FOLLOW US
Μαρία Διακουμάκου

Μαρία Διακουμάκου

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Σήμερα παρουσιάζουμε μία ιδιαίτερη για την επισημότητά της επιγραφή και την κομψότητα των γραμμάτων της. Βρίσκεται στο προαύλιο της εκκλησίας του Αγ. Ιωάννη, στην οδό Κυπαρισσίων της συνοικίας Σαρή-Μπαμπά στην πόλη της Μυτιλήνης.

Είναι χαραγμένη σε κυλινδρικό, κιονόσχημο βάθρο από γκρίζο μάρμαρο. Φέρει εντορμίες εκατέρωθεν για την προσαρμογή άλλου λίθου, πιθανώς της επίστεψης του βάθρου, πάνω στην οποία θα ιδρυόταν το άγαλμα του τιμωμένου. Ο τιμώμενος είναι ο ρωμαίος αυτοκράτορας Αύγουστος, όπως διαβάζουμε στην επιγραφή: 

 

Ὀ [δ]ᾶμος

                Αὐτοκράτορα Θεὸν, Θεῶ παῖδα,

                Καίσαρα Σεβαστόν, τὸν κοινὸν

                εὐεργέταν, ἐαυτῶ δὲ σωτῆρα

                καὶ κτίσταν τᾶς πόλιος.

 

Στην άνω επιφάνεια του βάθρου είναι επίσης χαραγμένα γράμματα, τα οποία δεν αποδίδουν λέξεις. Διακρίνονται ευκρινώς τα ΒΕΣ και ΠΕΣ. Πρόκειται για σύμβολα των τεχνιτών, που κατασκεύασαν το μνημείο και αφορούν την μεταξύ τους συνεννόηση π.χ. για την προσαρμογή άλλου λίθου πάνω από το βάθρο, που σώζεται σήμερα. Τέτοια σύμβολα σώζονται και αλλού, γεγονός που δηλώνει ότι η συνεννόηση αυτού του τύπου ήταν συνήθης στην αρχαιότητα.


Ο δήμος των Μυτιληναίων τιμά τον αυτοκράτορα Αύγουστο. Τέλη 1ου αι. π.Χ.-Αρχές 1ου αι.  μ.Χ.

 

Στο προαύλιο της εκκλησίας εντοπίζει το μνημείο ο πρώτος που δημοσίευσε την επιγραφή, ο Λέσβιος γυμνασιάρχης Εμμανουήλ Δαυΐδ, Ανέκδοτοι επιγραφαί Λέσβου, Εν Μυτιλήνῃ 1913, σελ.7, αρ. 1: «εντός του περιβόλου ναῒσκου κειμένου κατά την συνοικίαν Σαρή Μπαμπά και κατεχομένου μέχρι της 8ης Νοεμβρίου 1912 υπό των Οθωμανών». Αρκετά χρόνια αργότερα, ο Σεραφείμ Χαριτωνίδης, έφορος αρχαιοτήτων του νησιού, εντοπίζει το μνημείο στην ίδια θέση και δημοσιεύει νέα ανάγνωση της επιγραφής, βλ. Αι επιγραφαί της Λέσβου. Συμπλήρωμα, Εν Αθήναις 1968, αρ. 61, πίν. 19α, την οποία παραθέτω παραπάνω.


Η άνω επιφάνεια του βάθρου με τα σύμβολα των τεκτόνων.

Οι εκδότες της επιγραφής δεν παρέχουν χρονολόγηση, αλλά από το κείμενο της επιγραφής αυτής και από άλλες τιμητικές επιγραφές από την Κέα, την Ρόδο κ.α. είναι φανερό ότι ο τιμώμενος αυτοκράτορας είναι ο Αύγουστος, επειδή αναφέρονται οι τίτλοι που έφερε μεν (Αὐτοκράτωρ, Καῖσαρ, Σεβαστός), αλλά όχι το όνομά του. Αντιθέτως, το όνομα αναγράφεται και αποτελεί στοιχείο ταυτίσεως σε όλες τις επιγραφές, τιμητικές και αναθηματικές των ρωμαίων αυτοκρατόρων που ακολούθησαν. Δεδομένου επίσης ότι οι ανατολικές επαρχίες της αυτοκρατορίας, όπως η Λέσβος, υιοθέτησαν ανεπίσημα τον τίτλο Σεβαστὸς (στ. 3) για τον Αύγουστο και τον τίτλο Σεβαστὴ για την γυναίκα του Ιουλία Αυγούστα και πριν τον θάνατό του το 14 μ.Χ., η επιγραφή τοποθετείται στα τέλη του 1ου αι. π.Χ. ή στις αρχές του 1ου αι. μ.Χ. Για το θέμα αυτό, μπορεί κανείς να ανατρέξει στις εργασίες των R. Hodot, Le dialecte éolien dAsie, Paris 1990, σελ. 281, ΜΥΤ 142.  G. Labarre, Les cites de Lesbos aux époques hellénistique et imperiale, Lyon 1996, vol. I, σελ. 289, αρ. 24. Σοφία Ζουμπάκη-Λίνα Μενδώνη, Θεοὶ Σεβαστοί. Κέα-Κύθνος: Ιστορία και Αρχαιολογία. Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου, Κέα-Κύθνος 22-25 Ιουνίου 1994 [Μελετήματα 27, Αθήνα 1998] 669-674.

Αναζητώντας, τέλος, την ιστορία του ονόματος της συνοικίας Σαρή-Μπαμπά και έχοντας συλλέξει λίγες σχετικά πληροφορίες, έμαθα ότι Σαρή-Μπαμπάς είναι ο χλωμός γέροντας στην τουρκική γλώσσα και ότι έτσι ονόμασαν τον τεκέ που ίδρυσαν σιίτες μοναχοί κοντά στο σημερινό παρεκκλήσι του Αγ. Ιωάννη. Ο τεκές αυτός, που καταστράφηκε το 1912 μετά την απελευθέρωση του νησιού, έδωσε το όνομά του σε όλη την συνοικία, που βρίσκεται «πάνω» από την αγορά της Μυτιλήνης.

 

* Η Μαρία Σ. Διακουμάκου είναι φιλόλογος - επιγραφικός, Ελληνική Επιγραφική Εταιρεία.

Στην εκκλησία του Σωτήρος, γνωστή ως εκκλησία «του Χριστού», είναι εντοιχισμένη μια ακόμη επιγραφή του 1ου αι. μ.Χ. Η εκκλησία βρίσκεται στους Ταξιάρχες ή Καγιάνι, ορεινό χωριό 6,5 χλμ. νότια της πόλης της Μυτιλήνης. Το χωριό πήρε το όνομά του από την ομώνυμη εκκλησία των Ταξιαρχών. Παλαιότερα ονομαζόταν και Καγιάνι, από την τουρκική λέξη “καγιάς”, που σημαίνει βράχος, τοπωνύμιο δηλωτικό της ορεινής θέσης του.

Την επιγραφή, που είναι εντοιχισμένη στην πρόσοψη του ναού, πρώτος εντόπισε και μετέγραψε ο Μ. Αξιώτης, Περπατώντας τη Λέσβο. Τοπογραφία-Ιστορία-Αρχαιολογία. Τόμος Α’, Μυτιλήνη 1992, σελ. 87.

