Βενιζέλου, η Ρουμανία ανέλαβε πρωτοβουλία για επίλυση του θέματος. Ο Βενιζέλος ζήτησε από την τουρκική πλευρά να προτείνει νησιά ίσης έκτασης, πληθυσμού και εισοδημάτων με τη Χίο-Λέσβο και θα προσπαθούσε να περάσει η ανταλλαγή από το υπουργικό συμβούλιο. Ευτυχώς η πρόταση από την Κωνσταντινούπολη δεν έφθασε ποτέ και η προσπάθεια του Ρουμάνου στρατηγού Κοάντα απέτυχε.

Είναι άξιο διερεύνησης με πόση ευκολία οι κυβερνώντες και εν προκειμένω ο επιτυχημένος πολιτικός Ελευθέριος Βενιζέλος προτείνουν ανταλλαγές εδαφών και πληθυσμών. Μόνη εξήγηση για τον Εθνάρχη Βενιζέλο είναι ότι πιθανόν είχε πληροφόρηση για τον επικείμενο πόλεμο και ήθελε να ευρεθεί η Ελλάδα με λυμένα τα προβλήματα, προκειμένου να ταχθεί στο πλευρό εκείνο που θα τη βοηθούσε να εκπληρώσει τη Μεγάλη Ιδέα.

 

Γερμανική πρωτοβουλία

Την ίδια περίοδο, με την ευκαιρία της διαμονής του Κάιζερ και του Γερμανού καγκελάριου στην Κέρκυρα, ξεκίνησε η γερμανική πρωτοβουλία για την επίλυση του Νησιωτικού. Στο νησί βρέθηκαν και οι Γερμανοί πρέσβεις σε Αθήνα και Κωνσταντινούπολη καθώς και η πολιτειακή και πολιτική ηγεσία της Ελλάδας και ο ΥΠΕΞ Στρέιτ. Η Γερμανία, έχοντας καταστρώσει τα επεκτατικά της σχέδια, θέλησε να μεσολαβήσει με την προοπτική να εντάξει και τις δύο χώρες στη συμμαχία της. Ο Κάιζερ πρότεινε «την αναγνώριση της οθωμανικής επικυριαρχίας» και ο Βενιζέλος υποσχέθηκε να πείσει το υπουργικό συμβούλιο και τη κοινή γνώμη, με την προϋπόθεση να υπογραφεί μεταξύ Ελλάδος και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αμυντική συνθήκη συμμαχίας διάρκειας 5, 10 ή 15 χρόνων, με την οποία θα εγγυόταν οι δύο χώρες τα εδάφη τους στη Βαλκανική.

Η Γερμανία δεν κατάφερε να πείσει την τουρκική κυβέρνηση για την πρόταση, εξάλλου νέα δεδομένα προέκυψαν που χειροτέρεψαν τις σχέσεις των δύο χωρών. Οι Νεότουρκοι έθεσαν σε εφαρμογή το σχέδιό τους (πολλοί ιστορικοί αναφέρουν ότι εμπνευστής ήταν ο Λίμαν φον Σάντερς) για εκδίωξη των Ελλήνων αρχικά από την ανατολική Θράκη και στη συνέχεια από τα Στενά, Σμύρνη, Αϊβαλί, Αδραμύττιο κ.λπ.

Οι πρόσφυγες συνωστίζονταν στα νησιά του Αιγαίου και στα αστικά κέντρα της ηπειρωτικής Ελλάδας και αποτέλεσαν ακόμη ένα πρόβλημα για την ελληνική κυβέρνηση, η οποία, πλέον των αναγκών στέγασης και διατροφής, «φαινόταν ανίκανη» να τους προστατέψει από τη μανία των Τούρκων. Ο αριθμός των εκτοπισθέντων από την ανατολική Θράκη και τη δυτική Μικρά Ασία κατά το λεγόμενο πρώτο διωγμό, σύμφωνα με τις τουρκικές πηγές, ανέρχεται σε 140 χιλ. περίπου. Σύμφωνα με έκθεση του Άγγλου προξένου Σμύρνης, από τη δυτική Μικρά Ασία εκδιώχθηκαν 134 χιλ. Έλληνες και, αν προστεθούν και οι περίπου 60 χιλ. - 70 χιλ. της ανατολικής Θράκης, υπερβαίνουμε τις 200 χιλ.

Εντωμεταξύ, συνεχίστηκε η γερμανική πρωτοβουλία, με την ελληνική πλευρά να συμφωνεί να τεθούν τα νησιά υπό την οθωμανική επικυριαρχία, ενώ η άλλη πλευρά επέμεινε στην κυριαρχία και με ανταλλαγές νησιών με τη Χίο και τη Λέσβο να επιστρέφουν πάντα στην οθωμανική επικράτεια. Στις 19 Μαΐου 1914 και ενώ οι διωγμοί των Ελλήνων συνεχίζονταν, ο Γερμανός πρέσβης στην Πόλη πρότεινε στην ηγεσία των Νεότουρκων να παραμείνει «παγωμένο» το θέμα για πέντε χρόνια. Οι Said Halim, Talat και Cemal Pasa απάντησαν ότι δεν έχει νόημα διότι «μόλις παραληφθούν τα νέα πολεμικά πλοία, οι Έλληνες μόνοι τους θα εγκαταλείψουν τα νησιά».

