FOLLOW US
Μαρία Διακουμάκου

Μαρία Διακουμάκου

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Από τη νότια νεκρόπολη της αρχαίας πόλης της Μυτιλήνης φαίνεται ότι προέρχεται η επιτύμβια επιγραφή του Ρωμαίου Πουπλίου, η οποία βρίσκεται εντοιχισμένη στην Παναγία Καμπάδενα, αριστερά από την είσοδο του ναού

(φωτ. 1).

Ο μικρός αυτός ναός, στην οδό Καβέτσου 36-38 (στο ύψος του καταστήματος της τηλεφωνικής εταιρείας Wind), βρίσκεται πάνω από τον κεντρικό δρόμο, στο τέλος ενός μικρού, αδιέξοδου στενού. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του εφημέριου της ενορίας, πατέρα Ιωάννη Χατζηεμμανουήλ,  στα χρόνια της Τουρκοκρατίας η περιοχή αυτή ανήκε σε κάποιον Καμπά, ο οποίος μέσα στο κτήμα του έχτισε εκκλησάκι της Παναγίας, που πήρε τ’ όνομα «Καμπάδενα». Το εκκλησάκι εγκαταλείφθηκε και ερειπώθηκε και στη θέση του το 1934 άρχισε να οικοδομείται εκ νέου ο σημερινός ναός, ο οποίος ολοκληρώθηκε το 1963! Του λόγου το αληθές επιβεβαιώνει η ρωμαϊκή επιγραφή που εντοιχίστηκε στην πρώτη Καμπάδενα, αφού δημοσιεύτηκε το 1888 στο γερμανικό περιοδικό Athenische Mitteilungen και στη συνέχεια περιελήφθη στο σώμα των επιγραφών της Λέσβου, Inscriptiones graecae αρ. 387, που εκδόθηκε το 1899 στο Βερολίνο (φωτ. 2). Ο εκδότης δίνοντας την περιγραφή της επιγραφής αναφέρει ότι έχει το σχήμα του ναΐσκου και στηρίζεται εκατέρωθεν σε δύο κίονες: «in lapide, qui in aediculam formam duabus columnis sustentatae sculptus est». Όπως όμως μπορεί να δει κανείς στην φωτ. 2, το αρχικό σχήμα της έχει αλλοιωθεί, προφανώς με την νέα χρήση της επιγραφής στον ανακαινισμένο ναό και μάλιστα έχει τονιστεί το περίγραμμα της επιγραφής με χρώμα! 


Φωτ. 2. Η επιτύμβια επιγραφή του Παριανού Πουπλίου Εππίου Ποστούμου. 2ος/1ος αι. π.Χ.

 

Το κείμενό της είναι το εξής:

                                                Πούπλι-

                                                ε Ἔππι Πό-

στομε Π-

αριανέ, χρ-

ηστὲ 

χαῖρε.

Όπως προκύπτει από το κείμενο της επιγραφής, ο θανών Πόπλιος Ἔππις Πόστομος,  ήταν όχι μόνο ρωμαίος πολίτης, αλλά και ρωμαίος στην καταγωγή, αφού το τρίτο όνομά του, το cognomen Πόστομος (=ύστατος, τελευταίος) είναι ρωμαϊκό, ενώ αν ήταν έλληνας στην καταγωγή, θα ήταν ελληνικό, π.χ. Κεφαλίων, Εὔδοξος κλπ. Στην Μυτιλήνη ήταν ξένος, ήρθε εδώ από το νησί της Πάρου και έζησε εδώ μέχρι το τέλος της ζωής του (είναι εντυπωσιακό το εθνικό Παριανός, που επιβιώνει μέχρι σήμερα αυτούσιο!). Το ιστορικό ενδιαφέρον της επιγραφής αυτής -αλλά και γενικά η μεγαλωσύνη των επιγραφών- είναι ότι αποτυπώνει με τέσσερις λέξεις την δυνατότητα της μετακίνησης και της αναζήτησης καλύτερης τύχης των ανθρώπων μέσα στα διευρυμένα όρια του κόσμου, που δημιούργησε η ρωμαϊκή αυτοκρατορία.