Στην συνέχεια δημοσιεύτηκε το 2003 από τον G. Meyer, Deux épitaphs des régions éoliennes, Epigraphica Anatolica 35 (2003) 57-58:

 

Γάϊον Ἰούλιον, Γαῒου

ὑιὸν, vac. Φλαῦον

 

Σύμφωνα με τον Meyer, η επιγραφή είναι η επιτύμβια του Ρωμαίου Γαῒου Ιουλίου Φλαύου. (Αυτός ο Γάϊος είναι ήδη γνωστός και από τον εφηβικό κατάλογο Ελλήνων και Ρωμαίων, την IG XII 2, 88, στ. 23). Την περιλαμβάνει στα επιτύμβια μνημεία της Λέσβου, τα οποία ιδρύθηκαν από τον δήμο προς τιμήν πολιτών μετά θάνατον (όπως για παράδειγμα οι επιγραφές IG XII 2, 287 καὶ 289 στην Λέσβο αλλά και αλλού) και σ’ αυτά το όνομα του θανόντος βρίσκεται σε αιτιατική πτώση, όπως ακριβώς συμβαίνει εδώ. Στα μνημεία αυτά η φράση Ο ΔΑΜΟΣ αναγράφεται στον πρώτο στίχο, όχι όμως και στην επιγραφή του Γ. Ιουλίου Φλαύου, γιατί ο λίθος φαίνεται ότι είναι σπασμένος στην άνω πλευρά.

Αξίζει να παρατηρήσουμε ότι στην πρόσοψη του ναού του Σωτήρος, υπάρχει και άλλη επιγραφή, η κτιτορική επιγραφή της ανέγερσης του ναού το 1872. Η ανέγερση φαίνεται ότι έγινε με δαπάνη ενός ιδιώτη, του οποίου όμως το όνομα, για άγνωστο λόγο, έχει αποξεστεί.

Το ίδιο συμβαίνει και στο εσωτερικό του ναού, όπου σώζεται η ίδια κτιτορική επιγραφή. Φαίνεται ότι κάποιος ή κάποιοι ήθελαν να χαθεί το όνομα του δωρητή!

 

 

 

* Η Μαρία Σ. Διακουμάκου είναι φιλόλογος - επιγραφικός, Ελληνική Επιγραφική Εταιρεία.

 

Σήμερα παρουσιάζουμε ένα πρωτότυπο εύρημα, την λαβή αμφορέως των ελληνιστικών χρόνων που βρέθηκε στην περιοχή της αρχαίας Αρίσβης. Η λαβή από ανοιχτόχρωμο πηλό φέρει σφραγίδα, στο μέσον της οποίας διακρίνονται φύλλα κισσού και στην περίμετρο φέρει τις λέξεις:

 ΗΓΗC[Ι]ΤΕΛΗC. ΘΑCΙΩΝ.

Τα φύλλα κισσού ως σύμβολο του Διονύσου υποδηλώνουν ότι ο αμφορέας προοριζόταν για την φύλαξη οίνου. Σχετικά με το όνομα Ἡγησιτέλης, αυτό απαντά στην Θάσο σε κατάλογο ονομάτων Θασίων (315-285 π.Χ.) και σε λαβές θασιακών αμφορέων, που έχουν βρεθεί στην Θάσο, στην Δημητριάδα και στην Πέργαμο (Βλ. Μ. Debidour, En classant les timbres thasiens, BCH Suppl. 13 (1986) 332 και σημ. 6. A. Furtwӓngler, Amphorenfunde in Demetrias, Demetrias 6 (2003) 122, A 14. 15 [SEG 53. 524, 14 και 15]. Ch. Börker-J. Burow, Hellenistischen Amphorenstempel, Pergamenische Forschungen 11, Berlin 1998, σελ.107, αρ. 455). Το γνωρίζουμε επίσης και από αττικό κατάλογο εφήβων του 177/6 π.Χ., που βρέθηκε στην αρχαία αγορά των Αθηνών (Agora Inventory I 7529).

Για ποιον λόγο όμως χαράχτηκε το όνομα του Ηγησιτέλους στην λαβή του αμφορέως; Η έρευνα σχετικά με την ερμηνεία των ονομάτων στις σφραγίδες των αγγείων εμφανίζεται διχασμένη, καθώς έχει υποστηριχθεί ότι το όνομα ανήκε ή στον επώνυμο άρχοντα (αυτός που δίνει το όνομά του στο έτος) ή στον αρμόδιο άρχοντα για το εξαγωγικό εμπόριο του νησιού ή στον κατασκευαστή του αγγείου (βλ. Βλ. Vl. F. Stolba, Some reflections on the Amphora Stamps with the name of Amastris, Denmark 2003, 290-291). Επικρατέστερη είναι η ερμηνεία των Börker - Burow (βλ. ό.π.), οι οποίοι υποστηρίζουν ότι οι θασιακοί αμφορείς αυτής της περιόδου φέρουν το όνομα του κατασκευαστή, ο οποίος άλλαζε κάθε έτος το σύμβολο στις λαβές των αγγείων του, δηλώνοντας με αυτόν τον τρόπο την ετήσια θητεία του εκάστοτε αρμόδιου άρχοντος περί του εμπορίου αμφορέων. Αντιθέτως, τα ονόματα σε σφραγίδες αμφορέων της Χίου υποστηρίζεται ότι ανήκουν στους άρχοντες τους εποπτεύοντες το εξαγωγικό εμπόριο του νησιού (βλ. Γκέλυ Φράγκου, Αδημοσίευτες ενσφράγιστες λαβές χιακών αμφορέων στο Μουσείο της Χίου, ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΟΝ 2 (2012) 52).

Σχετικά με την χρονολόγηση του αμφορέως, η παρουσία του μηνοειδούς σίγμα (C) στους αμφορείς του Ηγησιτέλους αλλά και σε άλλους από κεραμικά εργαστήρια της Θάσου τοποθετεί την κατασκευή τους μετά το 300 π.Χ. και ακριβέστερα στα μέσα του 3ου αι. π.Χ. (Βλ. Debidour, ό.π. σελ. 315-16 και σημ. 42), ενώ η χρήση του C σε επιγραφές της Λέσβου αλλά και της Αττικής τοποθετείται στους όψιμους ρωμαϊκούς χρόνους από τα τέλη του 2ου αι. μ.Χ. και εξής.

Να σημειωθεί, τέλος, ότι μία ακόμα ενσφράγιστη λαβή θασιακού αμφορέως των ετών 335-325 π.Χ. έχει βρεθεί στην Μήθυμνα της Λέσβου, η οποία φέρει το όνομα [Τ]ηλέμα[χος]. Θασίων (βλ. Βλ. A. Bon, Les timbres amphoriques de Thasos, Études Thasiennes IV (1957) 390, αρ. 1597. Debidour, ό.π. σελ. 331) και ενισχύει τα τεκμήρια για το σχετικό εμπόριο μεταξύ των δύο νήσων.                                                                         

 

 

Σήμερα θα μιλήσουμε για μια επιγραφή σπασμένη σε δύο τμήματα, που χτίστηκε στον εξωτερικό τοίχο της εκκλησίας του Αγ. Νικολάου στην Θερμή της Λέσβου, γνωστού ως Αη-Νικόλας ο «παλιός» (εικ. 1). Πρόκειται για αναθηματική επιγραφή του 1ου αι. μ.Χ. (εικ. 2). Τα θραύσματα δημοσίευσε ξεχωριστά ο G. Paton το 1899 στο corpus των IG XII 2, 108 και 109. Για τον τόπο ευρέσεως αναφέρει: “Kato Pyrgi in vetere ecclesia S. Nicolai” = «Κάτω Πύργοι, στην παλιά εκκλησία του Αγ. Νικολάου».

