FOLLOW US
Αθανάσιος Φραγκούλης

Αθανάσιος Φραγκούλης

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Παρασκευή, 16 Ιουνίου 2017 14:04

Λόγος …περί «προδοσίας»

Το ακούσαμε και αυτό. Ότι οι νέοι μας που αναγκάστηκαν από την ανεργία να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να φύγουν στο εξωτερικό, είναι «προδότες»! Και το ακούσαμε αυτό από το στόμα ενός «καταξιωμένου» ηθοποιού και τέως βουλευτή, του Κ. Καζάκου. Βέβαια, αυτό δεν με εξέπληξε πολύ, γιατί, όπως έλεγε κάποιος πανεπιστημιακός μου καθηγητής, «οι μεγάλοι άνδρες λένε και μεγάλες βλακείες». Προσπάθησα όμως να καταλάβω ποια είναι η «προδοσία» που διέπραξαν όλοι αυτοί οι νέοι, οι 400.000 νέοι, που αναγκάστηκαν να ξενιτευτούν, αν και δεν ήταν στο πρόγραμμά τους. Γιατί είμαι σίγουρος πως οι πιο πολλοί από αυτούς έκαναν μεταπτυχιακά στο εξωτερικό, δούλεψαν σε αυτό, επέστρεψαν στην πατρίδα τους και αυτή τους δέχτηκε με τον τρόπο που ξέρουμε: δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν τα προς το ζην.

Ανέτρεξα λοιπόν στα λεξικά, ακολουθώντας το αξίωμα «αρχή μελέτης ονομάτων επίσκεψις» και είδα ότι η λέξη «προδοσία» σημαίνει παράβαση αρχών ή και ηθικών δεσμεύσεων, αθέτηση υποσχέσεων, ειδικά κατάδοση προσώπων, αποκάλυψη μυστικών στον εχθρό, και πρόκληση βλάβης σε κάποιον ή κάτι, βλάβη εθνική, ιστορική, πολιτική. Αλήθεια, τι από όλα αυτά έκαναν οι νέοι αυτοί; Είναι θλιβερό τα θύματα μιας κατάστασης -γιατί άλλοι αθέτησαν διαχρονικά τις υποσχέσεις που είχαν δώσει- να εμφανίζονται ως θύτες και «προδότες». Όμως και αυτό έχει την εξήγησή του. Σε περιόδους κρίσης, ακόμη και οι λέξεις αλλάζουν περιεχόμενο. Φαίνεται αυτό ξεκάθαρα από τον Θουκυδίδη που περιγράφοντας τις συνέπειες της εμφύλιας διαμάχης που είχε ξεσπάσει στην Κέρκυρα στη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, λέει χαρακτηριστικά πως «ακόμη και τη συνηθισμένη σημασία που είχαν οι λέξεις για τις πράξεις την άλλαξαν κατά πώς τους άρεσε» (ΙΙΙ 82: Και την ειωθυίαν αξίωσιν των ονομάτων ες τα έργα αντήλλαξαν τη δικαιώσει). Τότε η «πρόνοια θεωρήθηκε δειλία, η σωφροσύνη πρόφαση ανανδρίας και η σύνεση σε κάθε τι αδράνεια και αδιαφορία για το καθετί» (ΙΙΙ 82.4). Τώρα όλα αυτά θεωρούνται «προδοσία»! Δείχνει και αυτό την κρίση που διέρχεται η ελληνική κοινωνία.

Το φαινόμενο αυτό, μου φέρνει στο νου τον «Δωδεκάλογο του Γύφτου» του Παλαμά. Αναφερόμενος στους λόγιους που μετά την άλωση της Πόλης το 1453 ή και πριν από αυτή, έφυγαν στη Δύση και προετοίμασαν την Αναγέννηση, λέει: «Από την πατρίδα μας διωγμένοι,// και σβησμένοι από την Ανατολή,// θ’ ανατείλουμε στη Δύση.//Όπου πάμε θα βρούμε πατρίδες // και θα πλάσουμε…». Και οι νέοι μας σαν αυτούς «σεβαστά κοπάδια…// σα διωγμένα από κακοκαιριά» πήραν τις περγαμηνές τους, τα «τυλιγάδια» τους, όπως λέει ο ποιητής, τα βιβλία τους που’ ναι «οι πηγές οι αθόλωτες της σκέψης, // οι ασυγνέφιαστοι της Τέχνης οι ουρανοί.// οι Αθάνατοι κι Ωραίοι», και πήγαν σαν πλανήτες να ρίξουν το δικό τους φως «όπου θάμπωμα και βράδιασμα στη φύση».

Αλήθεια, ήταν προδότες αυτοί οι λόγιοι; Αν είναι προδότες αυτοί, τότε θα πρέπει να ήταν προδότες και οι πολιτικοί μας, που το 1974 εγκατέλειψαν τη χώρα μας στην τύχη της και έφυγαν στο εξωτερικό για να διεξαγάγουν αγώνα «εκ του ασφαλούς» εναντίον της Χούντας και να εξαργυρώσουν μάλιστα τον αγώνα τους αυτό μετά την πτώση της Χούντας με την εξουσία που πήραν στα χέρια τους και να οδηγήσουν την χώρα στην άθλια κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα, στην κατάσταση που ανάγκασε για βιοποριστικούς λόγους, τους νέους να την εγκαταλείψουν. Οι νέοι αυτοί δεν έφυγαν στο εξωτερικό για να σώσουν «το τομάρι» τους, αλλά έφυγαν για να εξασφαλίσουν τα απαραίτητα για τους γονείς τους και τους δικούς τους που οι πολιτικοί μας εξαθλίωσαν.

Ήταν προδότες και οι συνάδελφοι του κ. Καζάκου, όπως η Μελίνα Μερκούρη, ο Σπύρος Φωκάς, ο Γιώργος Βογιατζής, η Ειρήνη Παππά, που αναζήτησαν και μάλιστα στην περίοδο των «παχειών αγελάδων» για τη χώρα μας, μια καλύτερη τύχη στο Χόλυγουντ; Ήταν προδότες τόσοι άλλοι επιστήμονες που διαπρέπουν στα πανεπιστήμια του εξωτερικού; Ασφαλώς όχι.

Βέβαια, ο κ. Καζάκος, κάτω από την πίεση της κοινής γνώμης, προσπάθησε να ανασκευάσει και ισχυρίστηκε πως δεν είπε ποτέ «τέτοια κοτσάνα». Και αυτή η «δεύτερη πλάνη» είναι χειρότερη από την πρώτη. Οι μεγάλοι άνδρες πρέπει να αναλαμβάνουν τις ευθύνες των λόγων και των πράξεων τους με οποιοδήποτε κόστος, ιδιαίτερα, όταν διατείνονται ότι παίζουν και τον ρόλο του παιδαγωγού. Γιατί αυτό τον χαρακτηρισμό, τον χαρακτηρισμό του «προδότη», σίγουρα τον χρησιμοποίησε πρόσφατα, αλλά τον είχε χρησιμοποιήσει και στο παρελθόν, πράγμα που δείχνει πως είναι παγιωμένη στη συνείδησή του, αυτή η αντίληψη. Αντί, λοιπόν, να κατηγορούμε αυτούς τους νέους που κυρίως πλήττονται από την κρίση, καλό θα είναι να τους ζητήσουμε συγνώμη. Γιατί τους αναγκάσαμε να εγκαταλείψουν ό,τι πιο ιερό υπάρχει στον κόσμο, τους γονείς τους και την πατρίδα. Ένα είναι βέβαιο, πως, όπως λέει ο Παλαμάς, όταν μας λυπηθεί της αγάπης ο Θεός, όταν ξημερώσει μια αυγή και μας καλέσει ο λύτρωμός όταν αρχίσει το ανέβασμα της πατρίδας μας «απ’ του Κακού τη σκάλα», αυτοί οι νέοι θα τής δώσουν «τα φτερά τα πρωτινά της τα μεγάλα» και θα τη βοηθήσουν να πετάξει…

 

*Ο κ. Αθανάσιος Φραγκούλης είναι Δρ. Κλασικής Φιλολογίας, Επίτ. Σχολικός Σύμβουλος.

 

 

 

Παρασκευή, 09 Ιουνίου 2017 15:20

Μια ακόμη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση!

Είναι γνωστό πως ο πολιτικός λόγος είναι κατεξοχήν λόγος υποσχετικός. Περιέχει πολλά «θα» και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που σε μερικούς πολιτικούς αποδόθηκε το προσωνύμιο «θα». Βέβαια η Ιστορία δείχνει πως λίγες από τις υποσχέσεις που δίνονται τελικά υλοποιούνται και εδώ γεννιέται ένα ηθικό πρόβλημα: οι πολιτικοί που δίνουν τις υποσχέσεις και τελικά δεν τις υλοποιούν ή γνωρίζουν πως δεν μπορούν να τις υλοποιήσουν και επομένως συνειδητά εξαπατούν τον λαό ή νομίζουν απλώς πως μπορούν να τις υλοποιήσουν αλλά διαψεύδονται, πράγμα που δηλώνει πως έκαναν λάθος στις εκτιμήσεις τους. Δεν διαθέτουν δηλαδή την απαραίτητη για έναν πολιτικό διορατικότητα. Και στις δύο περιπτώσεις οι πολιτικοί αυτοί τελικά βγαίνουν εκτεθειμένοι στην κρίση των νουν εχόντων.