Στην ίδια εκκλησία της παλιάς Καμπάδενας βρισκόταν και η επιτύμβια επιγραφή του Βίαντος από την Νικομήδεια (IG XII 2, 386), χαραγμένη με πρόχειρα γράμματα σε κιονίσκο, ο οποίος στήριζε τον άβακα βωμού, η οποία σήμερα λανθάνει. Το γεγονός ότι βρέθηκε το ταφικό μνημείο ενός ακόμα ξένου στην ίδια περιοχή υποδηλώνει ότι στην περιοχή υπήρχε νεκροταφείο και ότι οι «ξένοι» θάπτονταν σε συγκεκριμένο χώρο, οπωσδήποτε χώρια από τους ντόπιους. H τεκμηρίωση της άποψης αυτής χρειάζεται αναδίφηση των παλαιών ανασκαφών και ανασκαφικών ευρημάτων της περιοχής.

 

Μαρία Διακουμάκου 

φιλόλογος-επιγραφικός (Ελληνική Επιγραφική Εταιρεία)

Στο σημερινό άρθρο θα παρουσιάσουμε δύο επιγραφές της ρωμαϊκής εποχής, που βρίσκονται στο Μεσαιωνικό Κάστρο της πόλης της Μυτιλήνης.

Η πρώτη δημοσιεύτηκε το 1899 στο corpus των Inscriptiones Graecae στον τόμο ΧΙΙ 2 των επιγραφών της Λέσβου με αρ. 414. Σχετικά με τον τόπο ευρέσεως ο εκδότης G. Paton αναφέρει ότι εντόπισε την επιγραφή στην οδό προς τα Πάμφιλα: «Ad viam, quae Paphla (Pamphyla) fert…», δηλαδή «στην οδό που οδηγεί στα Πάμφυλα».

Σηνάτιος

ἁγνὸς

 ἥρως.

Σήμερα όμως η ογκώδης ενεπίγραφη στήλη βρίσκεται αφημένη στην είσοδο του μεσαιωνικού Κάστρου της Μυτιλήνης. Τις φωτογραφίες μου παρεχώρησε ο Παναγιώτης Χλίμπος, ο οποίος αφηγείται ότι αυτή ήταν η πρώτη επιγραφή που είδε, όταν 9 ετών πήγαινε με την μητέρα και τις θείες του στο νεκροταφείο. Λέει ακόμη ότι ως παιδί έχει κοιμηθεί πολλές φορές πάνω της…

Ο εκδότης δεν παρέχει χρονολόγηση, αλλά από το σχήμα των γραμμάτων η επιγραφή χρονολογείται συμβατικά τον 1ο αι. π.Χ./1ο αι. μ.Χ. Περιλαμβάνεται στις επιτύμβιες επιγραφές του τόμου, ενώ ο G. Labarre, Les cites de Lesbos, Paris 1996, 134 αμφιβάλλει και για το είδος της επιγραφής και για την ρωμαϊκή πολιτεία του Σηνατίου. Αφήνει να εννοηθεί δηλαδή ότι ο Σηνάτιος δεν μπορεί να είναι Ρωμαίος, αφού ως ρωμαϊκό μικρό όνομα (praenomen) μαρτυρείται μόνο σε αυτήν την επιγραφή, βλ. Frazer-Matthews, Lexicon of Greek Personal Names I, 405, ενώ μία ακόμα φορά που απαντά σε επιγραφή από την Μυγδονία της Θεσσαλονίκης μεταξύ των ετών 170-200 μ.Χ. (SEG 47. 973) μαρτυρείται ως όνομα γένους (nomen gentis).