 

 

Εικ. 1. Η εκκλησία του Αγ. Νικολάου του «Παληού».

 

Εικ. 2. IG XII 2, 108+109. Τα δύο θραύσματα της ανάθεσης στην Αρτέμιδα.

 

 

 

Όμως ο R. Hodot το 1976 στο άρθρο του Etudes dArchéologie Classique 5, σελ. 32, αρ. 108 και 109 διαπιστώνει ότι τα δύο θραύσματα IG XII 2, 108+109 συναρμόζουν, έχουν τα ίδια γράμματα και είναι από τον ίδιο γκρίζο λίθο. Σχολίασε επίσης τον συνδυασμό της αιολικής διαλέκτου (στ. 1-13) και της Κοινής (στ. 14-17), στις οποίες είναι χαραγμένο το κείμενο και έδωσε νέα συμπλήρωση των στ. 1-2 και 10 ως ακολούθως:

  1. Paton, IG XII 2, 108 R. Hodot, EAC 5 (1976), 32, αρ. 108, 109

 Μεγάλ]α Θέω ρτέμιδι Θε-                                                            [Ζ]αθέ ρτέμιδι Θε[ρ-]

 ρμ]ία μόνοια Τε-                                                                             [μ]ί Ὀμονοίᾳ Τε-

 λ]έσφορος Συμ-                                                                                   [λ]έσφορος Συμ-

 φ]όρω καὶ Φλ. Τύχα                                                                           φ]όρω καὶ Φλ. Τύχα

5 τ]ὰν χαλκίαν εἴκο-                                                                            τ]ὰν χαλκίαν εἴκο-

 ν]α καττὰν ἐπιτά-                                                                                ν]α καττὰν ἐπιτά-

 γα]ν καὶ χρημάτισ-                                                                             γα]ν καὶ χρημάτισ-

 μ]ον αὔτας, ὀντε-                                                                 μ]ν αὔτας, ὀντε-

 θεί]κοντες καὶ τὸ                                                                                 θή]κοντες καὶ τὸ

 10 τᾶς Θέ]μιδος παν-                                                                          ]θμιδος(?) παν-                                          

 

IG XII 2, 109

 Θ]έω Ἀφροδε[ίτ]ας                                                                             [θ]ω Ἀφροδείτας

 ἄγαλμα ἐν τῶ εἴ-                                                                  ἄγαλμα ἐν τ εἴ-

 ρω.                                                                                                         ρω.

 Συνκαθιέρω-                                                                                        υνκαθιέρω-

15 σαν οἱ τὴν σκυτι-                                                                            σαν οἱ τὴν σκυτι-

 κ]ὴν τέχνην ἐργα-                                                                                κ]ὴν τέχνην ἐργα-

 ζ]όμενοι.                                                                                                                ζ]όμενοι.

 

Απόδοση στην ν.ε.: «Στην θεοσέβαστη Αρτέμιδα Θερμία Ομόνοια, ο Τελέσφορος, γιος του Συμφόρου και η Φλαβία Τύχη (αναθέτουν) την χάλκινη εικόνα (της θεάς), σύμφωνα με την απαίτηση και τον χρησμό του Μαντείου της, καθώς και το άγαλμα της θεϊκής και δίκαιης Αφροδίτης, μέσα στο ιερό της. Στην ανάθεση αυτή συνέβαλαν οι εργάτες της βιοτεχνίας δέρματος».

Η επιγραφή παρουσιάζει ιδιοτυπία στην γλώσσα, που είναι συνδυασμός αιολικής και Κοινής. Η ιδιοτυπία αυτή μπορεί να ερμηνευθεί από το γεγονός ότι οι δύο πρώτοι αναθέτες, Τελέσφορος και Τύχη, θέλησαν να προσδώσουν επισημότητα με την χρήση της παλαιότερης αιολικής διαλέκτου, ενώ οι σκυτεῖς, που φαίνεται ότι προστέθηκαν αργότερα στο κείμενο ως αναθέτες, χρησιμοποίησαν την καθομιλούμενη γλώσσα της εποχής. Προφανώς οι δύο πρώτοι αναθέτες διατηρούσαν βιοτεχνία επεξεργασίας δέρματος και για κάποιο άγνωστο σε μας λόγο, πάντως σχετικό με την επιχείρησή τους, αφού συμμετέχουν και οι εργαζόμενοι στην ανάθεση, ζήτησαν και πήραν χρησμό από την Θερμία Αρτέμιδα και ανταπέδωσαν με την συγκεκριμένη ανάθεση.

Ιδιοτυπία αποτελεί ακόμα το γεγονός ότι αναθέτουν άγαλμα της Αφροδίτης στο ιερό της Αρτέμιδας, την οποία μάλιστα αποκαλούν εὔθεμι. Το επίθετο αυτό αντιστοιχεί πιθανότατα στο ρωμαϊκό επίθετο της Αφροδίτης Venus justa (=Αφροδίτη Δικαία) και αποκαλύπτει την ρωμαϊκή εθνικότητα των αναθετών. Η ανάθεση του αγάλματος της Αφροδίτης φαίνεται να συνδέεται με το περιεχόμενο του χρησμού, που ζήτησαν οι αναθέτες, χωρίς να μπορούμε να προχωρήσουμε σε πιο συγκεκριμένη ερμηνεία.

 

Μαρία Διακουμάκου, Ελληνική Επιγραφική Εταιρεία

Στην δυτική πύλη του Κάστρου της Μυτιλήνης, στα όρια της Επάνω Σκάλας, είναι εντοιχισμένη σε πλάγια θέση επιγραφή της ρωμαϊκής εποχής, εποχή από την οποία σώζεται και η πλειοψηφία των επιγραφών του νησιού.

Πρώτος την δημοσίευσε το 1888 ο Conrad Cichorius στο γερμανικό αρχαιολογικό περιοδικό Athenische Mitteilungen 13, αρ. 29. Πρόκειται για αναθηματική επιγραφή σε ρωμαίο αυτοκράτορα, η οποία έχει αποξεστεί στο κάτω μέρος, γι’ αυτό το κείμενο της επιγραφής δεν σώζεται στο σύνολό του. Στη συνέχεια περιελήφθη στο σώμα των Inscriptiones Graecae XII, 2 της Λέσβου, υπό τον αριθμό 156, που εκδόθηκε στο Βερολίνο το 1899. Ο εκδότης την εντόπισε στην ίδια θέση (φωτ. 1, 2).

Το κείμενο της επιγραφής, σύμφωνα με τον εκδότη των IG, είναι το εξής:

 

Αὐτοκράτορι,

Καίσαρι Σε-

βαστῶ, Ἐλε[υ-

θερίω].

 

Απόδοση στην νέα ελληνική: Στον αυτοκράτορα, τον Καίσαρα τον Σεβαστό (=που τον λατρεύουμε σαν θεό), τον Ελευθέριο (ενν. αφιερώνουμε την παρούσα αναθηματική στήλη).

Ἐλευθέριο οι αρχαίοι Έλληνες αποκαλούσαν τον Δία. Το γεγονός ότι απέδωσαν το επίθετο αυτό και σε αυτοκράτορα δηλώνει εμφατικά την θεοποίησή του. 