 

* Ο κ. Στρατής Χαραλάμπους είναι Αντ/γος ε.α., μέλος της «Εταιρείας Λεσβιακών Μελετών».

 

Αυτές τις μέρες (13/26 Αυγούστου, π. η. /ν. η.) συμπληρώνονται 95 χρόνια από τη μεγάλη τουρκική επίθεση που οδήγησε στην κατάρρευση του μετώπου του Αφιόν Καραχισάρ1 και στην εγκατάλειψη της Μικράς Ασίας από τον Ελληνικό Στρατό, με όλα τα επακόλουθα.

Ο Κεμάλ, καίτοι το 1923 στην προσπάθειά του να ιδρύσει το σύγχρονο τουρκικό κράτος κατάργησε το Χαλιφάτο της Κωνσταντινούπολης, κρέμασε θρησκευτικούς ηγέτες (κυρίως ηγέτες θρησκευτικών ταγμάτων) και περιόρισε τον ρόλο της θρησκείας στην πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα της νέας Τουρκίας, εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο τη θρησκεία για να επιτύχει τη μεγάλη στρατιωτική νίκη.

Στη μουσουλμανική θρησκεία οι πεσόντες κατά τη μάχη αποκαλούνται μάρτυρες (sehitler) και οι τραυματίες και γενικά όλοι όσοι επιζούν από τη μάχη αποκαλούνται ήρωες (gaziler), πρακτική που ακολουθείται και σήμερα στην Τουρκία.

Γνωρίζοντας ο Κεμάλ τη μεγάλη ηθική δύναμη που δίνει η θρησκεία στο μαχητή, αν και για τον ίδιο υπάρχουν αντικρουόμενες πληροφορίες για τα θρησκευτικά του πιστεύω, ζήτησε από την Τουρκική Εθνοσυνέλευση αρκετές μέρες πριν από την επίθεση να κινητοποιηθεί και να ζητήσει τη στήριξη του αγώνα από τους τότε κατά τόπους θρησκευτικούς λειτουργούς. Επισημαίνεται ότι ο ανώτατος θρησκευτικός ηγέτης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας Σεϊχουισλάμης ήταν στην Κωνσταντινούπολη και υπάκουε πλήρως στον τελευταίο Χαλίφη Σουλτάνο Vahideddin, άρα δεν μπορούσε να εκδώσει εγκύκλιο (Fetva) και να κηρύξει ιερό πόλεμο (Cihat) κατά των Ελλήνων.

 

Οι ενέργειες της τουρκικής εθνοσυνέλευσης κατευθύνθηκαν σε τρεις άξονες:2

 - Στις 14/27 Αυγούστου, μία μέρα μετά την επίθεση, ζήτησε από τους κατά τόπους Μουφτήδες να γίνουν προσευχές στα τζαμιά για την τελική νίκη του τουρκικού στρατού. Χαρακτηριστική είναι η φράση στην εγκύκλιο του Μουφτή της Άγκυρας Κεμάλ Μπέη, που έστειλε σ’ όλους τους Μουφτήδες της Ανατολής στις 15/28 Αυγούστου: «…Όπως αυτοί σας πέταξαν έξω από τα σπίτια σας, έτσι και σεις να τους πετάξτε έξω από τις θέσεις των…».

Σε κάθε πόλη και χωριό που εγκατέλειπε ο ελληνικός στρατός στο τζαμί γινόταν προσευχή και οι χοτζάδες δόξαζαν τον Αλλάχ από τους μιναρέδες. Κάθε νίκη του τουρκικού στρατού στο πεδίο της μάχης γιορταζόταν στα τζαμιά όλης της Ανατολής. Επίσης, οι Μουφτήδες με τα κηρύγματά τους έδωσαν το νόημα του θρησκευτικού καθήκοντος στην υλική βοήθεια προς τις οικογένειες των πεσόντων και των τραυματιών κατά τη μάχη.

- Άλλος τομέας δράσης για την ανύψωση του ηθικού του τουρκικού στρατού μέσω του θρησκευτικού συναισθήματος ήταν ο Τύπος της εποχής, που ελεγχόταν από την κυβέρνηση της Άγκυρας. Πριν από την επίθεση αλλά και κατά τη διάρκειά της οι αρθρογράφοι της εποχής (kose Yazarlari) συνεχώς τόνιζαν την ιερότητα του σκοπού του πολέμου (ilahi bir amac) και προσπαθούσαν να φανατίσουν τον Τούρκο στρατιώτη.

 

Μάχη της Ημισελήνου κατά του Σταυρού

Αξιοσημείωτη είναι η προσπάθεια του αρθρογράφου Ismail Sevuk της εφημερίδας «Ανοικτός Λόγος - Aciksoz» στο άρθρο του της 15/28 Αυγούστου με τίτλο «Στον Προελαύνοντα Στρατό- Ilerleyen Orduya» να παρομοιάσει την αντιπαράθεση των δύο λαών στα πεδία των μαχών ως μάχη της ημισελήνου κατά του Σταυρού. Ως πειστήριο χρησιμοποίησε τη φωτογραφία του Βασιλέα Κωνσταντίνου που φιλούσε τον Σταυρό στο χέρι του Εθνομάρτυρα Σμύρνης Χρυσοστόμου, όταν πατούσε το πόδι του στην προβλήτα του λιμανιού της Σμύρνης τον Μάιο του 1921.