Επίσης, η σημείωση του ερωτηματικού δίπλα στο όνομα από τους εκδότες του προαναφερθέντος λεξικού δηλώνει ότι αμφιβάλλουν, αν το Σηνάτιος είναι το μικρό όνομα (praenomen) ή το όνομα του γένους του (nomen gentis). Η αμφιβολία δηλώνει την ιδιοτυπία της επιγραφής σε σχέση με τις ομοειδείς της επιτύμβιες της ρωμαϊκής περιόδου, ιδιοτυπία που κάνει επισφαλή την ερμηνεία της.

Ο προσδιορισμός ἥρως σε επιτύμβιες επιγραφές αυτής της εποχής (βλ. Βλ. IG XII 2, 286.289. 291.292. 367 από την Λέσβο και πολλές επιγραφικές μαρτυρίες από τον ελλαδικό χώρο) αποδίδει μακαριότητα στον θανόντα, όπως το αντίστοιχο νεοελληνικό προσηγορικό μακαρίτης.

Ο προσδιορισμός ἁγνὸς δηλώνει, όπως και στην νέα ελληνική, την αθωότητα και την καλωσύνη του θανόντος.

 

Η δεύτερη επιγραφή είναι εντοιχισμένη στο ανατολικό τείχος του μεσαιωνικού Κάστρου της Μυτιλήνης, περίπου 6 μ. από την επιφάνεια του εδάφους, σύμφωνα με την περιγραφή της θέσης από τον πρώτο εκδότη A. Cichorius, Inschriften aus Lesbos, AM 13 (1888) 74, αρ. 38. Ενετειχίσθη ανεστραμμένη (στην φωτογραφία έχει γίνει η κατάλληλη επεξεργασία, ώστε η επιγραφή να μπορεί να διαβαστεί).

Πρόκειται για την δίγλωσση επιτύμβια στήλη της Φουφίας από υποκύανο λίθο του ορυχείου της Μόριας (βλ. Γεωργία Κοκκορού-Αλευρά κ.ά., Corpus αρχαίων λατομείων, Αθήνα 2014, σελ. 19-20). Η στήλη ιδρύθηκε με έξοδα του δήμου, στοιχείο που δηλώνει την ανώτερη κοινωνική της θέση. Κατάγεται από την οικογένεια των Φουφίων, τραπεζιτών με επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ανατολή (βλ. Cicero, Pro Flaccum, 46-48). Είναι χαραγμένη στην λατινική στο άνω μέρος, ενώ κάτω από τον ανάγλυφο στέφανο, που κοσμεί το μέσον της στήλης, με την αναγραφή Ο ΔΑΜΟΣ στο εσωτερικό του, είναι χαραγμένη και στην ελληνική γλώσσα:

 

                                Fufia, M(arci) f(ilia), uxor M(arci) Lani, C(ai) f(ilii), ser(vi) {h}ave.

                                                                                                Ὀ δᾶμος

                                                                Φουφί[α Μ]άρκου, [γ]υνὴ δὲ Μάρ-

                                                                κου Λάνου, Γαῒου υἱοῦ, χαῖρε.

                                               

Η επιγραφή δημοσιεύτηκε το 1899 στο corpus των Inscriptiones Graecae στον τόμο ΧΙΙ 2 των επιγραφών της Λέσβου με αρ. 360. Σχολιάστηκε και από τον Σ. Χαριτωνίδη, Αἱ ἐπιγραφαὶ τῆς Λέσβου. Συμπλήρωμα, Ἀθῆναι 1968, σελ. 17, ο οποίος διαπιστώνει ότι ο γιός της Φουφίας και του Μάρκου Λάνου της επιγραφής μαρτυρείται σε κατάλογο εφήβων του 1ου αι. μ.Χ. και λέγεται Μάρκος Λάν(ι)ος κι αυτός (βλ. IG XII 2, 88, στ. 12), ενώ την επιτύμβια στήλη της Φουφίας χρονολογούν τον 1ο αι. π.Χ. οι Pfuhl-Mobius, Die ostgriechischen Grabreliefs I, n. 199, Mainz am Rhein, 1977-79.