Έτσι λοιπόν πριν λίγες μέρες σε κοινή εμφάνιση του κ. Πρωθυπουργού και του Υπουργού Παιδείας και με πανηγυρικό τρόπο εξαγγέλθηκαν κάποιες μεταρρυθμίσεις για την εκπαίδευση, όπως κατάργηση των πανελληνίων εξετάσεων, φοίτηση των παιδιών στα νηπιαγωγεία από την ηλικία των τεσσάρων ετών, γενίκευση του ολοήμερου σχολείου, μείωση των μαθημάτων στα σχολεία και άλλα πολλά εύηχα, ευχάριστα και ελκυστικά. Βέβαια, όπως φάνηκε αργότερα, δεν υπήρξε κανένας προγραμματισμός και άρχισε γρήγορα η αναδίπλωση, ότι για κάποιες σχολές πρώτης προτίμησης, όπως η ιατρική κ.λπ. θα υπάρχουν κάποια κριτήρια επιλογής, κάποιο είδος εξετάσεων κ.λπ., ότι οι γονείς θα αποφασίζουν αν τα παιδιά τους θέλουν να φοιτήσουν στα νηπιαγωγεία από την ηλικία των τεσσάρων ετών κ.λπ.

Όμως ο σκοπός επιτεύχθηκε: η φήμη πήρε στα φτερά της όλες αυτές τις εξαγγελίες και τις διέδωσε σε όλη τη χώρα δημιουργώντας στους γονείς και τα παιδιά την εντύπωση πως υπάρχουν κάποιοι «καλοί άνθρωποι» που ενδιαφέρονται για το καλό της παιδείας και των παιδιών. Γιατί είναι πράγματι καλοί άνθρωποι αυτοί που διευκολύνουν το έργο των γονιών και προωθούν την ηθική «της ήσσονος προσπάθειας» που κατέστρεψε τη χώρα μας. Όμως οι «επαγγελματίες πολιτικοί» γνωρίζουν πως το να δοθεί μια υπόσχεση έχει μεγαλύτερη αίγλη και γοητεία από την πραγματοποίησή της.

Η αλήθεια είναι πως τίποτε από αυτά δεν πρόκειται να υλοποιήσουν, όχι γιατί δεν τα θέλουν, αλλά γιατί δεν υπάρχουν χρήματα και χωρίς αυτά δεν μπορεί να γίνει τίποτε από όσα πρέπει. Τούτο εξάλλου δείχνει και η προβολή των αλλαγών αυτών σε βάθος τριετίας, πράγμα που σημαίνει πως θα προλάβουν τις προθέσεις της κυβέρνησης οι πολιτικές εξελίξεις.

Από το 1974 μέχρι σήμερα πέρασαν από το Υπουργείο Παιδείας πάνω από 30 Υπουργοί! Δεν υπάρχει μάλιστα προηγούμενο μέσα σε δύο χρόνια να έχουμε δύο Υπουργούς, όπως συνέβη με την παρούσα κυβέρνηση! Όλοι οι Υπουργοί εξήγγειλαν ή επιχείρησαν τη δική τους μεταρρύθμιση. Νομοθέτησαν κάποιες αλλαγές, αλλά για διάφορους λόγους δεν τις υλοποίησαν. Έτσι, για παράδειγμα, με το Ν. 1566/85 καθιερώθηκε η εννιαετής υποχρεωτική εκπαίδευση. Κανείς όμως δεν φρόντισε να επιβάλει την εφαρμογή αυτού του νόμου με αποτέλεσμα πολλοί απόφοιτοι του δημοτικού να μην συνεχίζουν, όπως όφειλαν, τις σπουδές τους στο Γυμνάσιο. Με τον Ν. 1304/ 82 καταργήθηκε ο θεσμός του Γενικού Επιθεωρητή και καθιερώθηκε ο θεσμός του Σχολικού Συμβούλου που προβλέπει εκτός των άλλων και την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών από αυτόν. Πέρασαν σχεδόν σαράντα χρόνια από τότε και κανείς δεν τόλμησε να υλοποιήσει αυτό τον Νόμο και να επιβάλει την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, τη στιγμή μάλιστα που όλα τα κόμματα συμφωνούν με την αναγκαιότητά της!

Δεν υπάρχει λοιπόν ανάγκη νέων αλλαγών στην εκπαίδευση. Εξάλλου, από τα αρχαία χρόνια ακόμη και ο δημαγωγός Κλέων τόνιζε στην Αθήνα πως είναι προτιμότερο να έχει κανείς χειρότερους νόμους αλλά σταθερούς, παρά να έχει καλύτερους νόμους που συνέχεια μεταβάλλονται. Δε χρειάζεται μεγάλη επιχειρηματολογία για να δειχτεί η αλήθεια αυτής της διαπίστωσης. Αντί, λοιπόν, οι ιθύνοντες να εξαγγέλλουν νέες αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα καλό θα ήταν να φροντίσουν πρώτα να υλοποιηθούν αυτά που έχουν ήδη ψηφιστεί και δεν εφαρμόζονται. Και ας αφήσουν τα πομπώδη πως η παιδεία είναι «πρώτη προτεραιότητα» της κυβέρνησης. Γιατί η παιδεία ήταν «πρώτη προτεραιότητα» όλων των κυβερνήσεων, αλλά μόνο στα χαρτιά, στη θεωρία. Στην πράξη ήταν η τελευταία προτεραιότητα.

Η αλήθεια, όμως, βρίσκεται αλλού. Μέχρι τώρα επικρατούσε στη χώρα μας το εξής μοτίβο διακυβέρνησης: κάθε νέα κυβέρνηση διακήρυττε πως παρέλαβε από την προηγούμενη «καμένη γη». Έτσι τα τρία πρώτα χρόνια της τετραετίας της επέβαλλε και μάζευε φόρους. Τον τελευταίο πριν τις εκλογές χρόνο άδειαζε τα ταμεία και έκανε παράλογες παροχές για άγρα ψήφων με το σκεπτικό αν βγούμε εμείς βλέπουμε και κάνουμε, αν βγουν οι αντίπαλοι να μην έχουν χρήματα και να μην μπορούν να ασκήσουν κοινωνική πολιτική. Αυτό όμως το μοτίβο έχει εκ των πραγμάτων χρεοκοπήσει. Τώρα βρίσκεται στα «σκαριά» ένα νέο μοτίβο: θα εξαγγείλουμε ευχάριστα μέτρα, αλλά που θα εκτείνονται πέρα από την τετραετία. Αν βγούμε εμείς, θα δούμε τι θα κάνουμε. Αν βγουν οι αντίπαλοι, ασφαλώς δεν θα μπορέσουν να υλοποιήσουν τις υποσχέσεις που είχαμε δώσει εμείς. Έτσι θα μπορούμε να τους κατηγορούμε και να λέμε στον λαό πως, αν μας ψήφιζαν, θα υλοποιούσαμε αυτά τα μέτρα! Αν έτσι έχουν τα πράγματα ο καιρός θα δείξει. Πάντως, ένα είναι σίγουρο. Αυτός που εξαπάτησε τον λαό μια φορά, είναι πρόθυμος να τον εξαπατήσει πάλι. Και είναι θλιβερό να μη γίνεται κάποιος πιστευτός ακόμη και όταν λέει (;)την αλήθεια!

 

* Ο κ. Αθανάσιος Φραγκούλης είναι Δρ. Κλασικής Φιλολογίας, Επίτ. Σχολικός Σύμβουλος.

Παρασκευή, 02 Ιουνίου 2017 13:25

«Ο αποθανών δεδικαίωται…»

Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ανήκει πλέον στην Ιστορία. Έφυγε από αυτό τον μάταιο κόσμο έχοντας πολλούς φανατικούς φίλους, αλλά και πολλούς φανατικούς εχθρούς. Και δεν ήταν δυνατό να συμβαίνει αλλιώς, γιατί κάθε τι το μεγάλο -και είναι μεγάλος ένας πολιτικός που επηρέαζε την πολιτική ζωή του τόπου μας επί πενήντα συναπτά έτη- είναι επόμενο να επισύρει τον φθόνο των άλλων. Αυτό το είχε επισημάνει ο Περικλής στον Επιτάφιό του και είχε πει πως υπάρχει «φθόνος τοις ζώσιν προ το αντίπαλον» (Θουκ. ΙΙ. 47), δηλαδή πως οι άνθρωποι φθονούν τους αντιπάλους τους, όσο αυτοί είναι στη ζωή. Το ίδιο είχε πει και ο Αίαντας στην ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή, πως «προς τον έχοντα ο φθόνος έρπει», δηλ. ο φθόνος στρέφεται εναντίον εκείνων που έχουν πολλά. Και είχε πολλά ο Μητσοτάκης να προσφέρει και πρόσφερε ως πολιτικός.