Την ίδια μέρα στην ίδια εφημερίδα ο Abdulmecit Nuri Bey τόνιζε ότι «….η πολιτική που ακολουθούν τα κράτη της Αντάτ, δηλαδή οι νικητές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στοχεύει στην εξαφάνιση της μουσουλμανικής θρησκείας και για τον σκοπό αυτό επέλεξαν την Ελλάδα».

- Τρίτος άξονας δράσης της τουρκικής εθνοσυνέλευσης αποτέλεσε η υποδαύλιση των άλλων θρησκευτικών κοινοτήτων κατά της ελληνικής παρουσίας στη Μικρά Ασία. Σημαντικό ρόλο έπαιξε η εβραϊκή κοινότητα στην προσπάθεια της εθνικιστικής κυβέρνησης της Άγκυρας να επιτύχει διεθνή αναγνώριση και να υποσκελίσει την κυβέρνηση του Σουλτάνου. Ο πρώην αρχιραβίνος (Hahambası) Hayin Naum Efendi, επί δυόμισι χρόνια, δηλαδή αμέσως μετά την απόβαση του Ελληνικού Στρατού στη Σμύρνη, πραγματοποιούσε περιοδείες σε Ευρώπη και Αμερική ασκώντας προπαγάνδα κατά της Ελλάδας με συνεντεύξεις, ομιλίες και επαφές με ξένους ηγέτες και με ηγετικά στελέχη του εβραϊκού λόμπυ. Όταν τον Ιούλιο του 1922 επέστρεψε στην Άγκυρα, δέχθηκε τις ευχαριστίες της τουρκικής κυβέρνησης και του λαού. Ο ίδιος περιέγραψε με τα εξής λόγια τις τουρκικές φιλοφρονήσεις στις τοπικές εφημερίδες: «…Οι οικονομικοί υπάλληλοι, οι υπάλληλοι της τοπικής αυτοδιοίκησης, ο λαός, οι μαθητές σε κάθε μέρος μού δείχνουν απεριόριστη εκτίμηση και εύνοια, πώς θα ανταποδώσω αυτήν την εύνοια...».

Γνωρίζοντας η κυβέρνηση της Άγκυρας τον ηγετικό ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις ορθόδοξες κοινότητες της Ανατολής και την επίδραση που ασκούσε, χρησιμοποίησε ως όχημα την τουρκική3 ορθόδοξη κοινότητα της Καισαρείας (Kayseri) για να διασπάσει αυτήν τη σχέση. Με την υποκίνηση της τουρκικής κυβέρνησης η κοινότητα στις 22 Ιουλίου 1922, δηλαδή λίγο πριν από την επίθεση, εξέδωσε την εβδομαδιαία εφημερίδα «Η Φωνή της Ορθοδοξίας στην Ανατολή - Anadolu’da Ortodoksluk Sadası), μέσω της οποίας ασκούσε προπαγάνδα κατά της Ελλάδας και κυρίως κατά του Πατριαρχείου. Στις 18 Ιουλίου 1922 διέκοψε τις σχέσεις με το Φανάρι και στις 30 Ιουλίου ζήτησε από τις ορθόδοξες κοινότητες της Ανατολής να κάνουν το ίδιο. Αργότερα η κοινότητα αυτή και άλλοι ορθόδοξοι, υποκινούμενοι από υλικά κίνητρα, αποτέλεσαν το Ορθόδοξο Τουρκικό Πατριαρχείο, που αποτέλεσε το μέσο για τη μείωση της Οικουμενικότητας του Φαναρίου, χωρίς όμως ουσιαστικό αποτέλεσμα.

Παράλληλα, η κυβέρνηση της Άγκυρας ζήτησε και έλαβε από τις τότε θρησκευτικές μουσουλμανικές ηγεσίες άλλων χωρών την ηθική υποστήριξη στον αγώνα κατά του Ελληνικού Στρατού (Αφγανιστάν, Ιράν, Αζερμπαϊτζάν, Ινδία κ.λπ.). Ο Σεϊχουισλάμης της Αλεξάνδρειας με εγκύκλιό του ζήτησε, αντί τη θυσία κάποιου ζώου στο Kurban Bayrami, να προσφέρουν οι πιστοί μουσουλμάνοι τα χρήματα για την περίθαλψη των τραυματιών και την ενίσχυση των οικογενειών των πεσόντων Τούρκων.

Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας για τη μεγάλη τουρκική επίθεση καθημερινά στις μονάδες γινόταν προσευχή και η τελευταία έγινε τη νύκτα 12/13 (26/27) Αυγούστου στους χώρους εξόρμησης πριν δοθεί το σύνθημα για την έναρξη της επίθεσης. Η ανύψωση του ηθικού του Τούρκου στρατιώτη, με την υποκίνηση του θρησκευτικού μίσους κατά του αντιπάλου, φάνηκε ολοκάθαρα το πρωί της 13/26 Αυγούστου 1922 όταν με πάθος και αυταπάρνηση χωρίς να υπολογίζει τα μαζικά ελληνικά πυρά επιτίθετο κατά των κέντρων αντίστασης της γραμμής του Αφιόν Καραχισάρ.