Την φωτογραφία της επιγραφής οφείλω για άλλη μια φορά στον Π. Χλίμπο.

 

Μαρία Σ. Διακουμάκου

φιλόλογος-επιγραφικός (Ελληνική Επιγραφική Εταιρεία)

Στην Παναγία την Τρουλωτή, στην Θερμή, βρίσκεται εντοιχισμένη επιγραφή από γκρίζο μάρμαρο, αριστερά από την είσοδο του ναού (φωτ. 1). Είναι εύκολο να την διακρίνει κανείς, αρκεί να μετατεθεί το παγκάκι που έχουν τοποθετήσει μπροστά της, αφού τα αρχαία μνημεία μας οφείλουμε να τα αναδεικνύουμε με κάθε τρόπο.

Η επιγραφή έχει δημοσιευθεί στο Inscriptiones Graecae XII 2, αρ. 447. Για την θέση της επιγραφής, ο εκδότης G. Paton αναφέρει αόριστα: «Prope Thermas Mytilenaeas in Panagiae», ενώ ο Μ. Αξιώτης δίνει με ακρίβεια την θέση της στο βιβλίο του Περπατώντας τη Λέσβο, Α΄, Μυτιλήνη 1992, 129: «στην Παναγιά την Τρουλωτή, δίπλα στην πόρτα του ναού (αριστερά) ευρίσκεται μια επιγραφή σε γκρίζο μάρμαρο». Ο εκδότης φαίνεται ότι είδε το μνημείο ολόκληρο (δεν αναφέρει αν το είδε εντοιχισμένο ή όχι), καθώς δίδει σχέδιο, στο οποίο ο λίθος στηρίζεται σε δύο βαθμίδες, βεβαιώνοντάς μας ότι πρόκειται για αναθηματικό μνημείο αφιερωμένο στην πιο κοντινή της ευρέσεώς του θεότητα, την Θερμία Αρτέμιδα. Είναι το μόνο γνωστό μνημείο από την Λέσβο με αυτό το κείμενο, ενώ πολλά παρόμοια ή πανομοιότυπα μνημεία φαμιλιών μονομάχων έχουν σωθεί από όλο τον τότε γνωστό ελληνισμό (φωτ. 2).

 
Η επιγραφή της φαμιλίας των μονομάχων. Παναγία Τρουλωτή, Θερμή. 

Από το σχήμα των γραμμάτων, μεγάλα, προσεγμένα γράμματα χωρίς πολλές ακρεμόνες και το Α με ευθεία την μεσαία κεραία του και όχι «σπασμένη», όπως συνηθίζεται την ύστερη ρωμαϊκή περίοδο, αλλά κυρίως από το όνομα Κλαύδιος η επιγραφή χρονολογείται μετά το 41 μ.Χ., όταν αυτοκράτωρ Ρωμαίων έγινε ο Κλαύδιος και άρχισαν να υιοθετούν πολλοί ρωμαίοι το όνομά του. Το κείμενο της επιγραφής είναι το εξής:

 

Φαμιλία μονο-

μάχων [Μ]άρ(κου)

Κλαυ(δίου) Τρυφω-

νιανοῦ νέου

5              καὶ ἀρχιερείας

Ὀρφίας Λαιλίας

Σωτίου γυν-

αικὸς αὐτοῦ.