Βέβαια, είναι επόμενο να έχει διαπράξει και σφάλματα, αφού μόνο αυτοί που δεν κάνουν τίποτε και οι νεκροί, δεν κάνουν σφάλματα. Όμως ένα είναι βέβαιο, πως με τα σφάλματα του, ο Μητσοτάκης δεν έβλαψε τον τόπο και την πατρίδα του περισσότερο από τους μεταγενέστερους και τωρινούς πολιτικούς, τους οποίους οι εχθροί του εκλιπόντος εγκωμιάζουν και θεωρούν «σωτήρες» της πατρίδας. Αλλά και τα ενδεχόμενα σφάλματά του, εξαγνίζονται από τη γενικότερη ιστορία και εθνική στάση του. Ο Περικλής πάλι επαινώντας τους πρώτους Αθηναίους νεκρούς του Πελοποννησιακού πολέμου λέει: «Και γαρ τοις τάλλα χείροσι δίκαιον της ες τους πολέμους υπέρ της πατρίδος ανδραγαθίαν προτίθεσθαι* αγαθώ γαρ κακόν αφανίσαντες κοινώς μάλλον ωφέλησαν ή εκ των ιδίων έβλαψαν» (Θουκ. ΙΙ. 42), που σημαίνει: «Γιατί, αληθινά, σε εκείνους που μειονεκτούν στα άλλα είναι σωστό και δίκαιο η ανδρεία με την οποία πολέμησαν για την πατρίδα τους να μπαίνει πάνω από κάθε άλλο* γιατί με το καλό και την ανδρεία εξαφανίζουν το κακό και με την προσπάθειά τους ωφελούν πιο πολύ απ’ ό,τι βλάπτουν με τα ατομικά τους σφάλματα». Και ο Μητσοτάκης, όπως αναφέρεται, πολέμησε για την πατρίδα του, συνελήφθη δύο φορές και καταδικάστηκε σε θάνατο από τους Γερμανούς για την εθνική του δράση και συνελήφθη από την Χούντα. Είναι βέβαιο πως κάθε πράξη που ενέχει τον κίνδυνο του θανάτου, ανυψώνει αυτόν που την επιχειρεί σε ένα τέτοιο επίπεδο που το ζηλεύουν άνθρωποι ακόμη και πολύ ανώτεροι του στο πνεύμα, στην τέχνη και στον πλούτο.

Όμως ο Μητσοτάκης είχε και κάτι άλλο. Πέρα από την μετριοπάθειά του, είχε μια αρετή που πρέπει να διακρίνει κάθε πολιτικό. Ήταν προνοητικός και διορατικός, εκτιμούσε σωστά τις δυνατότητες της χώρας μας και απαιτούσε από τον λαό περίσκεψη και αυτοσυγκράτηση. Ο Θουκυδίδης διαγράφοντας την προσωπικότητα του Περικλή, αλλά και κάθε μεγάλου ηγέτη, λέει: «Επειδή ο πόλεμος κατέστη, ο δε φαίνεται και εν τούτω προγνούς την δύναμιν αυτού…και επειδή απέθανεν, επί πλέον έτι εγνώσθη η πρόνοια αυτού η ες τον πόλεμον» (ΙΙ 65), δηλαδή «κι όταν άρχισε ο πόλεμος (ενν. τον Πελοποννησιακό), πρόβλεψε καθαρά την έντασή που επρόκειτο να λάβει…και όταν πέθανε, ακόμη πιο πολύ αναγνωρίστηκε η ορθότητα των προβλέψεών του όσον αφορά τον πόλεμο». Και ο Μητσοτάκης είχε διαβλέψει πού θα οδηγούσε την χώρα η πολιτική που ασκούνταν και είχε προειδοποιήσει τον λαό λέγοντας: α) πως με δανεικά χρήματα δεν είναι διατεθειμένος να κάνει κοινωνική πολιτική, β) πως η χώρα, αν δεν λάβει τα αναγκαία, ακόμη και δυσάρεστα, μέτρα, θα αναγκαστεί να κάνει μαζεμένα και σπασμωδικά πολλά πράγματα που πρέπει να τα κάνει σιγά σιγά και προοδευτικά, γ) ότι δεν μπορεί ένας λαός που καταναλώνει περισσότερα από όσα παράγει να επιβιώσει και δ) το πιο χαρακτηριστικό, πως, αν η χώρα δεν σταματήσει τον αλόγιστο δανεισμό, σύντομα θα καταντήσει «ικέτις» του Δ.Ν.Τ.. Θαρρώ πως ακούω τον Δημοσθένη να μιλά στην εκκλησία του Δήμου και να λέει στους συμπατριώτες του: «Φοβάμαι , άνδρες Αθηναίοι, μήπως με τον ίδιο τρόπο, όπως αυτοί που δανείζονται εύκολα και αλόγιστα με μεγάλους τόκους, αφού καλοπεράσουν για λίγο, ύστερα χάνουν και όλα τα υπάρχοντά τους, έτσι και εμείς, αφού δείξουμε αδιαφορία και κάνοντας πάντα αυτό που μας ευχαριστεί, βρεθούμε μετά στην ανάγκη να κάνουμε πράγματα που δε θα θέλαμε και να θέσουμε σε κίνδυνο και την ίδια μας την χώρα» (Ολυνθ. Β΄ 15). Αλήθεια, τι από αυτά δεν έχει γίνει; Ο Μητσοτάκης έπαιζε τον παιδαγωγικό του ρόλο ως πολιτικός, αλλά δυστυχώς οι νουθεσίες του έπεφταν στο κενό, γιατί η χώρα είχε πέσει σε χέρια δεινών δημαγωγών που έλεγαν στον λαό αυτό που ήθελε να ακούσει, αυτό που θα τον ευχαριστούσε και όχι αυτό που θα τον ωφελούσε. Ο Μητσοτάκης, λοιπόν, «έχει δικαιωθεί», με τη σημασία τού «έχει επαληθευτεί» στις προβλέψεις του. Αυτό τουλάχιστον οφείλουμε να του το αναγνωρίσουμε. Είναι βέβαιο πως η κρητική γη θα αγάλλεται που τον δέχτηκε στους κόλπους της…

 

*Ο κ. Αθανάσιος Φραγκούλης είναι Δρ. Κλασικής Φιλολογίας, Επίτ. Σχολικός Σύμβουλος.

Αφορμή αυτού του άρθρου υπήρξε το άρθρο του Μιχάλη Παπαδημητρίου που δημοσιεύτηκε στις 3-5-2017 στο « Εμπρός» με τίτλο «Κυνισμός και πλούτος». Θέλω να προεκτείνω τη σκέψη του και να δω τον πλούτο και τους πλούσιους σε σχέση με την οικονομική κρίση που μαστίζει τη χώρα μας μέσα όμως από τον «Επιτάφιο» του Περικλή, αυτό τον Ύμνο στη Δημοκρατία, που φρόντισε η παρούσα κυβέρνηση να εξοβελίσει από τα Αναλυτικά Προγράμματα του Λυκείου.

Δεν υπάρχει χειρότερη διακυβέρνηση από αυτή που κάνει τους πλούσιους πλουσιότερους και τους φτωχούς φτωχότερους. Και, δυστυχώς, αυτό φαίνεται πως έγινε σκόπιμα ή μη, τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας στην οποία έχει εξαφανιστεί η μεσαία τάξη! Ισχύει και στη χώρα μας ό,τι ισχύει διεθνώς: ένα 5-10% του πληθυσμού να κατέχει το 90% του συνολικού πλούτου και το υπόλοιπο 10-15% το υπολειπόμενο 10% αυτού. Η τάση των πλουσίων να συγκεντρώνουν όσο περισσότερο πλούτο στα χέρια τους, ακόμη και επενδύοντας στη δυστυχία των άλλων, των πολλών, δεν είναι βέβαια τωρινό φαινόμενο. Οι αρχαίοι μάλιστα είχαν δώσει και την ερμηνεία του φαινομένου λέγοντας πως «ο πλούτος είναι σαν το αλατισμένο νερό. Όσο πίνεις τόσο διψάς». Και το κακό είναι πως ο πλούτος συσσωρεύεται στα χέρια μερικών πολλές φορές με παράνομο τρόπο ή ακόμα και με την ανοχή ή υποβοήθηση των κυβερνήσεων.

