FOLLOW US
Αθανάσιος Φραγκούλης

Αθανάσιος Φραγκούλης

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Παρασκευή, 08 Δεκεμβρίου 2017 14:00

Κόρος - Ύβρις - Νέμεσις - Τίσις (Β΄ Μέρος)

Στο Α΄ μέρος του άρθρου δείξαμε πώς λειτουργούσε, σύμφωνα με την κοσμοθεωρία των αρχαίων Ελλήνων, το ηθικό σύστημα κόρος- ύβρις - άτη- νέμεσις - τίσις. Μπορούμε να μελετήσουμε την ηθική παιδεία των αρχαίων θεών και ιδιαίτερα του Δία μελετώντας τον Ησίοδο, τον Σόλωνα και τους τρεις μεγάλους μας τραγικούς ποιητές, τον Αισχύλο, τον Σοφοκλή και τον Ευριπίδη, που συνήθως ερμηνεύουν την πτώση των ηρώων τους μέσα από το σχήμα αυτό. Ο Αριστοτέλης λέει πως ο ήρωας «πίπτει δι’ αμαρτίαν τινά» και η αμαρτία αυτή είναι κατά κανόνα μια διανοητική αστοχία, μια εσφαλμένη κρίση και απόφαση που προκαλείται από επέμβαση του θείου εξαιτίας της ύβρεως του τραγικού ήρωα.

Αλλά τι σχέση έχει το παραπάνω ηθικό σχήμα με τη συμφορά που έπληξε τους κατοίκους της Μάνδρας και της γύρω περιοχής; Ήδη ο κ. Μακρής στο κείμενό του, που έγινε αφορμή για τις σκέψεις αυτές, μίλησε για αλαζονεία και απληστία, για αμετροέπεια και υπέρβαση του μέτρου, στοιχεία που συνθέτουν την ύβρη και οδήγησαν στην ανεπίτρεπτη με ανοχή του επίσημου κράτους, επέμβαση των κατοίκων της περιοχής στο φυσικό περιβάλλον. Βέβαια, θα μπορούσε να πει κανείς πως πολλοί από αυτούς που καταστράφηκαν δεν ήταν πλούσιοι. Δεν ήταν δηλαδή ο κόρος αυτός που οδήγησε στην υβριστική συμπεριφορά τους ανθρώπους. Ήταν απλοί και φτωχοί άνθρωποι που προσπάθησαν να εξασφαλίσουν με τις παράνομες προσχώσεις των ρεμάτων και το μπάζωμα των ποταμών, ένα σπίτι να μείνουν. Αυτό είναι αλήθεια. Όμως η αδικία και η παρανομία δεν κάνουν διάκριση ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς. Χαρακτηρίζουν τις ενέργειες και των φτωχών και των πλουσίων. Στις Παροιμίες (30: 8 κ.) της Παλαιάς Διαθήκης διαβάζουμε: «Πτωχείαν και πλούτον μη δώσης εις εμέ, τρέφε με με αυτάρκη τροφήν, μήποτε χορτασθώ, και σε αρνηθώ και είπω, Τις είναι ο Κύριος;», πράγμα που σημαίνει πως και ο πλούτος και η φτώχεια θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην Ύβρη.

Ο Σόλων σε μια ελεγεία του (1 D) επιζητεί αγαθά και πλούτο, αλλά αυτά που παρέχουν οι μακάριοι θεοί. Στη συνέχεια (στ. 11) μιλά για κείνον τον άλλο πλούτο που ακολουθεί τους ανθρώπους άθελά του, γιατί τον τραβούν κοντά τους οι άδικες πράξεις τους. Και ο Σόλων μιλά για την κατάρα που βαραίνει τα πλούτη αυτού του είδους και με την ευκαιρία προβάλλουν οι λέξεις εκείνες που στενά συνδεδεμένες με την κλασική εποχή, αποτέλεσαν το κέντρο της θρησκευτικο-ηθικής σκέψης των αρχαίων Ελλήνων. Τα λόγια του Σόλωνα θυμίζουν τον Ησίοδο στον πνευματικό και ηθικό κόσμο του οποίου βρισκόμαστε. Αυτός στο έργο του «Έργα και Ημέραι» (στ. 320 κ. ε.), αντιπαραθέτει τα κτήματα που δίνουν οι θεοί σ’ εκείνα που κερδίζονται με τη βία και την απάτη. Εδώ βρίσκονται αντιμέτωπες η κατανόηση των περιορισμών της ανθρώπινης συμπεριφοράς και η παραλογία της ανθρώπινης ελπίδας από τη μια και η βαθιά εμπιστοσύνη σε μια δίκαιη διακυβέρνηση του κόσμου από την άλλη. Και αυτή η αντίθεση είναι σχεδόν πανανθρώπινη και διαχρονική και διατρέχει όλους τους τομείς της ανθρώπινης ζωής. «Αν είσαι πλούσιος και στέκεις ψηλά», λέει ο Tao Te Ching (4ος αι. π.Χ.), αρχίζεις να υπερηφανεύεσαι και εκθέτεις τον εαυτό σου σε αναπόφευκτη καταστροφή», ενώ ο προφήτης Ησαΐας (10: 12 κ. ε.) λέει: «Θέλω παιδεύσει…την αλαζονείαν των υψηλών οφθαλμών αυτού. Διότι λέγει, εν δυνάμει της χειρός μου έκαμον τούτο, και δια της σοφίας μου…».

Οι αρχαίοι πίστευαν πως σε κάθε ανθρώπινη σκέψη, σε κάθε ανθρώπινη ενέργεια, σε κάθε ανθρώπινο λόγο, υπάρχει κάποιο όριο που υπαγορεύει η φρόνηση. Αν ο άνθρωπος ξεπεράσει αυτό το όριο είτε από άγνοια, είτε από απερισκεψία, είτε θεληματικά και σκόπιμα, γίνεται αλαζόνας, παραλογίζεται και πέφτει σε απανωτές συμφορές και στη δυστυχία. Γι’ αυτό και στο Μαντείο των Δελφών υπήρχε γραμμένο το παράγγελμα «Θνητά φρονέειν» και ο Σωκράτης προέτρεπε τον άνθρωπο να θυμάται «θνητός ων», ότι είναι θνητός. Η ύβρις ως παράβαση του μέτρου ήταν θρασύτητα και αναισχυντία, αλαζονεία και ανευλάβεια στην ύπαρξη της ηθικής τάξης, περιφρόνηση του θείου και καταπάτηση των νόμων και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, παράβαση των νόμων της Φύσης και της φυσικής τάξης και ισορροπίας. Και γι’ αυτό προκαλούσε την θεία τιμωρία, «ου γαρ εά φρονέειν μέγα ο θεός άλλον ή εωυτόν» (Ηρόδ. VII 10 c). «Δεν πρέπει», λέει στην ποιητική γλώσσα ο Αισχύλος, «να ψηλώνει πολύ ο νους των θνητών, γιατί όπου λουλουδίζει η ύβρις θα καρπίσει στάχυ συμφοράς, και θερίζει τότε ο άνθρωπος περίσσιο κλάμα» (Πέρσαι, στ. 820-822: Ύβρις γαρ εξανθούσ’ εκάρπωσεν στάχυν//άτης, όθεν πάγκλαυτον εξαμά θέρος). Γιατί, όπως λέει ο Ησίοδος, «η δικαιοσύνη έχει πιο μεγάλη δύναμη από την ύβρη και στο τέλος πάντα νικά» («Έργα και Ημέραι», στ. 217: Δίκη δ’ υπέρ ύβριος ίσχει ες τέλος εξελθούσα).

 

 * Ο κ. Αθανάσιος Φραγκούλης είναι Δρ. Κλασικής Φιλολογίας, Επίτ. Σχολικός Σύμβουλος.

 

Παρασκευή, 01 Δεκεμβρίου 2017 12:07

Κόρος - Ύβρις - Νέμεσις - Τίσις

Στις 22 Νοεμβρίου 2017 δημοσιεύθηκε στην τελευταία σελίδα του «Εμπρός» κείμενο του Γεωργίου Θ. Μιχαήλ με τίτλο «Η Ύβρις και η Νέμεσις». Ο συντάκτης του αναφέρεται στα καταστροφικά φαινόμενα που έπληξαν πρόσφατα τη Μάνδρα Αττικής και τη γύρω περιοχή. Αυτός περιγράφει τις συνέπειες των φαινομένων αυτών και λέει πως γι’ αυτές ευθύνεται «η απληστία για το υλικό κέρδος, η βλακεία και τα μικροπολιτικά και ολιγαρχικά συμφέροντα» και επαναλαμβάνει πιο κάτω πως το όλο κακό προκάλεσε η «αλαζονεία, η απληστία και η αμετροέπεια…». Ο κ. Μιχαήλ όμως δεν αναφέρει ούτε μια φορά στο κείμενό του τις λέξεις «Ύβρις» και «Νέμεσις» , για να δείξει πώς αυτές λειτουργούν και πώς σχετίζονται με τα φαινόμενα που εύστοχα περιγράφει. Στόχος μου, λοιπόν, είναι να συμπληρώσω εγώ τις σωστές, κατά την κρίση μου, αυτές σκέψεις αντλώντας στοιχεία από την πλούσια αρχαία ελληνική διανόηση.