 

Η περιγραφή του Λ. Παρασκευαΐδη

Η εικόνα αυτή περιγράφεται έναν χρόνο πριν με γλαφυρότητα από τον στρατιώτη Λευτέρη Γ. Παρασκευαΐδη στη σελίδα 213 του βιβλίου του4: Το πρωί της 28 Αυγούστου 1921 στο Πολατλί λίγο πριν από την Άγκυρα ο στρατιώτης από τη Μυτιλήνη της VII Μεραρχίας Πεζικού (πρώην Αρχιπελάγους και νυν 98ΑΔΤΕ) γράφει: «…Μόλις πλησίασαν τα υψώματα άρχισαν τους αλαλαγμούς Αλλάχ... Αλλάχ και με εφ’ όπλου λόγχη σκαρφάλωναν στα υψώματα αψηφώντας τα πάντα. Τα πολυβόλα, οι χειροβομβίδες και ακόμα οι οβίδες του πυροβολικού πέφτουν βροχή κατ’ επάνω τους χωρίς αποτέλεσμα. Δεν δίνουν σημασία στους νεκρούς και τραυματίες που πέφτουν δίπλα τους. Κείνοι ατάραχοι προχωρούν και ανεβαίνουν το ύψωμα...».

Το θρησκευτικό συναίσθημα είναι τόσο ισχυρό και κατάλληλα χρησιμοποιούμενο από τους ειδικούς του ψυχολογικού πολέμου μπορεί να οδηγήσει έναν στρατό ή γενικά ένα εξοπλισμένο τμήμα ή και μεμονωμένα άτομα να προβούν σε ενέργειες (θετικές και αρνητικές) που υπό κανονικές συνθήκες είναι αδύνατον να πραγματοποιηθούν. Τέτοια παραδείγματα υπάρχουν αναρίθμητα στην ιστορία αλλά και στη σημερινή εποχή στις πολλαπλές συγκρούσεις που εξελίσσονται, που ανάλογα με το πρίσμα που τις βλέπει κάποιος τις «βαφτίζει» απελευθερωτικό αγώνα ή τρομοκρατία.

Το συμπέρασμα είναι ότι είναι αδύνατον να «εκριζώσεις» το θρησκευτικό συναίσθημα ενός λαού, όποια μέσα και να χρησιμοποιήσεις, διότι είναι έμφυτο και ψυχολογική ανάγκη στον άνθρωπο από της εμφανίσεώς του στη γη να πιστεύει σε κάτι «ανώτερο».

Τρανή απόδειξη τούτου αποτελεί η θεωρία του Μαρξισμού-Λενινισμού, η οποία χαρακτήρισε τη θρησκεία ως «όπιο του λαού», που όμως, παρά τις διώξεις και την περιθωριοποίησή της, στα κράτη όπου επικράτησε ο κουμμουνισμός ως πολιτικό σύστημα διακυβέρνησης μετά το 1989 εμφανίστηκε στο προσκήνιο ακόμη πιο δυνατή, αν και είχαν περάσει περίπου πάνω από ογδόντα χρόνια.

 

  1. Σχετικό άρθρο μου με τίτλο «Η Διάσπαση του Μετώπου στο Αφιόν Καραχισάρ. Η Αρχή του τέλους της Ελληνικής παρουσίας στη Μικρά Ασία» Εφημ. «ΕΜΠΡΟΣ», 12 Σεπ 2014.
  2. Μελέτη του Ugur Ucuncu «Turk Basınına gore Buyuk Taarruzda Din Olgusu - Το στοιχείο της Θρησκείας κατά τη μεγάλη επίθεση σύμφωνα με τον τουρκικό Τύπο», Πανεπιστήμιο Kocatepe o Afyon.
  3. Αναφέρεται ως τουρκική, αλλά κατά μεγάλη πλειοψηφία ήταν Έλληνες που μιλούσαν Τουρκικά. Ηγέτης υπήρξε ο Παύλος Καραχισαρίδης, που το 1912 χειροτονήθηκε διάκος και το 1915 παπάς με το όνομα Ευθύμιος και το 1923 χρίστηκε από τον Κεμάλ Πατριάρχης των Ορθοδόξων Τούρκων.
  4. Λευτέρη Γ. Παρασκευαΐδη, «Αδελφή Στρατιώτου», Πανεπιστημιακές Εκδόσεις, Θεσσαλονίκη 2008.

 

* Ο Στρατής Χαραλάμπους είναι Αντγος (ΠΒ) ε.α. και μέλος της Εταιρείας Λεσβιακών Μελετών.

 

Σάββατο, 22 Ιουλίου 2017 13:10

Το «μετέωρο βήμα» της Τουρκίας

Ο υπουργός Παιδείας της Τουρκίας πριν από δύο ημέρες ανακοίνωσε το νέο ωρολόγιο πρόγραμμα που θα εφαρμοστεί πιλοτικά σε μερικά σχολεία και στις τάξεις πρώτη, πέμπτη και ενάτη (στη γειτονική χώρα η υποχρεωτική εκπαίδευση είναι από το 2012 συνολικά 12 χρόνια ανά 4 σε Δημοτικό-Γυμνάσιο-Λύκειο).