Ο μονομάχος της επιγραφής, ο Ρωμαίος Μάρκος Κλαύδιος Τρυφωνιανός, άγνωστος από αλλού, πήρε για γυναίκα του την Ορφία Λαιλία, την αρχιέρεια της Αρτέμιδας ; το πιθανότερο και από αυτήν τη θέση και γι αυτόν το λόγο αναθέτουν στο ιερό της Θεάς. Τα ήθη έχουν χαλαρώσει, η «παγκοσμιοποίηση» της ρωμαιοκρατίας και ο συγκρητισμός των θρησκειών επιτρέπουν στις ιέρειες της Αρτέμιδας να συνάπτουν γάμο και να δημιουργούν οικογένεια, κάτι που μέχρι τότε απαγορευόταν, αφού οι ιέρειές της όφειλαν να διατηρούν την παρθενία τους, όπως απαιτούσε η παρθενία της θεότητας που υπηρετούσαν.

 

Μαρία Διακουμάκου, Ελληνική Επιγραφική Εταιρεία 

Στο εξωκκλήσι του Προφήτη Ηλία στην Σκάλα Ερεσού (φωτ. 1) είναι εντοιχισμένη πάνω από την είσοδο επιγραφή του δήμου της αρχαίας Ερεσού προς τιμήν του αυτοκράτορος Νέρβα Τραϊανού (98-117 μ.Χ.), γιου του Νέρβα, ιδρυτή της δυναστείας των Αντωνίνων (φωτ. 2).

Η επιγραφή χρονολογείται μεταξύ των ετών 97 μ.Χ., όταν αποδόθηκε στον Νέρβα ή εξελληνισμένο Νέρουα το επίθετο Γερμανικός, και πριν το 102 μ.Χ. που του αποδόθηκε και το επίθετο Δακικός, αντίστοιχα και τα δύο της στρατιωτικής του δράσης με σκοπό την επέκταση της αυτοκρατορίας στην Γερμανία και την Δακία, βλ. G. Labarre, Les cites de Lesbos, Paris 1996, 358, αρ. 86.

Νέρου]αν Τραῒανον Καίσαρα Γερμάνικον Σέβαστον τὸν εὐεργέταν

καὶ σαώτηρα τᾶς οἰκημένας ὀ δᾶμος διὰ τῶ πρώτω

στροτάγω Μουσαίω τῶ Μουσαίω.

Απόδοση στη νέα ελληνική: Ο δήμος, κατά την διάρκεια της πρώτης στρατηγίας του Μουσαίου, γιου του Μουσαίου, (τίμησε) τον Νέρουα Τραϊανό, τον Καίσαρα, τον Γερμανικό, τον Σεβαστό, τον ευεργέτη και σωτήρα της οικουμένης.

Η αναγραφή του ονόματος του στρατηγού προφανώς είναι χρονολογικό τεκμήριο αλλά και υποδηλώνει ίσως ότι η εισήγηση για την ίδρυση του αγάλματος έγινε με πρωτοβουλία του Μουσαίου. Σημειωτέον ότι το όνομα Μουσαῖος είναι επιγραφικώς γνωστό στην Λέσβο και από την επιτύμβια επιγραφή της Διονυσίας των ύστερων ρωμαϊκών χρόνων, IG XII 2, 394, που βρίσκεται στο Βρεταννικό Μουσείο.

 


Η τιμητική επιγραφή

 

Έντεκα ακόμη τιμητικές επιγραφές του δήμου της Μυτιλήνης προς τον Νέρβα Τραϊανό είναι γνωστές, αριθμός ενδεικτικός της δημοφιλίας του. Βλ. σχετικά IG XII 2, 173 (Βρεταννικό Μουσείο), 174 (εντοιχισμένη στο Κάστρο), 175 (χωρίς τόπο ευρέσεως), 176 (Αρχαιολογικό Μουσείο Μυτιλήνης), 177 (στο Κάστρο), 178 (εντοιχισμένη στο σπίτι του Achmed-Effendi), 179 (Αρχαιολογικό Μουσείο Μυτιλήνης), 180 (εντοιχισμένη στο σπίτι του Tahir-Bey), 181 (Αρχαιολογικό Μουσείο Μυτιλήνης), 182 (στου Σαρή-Μπαμπά;), Αρχαιολογικόν Δελτίον 51 (1996)[2001] 599 (Αρχαιολογικό Μουσείο Μυτιλήνης).