Ο Περικλής, λοιπόν, είχε πει στον «Επιτάφιο» του πως «δεν είναι ντροπή για κάποιο άνθρωπο να είναι φτωχός και να ομολογεί τη φτώχεια του, αλλά είναι ντροπή να μην προσπαθεί να την αποφύγει με την εργασία του» (40. 1: και το πένεσθαι ουχ ομολογείν τινι αισχρόν, αλλά μη διαφεύγειν έργο αίσχιον»). Βέβαια, συμφωνώ με την άποψή του, αλλά θα πρόσθετα πως πρέπει να αισθάνονται ντροπή αυτοί που με τη στάση τους, οδηγούν τους συνανθρώπους τους στην έλλειψη και την φτώχεια, αυτοί που εκμεταλλεύτηκαν τον λαό και τον οδήγησαν στη φτωχοποίηση και στην απόγνωση με την ανευθυνότητα και τις πολιτικές τους.

Ο Περικλής είπε και κάτι άλλο: Είπε πώς πρέπει κανείς να χρησιμοποιεί τον πλούτο. Τονίζει πως οι Αθηναίοι «χρησιμοποιούν τον πλούτο ως αφορμή για την ανάπτυξη κάποιας δραστηριότητας, για κάποιο έργο, παρά αφορμή για κομπορρημοσύνη και επίδειξη» (40.1: πλούτω τε έργου μάλλον ή λόγου κόμπω χρώμεθα). Οι Αθηναίοι απέφευγαν τα έργα βιτρίνας και δαπανούσαν τον πλούτο τους σε έργα παραγωγικά, σε έργα που θα βοηθούσαν στην ανάπτυξη. Έθεταν δηλαδή προτεραιότητες. Κι εμείς τι κάνουμε; Δαπανούμε τεράστια ποσά σε «φιέστες», αδιαφορώντας γι’ αυτούς που δεν έχουν να φάνε, που δεν έχουν να σπουδάσουν, που δεν έχουν «πού την κεφαλήν κλίναι». Δαπανούμε τεράστια ποσά απλώς και μόνο για να εξυπηρετήσουμε τα συμφέροντα των «ημετέρων»!

Και όταν η Αθήνα κινδύνευσε, όλοι οι Αθηναίοι προσπάθησαν να τη σώσουν, και οι πλούσιοι και οι φτωχοί. Αναφερόμενος στους πρώτους νεκρούς του Πελοποννησιακού πολέμου (431 π.Χ.) ο Περικλής λέει: «Από αυτούς εδώ, ούτε κανένας πλούσιος έδειξε δειλία (για να σωθεί) από την επιθυμία να συνεχίσει να χαίρεται τα πλούτη του, ούτε και κανένας φτωχός ανέβαλε να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο με την ελπίδα που γεννά η φτώχεια, πως θα μπορούσε δηλαδή κάποια μέρα να ξεφύγει από αυτή και να πλουτίσει» (42. 4: Τώνδε δε ούτε πλούτου τις την έτι απόλαυσιν προτιμήσας εμαλακίσθη , ούτε πενίας ελπίδι , ως καν έτι διαφυγών αυτήν πλουτήσειεν, αναβολήν του δεινού εποιήσατο). Αυτό δείχνει πως οι Αθηναίοι έθεσαν πάνω από τον πλούτο τους αλλά και τη ζωή τους τη σωτηρία της πατρίδας τους.

Και σε άλλο σημείο, ο Περικλής δικαιολογεί γιατί πρέπει οι πλούσιοι κυρίως να συμμετέχουν στην προσπάθεια διάσωσης της πατρίδας, όταν αυτή κινδυνεύει. Λέει χαρακτηριστικά: «Γιατί δεν θα ήταν πιο δίκαιο και σωστό να μη λογαριάζουν τη ζωή τους όσοι είναι βυθισμένοι στη δυστυχία και δεν έχουν να ελπίζουν σε κανένα καλό, αντίθετα, περισσότερο δίκαιο και σωστό θα ήταν (να μη λογαριάσουν τη ζωή τους) όσοι στην παράταση της ζωής τους κινδυνεύουν ακόμα να δοκιμάσουν μια μεταβολή στο χειρότερο και όσοι σε περίπτωση αποτυχίας θα αισθανθούν τη διαφορά σε πολύ μεγάλο βαθμό» (43.5: ου γαρ οι κακοπραγούντες δικαιότερον αφειδοίεν του βίου, οις ελπίς ουκ έστιν αγαθού, αλλ’ οις η εναντία μεταβολή εν τω ζην έτι κινδυνεύεται και εν οις μάλιστα μεγάλα τα διαφέροντα, ην τι πταίσωσιν).

Τούτο σημαίνει πως οι πλούσιοι έχουν περισσότερους λόγους από τους φτωχούς να υποβληθούν σε θυσίες, για να σωθεί η πατρίδα. Βέβαια, τα δεδομένα δεν είναι τα ίδια. Η παρομοίωση της πατρίδας με πλοίο που, όταν βυθίζεται, συμπαρασύρει όλους τους επιβαίνοντες σε αυτό, πλούσιους και φτωχούς, φαίνεται πως δεν ισχύει πια. Γιατί οι πλούσιοι μόλις δουν τον κίνδυνο, μπορούν να μεταφέρουν τα υπάρχοντα και τα πλούτη τους σε ασφαλείς χώρες -έχουν βρει αυτοί πολλούς τρόπους, για να σώσουν και τον εαυτό τους και τους δικούς τους- , να στήσουν σε άλλες χώρες πατρίδες, αφού, όπως λένε, το χρήμα δεν έχει πατρίδα. Προτιμούν να χρησιμοποιούν τον πλούτο τους για επίδειξη και «με κυνικό τρόπο» παρά να βοηθήσουν τους συνανθρώπους τους που υποφέρουν.

Κάποτε κάποιος παρίστανε τον αντιρατσιστή και, όταν τον ρώτησε κάποιος αν θα πάντρευε την κόρη του με ένα μαύρο, αυτός απήντησε χωρίς δισταγμό καταφατικά. Όταν όμως τον ρώτησε αν έχει κόρη, αυτός απήντησε πως δεν έχει. Θέλω να πω πως η κριτική είναι εύκολη. Θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς αν εγώ είχα χρήματα τι θα έκανα. Θα τα έβγαζα έξω; Θα έκανα αυτή την κριτική; Εδώ είναι το πρόβλημα. Πολλές φορές οι άνθρωποι τίθενται μπροστά σε ηθικά διλήμματα που κρίνουν την ηθική ποιότητά τους…

 

*Ο κ. Αθανάσιος Φραγκούλης είναι Δρ. Κλασικής Φιλολογίας, Επίτ. Σχολικός Σύμβουλος.

Παρασκευή, 05 Μαΐου 2017 14:25

Η πραγματική δόξα

Στο φύλλο της 25ης Απριλίου 2017, ο κ. Μιχάλης Παπαδημητρίου δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο « Η πραγματική δόξα». Προσάγοντας ως παράδειγμα τον Αισχύλο, τον Σωκράτη και την Αγία Βαρβάρα, καταλήγει στο συμπέρασμα πως «αν η διδασκαλία είναι ο υπέρτατος αναζωογονητικός θεσμός της κοινωνίας, η θυσία για την πατρίδα, μια ιδέα ή μια πίστη είναι αυτό που την επιβεβαιώνει και την επισφραγίζει. Είναι η πραγματική δόξα». Δε νομίζω πως υπάρχει συνετός άνθρωπος που θα διαφωνούσε με αυτό. Παρόλο ότι υπάρχουν πολλοί που υποστηρίζουν πως οι πνευματικοί άνθρωποι περισσότερο από κάθε άλλον, ακόμη και από τους μαχητές του δρόμου, που μετουσιώνουν τη θεωρία σε πράξη, έχουν την ευθύνη για τα κοινωνικά και πολιτικά καθεστώτα που επιβάλλονται στην εποχή τους, κανένας δεν αμφισβητεί πως, όπως λέει ο λαός, «θεωρία δίχως πράξη (είναι) χωρίς άξονα αμάξι». Μια σωστή πράξη μπορεί να ζυγίζει περισσότερο από χίλιες σοφές θεωρίες.