Το πιλοτικό πρόγραμμα είναι ένα βήμα για τη σταδιακή «ισλαμοποίηση» της τουρκικής κοινωνίας και τη μείωση του «Ατατουρκισμού», που αποτέλεσε και αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της σύγχρονης τουρκικής δημοκρατίας. Σε γενικές δε γραμμές το νέο πρόγραμμα περιλαμβάνει τα παρακάτω:

- Την καθιέρωση των θρησκευτικών ως υποχρεωτικού μαθήματος.

- Την κατάργηση του μαθήματος των κατακτήσεων του Ατατούρκ από τις τρεις πρώτες τάξεις του Δημοτικού και τη μερική διδασκαλία στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο.

- Τη διδασκαλία για τη Συνθήκη της Λωζάννης (σαν συνθήκη διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και όχι σαν βάση για τη δημιουργία της σύγχρονης Τουρκίας) .

- Την απάλειψη του μαθήματος για τις κατακτήσεις του Ισμέτ Ινονού.

- Την κατάργηση της θεωρίας της εξέλιξης του ανθρώπου (Δαρβινισμός) ως αντίθετης με το Ισλάμ.

- Τη διδασκαλία της έννοιας της Τζιχάντ (Cihat-ως προσπάθεια του ανθρώπου για δημιουργία) και των εννοιών Πατρίδα-Έθνος-Δημοκρατία. Γίνεται προσπάθεια τουρκοποίησης των λαών και ιδιαίτερα των Κούρδων, είναι γνωστό το σύνθημα του Ερντογάν, δάνειο από τους «Γκρίζους Λύκους»: «Ένα Έθνος - Ένα Κράτος - Μία Πατρίδα και Μία Σημαία».

- Τη διδασκαλία σχετικά με τις τρομοκρατικές οργανώσεις PKK (Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν), ISID (Ισλαμικό Κράτος Συρίας-Ιράκ) και FETO (Fetullahco Teror Orgutu-Τρομοκρατική Οργάνωση του Φετουλάχ Γκιουλέν).

- Τη διδασκαλία της «Νίκης της Δημοκρατίας της 15ης Ιουλίου», δηλαδή του αποτυχημένου στρατιωτικού πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 2016, καθώς και την καθιέρωση της ίδιας ημερομηνίας ως «Miili Birlik Gunu» («Ημέρα Εθνικής Ενότητας»).

 

Στόχευση του Ερντογάν

Είναι φανερό ότι η προσπάθεια του κυβερνώντος κόμματος στην Τουρκία, με καθοδηγητή τον Πρόεδρο Ερντογάν και υποστηρικτή, όποτε απαιτείται ισχυρή πλειοψηφία (3/5 της Βουλής των 550), τον εθνικιστή-γκρίζο λύκο, αρχηγό του Εθνικιστικού Κόμματος (MHP) Μπαχτελί (Bahceli), τείνει στην κατάργηση της παράδοσης περίπου εκατό χρόνων, που θέλει τον «Ατατουρκισμό» (δηλαδή τις ιδέες που καθιέρωσε ο Κεμάλ) κυρίαρχο στοιχείο της συνταγματικής, πολιτικής, πολιτιστικής και κοινωνικής πραγματικότητας.

Η θρησκεία, όχι με τις ακραίες εκφάνσεις της, αποτελεί βασικό στοιχείο της ζωής του ανθρώπου και συνεκτικό στοιχείο της κοινωνίας και του Έθνους. Κρίνοντας από τα αποτελέσματα στη γειτονική χώρα, διαπιστώνουμε ότι η τουρκική κοινωνία (στην πλειοψηφία της) είναι θρησκευόμενη και εδώ απέτυχε ο «Ατατουρκισμός» και το κατεστημένο που κυβέρνησε μέχρι το 2002. Η άνοδος του κόμματος του Ερντογάν στην Τουρκία και η συνεχής παραμονή στην εξουσία για μια δεκαπενταετία είναι αποτέλεσμα κυρίως της χρησιμοποίησης της θρησκείας και του εθνικισμού, με παράλληλη αύξηση του βιοτικού επιπέδου αποκλεισμένων μέχρι τότε στρωμάτων του λαού.

Το ερώτημα που τίθεται επιτακτικά είναι αν η Τουρκία θα συνεχίσει ως ένα λαϊκό κράτος ή σταδιακά θα διολισθήσει και θα μετατραπεί σε μια χώρα της Μέσης Ανατολής, επιτρέποντας το Ισλάμ να καταστεί ρυθμιστής όχι πια μόνο του τρόπου ζωής αλλά και της πολιτικής διακυβέρνησης (πολιτικό Ισλάμ).

Το 1945, όταν έληξε η περίοδος του μονοκομματικού κράτους, το Δημοκρατικό Κόμμα με ηγέτη τον Μεντερές έκανε μια παρόμοια προσπάθεια χρησιμοποίησης της θρησκείας στον πολιτικό στίβο και κατέληξε στην αγχόνη.