Η παρούσα επιγραφή δημοσιεύτηκε το 1899 στο σύνταγμα των επιγραφών της Λέσβου Inscriptiones Graecae, στον τόμο ΧΙΙ 2, 544 και συγκαταλέγεται στον μεγάλο αριθμό τιμητικών και αναθηματικών επιγραφών, με τις οποίες οι πόλεις του νησιού τίμησαν τους Ρωμαίους αυτοκράτορες σαν θεούς. Σχετικά με τον τόπο ευρέσεως ο εκδότης G. Paton αναφέρει: «Eresi in ecclesia S. Eliae..». Ο ίδιος παρετήρησε ότι το κείμενο της επιγραφής χαράχτηκε από τρεις και όχι έναν χαράκτη, λόγω της διαφοράς του ύψους και του σχήματος των γραμμάτων από τον ένα στίχο στον άλλον (3 εκ., 1,7 εκ., 2,4 εκ.).

Περιελήφθη επίσης στις επιγραφές του νησιού, που δημοσίευσε ο Ε. Δαυΐδ, πιγραφα ρεσο, Αθήναι 1895, αρ. 27.

Πιο πρόσφατα, νέα συμπλήρωση των στ. 1-2 της επιγραφής πρότεινε ο M. Kajava, Eresian memories, ZPE 139 (2002) 106-107 [=SEG LII (2002) 779], με τον ορθό ισχυρισμό ότι αυτού του είδους οι τιμητικές επιγραφές αυτοκρατόρων δεν ξεκινούν με το όνομα του τιμωμένου αλλά με τον μέγιστο τίτλο του:

Αὐτοκράτορα Νέρου]αν Τραῒανον Καίσαρα Γερμάνικον Σέβαστον τὸν εὐεργέταν

γεγονότα τᾶς πόλιος] καὶ σαώτηρα τᾶς οἰκημένας, ὀ δᾶμος διὰ τῶ πρώτω

 στροτάγω Μουσαίω τῶ Μουσαίω.

Από το μήκος του μνημείου και τις τρεις ταινίες που διακρίνονται ευκρινώς στο άνω μέρος μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι πρόκειται για επιστύλιο τιμητικού μνημείου και όχι για βάση αγάλματος.

Τις φωτογραφίες μου παραχώρησαν οι Βασίλης Κουμαρέλας και Ασημάκης Παυλέλλης. Σημειωτέον ότι ο Β. Κουμαρέλας περιέλαβε την επιγραφή στο άρθρο του «Λείψανα αρχαίου ιερού στον Άγιο Λια τον Θαλασσίτη Ερεσού», που δημοσιεύτηκε στο Λεσβιακό Ημερολόγιο 2016, 217-230, Μυτιλήνη, εκδόσεις Αιολίδα.

 

Μαρία Σ. Διακουμάκου, Ελληνική Επιγραφική Εταιρεία

Τον περασμένο Ιούλιο, εντόπισα επιγραφή ρωμαϊκών χρόνων στο προαύλιο της Παναγίας της Χρυσομαλλούσας. Έχει εντοιχιστεί στο τοιχείο της εισόδου στον προαύλιο χώρο του ναού μαζί με δύο ανάγλυφα αρχιτεκτονικά μέλη ναού (φωτ.). Ο φίλος Γιώργος Πάλλης, καθηγητής Βυζαντινής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, πρόθυμα μου απάντησε ότι το μεγάλο προέρχεται από θύρωμα του 18ου αι. και φέρει παράσταση εξαπτέρυγου, ενώ το μικρότερο ανάγλυφο είναι του 19 ου αι.