Πρόκειται για μία από τις πολλές αναθηματικές επιγραφές σε Ρωμαίους αυτοκράτορες, που έχουν διασωθεί στην Λέσβο. Ο προβληματισμός που εγείρει η εν λόγω επιγραφή είναι η ταυτότητα του αυτοκράτορα στον οποίο και αφιερώθηκε. Η διατύπωση των τριών πρώτων στίχων της επιγραφής χωρίς την αναγραφή του ονόματος του αυτοκράτορα παραπέμπει στον Αύγουστο (31 π.Χ.-14 μ.Χ.), καθώς το όνομα του αυτοκράτορα αναγράφεται μετά το τέλος της βασιλείας του Αυγούστου και εξής. Επίσης, ο Αύγουστος δεν αποκαλείται Ἐλευθέριος. Το επίθετο αυτό είναι συνδεδεμένο με τον αυτοκράτορα Αδριανό (117-138 μ.Χ.), αφού σε όλες τις σωζόμενες επιγραφές προς τιμήν του στην Λέσβο (περίπου 20 σε αριθμό) και αλλού, συνοδεύει το όνομά του, π.χ. Αὐτοκράτορι Καίσαρι, Τραϊανῶ δριαν Σεβαστῶ, λευθερίω, Ὀλυμπίω Σωτῆρι χαριστήριον.

Για τους παραπάνω λόγους, ο G. Paton, ο εκδότης των IG, την κατατάσσει στις αναθέσεις προς τιμήν του Αυγούστου, ενώ ο R. HodotEtudes darcheologie classique V (1976) 35, την κατατάσσει με βεβαιότητα στις αναθέσεις του Αδριανού και κατηγορεί τον Paton για λάθος. Ο προβληματισμός θα μπορούσε να συνεχιστεί, αν λαμβάναμε υπ’ όψιν μας ότι ο Αύγουστος αποκαλείται σε δύο επιγραφές του νησιού (βλ. IG XII Suppl. 42, 59) Δίας Ὀλύμπιος, δηλαδή συσχετίζεται και ο Αύγουστος με τον Δία. Από το σχήμα των γραμμάτων δεν μπορούμε να χρονολογήσουμε με σιγουριά την επιγραφή στην εποχή του Αυγούστου ή του Αδριανού. Σε τέτοιες περιπτώσεις ευχόμαστε να βρεθεί ένα similium, δηλαδή μια όμοια επιγραφή με αυτήν που μας προβληματίζει, για να μας δώσει την απάντηση που αναζητούμε.

Την επιγραφή εντόπισε και φωτογράφισε η φίλη αρχαιολόγος Γκέλυ Φράγκου.

 

Μαρία Σ. Διακουμάκου, Ελληνική Επιγραφική Εταιρεία

Στον Άγ. Νικόλαο τον Νέο στην Θερμή, στον εξωτερικό τοίχο του περιβόλου, βρίσκεται εντοιχισμένη ανάμεσα σε χριστιανικά μέλη αναθηματική επιγραφή προς τον θεοποιημένο αυτοκράτορα Αδριανό (117-138 μ.Χ.), στον οποίο η πόλη (της Μυτιλήνης) αφιερώνει (όπως μαρτυρεί η δοτική πτώση του ονόματος και των επικλήσεων προς αυτόν) το μνημείο:

Αὐ]τοκράτορι Ἁδριαν[ῶ],

Ὀλυμπίω, σωτῆ[ρι]

 καὶ κτίστη,

 [χαριστήριον].

Απόδοση στη νέα ελληνική: Στον αυτοκράτορα Αδριανό, τον Ολύμπιο, τον σωτήρα και κτίστη, (αφιερώνει η πόλη το μνημείο), ως ανταπόδοση ευγνωμοσύνης.

Το μνημείο πρέπει να ήταν βωμός, αλλά σώζεται μόνο το κείμενο της επιγραφής. Το επίθετο Ὀλύμπιος είναι επίθετο του Διός και επικυρώνει την θεοποίηση του αυτοκράτορα. Το ίδιο το κείμενο της επιγραφής αναφέρει τον λόγο της ανάθεσης αυτής, αποκαλώντας τον Αδριανό σωτῆρα και κτίστη, εννοώντας με το πρώτο την διατήρηση της ειρήνης στο νησί και με το δεύτερο τα δημόσια έργα που έγιναν στην εποχή της βασιλείας του. Η λέξη χαριστήριον, συχνή σε τέτοια μνημεία της εποχής, δηλώνει την ευγνωμοσύνη της πόλης για την προσφορά του Αδριανού σε αυτήν.

Η επιγραφή δημοσιεύτηκε το 1899 στον αρ. 187 των Inscriptiones Graecae της Λέσβου, αλλά ο εκδότης θεώρησε ότι η επιγραφή έχει 3 στίχους. Προσεκτικότερη παρατήρηση αποδεικνύει ότι σώζονται ίχνη από τις άνω κεραίες γραμμάτων στον στ. 4 και γι’ αυτό η πιθανή συμπλήρωση, βασισμένη στον τύπο αυτών των επιγραφών, θα ήταν χαριστήριον. Ενδεικτικά αναφέρω ότι στην Λέσβο σώζονται 25 επιγραφές αφιερωμένες στον Αδριανό, οι 11 από τις οποίες «κλείνουν» με την λέξη χαριστήριον, γεγονός που καθιστά ασφαλή την παραπάνω συμπλήρωση.

Σχετικά με τον τόπο ευρέσεως, ο εκδότης λανθασμένα ή από κακή πληροφόρηση αναφέρει: «Kato-Pyrgi in facie exteriore muri, qui aulam temple τῆς Παναγίας circumdat, inaedificatus lapis communis». Την θέση της επιγραφής αποκαθιστά ο Σ. Χαριτωνίδης, Αι επιγραφαί της Λέσβου. Συμπλήρωμα, Αθήναι 1968, σελ. 37 και σημ. 2: «εντετειχισμένη εις τον περίβολον του Αγ. Νικολάου εις Κάτω Πύργους και όχι εις την Παναγίαν του Κάτω Πυργίου», όπου την εντόπισα κι εγώ σε πρόσφατη επίσκεψη στο νησί.

Την επιγραφή εντοπίζει και ο Μ. Αξιώτης, Περπατώντας τη Λέσβο Α΄, Μυτιλήνη 1992, σελ. 124, σχολιάζοντας τις επικλήσεις προς τον Αδριανό με τον δικό του, ξεχωριστό τρόπο: «Τα επίθετα που έδιναν οι Λέσβιοι στους Ρωμαίους Αυτοκράτορες, για να τους καλοπιάνουν. Τούτος εδώ (ενν. τον Αδριανό), που ήλθε στην Μυτιλήνη το 124 μ.Χ., είχε την καλή συνήθεια να φτιάχνει δημόσια έργα. Του κόψανε και νόμισμα στην Μυτιλήνη, που απεικονίζει το κεφάλι του στην μια του όψη και την Άρτεμη με πυρσό στην άλλη».

 

Μαρία Διακουμάκου, Ελληνική Επιγραφική Εταιρεία

 

Από τη νότια νεκρόπολη της αρχαίας πόλης της Μυτιλήνης φαίνεται ότι προέρχεται η επιτύμβια επιγραφή του Ρωμαίου Πουπλίου, η οποία βρίσκεται εντοιχισμένη στην Παναγία Καμπάδενα, αριστερά από την είσοδο του ναού

(φωτ. 1).