Η αγάπη για την πατρίδα είναι από τα πιο παλιά φανερώματα της ελληνικής ζωής και διατρέχει όλη την Ιστορία μας ήδη από την εποχή του Ομήρου στην οποία επικρατούσε ο λεγόμενο «ηρωικό ιδεώδες». Στην «Ιλιάδα», ο Έκτορας παρατηρεί στον Πολυδάμαντα που προσπαθεί να τον αποτρέψει από τη μάχη, αφού οι οιωνοί δεν είναι καλοί, πως «εις οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάτρης». Εδώ για πρώτη φορά τίθεται η πατρίδα πάνω και από τη θρησκεία και είναι λογικό αφού, σύμφωνα με τις αντιλήψεις της εποχής, και οι θεοί είχαν πατρίδα! Στο ίδιο έργο, ο Έκτωρ τονίζει πως «δεν είναι καθόλου ανάρμοστο να πεθάνει κανείς για την πατρίδα του και να αγωνίζεται γι’ αυτή» (Ο 494: ουκ αεικές αμυνομένω περί πάτρης τεθνάμεν). Αλλά και στην «Οδύσσεια», ο Οδυσσέας λέει πως «δεν υπάρχει τίποτε πιο γλυκό από την πατρίδα του καθενός» (ι 34: ουδέν γλύκιον ης πατρίδος). Και ο ποιητής Τυρταίος έλεγε στους Σπαρτιάτες πως «είναι ωραίο ο γενναίος άντρας να πεθάνει στην πρώτη γραμμή πολεμώντας για την πατρίδα του» (Ελεγεία 8, 6: Τεθνάμεναι γαρ καλόν ενί προμάχοισι πεσόντα // άνδρ’ αγαθόν περί η πατρίδι μαρνάμενον).

Σε αυτή την παιδεία που έπαιρναν οι αρχαίοι μας πρόγονοι, οφείλονται σίγουρα τα λαμπρά παραδείγματα πατριωτικής αυτοθυσίας και ηρωισμού που μας κληροδότησαν προς μίμηση. Ο Σωκράτης όμως είναι αυτός που διατύπωσε στον πλατωνικό διάλογο «Κρίτων», τον υπέρτατο νόμο της ελληνικής φυλής με το περίφημο «Από τη μητέρα και τον πατέρα και όλους τους άλλους προγόνους δεν υπάρχει πιο πολύτιμο, πιο σεμνό, πιο άγιο πράγμα και πιο σημαντικό από την πατρίδα και στην κρίση των θεών και στην κρίση των ανθρώπων των συνετών» (51 a: Μητρός τε και πατρός και των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερόν εστιν η πατρίς και σεμνότερον και αγιώτερον και εν μείζονι μοίρα και παρά θεοίς και παρ’ ανθρώποις τοις νουν έχουσιν).

Ας σημειωθεί πως πάντα υπήρχε μία αντίθεση ανάμεσα στη «ρώμη» και τη «σοφία» που εκδηλώθηκε με σφοδρότητα στην Αθήνα μετά τους Περσικούς πολέμους. Οι αρχαίοι Έλληνες διανοούμενοι στην εκτίμηση της σωματικής δύναμης, είχαν αντιτάξει τον σεβασμό τους προς την αξία του πνεύματος. Ο Αριστοφάνης στα κρίσιμα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου, επιτίθεται στις «Νεφέλες» του, εναντίον των διανοουμένων που προσπαθούσαν να μεταβάλουν τα ιδανικά της νεολαίας και να τους τραβήξουν από τα γυμναστήρια στις φιλοσοφικές σχολές. Και ο Ελεάτης φιλόσοφος Ξενοφάνης τονίζει πως «η σοφία μας είναι ανώτερη και από τους άνδρες και από τα άλογα» και πως «δεν είναι σωστό να προτιμά κανείς τη ρώμη από τη σοφία» ( Αποσπ. προσ. 21 Β 2: …Ρώμης γαρ αμείνων // ανδρών ηδ’ ιππέων ημετέρη σοφίη….// Ουδέ δίκαιον // προκρίνειν ρώμην της αγαθής σοφίης). Και σήμερα απασχολεί τους διανοούμενους το αν ο Αισχύλος ωφέλησε πιο πολύ με τα έργα του ή με τη θυσία του για την πατρίδα ή το ποια είναι ακριβώς η προσφορά ποιητών που δεν έλαβαν μέρος στον πόλεμο, όταν η πατρίδα κινδύνευε. Βέβαια, υπάρχουν πολλοί, όπως ο Ρήγας Φεραίος ή ο ποιητής Μαβίλης, που και θεωρητικό έργο παρουσίασαν και επισφράγισαν το έργο αυτό με τη θυσία τους για την πατρίδα. Αλλά αυτοί είναι λίγοι.  

Όμως το πνεύμα αυτό της αυτοθυσίας για την πατρίδα συνδεόταν στην αρχαιότητα με το λεγόμενο «φιλότιμον» για το οποίο ο Αριστοτέλης έπλεξε ερωτικούς ύμνους και για το οποίο εμείς σήμερα …σεμνυνόμαστε. Αυτή τη σύνδεση εκφράζει άριστα ο Περικλής στον Επιτάφιο λόγο που εκφώνησε για τους πρώτους νεκρούς Αθηναίους του Πελοποννησιακού πολέμου. Μιλώντας γι’ αυτούς, ο Περικλής λέει πως «στη διάρκεια της μάχης αυτοί (ενν. οι στρατιώτες), αφού θεώρησαν καλύτερο να αμυνθούν και να πεθάνουν παρά να σωθούν υποχωρώντας απέφυγαν την κακολογία και την ντροπή, ενώ υπέμειναν τον κίνδυνο με τη ζωή τους» (Θουκ. Β 42.4: και εν εαυτώ το αμύνεσθαι και παθείν κάλλιον ηγασάμενοι ή το ενδόντες σώζεσθαι, το μεν αισχρόν του λόγου έφυγον, το δ’ έργον τω σώματι υπέμειναν). Την εποχή εκείνη αλλά και αργότερα ο κανόνας ήταν «αιρετώτερόν εστι θανείν καλώς ή ζην αισχρώς», δηλαδή για έναν άντρα είναι «προτιμότερο να πεθάνει με έντιμο και ηρωικό τρόπο παρά να ζει με αισχρό τρόπο».

Δεν υπάρχει λοιπόν καμιά αμφιβολία πως η θυσία για την πατρίδα είναι η πραγματική δόξα. Το ζήτημα είναι αν το πνεύμα αυτό διακρίνει και τους σημερινούς Έλληνες. Γιατί φαίνεται πως η ιδέα της πατρίδας έχει ξεθωριάσει μέσα στο πλαίσιο της αμφισβητούμενης παγκοσμιοποίησης η οποία διεθνώς προωθείται. Αλλά γι’ αυτό σε άλλο άρθρο.

 

*Ο κ. Αθανάσιος Φραγκούλης είναι Δρ. Κλασικής Φιλολογίας, Επίτ. Σχολικός Σύμβουλος.

Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017 10:05

Περί συμβόλων

Όταν έγραφα αυτό το άρθρο, μου ήρθε το φύλλο της 19-4-2017 του «Εμπρός», το οποίο περιείχε άρθρο του Μιχάλη Παπαδημητρίου με τίτλο «Η καταγωγή των συμβόλων». Αυτό με ανάγκασε να αναπροσαρμόσω λίγο το περιεχόμενό του άρθρου μου, για να αποφύγω τις επαναλήψεις.

Η λέξη «σύμβολο» προέρχεται από την αρχαία λέξη «σύμβολον» και αυτή από το ρήμα «συμβάλλω/συμβάλλομαι», που σημαίνει «συνάπτω συμφωνία με κάποιον ή ενώνομαι με κάποιον». Η λέξη είναι σημαντική και πέρασε και στο λεξιλόγιο άλλων γλωσσών, όπως της γαλλικής (symbole) και της αγγλικής (symbol). Σύμφωνα με τα λεξικά, η λέξη «σύμβολο» σημαίνει α) κάθε υλικό στοιχείο, όπως αντικείμενο, παράσταση ή ήχος, που αντιπροσωπεύει μια αφηρημένη έννοια, συνήθως μια ιδέα και β) το γραπτό σημείο ή τη γραφική παράσταση που αντιστοιχεί «κατά σύμβαση» σε μια έννοια ή μια λειτουργία (Λεξικό Ακαδημίας Αθηνών). Έτσι, έχουμε θρησκευτικά σύμβολα, όπως οι εικόνες και ο σταυρός, εθνικά σύμβολα, όπως η σημαία, ερωτικά σύμβολα, όπως η καρδιά, ολυμπιακά σύμβολα, όπως η φλόγα, σύμβολα ειρήνης, όπως το περιστέρι, ή αριθμητικά σύμβολα, όπως οι αριθμοί, μουσικά σύμβολα, όπως οι νότες, αρχιτεκτονικά σύμβολα, όπως τα σχήματα και οι μορφές κ.λπ.. Μιλούμε για ήρωες, αθλητές, γυναίκες που έγιναν σύμβολα σε κάποιο τομέα, για σύμβολα του σεξ, για το Σύμβολο της Πίστεως κ.λπ.. Ακόμη και κάθε λέξη είναι ένα «σύμβολο», είναι το σημαίνον στο οποίο αντιστοιχεί κάποιο σημαινόμενο. Σύμβολο για ένα χωριό μπορεί να είναι ένα γιασεμί ή ένας πλάτανος που υπάρχει στην πλατεία του, σύμβολο καλαισθησίας ή ενότητας και αντοχής.