Η επιγραφή είναι χαραγμένη σε επιτύμβιο βάθρο, το οποίο φέρει ανάγλυφη παράσταση αμφορέα, που θυμίζει τους παναθηναϊκούς αμφορείς της ελληνιστικής εποχής και μπορεί να χρονολογηθεί τον 2ο /1ο αι. π.Χ.  Ο Πάνος Βαλαβάνης, καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας επίσης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, θεωρεί ότι οι παναθηναϊκοί αμφορείς σε ταφικά μνημεία, όπως αυτό, αποτελεί σύμβολο αρετής και νίκης, το οποίο δεν συνδέεται απαραίτητα με αθλητικές νίκες, βλ. P. Valavanis, Panathenӓische Amphoren auf Monumenten spӓatklassischer, hellenistischer und römischer Zeit, 1998, 164-166. Από την Μυτιλήνη σώζονται δύο ακόμα βάθρα με ανάγλυφο αμφορέα τέτοιου τύπου καθώς κι ένα αγγείο του ίδιου τύπου αμφορέα ελληνιστικών χρόνων, που φυλάσσεται στο Μουσείο.

Το βάθρο αυτό χρησιμοποιήθηκε αργότερα ως αναθηματικός βωμός. Τότε χάραξαν την επιγραφή, η οποία χρονολογείται από το σχήμα των γραμμάτων τον 1ο αι. μ.Χ., προς τιμήν της Δήμητρος και των Ωρών καθώς και τα φύλλα κισσού γύρω από τον αμφορέα. Η επιγραφή περιελήφθη αργοπορημένα στο Supplementum των Inscriptiones Graecae της Λέσβου το 1939, υπό τον αρ. 691. Ο Hiller de Gaetringen, ο εκδότης του  Supplementum (IG XII Suppl. 691), δημοσιεύει το εξής κείμενο:

-               - κ]αὶ Δήμη[τρος καὶ θεῶν]καρποφόρων καὶ

θεῶν πολυκάρπων καὶ τελεσφόρων.

Την επιγραφή στα νεότερα χρόνια εντόπισε ο Μάκης Αξιώτης, Περπατώντας τη Λέσβο, Α´, Μυτιλήνη 1992, σελ. 62, πίν. 4, ο οποίος αναφέρει: «Στον αυλόγυρο της Παναγιάς της Χρυσομαλλούσας είναι ξαπλωμένο ένα μάρμαρο (ορθογώνιο) (σσ. Προφανώς εντοιχίστηκε μετά το 1992). Μάλλον βάθρο με ανάγλυφο αμφορέα με κωνικό κάλυμα. Στο επάνω μέρος είναι χαραγμένη κάπως πρόχειρα η επιγραφή... Ίσως ήταν βάθρο προς τιμήν της Δήμητρας».

Νέα ανάγνωση της επιγραφής δημοσίευσε ο φίλος επιγραφικός, καταγόμενος από την Λέσβο, Γιάννης Καλλιοντζής. Δύο επιγραφές από τη Μυτιλήνη, ΗΟΡΟΣ 14-16 (2000-2003) 255-56, πίν. 61 (από το άρθρο αυτό προέρχονται τα ανωτέρω στοιχεία για την δεύτερη χρήση της επιγραφής και την χρονολόγηση του επιτύμβιου βάθρου και της μεταγενέστερης αναθηματικής επιγραφής). Το νέο κείμενο του Καλλιοντζή είναι το εξής:

 

[Διὸς ἤ Γῆς κ]αὶ Δήμη-

                                                [τρος] καρποφό-

                                                ρων καὶ Ὡρῶν

                                                πολυκάρπων καὶ

                                                τελεσφόρων.

Απόδοση στη νέα ελληνική: (Ο βωμός αυτός αφιερώνεται) στους θεούς της καρποφορίας, τον Δία ή την Γη και την Δήμητρα καθώς και στις Ώρες, (που δίνουν) πολλούς και ώριμους καρπούς.