Ο μικρός αυτός ναός, στην οδό Καβέτσου 36-38 (στο ύψος του καταστήματος της τηλεφωνικής εταιρείας Wind), βρίσκεται πάνω από τον κεντρικό δρόμο, στο τέλος ενός μικρού, αδιέξοδου στενού. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του εφημέριου της ενορίας, πατέρα Ιωάννη Χατζηεμμανουήλ,  στα χρόνια της Τουρκοκρατίας η περιοχή αυτή ανήκε σε κάποιον Καμπά, ο οποίος μέσα στο κτήμα του έχτισε εκκλησάκι της Παναγίας, που πήρε τ’ όνομα «Καμπάδενα». Το εκκλησάκι εγκαταλείφθηκε και ερειπώθηκε και στη θέση του το 1934 άρχισε να οικοδομείται εκ νέου ο σημερινός ναός, ο οποίος ολοκληρώθηκε το 1963! Του λόγου το αληθές επιβεβαιώνει η ρωμαϊκή επιγραφή που εντοιχίστηκε στην πρώτη Καμπάδενα, αφού δημοσιεύτηκε το 1888 στο γερμανικό περιοδικό Athenische Mitteilungen και στη συνέχεια περιελήφθη στο σώμα των επιγραφών της Λέσβου, Inscriptiones graecae αρ. 387, που εκδόθηκε το 1899 στο Βερολίνο (φωτ. 2). Ο εκδότης δίνοντας την περιγραφή της επιγραφής αναφέρει ότι έχει το σχήμα του ναΐσκου και στηρίζεται εκατέρωθεν σε δύο κίονες: «in lapide, qui in aediculam formam duabus columnis sustentatae sculptus est». Όπως όμως μπορεί να δει κανείς στην φωτ. 2, το αρχικό σχήμα της έχει αλλοιωθεί, προφανώς με την νέα χρήση της επιγραφής στον ανακαινισμένο ναό και μάλιστα έχει τονιστεί το περίγραμμα της επιγραφής με χρώμα! 


Φωτ. 2. Η επιτύμβια επιγραφή του Παριανού Πουπλίου Εππίου Ποστούμου. 2ος/1ος αι. π.Χ.

 

Το κείμενό της είναι το εξής:

                                                Πούπλι-

                                                ε Ἔππι Πό-

στομε Π-

αριανέ, χρ-

ηστὲ 

χαῖρε.

Όπως προκύπτει από το κείμενο της επιγραφής, ο θανών Πόπλιος Ἔππις Πόστομος,  ήταν όχι μόνο ρωμαίος πολίτης, αλλά και ρωμαίος στην καταγωγή, αφού το τρίτο όνομά του, το cognomen Πόστομος (=ύστατος, τελευταίος) είναι ρωμαϊκό, ενώ αν ήταν έλληνας στην καταγωγή, θα ήταν ελληνικό, π.χ. Κεφαλίων, Εὔδοξος κλπ. Στην Μυτιλήνη ήταν ξένος, ήρθε εδώ από το νησί της Πάρου και έζησε εδώ μέχρι το τέλος της ζωής του (είναι εντυπωσιακό το εθνικό Παριανός, που επιβιώνει μέχρι σήμερα αυτούσιο!). Το ιστορικό ενδιαφέρον της επιγραφής αυτής -αλλά και γενικά η μεγαλωσύνη των επιγραφών- είναι ότι αποτυπώνει με τέσσερις λέξεις την δυνατότητα της μετακίνησης και της αναζήτησης καλύτερης τύχης των ανθρώπων μέσα στα διευρυμένα όρια του κόσμου, που δημιούργησε η ρωμαϊκή αυτοκρατορία.

Στην ίδια εκκλησία της παλιάς Καμπάδενας βρισκόταν και η επιτύμβια επιγραφή του Βίαντος από την Νικομήδεια (IG XII 2, 386), χαραγμένη με πρόχειρα γράμματα σε κιονίσκο, ο οποίος στήριζε τον άβακα βωμού, η οποία σήμερα λανθάνει. Το γεγονός ότι βρέθηκε το ταφικό μνημείο ενός ακόμα ξένου στην ίδια περιοχή υποδηλώνει ότι στην περιοχή υπήρχε νεκροταφείο και ότι οι «ξένοι» θάπτονταν σε συγκεκριμένο χώρο, οπωσδήποτε χώρια από τους ντόπιους. H τεκμηρίωση της άποψης αυτής χρειάζεται αναδίφηση των παλαιών ανασκαφών και ανασκαφικών ευρημάτων της περιοχής.

 

Μαρία Διακουμάκου 

φιλόλογος-επιγραφικός (Ελληνική Επιγραφική Εταιρεία)

Στο σημερινό άρθρο θα παρουσιάσουμε δύο επιγραφές της ρωμαϊκής εποχής, που βρίσκονται στο Μεσαιωνικό Κάστρο της πόλης της Μυτιλήνης.

Η πρώτη δημοσιεύτηκε το 1899 στο corpus των Inscriptiones Graecae στον τόμο ΧΙΙ 2 των επιγραφών της Λέσβου με αρ. 414. Σχετικά με τον τόπο ευρέσεως ο εκδότης G. Paton αναφέρει ότι εντόπισε την επιγραφή στην οδό προς τα Πάμφιλα: «Ad viam, quae Paphla (Pamphyla) fert…», δηλαδή «στην οδό που οδηγεί στα Πάμφυλα».

Σηνάτιος

ἁγνὸς

 ἥρως.

Σήμερα όμως η ογκώδης ενεπίγραφη στήλη βρίσκεται αφημένη στην είσοδο του μεσαιωνικού Κάστρου της Μυτιλήνης. Τις φωτογραφίες μου παρεχώρησε ο Παναγιώτης Χλίμπος, ο οποίος αφηγείται ότι αυτή ήταν η πρώτη επιγραφή που είδε, όταν 9 ετών πήγαινε με την μητέρα και τις θείες του στο νεκροταφείο. Λέει ακόμη ότι ως παιδί έχει κοιμηθεί πολλές φορές πάνω της…

Ο εκδότης δεν παρέχει χρονολόγηση, αλλά από το σχήμα των γραμμάτων η επιγραφή χρονολογείται συμβατικά τον 1ο αι. π.Χ./1ο αι. μ.Χ. Περιλαμβάνεται στις επιτύμβιες επιγραφές του τόμου, ενώ ο G. Labarre, Les cites de Lesbos, Paris 1996, 134 αμφιβάλλει και για το είδος της επιγραφής και για την ρωμαϊκή πολιτεία του Σηνατίου. Αφήνει να εννοηθεί δηλαδή ότι ο Σηνάτιος δεν μπορεί να είναι Ρωμαίος, αφού ως ρωμαϊκό μικρό όνομα (praenomen) μαρτυρείται μόνο σε αυτήν την επιγραφή, βλ. Frazer-Matthews, Lexicon of Greek Personal Names I, 405, ενώ μία ακόμα φορά που απαντά σε επιγραφή από την Μυγδονία της Θεσσαλονίκης μεταξύ των ετών 170-200 μ.Χ. (SEG 47. 973) μαρτυρείται ως όνομα γένους (nomen gentis).

Επίσης, η σημείωση του ερωτηματικού δίπλα στο όνομα από τους εκδότες του προαναφερθέντος λεξικού δηλώνει ότι αμφιβάλλουν, αν το Σηνάτιος είναι το μικρό όνομα (praenomen) ή το όνομα του γένους του (nomen gentis). Η αμφιβολία δηλώνει την ιδιοτυπία της επιγραφής σε σχέση με τις ομοειδείς της επιτύμβιες της ρωμαϊκής περιόδου, ιδιοτυπία που κάνει επισφαλή την ερμηνεία της.