Η «ύβρις» ήταν βασική αντίληψη της κοσμοθεωρίας των αρχαίων Ελλήνων. Αυτοί πίστευαν πως, όταν κάποιος υπερεκτιμώντας τις ικανότητες του, τη σωματική και κυρίως την πολιτική ή την οικονομική δύναμη, φερόταν με βίαιο, αλαζονικό και προσβλητικό τρόπο απέναντι στους άλλους, στους νόμους της πολιτείας και κυρίως απέναντι στον άγραφο θείο νόμο που επέβαλλε όρια στην ανθρώπινη δράση, θεωρούνταν ότι διέπραττε «ύβριν», δηλαδή εμφάνιζε συμπεριφορά που ξεπερνούσε τα ανθρώπινα όρια, τη θνητή φύση, και απειλούσε τη δύναμη των θεών. Η συμπεριφορά αυτή θεωρούνταν απόπειρα διασάλευσης της φυσικής και ηθικής τάξης και προσπάθεια ανατροπής της κρατούσας κοινωνικής ισορροπίας και γενικότερα της τάξης του κόσμου. Στην «ύβρη» οδηγούσε ο λεγόμενος «κόρος», ο χορτασμός, η πλήρωση, η αίσθηση της αυτεξουσιότητας και της αυτοδυναμίας, «η απληστία για το υλικό κέρδος, η βλακεία και τα μικροπολιτικά και ολιγαρχικά συμφέροντα». Αυτή την «ύβρη», που θα μπορούσε να εκδηλωθεί είτε με λόγια είτε με έργα είτε ακόμη και με σκέψεις, σύμφωνα και με το χριστιανικό «παν αμάρτημα πραχθέν λόγω, έργω ή διανοία», ο Θέογνης ονομάζει «πρώτον κακόν» (στ. 151), ενώ ο Αρχίλοχος την αποδίδει ακόμη και στα θηρία (αρχ. απ. 88: ω Ζευ, …σοι δε θηρίων ύβρις τε και δίκη μέλει). Οι αρχαίοι τη θεωρούσαν μάλιστα τόσο κακό που έκανε τον Ηράκλειτο να πει πως «πρέπει να σβήνουμε την ύβρη πιο πολύ και από μια πυρκαγιά» (απ. 43 δ ύβριν χρη σβεννύναι μάλλον ή πυρκαϊήν).

Σύμφωνα με την αρχαία βιοθεωρία, ο θεός εξοργιζόταν από την ύβρη των ανθρώπων και έστελνε τη λεγόμενη «άτην», το θόλωμα, την τύφλωση του νου, «τη βλακεία», που με τη σειρά της οδηγούσε τον υβριστή σε νέες ύβρεις, ώσπου να διαπράξει μια μεγάλη ανοησία, να υποπέσει σε ένα πολύ σοβαρό σφάλμα. Άτη ονομάζεται η τρέλα που στέλνει η θεά Αθηνά στον Αίαντα στην ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή (στ. 363, 976) και ο Αισχίνης μιλά για «θεοβλάβειαν και αφροσύνην» που οι άνθρωποι απέκτησαν «ουκ ανθρωπίνως, αλλά διαμονίως» (Κατά Κτησ. 133).

Ο Δίας, λοιπόν, σύμφωνα με την αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων , τιμωρεί το μυαλό που τραβά ψηλά -Ζευς τοι κολαστής των υπερκόμπων άγαν φρονημάτων έπεστιν (Πέρσ. 827) - αλλ’, «όταν σπεύδη τις αυτός, χω θεός συνάπτεται» (Πέρσ. 742). Ο άνθρωπος ξεκινώντας για την αμαρτία βρίσκει πρόθυμο βοηθό τον Θεό, γιατί, όταν κάποιος είναι γεμάτος από τυφλή σπουδή, και ο θεός βοηθά για να οδηγηθεί στην πτώση. Το λέει πολύ καθαρά αυτό ο Σοφοκλής στην Αντιγόνη του με το στόμα του Χορού: αυτόν που ο θεός «άγει προς άταν» τον «μωραίνει». Τον κάνει να μη μπορεί να διακρίνει ποιο είναι το καλό και ποιο είναι το κακό, με συνέπεια λίγο χρόνο να ζει αυτός χωρίς βάσανα και συμφορές (στ. 622-625). Όλα αυτά προκαλούν την οργή και εκδικητική διάθεση των θεών, προκαλούν τη λεγόμενη «νέμεσιν» που κατέληγε στην «τίσιν», την πληρωμή, την τιμωρία, τη συντριβή και την καταστροφή του υβριστή.

Με λίγα λόγια, με την «ύβριν», την αμαρτία της βίας και της απάτης, που αντιστρατεύεται το δίκαιο, ο άνθρωπος ξεπερνά τα όρια και τα σύνορα που του ορίστηκαν, τον βρίσκει τότε η Δίκη, η θεϊκή δύναμη της δικαιοσύνης και αυτή επιβάλλει βαριές τιμωρίες μέσω της Άτης, εκείνης της τύφλωσης που χτυπά τους ανθρώπους από την πλευρά των θεών, αλλά όμως ξεκινά από το δικό τους ένοχο εσωτερικό. Και «Το δικαστήριο του Δία», όπως λέει ο Σόλων σε μια ελεγεία του (1 D), «ορμά στα έργα της ύβρης, όπως ο ανοιξιάτικος άνεμος που ξεσηκώνει τη θάλασσα, ερημώνει τις πεδιάδες, ξεκαθαρίζει όμως τον ουρανό από τα σύννεφα, και ο ήλιος φωτίζει ξανά τη γη από τον αστραφτερό και γαλάζιο ουρανό». Η τιμωρία του Δία κατά τον Σόλωνα, που συνηθίζει να διαφωτίζει τα φαινόμενα του ηθικού και πολιτικού βίου με φυσικά παραδείγματα, εισβάλλει με τη βεβαιότητα και τη δύναμη ενός φυσικού φαινομένου, πράγμα που υποδηλώνει πως αυτή είναι βέβαια και αναπότρεπτη.

 

Είπαμε στο προηγούμενο σημείωμα πως τόσο η συντήρηση όσο και η πρόοδος είναι φυσικές τάσεις του ανθρωπίνου πνεύματος. Η πρόοδος ωθεί τον άνθρωπο προς το μέλλον, προς κάτι άγνωστο και αβέβαιο, προς κάτι που δεν έχει ακόμα πραγματοποιηθεί, αλλά μας γοητεύει και μας έλκει. Η συντήρηση πάλι προσπαθεί να κρατήσει αυτό που έχει επιτευχθεί και πραγματοποιηθεί με μεγάλους αγώνες, με τον ιδρώτα του προσώπου των γενεών που έχουν περάσει, προς κάτι που έχει δοκιμαστεί και έχει αξιολογηθεί ως θετικό, προς κάτι το σίγουρο και το βέβαιο που, όπως λέγει ο Παπανούτσος, «λαμποκοπά σαν ώριμος καρπός».

Ας δούμε όμως το θέμα και από μια άλλη σκοπιά. Ο Αριστοτέλης στη Ρητορική του (1389 a 3 κ.ε.) περιγράφει το ήθος των νέων και των μεγάλων. Λέει , λοιπόν, για τους νέους πως αυτοί «ζουν πιο πολύ με την ελπίδα, γιατί η ελπίδα αναφέρεται στο μέλλον, ενώ η ανάμνηση στο παρελθόν, και για τους νέους το μέλλον είναι μεγάλο, ενώ το παρελθόν είναι μικρό και γιατί στην αρχή της ζωής τους δεν είναι δυνατό να θυμούνται τίποτα, αλλά είναι δυνατό να ελπίζουν τα πάντα». Με λίγα λόγια οι νέοι εκπροσωπούν την πρόοδο, είναι προοδευτικοί, ενώ οι μεγάλοι για τους αντίθετους λόγους είναι συντηρητικοί. Βέβαια ο καθένας πιστεύει πως ο ίδιος έχει δίκιο, και αυτό εκφράζει και η λαϊκή παροιμία «κάθε πέρυσι και καλύτερα».