Φαίνεται ότι η επιγραφή χαράχτηκε από κάποιον αγρότη της εποχής, για να έχει ή επειδή είχε καλή σοδειά. Η λατρεία της Δήμητρος Καρποφόρου είναι γνωστή στην Μυτιλήνη (βλ. τις αντίστοιχες επιγραφές IG XII 2, 212, 213, 232, 258) αλλά και στο Αιγαίο και την Μικρά Ασία. Η σύνδεση της Δήμητρας με τις Ώρες, που ήταν η προσωποποίηση των εποχών του έτους στην ελληνική μυθολογία, είναι προφανής. Όμως η παρούσα επιγραφή, σύμφωνα με τον Γιάννη Καλλιοντζή, είναι η πρώτη μαρτυρία της λατρείας των Ωρών στην Μυτιλήνη, των οποίων τα επίθετα πολύκαρποι και τελεσφόροι μάλιστα δεν απαντούν ξανά ούτε στις φιλολογικές ούτε στις επιγραφικές πηγές.

 

Μαρία Διακουμάκου, Ελληνική Επιγραφική Εταιρεία

Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017 12:31

Πείθουσα, Ανθούσα ή Ποθούσα;

Στο Αρχαιολογικό Μουσείο Μυτιλήνης φυλάσσεται επιτύμβια στήλη από γκρίζο μάρμαρο σπασμένη πάνω, αριστερά και κάτω. Το ίζημα που κάλυπτε την αριστερή πλευρά απομακρύνθηκε από τους συντηρητές του Μουσείου, χωρίς να αποκαλύψει δυστυχώς, περισσότερα γράμματα. Η στήλη βρέθηκε το 1999 σε τάφο στην οδό Ελ. Βενιζέλου. Έχει διαστάσεις 62Χ24Χ10 και χρονολογείται με βάση το σχήμα των γραμμάτων τον 2ο/ 1ο αι. π.Χ.

 

[- - - ]ΘΟΙΣΑ

  [- - - ]ΧΕΟΣ

 

Στον στ. 1 εκτιμούμε ότι έχουν χαθεί τα δύο ή τρία πρώτα γράμματα του ονόματος της θανούσης. Πιθανόν να πρόκειται για όνομα προερχόμενο από μετοχή, για παράδειγμα Πείθουσα, Ἀνθοῦσα, Ποθοῦσα. Σε αυτήν την περίπτωση η ιωνική κατάληξη -θουσα τρέπεται σε -θοισα στην αιολική διάλεκτο. Παραπέμπω για παράδειγμα στις επιγραφές της Λέσβου IG XII 2, 15, στ. 25: ὑπάρχοισα = ὑπάρχουσα και ΧΙΙ Suppl., 2, στ. 18: δίδοισα = διδοσα κλπ.


Το είδος και η φθορά της στήλης είναι εμφανή. Αρχαιολογικό Μουσείο Μυτιλήνης

 

Στον στ. 2 σώζονται τα τέσσερα τελευταία γράμματα της γενικής του πατρωνύμου της θανούσης, προηγουμένως διακρίνονται ίχνη άλλων γραμμάτων, αδιάγνωστων. Ο τύπος της ασυναίρετης γενικής -εος των ονομάτων της γ΄ κλίσεως εμφανίζεται στις επιγραφές της Λέσβου ακόμα και κατά την ύστερη ρωμαϊκή εποχή. Για παράδειγμα, στις εξής επιγραφές IG XII 2, 242: Εἰδομένεα Εἰδομένεος∙ XII 2, 534: [Ὅ]ρμησις Κεράνεος κλπ.

Εκτιμώντας ότι ελλείπουν 2-3 γράμματα του ονόματος, πιθανή συμπλήρωση ονομάτων σε γενική πτώση θα ήταν: Λάχεος, Στάχεος.

 

Μαρία Διακουμάκου

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top