 

Το δίλημμα της τουρκικής κοινωνίας

Αυτό το μετέωρο βήμα της γειτονικής χώρας υπάρχουν ενδείξεις ότι θα κατευθυνθεί προς τη Δύση και όχι προς την Ανατολή:

- H μικρή ποσοστιαία επικράτηση του «ΝΑΙ» στο δημοψήφισμα της 16ης Απριλίου 2017 και η επικράτηση του «ΟΧΙ» στις αστικές κοινωνίες των μεγαλουπόλεων (Κωνσταντινούπολης - Άγκυρας - Σμύρνης) και των δυτικών παραλίων δείχνει τον διχασμό που έχει επέλθει στην τουρκική κοινωνία.

- Η «κόπωση» του εκλογικού σώματος και ιδιαίτερα της νεολαίας από τον συγκεντρωτικό τρόπο διακυβέρνησης, τον πλήρη έλεγχο της δικαστικής εξουσίας, τον περιορισμό των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών με τη συνεχιζόμενη κατάσταση εκτάκτου ανάγκης από πέρυσι τον Ιούλιο.

- Η επιτυχημένη πορεία, με μοναδικό σύνθημα την αναζήτηση της δικαιοσύνης (Adalet), του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης (CHP) από την Άγκυρα στην Κωνσταντινούπολή και η επιτυχημένη συγκέντρωση των οπαδών του.

- Η πρόθεση για συνεργασία του κουρδικού κόμματος (HDP) με την αξιωματική αντιπολίτευση στις επόμενες προεδρικές εκλογές του 2019.

- Οι διεργασίες μετά τη διάσπαση του εθνικιστικού κόμματος και η προσπάθεια δημιουργίας νέου κεντροδεξιού κόμματος στηριζόμενου στην εκλογική βάση των εθνικιστών, γεγονός που πιθανόν να στερήσει την είσοδο του MHP στη Βουλή.

Πλέον των παραπάνω, οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή (Συρία - Ιράκ) είναι δυνατόν να επηρεάσουν αρνητικά τα σχέδια του Ερντογάν για τη δεύτερη νίκη στις προεδρικές εκλογές του 2019 που θα του επιτρέψει να είναι πρόεδρος το 2023, όταν η Τουρκική Δημοκρατία θα συμπληρώνει έναν αιώνα ζωής.

Αν δεν πραγματοποιηθεί τον Σεπτέμβριο του 2017 το δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία και απόσχιση από το Ιράκ που έχει προκηρύξει ο Μπαρζανί στο αυτόνομο Βόρειο Ιράκ και συσταθεί το ανεξάρτητο Κουρδιστάν, θα δημιουργηθεί νέα δυναμική σε συνδυασμό με την επερχόμενη ολοκληρωτική ήττα του Ισλαμικού Κράτους και την αποκατάσταση της συνοριακής τάξης μεταξύ Ιράκ και Συρίας.

Μετά από επτά χρόνια πολέμου στη Συρία, που είχε ως στόχο την ανατροπή του Άσαντ, με 450 χιλ. πολίτες νεκρούς, εκ των οποίων 15 χιλ. παιδιά, 130 χιλ. νεκρούς στρατιωτικούς σε ένα σύνολο 400 χιλ. στρατού, τη δημιουργία κυμάτων προσφύγων και την πλήρη διάλυση της υποδομής της, ο Άσαντ παραμένει στην εξουσία και το πρόβλημα που τίθεται προς λύση είναι τι μορφή θα πάρει το κράτος. Θα δοθεί αυτονομία στους Κούρδους του Βορρά που πολέμησαν και πολεμούν παρέα με τις δυνάμεις των ΗΠΑ ή θα υπάρξει επαναπροσέγγιση Ερντογάν-Άσαντ με χαμένους τους Κούρδους της Συρίας;

Τυχόν παροχή αυτονομίας στα κουρδικά καντόνια της Συρίας θα αποτελέσει πλήγμα για την τουρκική εξωτερική πολιτική και για τον Πρόεδρο Ερντογάν και θα δυσκολέψει ακόμη περισσότερο τον πόλεμο που διεξάγουν από το καλοκαίρι του 2015 οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις κατά των Κούρδων του PKK.

 

Τουρκική αδιαλλαξία

Όλα τα παραπάνω δίνουν την εξήγηση για την αδιαλλαξία της Τουρκίας στο Κυπριακό και την επιθετική αναθεωρητική πολιτική της στο Αιγαίο. Μια λύση του Κυπριακού και η απομάκρυνση των κατοχικών στρατευμάτων από το «σταθερό αεροπλανοφόρο» που λέγεται Κύπρος θα αποστερήσει από τη γείτονα τη δυνατότητα ελέγχου στην ανατολική Μεσόγειο που γειτνιάζει με τη «φλεγόμενη» Μέση Ανατολή.

Επίσης, μια ομαλοποίηση των σχέσεων με τη χώρα μας θα στερήσει από τους εθνικιστές, που βρίσκονται σ’ όλα τα κόμματα, τον «αιώνιο εχθρό» που τάχα απειλεί την ύπαρξη της Τουρκίας. Εκτός και αν όλη η τουρκική κοινωνία αισθάνεται ξένη στα εδάφη της Μικράς Ασίας, καίτοι έχουν περάσει πάνω από οκτακόσια χρόνια από τότε που οι νομάδες Τούρκοι εισήλθαν και εγκαταστάθηκαν στα βυζαντινά εδάφη.