Οι δύο αυτές δυνάμεις γίνονται ολέθριες και καταστροφικές, όταν ξεπερνούν το μέτρο, όταν γίνονται νοσηρές υπερβολές, όταν ξεπερνούν τα όρια και λειτουργούν μέσα από την εμπάθεια, το πείσμα και τον αχαλίνωτο φανατισμό, όπως συμβαίνει, δυστυχώς, στη χώρα μας . Το 415 π.Χ. οι Αθηναίοι είχαν αποφασίσει να πραγματοποιήσουν την παράτολμη εκστρατεία στη Σικελία. Σε μια θυελλώδη συζήτηση που είχε προηγηθεί στην Εκκλησία του Δήμου διασταύρωσαν τα ξίφη τους ο «ηλικιωμένος» Νικίας, εκπρόσωπος της αθηναϊκής αριστοκρατίας, με τον «νεαρό» Αλκιβιάδη, ηγέτη των δημοκρατικών. Ο λαός εξέλεξε και τους δύο στρατηγούς για τη διαχείριση αυτής της εκστρατείας. Ο Νικίας συνέστησε στους Αθηναίους τότε να μην εμπιστευθούν μια τόσο σημαντική υπόθεση σε ένα τόσο νέο άνθρωπο, όπως ο Αλκιβιάδης, και αυτός με μεγάλη ωριμότητα απάντησε: «Ούτε πρέπει να σας αποτρέψει από τον σκοπό σας ο Νικίας συμβουλεύοντάς σας και εξωθώντας με τα λόγια του τους νέους σε διάσταση προς τους μεγαλύτερους. Αλλά σύμφωνα με τον νόμο που επικρατεί, όπως οι πατέρες μας, συνεργαζόμενοι νέοι και μεγαλύτεροι, ανύψωσαν την πόλη στην περιωπή και τη δόξα που έχει , έτσι τώρα και εμείς ας προσπαθήσουμε να προαγάγουμε την πόλη. Και να έχετε υπόψη πως η νεότητα και το γήρας χωρίς αμοιβαία βοήθεια δεν μπορούν να πετύχουν απολύτως τίποτε, ενώ η κοινή συνεργασία όλων, νέων και ηλικιωμένων, δημιουργεί τη δύναμη» (Θουκ. Ιστ. Ζ΄ 18: νεότητα μεν και γήρας άνευ αλλήλων ουδέν δύνασθαι, ομού δε το τε φαύλον και το μέσον και το πάνυ ακριβές αν ξυγκραθέν μάλιστ’ αν ισχύειν).

Οι αρχαίοι μάς δείχνουν τον δρόμο για την έξοδο από την κρίση και τη σωτηρία της χώρας. Σήμερα παρά ποτέ οι συνθήκες είναι κατάλληλες για συναίνεση και συνεργασία των προοδευτικών και συντηρητικών δυνάμεων της χώρας, όλων των δυνάμεων. Χωρίς αυτή τη συναίνεση σωτηρία, δυστυχώς, δεν υπάρχει. Όσο τα πολιτικά μας κόμματα αναλώνονται σε ανούσιους καυγάδες η κρίση θα βαθαίνει και θα γίνεται όλο και πιο δύσκολη η αντιμετώπισή της. Όσο οι πολιτικοί μας θα επιδιώκουν να αλώσουν την εξουσία για τον εαυτό τους και το κόμμα τους ελπίδα δεν υπάρχει. Εξάλλου, ο δρόμος που πρέπει να ακολουθήσουμε έχει χαραχτεί και καμιά παρέκκλιση από αυτόν δεν είναι δυνατή. Αυτόν ακολουθούν και οι «συντηρητικοί δεξιοί» και οι αυτοαποκαλούμενοι «προοδευτικοί αριστεροί». Και έχει χαραχτεί όχι από εμάς, αλλά από άλλους, από τους «φίλους» Ευρωπαίους , το ΔΝΤ και τους δανειστές μας. Αυτοί έχουν βάλει θηλιά στο λαιμό της χώρας μας και όλων μας και την χαλαρώνουν και τη σφίγγουν κατά βούληση. Ας συνέλθουμε, λοιπόν, πριν αποφασίσουν να μας πνίξουν!

Αναφέρεται πως πριν από τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, όταν η Αθήνα και ολόκληρη η Ελλάδα διέτρεχε σοβαρό κίνδυνο εξαιτίας της εκστρατείας των Περσών, ο Αριστείδης, αριστοκράτης και αρχηγός της συντηρητικής παράταξης και κύριος αντίπαλος του Θεμιστοκλή, ηγέτη των δημοκρατικών και σφοδρού πολέμιου των αριστοκρατικών -συντηρητικών ιδεών, συναντήθηκε με αυτόν και του είπε: τώρα που η πατρίδα μας κινδυνεύει, ας βάλουμε στην άκρη τις διαφορές μας, ας ενώσουμε τις δυνάμεις μας κα ας προσπαθήσουμε να την σώσουμε. Και την έσωσαν! Είναι καιρός και οι δικοί μας πολιτικοί να διδαχτούν έστω μια φορά κάτι από την Ιστορία, που είναι όπως είπαν οι Ρωμαίοι «δασκάλα της ζωής» (magistra vitae). Και ας έχουμε υπόψη πως το να κάνουμε μόνο πράγματα που μας αρέσουν, χωρίς περίσκεψη και λογική, δεν είναι πρόοδος αλλά απλή ευχαρίστηση. Και ο λαός περιμένει από τους πολιτικούς πραγματική πρόοδο.

 

Η Πρόοδος και η Συντήρηση από παλιά ήταν δυο αντίθετα ορμητικά ρεύματα που ύφαιναν την κίνηση των ιδεών στην πνευματική πορεία του ανθρώπου. Το δίπολο αυτό εκφραζόταν στην αρχαιότητα από τα πολιτεύματα της Αθήνας και της Σπάρτης. Βέβαια, και τα δύο πολιτεύματα a priori επιδίωκαν την εξυπηρέτηση του κοινού συμφέροντος που εμπερικλειόταν μέσα στο καλό της πατρίδας. Όμως η κάθε μία πόλη επιδίωκε την πραγματοποίηση αυτού του κορυφαίου σκοπού με διαφορετικό τρόπο, με διαφορετική πολιτική αντίληψη και φιλοσοφία. Το πολίτευμα της Σπάρτης ήταν συγκεντρωτικό, αυταρχικό και συντηρητικό, ενώ το πολίτευμα της Αθήνας ήταν δημοκρατικό και προοδευτικό.

Και σήμερα στην πολιτική ζωή του τόπου μας επικρατεί αυτό το δίπολο που πολλές φορές σκόπιμα εξυπηρετεί τη λεγόμενη «πόλωση» για την εξυπηρέτηση προσωπικών και κομματικών συμφερόντων. Έτσι μιλούμε για «αριστερά» και «δεξιά». Η πρώτη αυτοπροσδιορίζεται ως κόμμα «προοδευτικό» και δεν περιορίζεται σε αυτό αλλά προσδιορίζει και τον αντίπαλο ως «συντηρητικό», ως κόμμα που κρατά την κοινωνία καθηλωμένη στο παρελθόν! Και οι δύο τάσεις, λέει ο Παπανούτσος σε ένα δοκίμιό του, είναι φυσικές. Ο προοδευτισμός είναι μια «ακοίμητη λαχτάρα», ενώ ο συντηρητισμός είναι «η φρόνιμη πρόνοια». Επομένως, και τα δύο είναι απαραίτητα στη ζωή και, όπως λέει ο Παπανούτσος, «συνθέτουν τη ζωή του πνεύματος, ασφαλίζουν την εσωτερική συνοχή αλλά και την αδιάκοπη ανανέωσή του». Πράγματι, ο «συντηρητισμός» και ο «προοδευτισμός» είναι η αντίθεση εκείνη που γονιμοποιεί το ανθρώπινο πνεύμα και το ωθεί προς τα εμπρός. Με μια προϋπόθεση: ο «προοδευτισμός» να μην γίνεται «προοδοπληξία» και ο «συντηρητισμός» «αντιδραστικότητα», γιατί τότε η αντίθεση χάνει τη γονιμοποιό ορμή της, αποκτά ένα μονολιθικό δογματισμό και καταλήγει σε μια ανηλεή συκοφαντία και διαβολή του αντιπάλου.