Ο προσδιορισμός ἥρως σε επιτύμβιες επιγραφές αυτής της εποχής (βλ. Βλ. IG XII 2, 286.289. 291.292. 367 από την Λέσβο και πολλές επιγραφικές μαρτυρίες από τον ελλαδικό χώρο) αποδίδει μακαριότητα στον θανόντα, όπως το αντίστοιχο νεοελληνικό προσηγορικό μακαρίτης.

Ο προσδιορισμός ἁγνὸς δηλώνει, όπως και στην νέα ελληνική, την αθωότητα και την καλωσύνη του θανόντος.

 

Η δεύτερη επιγραφή είναι εντοιχισμένη στο ανατολικό τείχος του μεσαιωνικού Κάστρου της Μυτιλήνης, περίπου 6 μ. από την επιφάνεια του εδάφους, σύμφωνα με την περιγραφή της θέσης από τον πρώτο εκδότη A. Cichorius, Inschriften aus Lesbos, AM 13 (1888) 74, αρ. 38. Ενετειχίσθη ανεστραμμένη (στην φωτογραφία έχει γίνει η κατάλληλη επεξεργασία, ώστε η επιγραφή να μπορεί να διαβαστεί).

Πρόκειται για την δίγλωσση επιτύμβια στήλη της Φουφίας από υποκύανο λίθο του ορυχείου της Μόριας (βλ. Γεωργία Κοκκορού-Αλευρά κ.ά., Corpus αρχαίων λατομείων, Αθήνα 2014, σελ. 19-20). Η στήλη ιδρύθηκε με έξοδα του δήμου, στοιχείο που δηλώνει την ανώτερη κοινωνική της θέση. Κατάγεται από την οικογένεια των Φουφίων, τραπεζιτών με επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ανατολή (βλ. Cicero, Pro Flaccum, 46-48). Είναι χαραγμένη στην λατινική στο άνω μέρος, ενώ κάτω από τον ανάγλυφο στέφανο, που κοσμεί το μέσον της στήλης, με την αναγραφή Ο ΔΑΜΟΣ στο εσωτερικό του, είναι χαραγμένη και στην ελληνική γλώσσα:

 

                                Fufia, M(arci) f(ilia), uxor M(arci) Lani, C(ai) f(ilii), ser(vi) {h}ave.

                                                                                                Ὀ δᾶμος

                                                                Φουφί[α Μ]άρκου, [γ]υνὴ δὲ Μάρ-

                                                                κου Λάνου, Γαῒου υἱοῦ, χαῖρε.

                                               

Η επιγραφή δημοσιεύτηκε το 1899 στο corpus των Inscriptiones Graecae στον τόμο ΧΙΙ 2 των επιγραφών της Λέσβου με αρ. 360. Σχολιάστηκε και από τον Σ. Χαριτωνίδη, Αἱ ἐπιγραφαὶ τῆς Λέσβου. Συμπλήρωμα, Ἀθῆναι 1968, σελ. 17, ο οποίος διαπιστώνει ότι ο γιός της Φουφίας και του Μάρκου Λάνου της επιγραφής μαρτυρείται σε κατάλογο εφήβων του 1ου αι. μ.Χ. και λέγεται Μάρκος Λάν(ι)ος κι αυτός (βλ. IG XII 2, 88, στ. 12), ενώ την επιτύμβια στήλη της Φουφίας χρονολογούν τον 1ο αι. π.Χ. οι Pfuhl-Mobius, Die ostgriechischen Grabreliefs I, n. 199, Mainz am Rhein, 1977-79.

Την φωτογραφία της επιγραφής οφείλω για άλλη μια φορά στον Π. Χλίμπο.

 

Μαρία Σ. Διακουμάκου

φιλόλογος-επιγραφικός (Ελληνική Επιγραφική Εταιρεία)

Στην Παναγία την Τρουλωτή, στην Θερμή, βρίσκεται εντοιχισμένη επιγραφή από γκρίζο μάρμαρο, αριστερά από την είσοδο του ναού (φωτ. 1). Είναι εύκολο να την διακρίνει κανείς, αρκεί να μετατεθεί το παγκάκι που έχουν τοποθετήσει μπροστά της, αφού τα αρχαία μνημεία μας οφείλουμε να τα αναδεικνύουμε με κάθε τρόπο.

Η επιγραφή έχει δημοσιευθεί στο Inscriptiones Graecae XII 2, αρ. 447. Για την θέση της επιγραφής, ο εκδότης G. Paton αναφέρει αόριστα: «Prope Thermas Mytilenaeas in Panagiae», ενώ ο Μ. Αξιώτης δίνει με ακρίβεια την θέση της στο βιβλίο του Περπατώντας τη Λέσβο, Α΄, Μυτιλήνη 1992, 129: «στην Παναγιά την Τρουλωτή, δίπλα στην πόρτα του ναού (αριστερά) ευρίσκεται μια επιγραφή σε γκρίζο μάρμαρο». Ο εκδότης φαίνεται ότι είδε το μνημείο ολόκληρο (δεν αναφέρει αν το είδε εντοιχισμένο ή όχι), καθώς δίδει σχέδιο, στο οποίο ο λίθος στηρίζεται σε δύο βαθμίδες, βεβαιώνοντάς μας ότι πρόκειται για αναθηματικό μνημείο αφιερωμένο στην πιο κοντινή της ευρέσεώς του θεότητα, την Θερμία Αρτέμιδα. Είναι το μόνο γνωστό μνημείο από την Λέσβο με αυτό το κείμενο, ενώ πολλά παρόμοια ή πανομοιότυπα μνημεία φαμιλιών μονομάχων έχουν σωθεί από όλο τον τότε γνωστό ελληνισμό (φωτ. 2).

 
Η επιγραφή της φαμιλίας των μονομάχων. Παναγία Τρουλωτή, Θερμή. 

Από το σχήμα των γραμμάτων, μεγάλα, προσεγμένα γράμματα χωρίς πολλές ακρεμόνες και το Α με ευθεία την μεσαία κεραία του και όχι «σπασμένη», όπως συνηθίζεται την ύστερη ρωμαϊκή περίοδο, αλλά κυρίως από το όνομα Κλαύδιος η επιγραφή χρονολογείται μετά το 41 μ.Χ., όταν αυτοκράτωρ Ρωμαίων έγινε ο Κλαύδιος και άρχισαν να υιοθετούν πολλοί ρωμαίοι το όνομά του. Το κείμενο της επιγραφής είναι το εξής:

 

Φαμιλία μονο-

μάχων [Μ]άρ(κου)

Κλαυ(δίου) Τρυφω-

νιανοῦ νέου

5              καὶ ἀρχιερείας

Ὀρφίας Λαιλίας

Σωτίου γυν-

αικὸς αὐτοῦ.

Ο μονομάχος της επιγραφής, ο Ρωμαίος Μάρκος Κλαύδιος Τρυφωνιανός, άγνωστος από αλλού, πήρε για γυναίκα του την Ορφία Λαιλία, την αρχιέρεια της Αρτέμιδας ; το πιθανότερο και από αυτήν τη θέση και γι αυτόν το λόγο αναθέτουν στο ιερό της Θεάς. Τα ήθη έχουν χαλαρώσει, η «παγκοσμιοποίηση» της ρωμαιοκρατίας και ο συγκρητισμός των θρησκειών επιτρέπουν στις ιέρειες της Αρτέμιδας να συνάπτουν γάμο και να δημιουργούν οικογένεια, κάτι που μέχρι τότε απαγορευόταν, αφού οι ιέρειές της όφειλαν να διατηρούν την παρθενία τους, όπως απαιτούσε η παρθενία της θεότητας που υπηρετούσαν.