 

Ελληνική υποχρέωση

Σήμερα όπου συμπληρώθηκαν 43 χρόνια από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο είναι ευκαιρία για το Ελληνικό Έθνος και κυρίως για τους ιθύνοντες σε Ελλάδα και Κύπρο να αναλογιστούν τις ευθύνες τους και να λάβουν αποφάσεις με γνώμονα την επιβίωση του Έθνους και την παράλληλη ευμάρεια των πολιτών.

Ιδιαίτερα η Κυπριακή Κυβέρνηση και οι πολιτικοί σχηματισμοί στην Κύπρο θα πρέπει σε αγαστή συνεργασία με την Ελλάδα να αποφασίσουν αν οι υδρογονάνθρακες θα λύσουν το Κυπριακό ή η λύση του Κυπριακού θα διευκολύνει την εκμετάλλευση του υποθαλασσίου πλούτου προς όφελος όλων των Κυπρίων ( Ε/Κ-Τ/Κ).

Ένα είναι βέβαιο, ότι τίποτα από τα δύο δεν θα προχωρήσει ομαλά αν παραμένουν τα τουρκικά στρατεύματα στην Κύπρο. Αποτελεί, όμως, υποχρέωση της χώρας μας, στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου και των δυνατοτήτων της, να διευκολύνει τη γειτονική χώρα στο «μετέωρο βήμα» που θέλει να κάνει ώστε να κατευθυνθεί προς την πλευρά όπου επικρατούν οι αξίες της ελευθερίας σε όλους τους τομείς και της προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων.

Μυτιλήνη, 20 Ιουλίου 2017

 

* Ο κ. Στρατής Χαραλάμπους είναι Αντ/γος ε.α. και μέλος της Εταιρείας Λεσβιακών Μελετών.

 

Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017 12:17

Η Τουρκία σε κρίσιμο σταυροδρόμι

Σε λίγες μέρες, στις 16 Απριλίου, ενώ όλη η χριστιανοσύνη θα γιορτάζει την Ανάσταση του Κυρίου, ο τουρκικός λαός θα κληθεί να πάρει, ίσως τη κρισιμότερη απόφαση για το μέλλον του . Με ένα ΝΑΙ (Evet) ή ένα ΟΧΙ (Hayır) θα εγκρίνει ή θα απορρίψει αντίστοιχα την προτεινόμενη, από την κυβέρνηση και τον Πρόεδρο Ερντογάν σε συμμαχία με τους Εθνικιστές «Γκρίζους Λύκους», εκτεταμένη τροποποίηση του ισχύοντος από το 1982, Συντάγματος.

Δεν είναι του παρόντος να γίνει ανάλυση όλων των προτεινόμενων αναθεωρήσεων κατά άρθρο, το γενικό συμπέρασμα είναι ότι προτείνεται η συγκέντρωση όλων των εξουσιών στα χέρια του εκλεγμένου ανά πέντε χρόνια Προέδρου της Χώρας, η περιθωριοποίηση της Μεγάλης Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης και άλλες πολλές κρίσιμες αλλαγές, που στην ουσία θα επιφέρουν αλλαγή του συστήματος διακυβέρνησης, από κοινοβουλευτικό σε προεδρικό . Δηλαδή στην ουσία θα υπάρχει η «εξουσία ενός ανδρός» με τη λαϊκή υποστήριξη. Αν ανατρέξουμε στην ιστορία και άλλοι ηγέτες (Μουσολίνι, Χίτλερ) εκμεταλλευόμενοι τις δημοκρατικές διαδικασίες «άρπαξαν» την εξουσία και τελικά εξελίχθηκαν σε δικτάτορες.

Το κόμμα του Ερντογάν (AKP - Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης) ανήλθε στην εξουσία το 2002 εκμεταλλευόμενο την καταστροφική πολιτική των αστικών κομμάτων, μέσα σε ένα κλίμα σκανδάλων, διασπάθισης του δημοσίου χρήματος και σχέσεις του οργανωμένου εγκλήματος με την εξουσία. Ο τουρκικός λαός τού πρόσφερε απλόχερα τη στήριξη του και εφαρμόζοντας μία άκρως φιλελεύθερη πολιτική, κατόρθωσε να ανορθώσει την οικονομία της Χώρας και να «δώσει ψωμί» σε αποκλεισμένα μέχρι την εποχή εκείνη λαϊκά στρώματα. Παράλληλα εκμεταλλευόμενο με επιτυχία το θρησκευτικό συναίσθημα, που μέχρι τότε είχε «κυνηγηθεί», παρουσίασε το μοντέλο του «ήπιου Ισλάμ», το οποίο στηρίχθηκε απόλυτα από τη Δύση πολιτικά και οικονομικά.

Δυστυχώς όμως, οι εξελίξεις απέδειξαν το αντίθετο, ο Ερντογάν «έπαιζε» με τους εξτρεμιστές Σουνίτες της Αιγύπτου, του Σουδάν και τελευταία με το αιμοσταγές μόρφωμα του Ισλαμικού Κράτους, που είναι αποτέλεσμα της αποτυχημένης πολιτικής της Δύσης και κυρίως των Η.Π.Α. στη Μέση Ανατολή. Με την εκλογή του, τον Αύγουστο του 2014, στη θέση του πρώτου εκλεγμένου πρόεδρου της Χώρας, έθεσε σε εφαρμογή το σχέδιο του για μετατροπή του συστήματος διακυβέρνησης με στόχο να παραμείνει στην προεδρική καρέκλα μέχρι το 2023, όταν θα συμπλήρωνε μία εκατονταετία η Τουρκική Δημοκρατία.