Υπάρχει όμως και κάτι χειρότερο: να κατηγορεί ένα κόμμα το άλλο για «συντηρητισμό», όταν το ίδιο είναι στην ουσία του συντηρητικό και μετέρχεται συντηρητικές πολιτικές. Τότε το πράγμα φτάνει στα όρια της υποκρισίας και γελοιότητας. Γιατί τι θα πει «πρόοδος»; Αν ανατρέξει κανείς στο λήμμα αυτό σε ένα έγκυρο λεξικό, θα διαπιστώσει πως η πρόοδος συνδέεται με τη βελτίωση, την καλυτέρευση, την προαγωγή, την προκοπή. Τα μέτρα που παίρνει, για παράδειγμα, η κυβέρνηση συμβάλλουν, αλήθεια, στην αναβάθμιση του βιοτικού επιπέδου του ανθρώπου; Συμβάλλουν στην βελτίωση και την προκοπή του λαού; Και δε μιλώ για τα Μνημόνια, που ψήφισαν και οι συντηρητικές και οι προοδευτικές, κατά δήλωσή τους, κυβερνήσεις. Δε μιλώ για τις μειώσεις μισθών, για τις περικοπές συντάξεων, για την κατάργηση επιδομάτων κ.λπ. , που σίγουρα δεν βελτίωσαν καθόλου τη ζωή των ανθρώπων. Μιλώ για άλλα μέτρα, όπως το σύμφωνο συμβίωσης, η κατάργηση της «αριστείας», η «αποκαθήλωση» των εικόνων από τα δημόσια κτήρια, η κατάργηση της προσευχής στα σχολεία, η ιδιαίτερα εύκολη διαζυγίου, η αποκοπή από την αρχαιότητα με την κατάργηση των αρχαίων ελληνικών, με ένα λόγο η αποδυνάμωση και εν συνεχεία κατάργηση των παραδοσιακών θρησκευτικών και εθνικών αξιών, δηλαδή του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας, ως ηθικοπολιτισμικών στοιχείων της ιδιοσυστασίας μας που εμποδίζουν την επιδιωκόμενη από τους μεγάλους παγκοσμιοποίηση και τις επιδιώξεις της σημερινής άρχουσας τραπεζοοικονομικής παγκόσμιας τάξης. Το είπε, εξάλλου, κορυφαίος Υπουργός της κυβέρνησης, πως η Πατρίδα, η Θρησκεία και η Οικογένεια είναι αναχρονιστικοί θεσμοί, μόνο που δεν πρόσθεσε πως πρέπει να καταργηθούν. Και δημιουργείται ένα αδυσώπητο ερώτημα: είναι βέβαιο ότι όλα αυτά τα μέτρα θα βελτιώσουν τη ζωή μας. Θα την κάνουν καλύτερη;

Υπάρχει , όμως και κάτι. Όπως είναι γνωστό η Πρόνοια είναι υποχρέωση της Πολιτείας, ιδιαίτερα, όταν αυτή ευθύνεται για τον πολλαπλασιασμό των ατόμων που έχουν ανάγκη από αυτή την Πρόνοια. Είναι παγκοίνως γνωστό πως η Πρόνοια έχει περάσει στα χέρια της Εκκλησίας και μερικών φιλάνθρωπων οργανώσεων. Συμβαίνει δηλαδή σήμερα , τον 21ο αι., αυτό που συνέβαινε στο Βυζάντιο. Είναι , αλήθεια, πρόοδος το να πάει μια κοινωνία τόσα χρόνια πίσω;

Ας πάψουν, λοιπόν, τα κόμματα να ερίζουν για το ποιο είναι πιο προοδευτικό. Από τη στιγμή που αδυνατούν να αναβαθμίσουν την ποιότητα ζωής των πολιτών, που έχουν κουρελιάσει την αξιοπρέπειά τους και τους σπρώχνουν κάθε μέρα και περισσότερο στα συσσίτια, δεν μπορούν να ιδιοποιούνται τον τίτλο του «προοδευτικού». Δυστυχώς, εμείς σήμερα κάνουμε πολλές θυσίες και εκπτώσεις στην ευτυχία μας για την πρόοδο, αλλά τελικά δεν αναβαθμίζουμε την ευτυχία μας προοδεύοντας.

 

Εκδ. Μύθος, Μυτιλήνη, 2017, σελ. 133.

Πολλές φορές αυτοί που παρουσιάζουν ένα βιβλίο ασχολούνται πιο πολύ με τον συγγραφέα του παρά με το ίδιο το βιβλίο. Εγώ δε θα ασχοληθώ με τον συγγραφέα, αλλά με το ίδιο το βιβλίο, γιατί, όπως έλεγε και ο Βολταίρος, «σε κάθε συγγραφή πρέπει να ξεχωρίζουμε τον άνθρωπο από το έργο του». Εξάλλου, ο συγγραφέας, ο Παναγιώτης Σκορδάς, είναι πολύ γνωστός  από το πλούσιο έργο του: την επιμέλεια των σελίδων βιβλίου τοπικών εφημερίδων, τη συμμετοχή του με ανακοινώσεις σε σεμινάρια, ημερίδες και συνέδρια, τα κείμενα και τις μελέτες που δημοσιεύτηκαν σε  διάφορα περιοδικά, τις βιβλιοκριτικές του σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά και αθηναϊκές εφημερίδες, τα βιβλία που εξέδωσε, και κυρίως από το «Λεσβιακό Ημερολόγιο: Γράμματα, Τέχνες Πολιτισμός»  που επιμελείται από το 2011 μέχρι σήμερα. Ο κ. Σκορδάς με το πλούσιο  έργο του και τις δράσεις του συνεχίζει επάξια την παράδοση των λαμπρών φιλολόγων που έχει να επιδείξει  διαχρονικά το νησί μας.  

Εδώ μιλώ για το τελευταίο βιβλίο του κ. Σκορδά που έχει τίτλο  «Αδιάντροπα του Κλήδονα» και εκδόθηκε από τον λεσβιακό Εκδοτικό Οίκο «Μύθος» το  2017, αποτελείται από 133 σελίδες και  συνοδεύεται από CD. Στα απαραίτητα Προλογικά (σελ. 7-9) ο συγγραφέας πληροφορεί τον αναγνώστη για τις συνθήκες που οδήγησαν στη γέννηση αυτού του βιβλίου και   αναφέρεται στην οργάνωση του υλικού, βοηθώντας έτσι τον αναγνώστη να παρακολουθήσει ευκολότερα την εξέλιξη των ιδεών. Το βιβλίο, όπως σημειώνει ο συγγραφέας, αποτελείται από τρία μέρη. Στο πρώτο μέρος παρουσιάζονται τα Κάψαλα και ο Κλήδονας, όπως τελούνταν στη Μυτιλήνη και σε διάφορα χωριά της Λέσβου, με βάση « την υπάρχουσα βιβλιογραφία, το αρχείο του Βάσου Βόμβα και διάφορες προφορικές συνεντεύξεις». Στο μέρος αυτό παρουσιάζονται και σχολιάζονται οι συλλογές του Βάσου Βόμβα και του Ακίνδυνου Σκωπτικού, που αποτελούν και τη βάση του βιβλίου (σελ.11-60). Στο δεύτερο μέρος παρατίθενται οκτώ πεζογραφήματα  και ένα απόσπασμα από ένα θεατρικό έργο γνωστών Λέσβιων λογοτεχνών (σελ. 61-100).  Στο τρίτο μέρος καταγράφονται τα τραγούδια του Κλήδονα, όπως αυτά αναφέρονται στις συλλογές του Βόμβα και του Σκωπτικού (σελ. 102-131). Ο συγγραφέας υπογραμμίζει τη δυσκολία που ενείχε η γραπτή απόδοση του προφορικού ιδιωματικού λεσβιακού  λόγου και την προσπάθεια που κατέβαλε «ώστε από τη μια να υπάρχει ένας κοινός γραπτός κώδικας και από την άλλη να είναι ευχερής η ανάγνωσή του». 

Το βιβλίο, κάθε βιβλίο,  προκαλεί a priori πάντα κάποιο σεβασμό στους άλλους.  Είναι πολύ ευχάριστο να βλέπει κανείς το όνομά του τυπωμένο σε ένα βιβλίο, αλλά είναι θαυμάσιο να βλέπει το όνομά του τυπωμένο σε ένα βιβλίο που πραγματικά αξίζει. Και το βιβλίο του κ. Σκορδά  με τον ερευνητικό του χαρακτήρα έχει τη δική του αξία. Και έχει την αξία του, γιατί αναφέρεται στην παράδοση του νησιού μας, όπως αυτή εκφράζεται  από τις  καθιερωμένες λαϊκές αρχές, τις συνήθειες, τις  αντιλήψεις και τις  γιορτές που αποτελούν  το αποθεματικό ενός έθνους που τοκιζόμενο στη συνείδηση των ανθρώπων αυξάνει συνεχώς τον πλούτο του . Το βιβλίο αυτό αφήνει να φανεί ο παλμός της ζωής των ανθρώπων μιας  άλλης εποχής που  χαρακτηριζόταν  από  αυθορμητισμό,  ειλικρίνεια και αγνότητα, από  λιτότητα,  ζωντάνια και ευαισθησία και περιέκλειε το ουσιώδες και απέριττο της ζωής και του κόσμου.

Και η εργασία αυτή επικεντρώνεται κυρίως  σε συγκεκριμένα  ήθη και έθιμα, στα Κάψαλα και τον Κλήδονα που περιέχουν ποικίλους συμβολισμούς:    θρησκευτικούς, εθνικούς, ερωτικούς, κοινωνικούς κ.λπ.  Και είναι πολύ σημαντικά τα σύμβολα και οι συμβολισμοί, γιατί έχουν διαχρονική αξία και διέπουν την ιστορία των λαών  και τη δική μας από καταβολής της. Αυτά ενώνουν τους πολίτες ως στοιχεία της εθνικής τους ταυτότητας, εμφυσούν θάρρος, σμιλεύουν χαρακτήρες, στερεώνουν τις κοινωνικές δομές και πολλές φορές ηρεμούν τα πάθη. Με λίγα  λόγια και εμείς οι ίδιοι ως υπάρξεις είμαστε σύμβολα.  Τιμώντας, λοιπόν, κανείς τα σύμβολα, όπως πρέπει και όταν πρέπει, τιμά τον ίδιο του τον εαυτό, τιμά την ιστορία του, τιμά το παρελθόν του, τους πατέρες του και τους αγώνες τους.