Από αυτή την άποψη θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως τα σύμβολα έχουν διαχρονική αξία και διέπουν την ιστορία των κρατών και τη δική μας από καταβολής της. Αυτά ενώνουν τους πολίτες ως στοιχεία της εθνικής τους ταυτότητας, εμφυσούν θάρρος, σμιλεύουν χαρακτήρες, στερεώνουν τις κοινωνικές δομές και πολλές φορές ηρεμούν τα πάθη. Είχε δίκιο ο Πρόκλος που έλεγε «συνέστηκε γαρ η ψυχή από των ιερών λόγων και των θείων συμβόλων …και εσμέν εικόνες μεν των νοερών ουσιών, αγάλματα δε των αγνώστων συνθημάτων», δηλαδή «Γιατί η ψυχή μας έχει συσταθεί από τους ιερούς λόγους και από τα θεϊκά σύμβολα… Και είμαστε εικόνες των νοερών ουσιών και ομοιώματα των αγνώστων συνθημάτων» (Σχόλια στα Χαλδαϊκά Λόγια, 5.4). Με άλλα λόγια και εμείς οι ίδιοι ως υπάρξεις, είμαστε σύμβολα.

Τιμώντας, λοιπόν, κανείς τα σύμβολα, όπως πρέπει και όταν πρέπει, τιμά τον ίδιο του τον εαυτό, τιμά την ιστορία του, τιμά το παρελθόν του, τους πατέρες του και τους αγώνες τους. Κι εμείς τι κάνουμε; Προσπαθούμε να γκρεμίσουμε τα σύμβολα μας! Πολλοί, για παράδειγμα, από αυτούς που εκλέξαμε και στείλαμε στο Κοινοβούλιο, διακηρύττουν πως η σημαία είναι ένα απλό πανί και δεν είναι και τίποτε σημαντικό να το κάψει κανείς! Είπαν μάλιστα πως πρέπει να αρχίσει η συζήτηση για την αποποινικοποίηση του καψίματος της σημαίας (Παρασκευόπουλος, υπουργός Δικαιοσύνης (!), Βραδυνή της Κυριακής, 11-12-18). Και μη νομίζετε πως η δήλωση αυτή ήταν αθώα και έγινε από λάθος. Υποκρύπτει την ιδεολογική θέση του τέως υπουργού και αν μπορούσε θα την υλοποιούσε. Ξεχνά πως αυτό το πανί «το γαλανό και τ’ άσπρο», όπως μας είχαν μάθει στο σχολείο, είναι καθαγιασμένο από τους αγώνες και το αίμα πολλών Ελλήνων και υπάρχει, για να υποδηλώνει πιο έντονα κάποια βασική ιδέα.

Πόσο μεγάλη σημασία απέδιδαν και αποδίδουν οι μεγάλοι άνδρες στη σημαία, φαίνεται από το εξής περιστατικό: Όταν ένας στρατηγός του Μ. Ναπολέοντα επέστρεψε από μία νικηφόρα μάχη και επεδείκνυε με περηφάνια σε αυτόν τα λάφυρα που είχε κερδίσει ανάμεσα στα οποία υπήρχαν και πολλές εχθρικές σημαίες, αυτός τον ρώτησε πού είναι η δική τους σημαία και αυτός απάντησε πως την πήραν οι εχθροί. Τότε ο Μ. Ναπολέων τού είπε πως δεν κατάφερε τίποτε και πως η νίκη του ισοδυναμούσε με ήττα. Τόσο μεγάλη σημασία έδινε στο λάβαρο του στρατού του, που ήταν και λάβαρο της πατρίδας του. Αλήθεια, γιατί κανείς δεν προτείνει να καταργηθούν και τα περιττά λάβαρα και οι σημαίες των κομμάτων, αλλά νοιάζονται και ενοχλούνται μόνο από τις σημαία του Έθνους μας; Παρόμοια ήταν και η δήλωση του άλλου, του κ. Μπαλαούρα, που τον ενόχλησε η μεταφορά με τιμές του Αγίου Φωτός, του φωτός της Αναστάσεως από τους Αγίους τόπους στην πατρίδα μας και ζήτησε την κατάργησή της, γιατί, λέει, είναι παγανιστικό στοιχείο! Μόνο που δεν μας είπε αν ο ίδιος πιστεύει στον Θεό πραγματικά και αν είναι Χριστιανός.

Όμως εδώ με ενδιαφέρει κάτι άλλο. Είπαμε πως τα σύμβολα είναι η ψυχή του Έθνους μας, η ψυχή η δική μας. Και την ψυχή μας ή ένα σημαντικό μέρος της, την έχουμε από αδιαφορία ή ανικανότητα ή σκοπιμότητα, εκχωρήσει σε διάφορους επιτήδειους και καιροσκόπους. Εκχωρήσαμε, για παράδειγμα, τις έννοιες «θρησκεία, πατρίδα, οικογένεια» στους ακροδεξιούς ή τους χουντικούς, γιατί αυτοί τις χρησιμοποίησαν και τις χρησιμοποιούν με επιμονή και σύστημα. Σήμερα όποιος χρησιμοποιεί αυτές τις λέξεις ή σέβεται και τιμά αυτούς τους θεσμούς, κινδυνεύει να χαρακτηριστεί «ακροδεξιός» ή, ακόμα, και «φασίστας». Γι’ αυτό ακριβώς έχουν εξαφανιστεί σχεδόν από τα αναγνωστικά βιβλία του σχολείου. Αν είναι δυνατό!

Έχουμε ακόμη εκχωρήσει το σύμβολο του αναγεννώμενου φοίνικα στους δικτάτορες και τους οπαδούς τους. Όπως είναι γνωστό, ο Φοίνικας (φοινός = πορφυρός) είναι ένα πουλί που αναγεννιέται από τη στάχτη του. Ο Ηρόδοτος αναφέρεται σε αυτή την ιδιότητά του. Το πουλί αυτό τιμούσαν στην αρχαία Ελλάδα και το συνέδεαν με τη λατρεία του Ήλιου και του Απόλλωνα. Πέρα όμως από αυτό ήταν ένα πολύ ιερό σύμβολο και για άλλους πολιτισμούς. Κατά τους πρώτους Χριστιανικούς χρόνους ο Φοίνικας αναπαριστούσε τον Ιησού Χριστό, που πεθαίνει και ανασταίνεται μέσα σε τρεις μέρες όπως αυτός.

Ο Φοίνικας είναι ένα πανίσχυρο σύμβολο που αφομοιώνει τη δύναμη του ανθρώπου να γεννιέται από τις δυσκολίες του και να γίνεται ακόμα πιο δυνατός. Γι’ αυτό χρησιμοποιήθηκε από τη Φιλική Εταιρεία ως σύμβολο της Ανάστασης του Έθνους, από τον Καποδίστρια ως εθνόσημο και ως νόμισμα, από τον Α. Υψηλάντη ως σημαία του Ιερού Λόχου και αποτέλεσε ένα από τα τάγματα αριστείας της Ελληνικής Δημοκρατίας. Δεν είναι σωστό να το εκχωρήσουμε στους Μασόνους που το χρησιμοποιούν ως έμβλημα της Μεγάλης Στοάς τους και στη Χούντα των συνταγματαρχών του 1967-74, που το χρησιμοποίησαν προσθέτοντας σε αυτό έναν στρατιώτη!

Βέβαια, θα μπορούσε να πει κανείς πως σημασία έχει η ουσία και όχι ο συμβολισμός. Είναι σωστό αυτό. Και εγώ θα προτιμούσα ανάμεσα στα δύο την ουσία, αν όμως δεν γινόταν διαφορετικά. Όμως ο συνδυασμός του «συμβολισμού» και της «ουσίας» και εφικτός είναι και πιο αποτελεσματικός μπορεί να αποδειχτεί, ιδιαίτερα σε μια εποχή σαν τη σημερινή, που η πατρίδα μας αγωνίζεται σκληρά «να αναγεννηθεί από τις στάχτες της». Ας μη λησμονούμε πως κάθε μήνυμα είναι πολυσήμαντο και τις περισσότερες φορές δεν διακρίνεται καθαρά, αλλά υπολανθάνει και περνά μέσα από συμβολισμούς. Δεν είναι άσχετο το γεγονός πως η διαφήμιση προσπαθεί να διαμορφώσει δεσμούς και σχέσεις ανάμεσα στα προϊόντα και στους καταναλωτές κατασκευάζοντας «σύμβολα ανταλλαγής». Και ας έχουμε υπόψη και κάτι άλλο: την ψυχή μας δεν μπορεί να την πάρει κανείς, αν δεν την δώσουμε εμείς οι ίδιοι και πως αυτοί που εκχωρούν ή καταργούν τα εθνικά τους σύμβολα, καταλήγουν με τον καιρό να καταργήσουν τον εαυτό τους…

 

*Ο κ. Αθανάσιος Φραγκούλης είναι Δρ. Κλασικής Φιλολογίας, Επίτ. Σχολικός Σύμβουλος.

Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017 12:27

Λαός και Εξουσία

Με αφορμή το ποίημα του Γ. Δροσίνη που λέει «Δεν θέλω του κισσού το πλάνο ψήλωμα// σε ξένα αναστυλώματα δεμένο,// ας είμαι ένα καλάμι ένα χαμόδεντρο, //μα όσο ανεβαίνω, μόνος ν’ ανεβαίνω», όταν ήμουν στην ενεργό δράση ως εκπαιδευτικός, έθετα τους μαθητές μου μπροστά στο δίλημμα: Θα θέλατε πολλά υλικά και κοινωνικά αγαθά που σας τα προσφέρουν άλλοι έτοιμα ή λιγότερα που αποκτάτε μόνοι σας; Οι πιο πολλοί από αυτούς απαντούσαν, ευτυχώς, πως θα προτιμούσαν λιγότερα υλικά και κοινωνικά αγαθά, αλλά να τα έχουν αποκτήσει με προσωπικό κόπο και ατομική προσπάθεια. Το πιο σημαντικό επιχείρημα με το οποίο δικαιολογούσαν τη θέση τους ήταν ότι αυτός που δέχεται, ας πούμε, μια υψηλή θέση από κάποιον, γίνεται υποχείριός του και χάνει την προσωπική του ελευθερία, που είναι ένα ηθικό αγαθό πολυτιμότερο από κάθε άλλο υλικό ή κοινωνικό. Το είχε πει και ο Σόλων πως οι θέσεις που κατακτώνται με ιδρώτα, είναι ανώτερες από αυτές που παραχωρούνται.

Ο νους μου πήγε στους εκλεγμένους από τον λαό εκπροσώπους του στη Βουλή. Και αυτοί ουσιαστικά κατέχουν μια θέση που δεν είναι, όπως λέει η Κοινωνική Αγωγή, «κατακτημένη», δηλαδή δεν την έχουν κατακτήσει με ατομική προσπάθεια, στη βάση της ατομικής καταξίωσης με κριτήρια τις ιδιαίτερες ικανότητες τους, τις γνώσεις τους, την ευφυΐα τους, την εργατικότητά τους κλπ., αλλά είναι «δοτή», δηλαδή τους έχει παραχωρηθεί προσωρινά από τον ελληνικό λαό και είναι εύκολο να τη χάσουν. Ουσιαστικά οι βουλευτές που εκπροσωπούν τον ελληνικό λαό, πρέπει να αισθάνονται «δούλοι» του λαού και «υπηρέτες» του και όχι «ηγεμόνες» και «αφέντες» του. Εξάλλου, το λέει ξεκάθαρα ο ελληνικός λαός με την αλάνθαστη σοφία του, με την παροιμία «αν δε γίνεις δούλος, δε γίνεσαι αφέντης» επαναλαμβάνοντας τη ρήση του Πλάτωνα «άρχεσθαι μαθών άρχειν επιστήσει».

Και ο Φρανς Μπέικον είχε πει πως «οι άνθρωποι που κατέχουν υψηλές θέσεις, είναι τρεις φορές δούλοι: δούλοι του κράτους, δούλοι της φήμης και δούλοι της εργασίας. Έτσι δεν έχουν καμιά ελευθερία. Δεν έχουν ελευθερία στις πράξεις τους ούτε και στη διάθεση του καιρού τους. Η άνοδος σε μιαν ανώτερη θέση είναι κοπιαστική και κοπιάζοντας οι άνθρωποι φτάνουν κάπου, όπου πρέπει να κοπιάζουν πιο πολύ».

Συμβαίνει άραγε αυτό στην πραγματικότητα; Μέχρι ποίου σημείου οι βουλευτές αισθάνονται μειωμένη την ελευθερία τους απέναντι σε αυτούς που τους παραχώρησαν την εξουσία; Η σημερινή δημοκρατία που εκφράζουν και υποτίθεται πως υλοποιούν «ασκείται από τον λαό, δια του λαού και για τον λαό»; Αλήθεια, μέχρι ποίου σημείου φτάνει η εξουσία που τους δίνεται μέσω του Κοινωνικού Συμβολαίου που υπογράφουν με τον λαό; Ο ελληνικός λαός τούς έδωσε «λευκή επιταγή» και το δικαίωμα να λένε και να κάνουν ό,τι θέλουν, ενεργώντας ως τύραννοι; Τους έδωσε το δικαίωμα να τον καταδικάσουν στη φτώχεια, να καθορίσουν αυτοί την παιδεία που θα δώσουν στο παιδί του καθενός, να καταργήσουν τα πατροπαράδοτα ήθη και έθιμα, τις αξίες εκείνες που στήριξαν διαχρονικά το μεγαλείο της χώρας μας, να υποθηκεύσουν το μέλλον των παιδιών μας και να πουλήσουν την Ελλάδα στους ξένους;

Για τίποτε από αυτά δεν τους έχει εξουσιοδοτήσει ο λαός. Κι είναι εξοργιστικό όλοι οι βουλευτές να μην αισθάνονται υπόχρεοι απέναντι στον ελληνικό λαό, αλλά απέναντι στο κόμμα και τον αρχηγό του, γιατί αυτός ουσιαστικά τους εξασφάλισε την εξουσία με όλα τα καλά της. Γιατί δεν δικαιολογείται πολλοί βουλευτές να δηλώνουν ανερυθρίαστα πως δεν συμφωνούν με κανένα από τα μέτρα που πήρε η κυβέρνηση, αλλά θα τα ψηφίσουν, ακολουθώντας την κομματική γραμμή! Και παρόλο ότι και αυτοί θεωρητικά δέχονται πως οι πνευματικές αξίες είναι πολυτιμότερες από οποιαδήποτε υλικά αγαθά, είναι πρόθυμοι θα θυσιάσουν τις αρχές τους και να ξεπουλήσουν ακόμη και την ψυχή τους για το χρήμα και τη θέση! Και είναι προτιμότερο να έχει κανείς λανθασμένες αρχές που όμως τιμά και σέβεται, παρά να έχει σωστές αρχές, αλλά να τις περιφρονεί και να τις προδίδει.

Όπως έχουν καταντήσει τη δημοκρατία οι υπεύθυνοι πολιτικοί, αυτή δίνει το δικαίωμα και την ευκαιρία συνάμα σε μερικούς «γύφτους να γίνουν βασιλιάδες» και σε μερικούς «χωριάτες να γίνουν άγιοι». Όμως όπως λέει και ο λαός «ο γάιδαρος είναι γάιδαρος και ας φορεί και σέλα» ή «ο γύφτος παπάς δε γίνεται, κι αν γίνει δε βλογάει». Και δυστυχώς, την κοινωνία την κοσμούν όχι οι θέσεις αλλά οι άνθρωποι. Και οι άνθρωποι αυτοί εμφανίζονται ανεπαρκείς και άν-αρχοι. Νομίζουν πως από τη στιγμή που εκλέχτηκαν, πήραν και τις ικανότητες όλων αυτών που τους εξέλεξαν. Πως είναι η συνισταμένη τους και γι’ αυτό ανέβηκαν αυτόματα πολλές θέσεις στο κοινωνικό πρωτόκολλο.

Η κοινή γνώμη δε σημαίνει πως είναι αλάνθαστη. Το είχε πει άλλωστε και ο Μακιαβέλι: «Ο λαός, όταν ακούει δυο ρήτορες ίσης δυνάμεως να του προτείνουν δυο αντίθετα πράγματα, πάει πάντα με το μέρος εκείνου που είναι πιο ικανός να του αποκρύπτει την αλήθεια». Και δεν θα πρέπει αυτοί που εκλέγει ο λαός να καταφεύγουν στην ετυμηγορία του πλήθους και να επικαλούνται τους πολλούς πιστούς που τους ψήφισαν. Η αμφισβήτηση της εξουσίας αυτού του είδους είχε παρουσιαστεί για πρώτη φορά στην ομηρική «Ιλιάδα», στη σύγκρουση ανάμεσα στον Αχιλλέα και τον Αγαμέμνονα που εκπροσωπούσε το πλήθος. Εκεί, στην κορύφωση της έριδας μεταξύ των δύο ανδρών, ο Αχιλλέας που δεν κατέχει την υπέρτατη εξουσία, αλλά κατέχει το προνόμιο της υπέρτατης ατομικής ανδρείας, αμφισβητεί την υπέρτατη εξουσία του Αγαμέμνονα που στηρίζεται στην αποδοχή του από τους άλλους. Τον χαρακτηρίζει μάλιστα «δημοβόρο» και τονίζει πως μπορεί να φέρεται αυταρχικά «επεί ουτιδανοίσιν ανάσσει», γιατί βασιλεύει σε τιποτένιους. Ο σεβασμός δεν είναι άγραφη επιταγή. Καθένας πρέπει με τις πράξεις του και όχι με τα λόγια, να δείξει ότι τον αξίζει. Αλλιώς ο λαός ακολουθεί τη λαϊκή προτροπή «χωριάτης άγιος κι αν γενεί να μην τον προσκυνήσεις».