Στη συνέχεια η απώλεια της πλειοψηφίας στη Βουλή, κατά τις βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου του 2015, αποτέλεσε «καμπή» για αλλαγή πολιτικής στο Κουρδικό, για συμμαχία με τους «Γκρίζους Λύκους» - MHP και σταθερή διολίσθηση σε αντιδημοκρατικές πρακτικές, ενώ παράλληλα «φούντωνε» η κρίση στη Συρία και το προσφυγικό ήταν σε έξαρση, με πρώτο θύμα τη Χώρα μας και κυρίως το Νησί μας, τη Λέσβο. Η αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος το καλοκαίρι του 2016, αποτέλεσε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να επιταχύνει την εφαρμογή του σχεδίου του, για αλλαγή του καθεστώτος και έκτοτε κυβερνά τη Χώρα με διατάγματα εφαρμόζοντας κατάσταση έκτακτης ανάγκης σε όλη την τουρκική επικράτεια .

Σε όλη αυτή την «πορεία», το «θύμα» είναι ο τουρκικός λαός και τα δημοκρατικά δικαιώματα, που με τόσο κόπο και μετά από πολλά στρατιωτικά πραξικοπήματα είχε αποκτήσει. Ένα κλίμα φόβου διακατέχει την πλειονότητα της τουρκικής κοινωνίας, οι σχέσεις του με την Ευρώπη δέχθηκαν πλήγμα και αισθάνεται ότι «οδηγείται ανατολικά», όπου η δημοκρατία είναι ζητούμενο.

Μέχρι σήμερα οι δημοσκοπήσεις δεν είναι διαφωτιστικές σχετικά με το αν θα επικρατήσει το ΝΑΙ ή το ΟΧΙ το βράδυ της Κυριακής, τούτο φαίνεται και από το «πάθος» και το «μίσος» που εκπέμπει ο λόγος του Ερντογάν, ο οποίος κατηγόρησε ακόμη και τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης για σχέσεις με τους πραξικοπηματίες . Αν και έχει το 99% των ΜΜΕ με το μέρος του και η τουρκική διοίκηση προβάλει συνεχώς εμπόδια στους αντιπάλους του, δεν έχει κατορθώσει να πείσει τον τουρκικό λαό ότι είναι αναγκαία η προτεινόμενη αλλαγή του συστήματος διακυβέρνησης. Βέβαια πάντα στο τέλος της διαδρομής, οι Τούρκοι επιλέγουν τον δυνατό, διότι είναι μέσα στη ψυχοσύνθεση τους να τα έχουν καλά με το Κράτος (Devlet).

Σίγουρο είναι ότι η Δύση και κυρίως οι δύο υπερδυνάμεις ΗΠΑ - Ρωσία, επιθυμούν ένα ισχυρό, που να ελέγχει απόλυτα τα πράγματα στην Τουρκία και κυρίως τις πολυπληθείς Ένοπλες Δυνάμεις, με δεδομένο τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και κυρίως στη Συρία.

Το βράδυ της Κυριακής του Πάσχα αν επικρατήσει το ΝΑΙ, η γείτονα Χώρα θα βαδίσει σταδιακά στην πλήρη επικράτηση ενός «αστυνομικού κράτους» με «ισλαμικό μανδύα». Οι αρχές του λαϊκού κράτους θα τεθούν σε αμφισβήτηση και βήμα προς βήμα η Χώρα θα μετατραπεί σε ένα «Πακιστάν» της Μεσογείου. Ο προτελευταίος δε Σουλτάνος Απτούλχαμίτ (II. Abdülhamit) θα έχει πάρει την εκδίκηση του για τον περιορισμό των εξουσιών του με την αναγκαστική το 1908 , κατόπιν πίεσης του Κινήματος «Ένωση και Πρόοδος» (II.Meşrütiyet), εφαρμογή του Συντάγματος του 1876, που ο ίδιος είχε αναστείλει το 1879.

Εάν επικρατήσει το ΟΧΙ, ο εκλεγμένος Πρόεδρος Ερντογάν, με διάφορα προσχήματα, θα συνεχίσει να κυβερνά με προεδρικά διατάγματα έξω από τον έλεγχο της Βουλής και οι διαφορές των δύο αντιπάλων θα λυθούν στις επόμενες βουλευτικές εκλογές.

Ο μόνος χαμένος των εκλογών θα είναι ο τουρκικός λαός, που θα συνεχίσει να ζει κάτω από ένα αντιδημοκρατικό καθεστώς και θα απομακρύνεται από την Ευρώπη. Το κυριότερο όμως είναι ότι θα βαθαίνει το «χάσμα» που έχει δημιουργηθεί στην τουρκική κοινωνία και στο μέλλον, αν οι συνθήκες το επιτρέψουν, θα κάνει εμφανή τα αποτελέσματά του.

 

*Ο Στρατής Χαραλάμπους είναι Αντιστράτηγος ε.α..

 

 

FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top