Κι έχει το βιβλίο αυτό και άλλη αξία, γιατί φέρνει στο προσκήνιο  το λεσβιακό γλωσσικό ιδίωμα στην πιο γνήσιά του έκφραση, ένα ιδίωμα που αποτελεί κομμάτι της ενιαίας ελληνικής γλώσσας, κρίκο της αλυσίδας που εξασφαλίζει την ενότητα και την αδιάκοπη διαχρονική παρουσία της, σε μια εποχή που, όπως έλεγε ο Ψυχάρης,  «Χάνουνται τα χωριάτικα, πριν καταλάβη ο κόσμος τι αξίζουν και πόσο η σπουδή τους θα τιμήσει την Ελλάδα….». Η «ντοπιολαλιά» είναι ένα κεντρί που  μπορεί να μπολιάσει τις ψυχές των ανθρώπων, να τους ανοίξει πλατιούς ορίζοντες δημιουργίας με αποτέλεσμα να εμπλουτίζεται με νέο υλικό ο δημοτικός λόγος, να ευεργετήσει τη χρήση της κοινής γλώσσας σε όλα της τα επικοινωνιακά επίπεδα και να  συμβάλει έτσι στη μόρφωση του λαού.

Κι όλα αυτά πηγάζουν από την αγάπη που νιώθει ο κ. Σκορδάς για το νησί του, μια αγάπη που, όπως έλεγε  ένας μεγάλος Ιταλός ποιητής, «είναι ο χρυσός κρίκος που συνδέει εμάς με το καθήκον και την αλήθεια, η εξιλαστήρια αρχή που  συμφιλιώνει την καρδιά με τη ζωή»* από μια αγάπη  που ποτέ δεν χορταίνει, αλλά απολαμβάνοντας αυτά που αγαπά γίνεται ακόμη πιο φλογερή.  Θαρρώ πως τέτοια βιβλία είναι απαραίτητα σήμερα που οι Νεοέλληνες δε φαίνεται να δείχνουν τον ίδιο σεβασμό και την ίδια αγάπη προς την πολιτιστική τους κληρονομιά,  όπως οι παλιοί. Ο κ. Σκορδάς με το βιβλίο του αυτό σα ράφτης  ενώνει το ύφασμα του παρελθόντος με το παρόν με κάποια προέκταση στο μέλλον.

. Ο Ευριπίδης έλεγε «Εσθλών απ’ ανδρών εσθλά γίγνεται τέκνα». Και το βιβλίο αυτό είναι  ένα «εσθλό» και άξιο πνευματικό τέκνο . Και αξίζει να το διαβάσουμε. Αυτό θα είναι η μεγαλύτερη αμοιβή για το συγγραφέα. Εγώ σας βεβαιώνω πως άνοιξα το βιβλίο με λαχτάρα και το έκλεισα με κέρδος.  Γι’ αυτό και συγχαίρω τον κ. Σκορδά.  Θαρρώ πως ο πολύς χρόνος που δαπάνησε, για να το φέρει στη ζωή, δεν πήγε χαμένος. Εύχομαι να είναι πάντα καλά και να μας χαρίζει πολύτιμα δημιουργήματα.

 

Αθανάσιος Φραγκούλης

Παρασκευή, 03 Νοεμβρίου 2017 12:40

Μήπως είχε δίκιο ο Νορντάου; (Γ΄ μέρος)

Ο Νορντάου είπε πως ο τρόπος που λειτουργεί ο κοινοβουλευτισμός τον καταντά «υπόθεση κωμωδίας»! Ο βουλευτής, λέει, πρέπει να υψωθεί και ο εκλογέας γίνεται το σκαλοπάτι του. Στην ουσία οι βουλευτές καταλαμβάνουν τη θέση των παλαιών πατριαρχών. Έχουν και αυτοί μια δύναμη που στηρίζεται πάνω στα πλούτη τους που αποτελούνται από μεγάλα κοπάδια. Μόνο που τα κοπάδια αυτά δεν τα αποτελούν σήμερα πραγματικά κτήνη, αλλά ζώα που μετακινούνται τη μέρα των εκλογών και ρίχνουν το ψηφοδέλτιό τους μέσα στην κάλπη. Δεν είναι τυχαίο που κάποιος ονόμασε τους εκλογείς «ζώα που ψηφίζουν».

Για να πετύχει ο βουλευτής τον στόχο του που δεν είναι άλλος από την ικανοποίηση των φιλοδοξιών του έχει ανάγκη από την υποστήριξη του πλήθους, του λαού. Και αυτή την πετυχαίνει όχι αλλιώς, αλλά με υποσχέσεις και πομπώδεις λόγους που τους απαγγέλλει πάντα με μηχανικό τρόπο, σαν το «Πάτερ ημών». Κι όταν εκλεγεί κάποιος βουλευτής, τότε το πλήθος εξαφανίζεται από μπροστά του. Αυτός δεν ασχολείται πια με αυτό παρά μόνο όταν φοβηθεί πως απειλείται η δύναμή του και κινδυνεύει να μην επανεκλεγεί. Τότε, λέει ο Νορντάου, «θα αρχίσει ξανά το κομπολόι των υποσχέσεων και πομπώδικων φράσεις ή θ’ απειλήσει με τις γροθιές του όσους μουρμουρίζουν ενάντια».

Κι είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο συγκροτείται μια κοινοβουλευτική κυβέρνηση: κάποιος φιλόδοξος εμφανίζεται μπροστά στους συμπολίτες του και προσπαθεί να τους πείσει πως αυτός περισσότερο από κάθε άλλον αξίζει να τον εμπιστευθούν. Πώς θα το πετύχει αυτό; Μα προσποιούμενος πως τον ενδιαφέρει το γενικό καλό, πως νοιάζεται για τον λαό και τα προβλήματά του, υποκρινόμενος δηλαδή και λέγοντας ψέματα. Όχι πως δεν υπάρχουν και άνθρωποι που έχουν τη διάθεση να θυσιαστούν για το σύνολο. Αυτοί όμως ιδιαίτερα στην εποχή μας είναι σπάνιοι. Μπορεί να υποφέρουν και να είναι πρόθυμοι να θυσιαστούν για την ανθρωπότητα, αλλά ποτέ δε θα κατέβαιναν στο επίπεδο να πουν χυδαία κομπλιμέντα και ψέματα σε μια ανόητη συγκέντρωση εκλογέων* ποτέ δε θα έφταναν στην ανάγκη να εκλιπαρήσουν ψήφους. Όπως λέει ο Νορντάου «ο τρόπος απόκτησης της λαϊκής εντολής τρομάζει τις διαλεχτές φύσεις που υποχωρούν, ενώ οι εγωιστές είναι αποφασισμένοι ν’ αποχτήσουν την υπόληψη και την επιρροή με όλα τα καιροσκοπικά μέσα».

Κι αν ο υποψήφιος αισθάνεται πως δεν έχει αρκετή επιρροή στο πλήθος, βρίσκει κάμποσους φίλους, μερικούς ηλίθιους και ματαιόδοξους πλούσιους, και τους πείθει πως για το γενικό καλό, γιατί όχι και για το δικό τους, έχουν καθήκον να μπουν επικεφαλής και να πείσουν το πλήθος, να κατευθύνουν την κοινή γνώμη εκεί που πρέπει. Και αυτοί βάζουν την υπογραφή τους στα διάφορα προγράμματα και με αυτή επηρεάζουν τα κορόιδα που «κρίνουν τον άνθρωπο ανάλογα με το πορτοφόλι του και με τους τίτλους του», που πολλές φορές δεν ξέρουμε και πώς αποχτήθηκαν. Βέβαια, όταν τα έλεγε αυτά ο Νορντάου δεν υπήρχαν οι μεγιστάνες των Μ.Μ.Ε. Αν ζούσε σήμερα θα έλεγε και άλλα πολλά…..

Με λίγα λόγια κάθε κόμμα αποτελείται από τους φιλόδοξους πολιτικούς και από τους χαζούς και ηλίθιους που τους ακολουθούν. Οι πρώτοι διευθύνουν τη βάρκα, ενώ οι δεύτεροι παίζουν τον ρόλο της σαβούρας, του αναλώσιμου υλικού. Κι μπορεί να μπει όποιος θέλει στο κόμμα, αρκεί να μιλά συχνά και μεγαλόφωνα, να τραβά δηλαδή με τις φωνές του τη προσοχή του πλήθους στις συγκεντρώσεις. Γιατί ένας τέτοιος άνθρωπος, ένας άνθρωπος που μπορεί να φλυαρεί -αδιάφορο για ποιο ζήτημα και τι λέει- μπορεί να πετύχει κάποια επιβολή πάνω στο πλήθος που είναι και το ζητούμενο.