 

*Ο κ. Αθανάσιος Φραγκούλης είναι Δρ. Κλασικής Φιλολογίας, Επίτ. Σχολικός Σύμβουλος.

Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017 16:12

Δει δε χρημάτων… (Μέρος Β΄)

Από τότε που εκδηλώθηκε το οικονομικό πρόβλημα της χώρας μας και η δέσμευσή της από τους Ευρωπαίους με Μνημόνια, κατέστη αναγκαία η εξεύρεση χρημάτων για την κάλυψη των εξωτερικών και εσωτερικών επιτακτικών αναγκών της. Οι κυβερνήσεις μας, ιδιαίτερα η τελευταία, συνέστησαν επιτροπές από «αρρωστημένους», όπως λένε πολλοί, εγκεφάλους, που δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να σοφίζονται «εύσχημους» τρόπους με τους οποίους θα ήταν δυνατόν να εξασφαλιστούν τα απαραίτητα χρήματα. Θύματα σε όλη αυτή τη διαδικασία ήταν γι’ ακόμη μια φορά και είναι οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι που έχουν φτάσει στο απροχώρητο. Θα ήθελα και εγώ να συνεισφέρω σε αυτή την προσπάθεια και μάλιστα «αμισθί» και να βοηθήσω την κυβέρνηση να ολοκληρώσει το «κακό» που κάνει στην ελληνική κοινωνία. Εξάλλου, όπως έλεγαν οι αρχαίοι «έτερος εξ ετέρου σοφός το τε πάλαι το τε νυν», δηλαδή ο ένας γίνεται σοφός από τον άλλο και αυτό ίσχυε και παλιά και ισχύει και τώρα. Δε ξέρω βέβαια, αν οι «σοφοί» του Υπουργείου Οικονομικών θα καταδεχθούν να ακούσουν έναν απλό πολίτη…

Πρόταση πρώτη: Ο κ. πρωθυπουργός, μιλώντας σε πανεπιστήμιο της Ρώμης στην τελευταία Σύνοδο, δικαίως, κατά τη γνώμη μου, τόνισε πως κάποια κράτη, με προεξάρχουσα τη Γερμανία, εκμεταλλεύτηκαν την ελληνική κρίση και ωφελήθηκαν από αυτή. Είπε, λοιπόν, πως αυτά τα κράτη πρέπει να πληρώσουν και να μη διαμαρτύρονται αν πληρώνουν. Σωστό. Όμως κάτι ανάλογο συμβαίνει και στο εσωτερικό της χώρας μας. Κάποιοι συμπατριώτες μας εκμεταλλεύτηκαν την κρίση και πλούτισαν με νόμιμο ή παράνομο, αλλά όχι ηθικό τρόπο, από αυτή. Πλούτισαν μάλιστα με την ανοχή ή τις πλάτες των εκάστοτε κυβερνήσεων. Γιατί παρατηρείται στη χώρα μας το φαινόμενο, οι νόμοι που κάθε φορά ψηφίζονται, να κάνουν του πλούσιους πλουσιότερους και τους φτωχούς φτωχότερους. Αυτό όμως δεν είναι δημοκρατικό γιατί, όπως έλεγε ο Ζ.Ζ. Ρουσώ στο «Κοινωνικό Συμβόλαιο» του, «(στη Δημοκρατία) κανένας πολίτης δεν πρέπει να είναι τόσο πλούσιος, ώστε να αγοράζει έναν άλλο ή τόσο φτωχός, ώστε να αναγκάζεται να πουλήσει τη συνείδηση και τον εαυτό του». Πρέπει, λοιπόν, να δει η κυβέρνηση ποιοι είναι αυτοί που αύξησαν τον πλούτο τους αυτά τα χρόνια, πόσο τον αύξησαν και να τους αναγκάσει να πληρώσουν αναλογικά και με τους άλλους, αλλά με τα κέρδη τους.

Πρόταση δεύτερη: Όλοι μιλούν για την παραοικονομία που ανθεί στη χώρα μας. Μάλιστα το ένα κόμμα κατηγορεί το άλλο ότι αυτό την εξέθρεψε. Η ουσία είναι πως κανείς δεν τολμά να τη διερευνήσει και να την αντιμετωπίσει αποτελεσματικά. Είναι γνωστό πως η παραοικονομία αυτή συνδέεται και με τους αλλοδαπούς που διαβιούν και δραστηριοποιούνται στη χώρα μας. Αφού η κυβέρνηση έχει βάλει το μακρύ της χέρι όπου μπορεί ένας Έλληνας πολίτης να βάλει χρήματα, σε τράπεζες, σε θυρίδες, σε πορτοφόλια, σε τσέπες ακόμη και σε στρώματα, γιατί δεν το βάζει και στους λογαριασμούς των αλλοδαπών; Είναι πασίγνωστο πως στη χώρα μας ζουν εκατοντάδες χιλιάδες αλλοδαπών. Όλοι αυτοί εργάζονται με μηνιαίο μισθό 600 - 700 ευρώ μηνιαίως χωρίς φυσικά να φορολογούνται. Και δεν είναι μόνο αυτό, αλλά οι περισσότεροι από αυτούς εμφανίζονται ως άποροι και φτωχοί και παίρνουν ειδικά επιδόματα από το κράτος. Είναι εύκολο να δει το κράτος ποιος είναι άνεργος και να ερευνήσει το πώς τα βγάζει πέρα ή πόσα χρήματα στέλνει ο καθένας στην πατρίδα του και από πού τα βγάζει. Να ένας τρόπος να εξασφαλιστούν χρήματα και να μην είναι αναγκασμένο το κράτος να μειώνει τις συντάξεις με τις οποίες οι συνταξιούχοι τρέφουν τα άνεργα παιδιά τους. Αν νομίζουν πως και οι αλλοδαποί έχουν τις ίδιες υποχρεώσεις με τους γηγενείς Έλληνες, γιατί δικαιώματα σίγουρα έχουν, ας τολμήσουν να το κάνουν. Ιδού η Ρόδος, που λένε, ιδού και το πήδημα.

Πρόταση τρίτη: Η κυβέρνηση, όπως είναι γνωστό, φορολογεί ό,τι «πετά», ό,τι «περπατά» και ό,τι «αναπνέει». Φορολογεί ακόμη και τα παιδιά που αποκτά κάποιος. Φαίνεται πως όλοι αυτοί οι κύριοι έχουν μπερδέψει την Ελλάδα με την Κίνα. Φοβούνται τον ενδεχόμενο υπερπληθυσμού στη χώρα μας και γι’ αυτό προσπαθούν να βάλουν «φρένο» στις γεννήσεις! Προτείνω, λοιπόν, για λόγους ισονομίας και ισοπολιτείας, να καταγράψει και να φορολογήσει τα σκυλιά που έχουν οι πολίτες στα σπίτια τους ή κυκλοφορούν στους δρόμους. Δεν είναι αστείο… Κάποιοι και κάποιες δεν έχουν τα «συμπαθή» τετράποδα σαν παιδιά τους; Δεν τα βγάζουν βόλτα στα πάρκα και στους δρόμους δυο και τρεις φορές την ημέρα; Δεν τα ταΐζουν με ό,τι καλύτερο μπορούν; Δεν φροντίζουν την ιατροφαρμακευτική τους περίθαλψη, αν παραστεί ανάγκη, αλλά και την εκπαίδευσή τους; Είναι σίγουρο πως μερικά σκυλιά, ας πούμε των πλουσίων, τρέφονται και περνούν καλύτερα από τα παιδιά των φτωχών! Και αυτά δεν είναι λίγα.

Δυστυχώς, το μέλλον της χώρας μας δεν είναι καθόλου ευοίωνο! Αυτοί που την κυβέρνησαν οδήγησαν το πλοίο της στα βράχια. Και το κακό είναι πως δεν διαφαίνεται ένας ικανός ηγέτης που θα μπορούσε να κρατήσει το τιμόνι της και να το οδηγήσει με ασφάλεια σε κάποιο λιμάνι. Η κατάσταση δε φαίνεται αναστρέψιμη και το κακό για όλους τους πολιτικούς μας είναι ότι κανείς δεν τους πιστεύει, ακόμη και αν κάποτε τυχαίνει να λένε την αλήθεια. Επειδή ο κόσμος έχει καεί στο χυλό, φυσά και το γιαούρτι, όπως λέει ο λαός.

 

* Ο κ. Αθανάσιος Φραγκούλης είναι δρ. Κλασικής Φιλολογίας και επιτ. σχολικός σύμβουλος.

FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top