 

Μαρία Διακουμάκου, Ελληνική Επιγραφική Εταιρεία 

Στο εξωκκλήσι του Προφήτη Ηλία στην Σκάλα Ερεσού (φωτ. 1) είναι εντοιχισμένη πάνω από την είσοδο επιγραφή του δήμου της αρχαίας Ερεσού προς τιμήν του αυτοκράτορος Νέρβα Τραϊανού (98-117 μ.Χ.), γιου του Νέρβα, ιδρυτή της δυναστείας των Αντωνίνων (φωτ. 2).

Η επιγραφή χρονολογείται μεταξύ των ετών 97 μ.Χ., όταν αποδόθηκε στον Νέρβα ή εξελληνισμένο Νέρουα το επίθετο Γερμανικός, και πριν το 102 μ.Χ. που του αποδόθηκε και το επίθετο Δακικός, αντίστοιχα και τα δύο της στρατιωτικής του δράσης με σκοπό την επέκταση της αυτοκρατορίας στην Γερμανία και την Δακία, βλ. G. Labarre, Les cites de Lesbos, Paris 1996, 358, αρ. 86.

Νέρου]αν Τραῒανον Καίσαρα Γερμάνικον Σέβαστον τὸν εὐεργέταν

καὶ σαώτηρα τᾶς οἰκημένας ὀ δᾶμος διὰ τῶ πρώτω

στροτάγω Μουσαίω τῶ Μουσαίω.

Απόδοση στη νέα ελληνική: Ο δήμος, κατά την διάρκεια της πρώτης στρατηγίας του Μουσαίου, γιου του Μουσαίου, (τίμησε) τον Νέρουα Τραϊανό, τον Καίσαρα, τον Γερμανικό, τον Σεβαστό, τον ευεργέτη και σωτήρα της οικουμένης.

Η αναγραφή του ονόματος του στρατηγού προφανώς είναι χρονολογικό τεκμήριο αλλά και υποδηλώνει ίσως ότι η εισήγηση για την ίδρυση του αγάλματος έγινε με πρωτοβουλία του Μουσαίου. Σημειωτέον ότι το όνομα Μουσαῖος είναι επιγραφικώς γνωστό στην Λέσβο και από την επιτύμβια επιγραφή της Διονυσίας των ύστερων ρωμαϊκών χρόνων, IG XII 2, 394, που βρίσκεται στο Βρεταννικό Μουσείο.

 


Η τιμητική επιγραφή

 

Έντεκα ακόμη τιμητικές επιγραφές του δήμου της Μυτιλήνης προς τον Νέρβα Τραϊανό είναι γνωστές, αριθμός ενδεικτικός της δημοφιλίας του. Βλ. σχετικά IG XII 2, 173 (Βρεταννικό Μουσείο), 174 (εντοιχισμένη στο Κάστρο), 175 (χωρίς τόπο ευρέσεως), 176 (Αρχαιολογικό Μουσείο Μυτιλήνης), 177 (στο Κάστρο), 178 (εντοιχισμένη στο σπίτι του Achmed-Effendi), 179 (Αρχαιολογικό Μουσείο Μυτιλήνης), 180 (εντοιχισμένη στο σπίτι του Tahir-Bey), 181 (Αρχαιολογικό Μουσείο Μυτιλήνης), 182 (στου Σαρή-Μπαμπά;), Αρχαιολογικόν Δελτίον 51 (1996)[2001] 599 (Αρχαιολογικό Μουσείο Μυτιλήνης).

Η παρούσα επιγραφή δημοσιεύτηκε το 1899 στο σύνταγμα των επιγραφών της Λέσβου Inscriptiones Graecae, στον τόμο ΧΙΙ 2, 544 και συγκαταλέγεται στον μεγάλο αριθμό τιμητικών και αναθηματικών επιγραφών, με τις οποίες οι πόλεις του νησιού τίμησαν τους Ρωμαίους αυτοκράτορες σαν θεούς. Σχετικά με τον τόπο ευρέσεως ο εκδότης G. Paton αναφέρει: «Eresi in ecclesia S. Eliae..». Ο ίδιος παρετήρησε ότι το κείμενο της επιγραφής χαράχτηκε από τρεις και όχι έναν χαράκτη, λόγω της διαφοράς του ύψους και του σχήματος των γραμμάτων από τον ένα στίχο στον άλλον (3 εκ., 1,7 εκ., 2,4 εκ.).

Περιελήφθη επίσης στις επιγραφές του νησιού, που δημοσίευσε ο Ε. Δαυΐδ, πιγραφα ρεσο, Αθήναι 1895, αρ. 27.

Πιο πρόσφατα, νέα συμπλήρωση των στ. 1-2 της επιγραφής πρότεινε ο M. Kajava, Eresian memories, ZPE 139 (2002) 106-107 [=SEG LII (2002) 779], με τον ορθό ισχυρισμό ότι αυτού του είδους οι τιμητικές επιγραφές αυτοκρατόρων δεν ξεκινούν με το όνομα του τιμωμένου αλλά με τον μέγιστο τίτλο του:

Αὐτοκράτορα Νέρου]αν Τραῒανον Καίσαρα Γερμάνικον Σέβαστον τὸν εὐεργέταν

γεγονότα τᾶς πόλιος] καὶ σαώτηρα τᾶς οἰκημένας, ὀ δᾶμος διὰ τῶ πρώτω

 στροτάγω Μουσαίω τῶ Μουσαίω.

Από το μήκος του μνημείου και τις τρεις ταινίες που διακρίνονται ευκρινώς στο άνω μέρος μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι πρόκειται για επιστύλιο τιμητικού μνημείου και όχι για βάση αγάλματος.

Τις φωτογραφίες μου παραχώρησαν οι Βασίλης Κουμαρέλας και Ασημάκης Παυλέλλης. Σημειωτέον ότι ο Β. Κουμαρέλας περιέλαβε την επιγραφή στο άρθρο του «Λείψανα αρχαίου ιερού στον Άγιο Λια τον Θαλασσίτη Ερεσού», που δημοσιεύτηκε στο Λεσβιακό Ημερολόγιο 2016, 217-230, Μυτιλήνη, εκδόσεις Αιολίδα.

 

Μαρία Σ. Διακουμάκου, Ελληνική Επιγραφική Εταιρεία

Τον περασμένο Ιούλιο, εντόπισα επιγραφή ρωμαϊκών χρόνων στο προαύλιο της Παναγίας της Χρυσομαλλούσας. Έχει εντοιχιστεί στο τοιχείο της εισόδου στον προαύλιο χώρο του ναού μαζί με δύο ανάγλυφα αρχιτεκτονικά μέλη ναού (φωτ.). Ο φίλος Γιώργος Πάλλης, καθηγητής Βυζαντινής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, πρόθυμα μου απάντησε ότι το μεγάλο προέρχεται από θύρωμα του 18ου αι. και φέρει παράσταση εξαπτέρυγου, ενώ το μικρότερο ανάγλυφο είναι του 19 ου αι.