Δεν μπορεί κανείς να πει πως όλα αυτά δεν είναι επίκαιρα και πως δεν αντιπροσωπεύουν τη σύγχρονη πραγματικότητα. Και σήμερα ο απλός πολίτης δεν έχει ούτε ψίχουλο από τα κυριαρχικά δικαιώματα του λαού που υποτίθεται πως εγγυάται ο κοινοβουλευτισμός. Μέτριοι πολιτικοί, υποκριτές και ατομικιστές, έχουν καταντήσει τον κοινοβουλευτισμό «πολιτικό ψεύδος» και έχουν απαξιώσει τελείως την πολιτική χωρίς την οποία δεν μπορεί να υπάρξει ευνομούμενη πολιτεία.

 

Παρασκευή, 27 Οκτωβρίου 2017 13:59

Μήπως είχε δίκιο ο Νορντάου; (Β΄ Μέρος)

Σύμφωνα με τον Νορντάου, ο κοινοβουλευτισμός ευδοκιμεί στη θεωρία, αλλά απογοητεύει τους πολίτες στην πράξη. Και τούτο συμβαίνει, γιατί πρώτα - πρώτα οι εκλογές δεν εκφράζουν ποτέ τη θέληση των πολιτών. Θα μπορούσε να στηρίξει κανείς αυτή τη διαπίστωση λαμβάνοντας υπόψη τη δική μας κυβέρνηση. Στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015, οι εγγεγραμμένοι ψηφοφόροι ήταν περίπου δέκα εκατομμύρια. Από αυτούς ψήφισε περίπου το 50%, ήτοι πέντε εκατομμύρια. Από αυτούς πάλι το κυβερνών κόμμα πήρε το 35%, δηλαδή εκπροσωπεί το ένα και μισό εκατομμύριο των πολιτών. Η κυβέρνησή μας δηλαδή δεν εκπροσωπεί την πλειοψηφία του ελληνικού λαού και δεν εκπληρώνει τη βασική προϋπόθεση που θέτει ο Περικλής στον «Επιτάφιο» του για το δημοκρατικό πολίτευμα, ότι δηλαδή ένα πολίτευμα λέγεται δημοκρατία «δια το ες πλείονας οικείν».

Όμως ο Νορντάου δεν βλέπει τη δημοκρατία από αυτή σκοπιά. Αυτός λέει πως οι βουλευτές από τη στιγμή που θα εκλεγούν, αποκόπτονται από το εκλογικό σώμα και ενεργούν σύμφωνα με το ατομικό ή το κομματικό συμφέρον και για προσωπική τους ευχαρίστηση, ενώ οι υπουργοί δεν κυβερνούν μόνο τη χώρα, αλλά και το κοινοβούλιο, με την έννοια ότι αντί να δέχονται κατεύθυνση από το λαό, οι ίδιοι κατευθύνουν και το κοινοβούλιο και το λαό. «Παίζουνε», όπως λέει, «όπως τους καπνίσει με τις δυνάμεις και τον πλούτο του έθνους, σκορπούν εύνοιες και δώρα κι αφήνουν χίλια δυο πράγματα να παχαίνουν με έξοδα του λαού». Δε φοβούνται τίποτε και κανέναν, αρκεί να ρίξουν στην πλειοψηφία της Βουλής λίγα αποφάγια από το πλούσιο τραπέζι που στρώνει γι’ αυτούς και του «κολλητούς» τους το κράτος. Φαίνεται πως είχε δίκιο η Ανατόλ Φρανς που είχε πει πως το χείριστο ελάττωμα του δημοκρατικού καθεστώτος (ενν. του καιρού της) είναι ότι στοιχίζει πολύ ακριβά, ότι υπάρχουν πάρα πολλοί συγγενείς, πάρα πολλοί φίλοι και γνωστοί που πρέπει να …χορτάσουν.

Ο Νορντάου υποστηρίζει πως ο κοινοβουλευτισμός είναι ένα σύστημα προορισμένο να ικανοποιεί τη ματαιοδοξία και τη φιλοδοξία των βουλευτών και να εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους και ότι αυτός δεν άλλαξε καθόλου τη θέση του πολίτη απέναντι στο Κράτος. Παλιά διοικούσε τον λαό και τον εκμεταλλευόταν μια προνομιούχα τάξη που λεγόταν «αριστοκρατία εξ αίματος» και η ατομική βούληση του βασιλιά. Τώρα ο βασιλιάς έχει αντικατασταθεί από τον αρχηγό του κόμματος και η αριστοκρατία από την κυρίαρχη πλειοψηφία της Βουλής. Ο λαός και σήμερα είναι υποχρεωμένος να πληρώνει παντού φόρους που δεν επιβάλλει ο ίδιος και δεν τους εγκρίνει, να υπακούει σε νόμους που δεν τους θεσπίζει ο ίδιος και δεν βλέπει τη χρησιμότητά τους και «να βγάζει το καπέλο του μπροστά σε υπαλλήλους που τους επιβάλλει μια ξένη θέληση».

Αλήθεια, πόσο επίκαιρος είναι και σήμερα ο Νορντάου; Έχει δίκιο όταν τονίζει πως σε όλες τις κοινοβουλευτικές χώρες οι «εξ επαγγέλματος πολιτικοί» αναμειγνύονται στον δημόσιο βίο απλώς και μόνο γιατί τους σπρώχνει η ανάγκη να αισθάνονται δυνατά την προσωπικότητά τους και να την εκδηλώνουν σε όλες τις πλευρές. Κινούνται, δηλαδή, από αυτό που ονομάζουμε φιλοδοξία και δίψα κυριαρχίας. Αλλά και οι αρχηγοί των κομμάτων δεν νοιάζονται πολύ να κυβερνούν τους άλλους. Νοιάζονται να μην αφήσουν κανένα άλλον να τους εξουσιάσει. Και μέσα σ’ αυτά οι απλοί πολίτες παίζουν τον ρόλο τους μέσα στο κοινοβουλευτικό σύστημα σαν κομπάρσοι και βουβά πρόσωπα που έχουν τα δικά τους ελατήρια και κίνητρα: να διοριστούν ή να διορίσουν τους δικούς τους σε κάποια θέση, να ζητιανέψουν κάποια διάκριση ή να εξασφαλίσουν κάποια αργομισθία. Πολλές φορές μάλιστα αυτοί εξυπηρετούν τους σκοπούς των αρχηγών.

Ο Νορντάου υποστηρίζει πως ο κοινοβουλευτισμός είναι «ο θρίαμβος και η αποθέωση του εγωισμού». Κι ενώ θεωρητικά ο κοινοβουλευτισμός πρέπει να είναι μια οργανωμένη αλληλεγγύη, στην πραγματικότητα είναι η συστηματοποίηση του εγωισμού. Δεν είναι άσχετο το γεγονός πως κάθε βουλευτής στο πρόγραμμά του και τις αγορεύσεις του, όταν ζητά την ψήφο των εκλογέων, υπόσχεται πάντα το γενικό καλό, για το οποίο, όπως λέει, θα εργαστεί και θα θυσιάσει το ατομικό του συμφέρον. Όλα όμως αυτά είναι τυπικά λόγια, «λόγια του αέρα», που δεν τα πιστεύει και ο πιο αφελής και ευκολόπιστος εκλογέας και κατά πάσα πιθανότητα δεν τα πιστεύει και ο ίδιος ο βουλευτής. Σκεφθείτε τη δική μας κυβέρνηση που έταξε στον λαό «λαγούς και πετραχήλια» κι αυτό που έκανε στη συνέχεια ήταν να αφαιρέσει το χαμόγελο από τα χείλια των ανθρώπων! Καθαρή υπόθεση κωμωδίας, όπως λέει ο Νορντάου. Είναι υπερβολικός;

 

Αθανάσιος Φραγκούλης είναι δρ. Κλασικής Φιλολογίας και επιτ. σχολικός σύμβουλος. 

 

Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017 14:30

Μήπως είχε δίκιο ο Νορντάου; (Α΄ μέρος)

 

Ο Μαξ Νορντάου το 1883 έγραψε το βιβλίο του με τίτλο «Τα κατά συνθήκην ψεύδη». Ένας μεταφραστής του στα ελληνικά παρατηρεί στον Πρόλογό του βιβλίου πως «το βιβλίο αυτό θα είναι πάντα σαν ένα είδος Ευαγγέλιο και θα είναι πάντα αγαπητό και άπληστα θα διαβάζεται από τα εκατομμύρια των ανθρώπων, σ’ όλες τις γλώσσες του κόσμου, τουλάχιστο για όσο καιρό θα εξακολουθούν να υπάρχουν οι συνθήκες ζωής που έδωσαν αφορμή να γεννηθεί». Ο Νορντάου, λοιπόν, κατατάσσει ανάμεσα στα «κατά συνθήκην ψεύδη» και τον κοινοβουλευτισμό. Βέβαια, οφείλουμε να δηλώσουμε εξαρχής πως δεν υπάρχει τελειότερο πολίτευμα από τη δημοκρατία, μόνο που αυτό δεν πρέπει να κακοποιείται και, δυστυχώς, η Ιστορία δείχνει πως αυτό έχει κακοποιηθεί και από τους πολιτικούς και από τους πολίτες πολλές φορές στο παρελθόν και κακοποιείται βέβαια και τώρα δημιουργώντας περισσότερα προβλήματα από όσα λύνει.

Ο Νορντάου, λοιπόν, λέει πως ο κοινοβουλευτισμός δίνει στους πολίτες το δικαίωμα ψήφου, «το ψηφοδέλτιο» που είναι ένα πανίσχυρο όπλο που καθιστά τον εκλογέα τη μέρα που εκλέγει τον βουλευτή του πραγματικό κυρίαρχο, δίνει στο άτομο την ελευθερία κινήσεως, καθιστά τον φεουδαλικό υπήκοο σε νεότερο πολίτη, δίνει στον καθένα το δικαίωμα να αυτοκυβερνηθεί και να καθορίσει την τύχη του μέσα στο κράτος, να αποδιώξει από πάνω του τη γραφειοκρατική πίεση και αλαζονεία κ.λπ. Όλα όμως αυτά, παρατηρεί ο Νορντάου, ο κοινοβουλευτισμός τα κάνει στη θεωρία και όχι στην πράξη και πως στην ουσία αυτός είναι ένα «τεράστιο ψέμα», γιατί υπάρχει μόνο σαν εξωτερικός τύπος που «δεν έφερε την παραμικρή αλλαγή στην εσωτερική οργάνωση του Κράτους». Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει, πρόκειται για «παλιό ζυμάρι σε καινούρια τσανάκια».

Ο Νορντάου εξηγεί: από τη στιγμή που η άμεση δημοκρατία, η άμεση συμμετοχή του λαού κατέστη αδύνατη, ο λαός αναγκάζεται να μεταβιβάσει την κυριαρχία του σε ολιγάριθμους «εκλεκτούς» εκπροσώπους και να τους αναθέσει την άσκηση των δικαιωμάτων του. Και αυτοί πάλι οι «εκλεκτοί», μη μπορώντας να κυβερνήσουν απευθείας μεταβιβάζουν με τη σειρά τους την εξουσία σε λιγότερους ακόμα ανθρώπους, τους υπουργούς, που καταρτίζουν τους νόμους, επιβάλλουν ή καταργούν τους φόρους, διορίζουν τους υπαλλήλους και αποφασίζουν για τα πάντα «κατά το δοκούν».

Ο λαός μέσα από όλα αυτά χάνει την κυριαρχία του. Για να μπορεί ο λαός να μένει κυρίαρχος μέσα σε αυτές τις συνθήκες θα πρέπει οι εκλεκτοί του λαού να αποβάλουν τη δική τους προσωπικότητα και στα έδρανα της Βουλής να κάθονται όχι άνθρωποι αλλά «εντολές που να μιλάνε και να ψηφίζουν», όπως λέει ο συγγραφέας. Με λίγα λόγια, οι Υπουργοί μιας κυβέρνησης θα πρέπει να είναι «απρόσωποι και μηχανικοί δέκτες και αγωγοί της γνώμης και της θέλησης της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας» και κάθε απόκλιση και παράβαση της λαϊκής εντολής θα πρέπει να έχει ως αυτονόητη συνέπεια την πτώση της κυβέρνησης και τη διάλυση της Βουλής.

Γι’ αυτό η εντολή που δίνει ο λαός στην κυβέρνηση θα πρέπει να είναι ξεκάθαρη και παράλληλα πρέπει να εκλέγει ως αντιπροσώπους του άτομα τω οποίων γνωρίζει τον χαρακτήρα και την πνευματική τους αξία, άτομα που είναι ικανά να κατανοήσουν και να εκτελέσουν ένα ορισμένο πρόγραμμα, διατεθειμένα να μην απομακρυνθούν από τη χαραγμένη γραμμή και να έχουν την διάθεση να θυσιάσουν τον χρόνο τους, τις δουλειές τους και το προσωπικό τους συμφέρον, όταν αυτό έρχεται σε αντίθεση με το γενικό καλό. Έτσι μόνο η εξουσία θα πηγάζει από τον λαό, θα ασκείται μέσω του λαού και θα υπηρετεί το συμφέρον του ίδιου του λαού. Αλήθεια, ο σημερινός κοινοβουλευτισμός, η δημοκρατία που υπάρχει στη χώρα μας τηρεί τίποτε από όλα αυτά; Μαζί με τον Νορντάου απαντούμε «στη θεωρία ναι, αλλά στην πράξη όχι».

 

Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου 2017 13:58

Αν μας κυβερνούσαν οι «άριστοι»...

Είναι γνωστό πως η αθηναϊκή δημοκρατία τον 4ο αι. π.Χ. περνούσε βαθιά κρίση και οι Αθηναίοι, όπως λέει ο Ισοκράτης (Αρεοπ. 17) «μικρόν απολείπουσι του μη ταις εσχάταις συμφοραίς περιπεσείν». Η κατάσταση αυτή απασχολούσε τους διανοούμενους, τους φιλοσόφους και τους ρήτορες, της εποχής. Ο Ισοκράτης στα έργα του τονίζει πως η Αθήνα πρέπει να επανέλθει στην παλιά ένδοξη δημοκρατία, τότε που οι πολίτες «τους βελτίστους και ικανωτάτους εφ’ εκάστου των έργων προέκρινον» (Αρεοπ. 16), δηλαδή τοποθετούσαν σε κάθε αξίωμα τους πιο καλούς και τους πιο ικανούς πολίτες, και καθιστούσαν συμβούλους «τους βελτίστους, φρονιμωτάτους και κάλλιστα βεβιωκότας» (Παναθ. 143), δηλαδή τους πιο καλούς, τους πιο φρόνιμους και συνετούς και εκείνους που είχαν ζήσει με τον καλύτερο και εντιμότερο τρόπο. Ο Ισοκράτης θέλει μια δημοκρατία που περιέχει «αριστοκρατικά» στοιχεία, μια δημοκρατία όπου κυβερνούν «οι άριστοι», μια δημοκρατία στην οποία την εξουσία διαχειρίζονται οι «άριστοι» και όχι οι «αρεστοί», οι «ειδικοί» για κάθε θέμα και όχι οι «δικοί».

Είναι αλήθεια ότι ο Ισοκράτης βλέπει τη δημοκρατία με το μάτι του μοναρχικού, αλλά τονίζει πως ο μονάρχης αυτός είναι ένας φωτισμένος ηγέτης και μιλά για έναν ηγέτη που είναι φρόνιμος και δίκαιος και αποτελεί με τη ζωή του υπόδειγμα για τους αρχόμενους (Νικ. 48, 54-62). Πιστεύει πως, για να ευδοκιμήσει ένα πολίτευμα, όποιο και αν είναι αυτό, χρειάζεται καλή διοίκηση, και αυτή υπάρχει, όταν τους πιο ικανούς από τους πολίτες «και τους μέλλοντας άριστα και δικαιότατα των πραγμάτων επιστατήσειν επί τας αρχάς καθιστάσι και τας άλλας πράξεις» (Παναθ. 132-133). Δεν ενδιαφέρει τον Ισοκράτη η μορφή του πολιτεύματος, αλλά το περιεχόμενο της πολιτικής και το ήθος αυτών που την ασκούν. Ο Ισοκράτης είναι πολύ πειστικός στην επιχειρηματολογία του: Αν, λέει, σε ένα οποιοδήποτε πολίτευμα χρησιμοποιούνται οι πιο θρασείς και οι πιο πονηροί, που δεν φροντίζουν για το συμφέρον της πόλης, αλλά μόνο για το πώς θα ικανοποιήσουν τα συμφέροντά τους, τότε και οι πολίτες όλοι θα γίνουν όμοιοί τους. Αν πάλι στους «άριστους» και στους πιο φρόνιμους καταφεύγουν οι πολίτες μόνο στον καιρό του κινδύνου, ενώ σε άλλες περιπτώσεις τιμούν μόνο όσους τους κολακεύουν, τότε θα έχουν στην πόλη τους μια το καλύτερο και μια το χειρότερο, αλλά ποτέ σταθερά το καλύτερο» (Παναθ. 132-133).