Η επιγραφή είναι χαραγμένη σε επιτύμβιο βάθρο, το οποίο φέρει ανάγλυφη παράσταση αμφορέα, που θυμίζει τους παναθηναϊκούς αμφορείς της ελληνιστικής εποχής και μπορεί να χρονολογηθεί τον 2ο /1ο αι. π.Χ.  Ο Πάνος Βαλαβάνης, καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας επίσης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, θεωρεί ότι οι παναθηναϊκοί αμφορείς σε ταφικά μνημεία, όπως αυτό, αποτελεί σύμβολο αρετής και νίκης, το οποίο δεν συνδέεται απαραίτητα με αθλητικές νίκες, βλ. P. Valavanis, Panathenӓische Amphoren auf Monumenten spӓatklassischer, hellenistischer und römischer Zeit, 1998, 164-166. Από την Μυτιλήνη σώζονται δύο ακόμα βάθρα με ανάγλυφο αμφορέα τέτοιου τύπου καθώς κι ένα αγγείο του ίδιου τύπου αμφορέα ελληνιστικών χρόνων, που φυλάσσεται στο Μουσείο.

Το βάθρο αυτό χρησιμοποιήθηκε αργότερα ως αναθηματικός βωμός. Τότε χάραξαν την επιγραφή, η οποία χρονολογείται από το σχήμα των γραμμάτων τον 1ο αι. μ.Χ., προς τιμήν της Δήμητρος και των Ωρών καθώς και τα φύλλα κισσού γύρω από τον αμφορέα. Η επιγραφή περιελήφθη αργοπορημένα στο Supplementum των Inscriptiones Graecae της Λέσβου το 1939, υπό τον αρ. 691. Ο Hiller de Gaetringen, ο εκδότης του  Supplementum (IG XII Suppl. 691), δημοσιεύει το εξής κείμενο:

-               - κ]αὶ Δήμη[τρος καὶ θεῶν]καρποφόρων καὶ

θεῶν πολυκάρπων καὶ τελεσφόρων.

Την επιγραφή στα νεότερα χρόνια εντόπισε ο Μάκης Αξιώτης, Περπατώντας τη Λέσβο, Α´, Μυτιλήνη 1992, σελ. 62, πίν. 4, ο οποίος αναφέρει: «Στον αυλόγυρο της Παναγιάς της Χρυσομαλλούσας είναι ξαπλωμένο ένα μάρμαρο (ορθογώνιο) (σσ. Προφανώς εντοιχίστηκε μετά το 1992). Μάλλον βάθρο με ανάγλυφο αμφορέα με κωνικό κάλυμα. Στο επάνω μέρος είναι χαραγμένη κάπως πρόχειρα η επιγραφή... Ίσως ήταν βάθρο προς τιμήν της Δήμητρας».

Νέα ανάγνωση της επιγραφής δημοσίευσε ο φίλος επιγραφικός, καταγόμενος από την Λέσβο, Γιάννης Καλλιοντζής. Δύο επιγραφές από τη Μυτιλήνη, ΗΟΡΟΣ 14-16 (2000-2003) 255-56, πίν. 61 (από το άρθρο αυτό προέρχονται τα ανωτέρω στοιχεία για την δεύτερη χρήση της επιγραφής και την χρονολόγηση του επιτύμβιου βάθρου και της μεταγενέστερης αναθηματικής επιγραφής). Το νέο κείμενο του Καλλιοντζή είναι το εξής:

 

[Διὸς ἤ Γῆς κ]αὶ Δήμη-

                                                [τρος] καρποφό-

                                                ρων καὶ Ὡρῶν

                                                πολυκάρπων καὶ

                                                τελεσφόρων.

Απόδοση στη νέα ελληνική: (Ο βωμός αυτός αφιερώνεται) στους θεούς της καρποφορίας, τον Δία ή την Γη και την Δήμητρα καθώς και στις Ώρες, (που δίνουν) πολλούς και ώριμους καρπούς.

Φαίνεται ότι η επιγραφή χαράχτηκε από κάποιον αγρότη της εποχής, για να έχει ή επειδή είχε καλή σοδειά. Η λατρεία της Δήμητρος Καρποφόρου είναι γνωστή στην Μυτιλήνη (βλ. τις αντίστοιχες επιγραφές IG XII 2, 212, 213, 232, 258) αλλά και στο Αιγαίο και την Μικρά Ασία. Η σύνδεση της Δήμητρας με τις Ώρες, που ήταν η προσωποποίηση των εποχών του έτους στην ελληνική μυθολογία, είναι προφανής. Όμως η παρούσα επιγραφή, σύμφωνα με τον Γιάννη Καλλιοντζή, είναι η πρώτη μαρτυρία της λατρείας των Ωρών στην Μυτιλήνη, των οποίων τα επίθετα πολύκαρποι και τελεσφόροι μάλιστα δεν απαντούν ξανά ούτε στις φιλολογικές ούτε στις επιγραφικές πηγές.

 

Μαρία Διακουμάκου, Ελληνική Επιγραφική Εταιρεία

Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017 12:31

Πείθουσα, Ανθούσα ή Ποθούσα;

Στο Αρχαιολογικό Μουσείο Μυτιλήνης φυλάσσεται επιτύμβια στήλη από γκρίζο μάρμαρο σπασμένη πάνω, αριστερά και κάτω. Το ίζημα που κάλυπτε την αριστερή πλευρά απομακρύνθηκε από τους συντηρητές του Μουσείου, χωρίς να αποκαλύψει δυστυχώς, περισσότερα γράμματα. Η στήλη βρέθηκε το 1999 σε τάφο στην οδό Ελ. Βενιζέλου. Έχει διαστάσεις 62Χ24Χ10 και χρονολογείται με βάση το σχήμα των γραμμάτων τον 2ο/ 1ο αι. π.Χ.

 

[- - - ]ΘΟΙΣΑ

  [- - - ]ΧΕΟΣ

 

Στον στ. 1 εκτιμούμε ότι έχουν χαθεί τα δύο ή τρία πρώτα γράμματα του ονόματος της θανούσης. Πιθανόν να πρόκειται για όνομα προερχόμενο από μετοχή, για παράδειγμα Πείθουσα, Ἀνθοῦσα, Ποθοῦσα. Σε αυτήν την περίπτωση η ιωνική κατάληξη -θουσα τρέπεται σε -θοισα στην αιολική διάλεκτο. Παραπέμπω για παράδειγμα στις επιγραφές της Λέσβου IG XII 2, 15, στ. 25: ὑπάρχοισα = ὑπάρχουσα και ΧΙΙ Suppl., 2, στ. 18: δίδοισα = διδοσα κλπ.


Το είδος και η φθορά της στήλης είναι εμφανή. Αρχαιολογικό Μουσείο Μυτιλήνης

 

Στον στ. 2 σώζονται τα τέσσερα τελευταία γράμματα της γενικής του πατρωνύμου της θανούσης, προηγουμένως διακρίνονται ίχνη άλλων γραμμάτων, αδιάγνωστων. Ο τύπος της ασυναίρετης γενικής -εος των ονομάτων της γ΄ κλίσεως εμφανίζεται στις επιγραφές της Λέσβου ακόμα και κατά την ύστερη ρωμαϊκή εποχή. Για παράδειγμα, στις εξής επιγραφές IG XII 2, 242: Εἰδομένεα Εἰδομένεος∙ XII 2, 534: [Ὅ]ρμησις Κεράνεος κλπ.

Εκτιμώντας ότι ελλείπουν 2-3 γράμματα του ονόματος, πιθανή συμπλήρωση ονομάτων σε γενική πτώση θα ήταν: Λάχεος, Στάχεος.

 

Μαρία Διακουμάκου

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top