Παρόμοιες απόψεις εκφράζει και ο Πλάτων, ένας φιλόσοφος με από καταγωγή αριστοκρατικά φρονήματα, αλλά που εκτιμούσε τη φιλοσοφημένη ανθρώπινη ποιότητα. Ο Πλάτων τονίζει πως «δε βρίσκεται κανένας πολιτικός ηγέτης που να έχει γίνει ένα με την αρετή, να είναι δηλαδή πρότυπο αρετής, και να μοιάζουν όσο το δυνατό τέλεια τα λόγια με τα έργα του, να έχουν δηλαδή συνέπεια τα λόγια με τα έργα του και όχι άλλα να λέει και άλλα να κάνει» (Πολιτ. ΣΤ 498 e). Αυτός υποστηρίζει πως για να λείψει η κακοδαιμονία από τις πόλεις πρέπει να αναλάβουν την εξουσία και τη διακυβέρνηση των πόλεων οι φιλόσοφοι, δηλαδή η αριστοκρατία του πνεύματος, η ανώτατη βαθμίδα της ανθρώπινης τελειότητας (Φαίδρ. 248 d), άνθρωποι που διαθέτουν πραγματική παιδεία και πολιτική αρετή, γιατί έχουν τις τέσσερις βασικές αρετές, τη σοφία, τη σωφροσύνη, τη δικαιοσύνη και την ευσέβεια, άνθρωποι που αγαπούν την αλήθεια και δεν είναι φιλοχρήματοι (Πολιτ. ΣΤ 487 a 1-5). Δεν είναι άσχετο το γεγονός πως στην ιδανική Πολιτεία που συνθέτει αποδίδει στους πολιτικούς ηγέτες την αρετή της «σοφίας» και καθορίζει στον Μενέξενό του το περιεχόμενό της λέγοντας «πάσα επιστήμη χωριζομένη δικαιοσύνης και της άλλης αρετής πανουργία ου σοφία φαίνεται». Τονίζει δηλαδή ο φιλόσοφος πως δεν αρκούν μόνο οι γνώσεις, αλλά χρειάζεται και αρετή, γιατί η γνώση χωρίς την αρετή δημιουργεί έξυπνους διαβόλους.

Αλήθεια, πόσο επίκαιρα είναι όλα αυτά σήμερα; Σήμερα που το πολιτικό μας σύστημα περνά βαθιά ηθική κρίση, σήμερα που κατά γενική ομολογία είναι απαραίτητος ένας ηγέτης όμοιος με αυτούς που περιγράφουν ο Ισοκράτης και ο Πλάτων. Γιατί, χωρίς έναν τέτοιο ηγέτη, αλλά και πολιτικούς με γνώση και με αρετή, με πολιτικό «ήθος», δεν πρόκειται να ορθοποδήσει η δύστυχη χώρα μας. Αλλά πώς είναι δυνατό να καταξιωθεί ο «άριστος» σε μια χώρα στην οποία η «αριστεία» θεωρείται επισήμως «ρετσινιά»;

Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017 13:33

Η αναβάθμιση της εκπαίδευσης (Β΄ Μέρος)

Στο προηγούμενο άρθρο μου, τόνισα πως δεν είναι δυνατή η αναβάθμιση της εκπαίδευσης χωρίς τους κατάλληλους εκπαιδευτικούς, χωρίς εκπαιδευτικούς που διακρίνονται για την επιστημονική τους επάρκεια και πληρότητα, την άρτια παιδαγωγική τους κατάρτιση και δεν εμφυσούνται από σεβασμό προς το έργο τους και αγάπη προς τα παιδιά. Δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί αναβάθμιση του εκπαιδευτικού έργου με εκπαιδευτικούς αναπληρωτές και εκπαιδευτικούς εξαθλιωμένους. Ο λαός λέει «νηστικό αρκούδι δεν χορεύει» επαναλαμβάνοντας μια ιδέα που πρώτοι διατύπωσαν οι Λατίνοι με το «primum vivere deinde philosophare», δηλ. πρώτα να ζεις και μετά να φιλοσοφείς. Πράγματι, αν ο εκπαιδευτικός δεν μπορεί να ζήσει με αξιοπρέπεια, δεν μπορεί να γοητεύσει τους μαθητές και να τους μεταδώσει τη γνώση που διαθέτει ή να συμβάλει στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς τους.

Υπάρχει όμως και μια άλλη προϋπόθεση, για να καταστεί δυνατή η αναβάθμιση της εκπαίδευσης, που το Υπουργείο Παιδείας φαίνεται πως δεν γνωρίζει ή κάνει πως δεν γνωρίζει: ότι κάθε προσπάθεια αναβάθμισης της εκπαίδευσης, ακόμη και της τριτοβάθμιας, πρέπει να αρχίσει από το Νηπιαγωγείο και το Δημοτικό και όχι από το Πανεπιστήμιο ή, πολύ χειρότερο, από το Λύκειο, όπως γίνεται σήμερα. Και ο λόγος είναι απλός. Οι βαθμίδες της εκπαίδευσης έχουν κάποια αλληλουχία και συνάφεια. Το Δημοτικό στηρίζεται πάνω σε γνώσεις που υποτίθεται πως έχουν τα παιδιά που προχωρούν σε αυτό από το Νηπιαγωγείο, το Γυμνάσιο στηρίζεται πάνω σε γνώσεις που υποτίθεται πως έχουν τα παιδιά που ανεβαίνουν σε αυτό από το Δημοτικό και το Λύκειο στηρίζεται πάνω στις γνώσεις που υποτίθεται πως έχουν τα παιδιά που ανεβαίνουν σε αυτό από το Γυμνάσιο κ.ο.κ.. Με αυτή μάλιστα τη λογική και παραδοχή γράφονται και τα διάφορα σχολικά βιβλία κάθε βαθμίδας. Αν λοιπόν για κάποιους λόγους δεν κατακτηθεί η απαραίτητη γνώση σε μια βαθμίδα, τότε εμφανίζονται προβλήματα στην επόμενη βαθμίδα και αυτός είναι ο λόγος που οι πανεπιστημιακοί καθηγητές παραπονούνται και λένε πως δεν μπορούν να ασκήσουν αποτελεσματικά το έργο τους με βάση το υλικό που παρέχει σε αυτούς η δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Βέβαια, η λογική αυτή είναι επιστημονικά και παιδαγωγικά κατοχυρωμένη, αφού θεμελιώνεται πάνω στη λεγόμενη αρχή της αλληλοοικοδόμησης της ύλης. Σύμφωνα με αυτή, κάθε γνωστικό αντικείμενο που εισέρχεται στη συνείδηση των παιδιών, εντάσσεται με οργανικό τρόπο μέσα στο συνειδησιακό σύνολο που ήδη υπάρχει, δηλαδή κάθε νέα γνώση προσκολλάται και συμπληρώνει την προηγούμενη γνώση και προετοιμάζει την επόμενη. Έτσι, οι γνώσεις αλληλοοικοδομούνται και συμβάλλουν στην αύξηση και την τελειοποίηση του πνευματικού οικοδομήματος της συνείδησης. Τούτο πάλι σημαίνει πως, για να λειτουργήσει σωστά η εκπαίδευση, δεν πρέπει κανένα παιδί να προχωρεί στην επόμενη βαθμίδα, αν δεν έχει αποκτήσει ένα minimum γνώσεων που θα του δώσει τη δυνατότητα να παρακολουθήσει απρόσκοπτα τα μαθήματα της βαθμίδας αυτής. Πρέπει, λοιπόν, το Υπουργείο, αν πράγματι επιθυμεί να αναβαθμίσει την εκπαίδευση, να φροντίσει μέσω της αξιολόγησης και της αξιοκρατικής επιλογής, να εξασφαλίσει τους ικανότερους εκπαιδευτικούς που θα στελεχώσουν το Νηπιαγωγείο και το Δημοτικό. Γιατί δεν είναι δυνατό να μιλούμε για αναβάθμιση της εκπαίδευσης και να αναθέτουμε, για παράδειγμα, σε νηπιαγωγούς να διδάξουν τα μαθήματα Γλώσσας και Μαθηματικών στις πρώτες τάξεις των Δημοτικών σχολείων, όπως γινόταν και στο παρελθόν. Το παιδί πρέπει να μάθει το κάθε τι όταν πρέπει, όπως πρέπει και από αυτόν που πρέπει.

Και αυτό το βλέπουν ακόμη και μη ειδικοί σε θέματα εκπαίδευσης. Ο Θ. Οικονομόπουλος, για παράδειγμα, έγραφε ήδη από το 2006 στον «Ανεμοδείκτη» της εφημερίδας «Καθημερινή»: «Όλοι ομολογούμε πως έχει τα μαύρα της χάλια η παιδεία, οι προδιαγραφές της δεν ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανταγωνιστικές ανάγκες και απαιτήσεις, θέλει γενναία και ουσιαστική μεταρρύθμιση εκ βάθρων. Και τι κάνουμε; Αρχίζουμε τη “μεταρρύθμιση” από το… “ρετιρέ”, την τριτοβάθμια εκπαίδευση, και όχι από τα “θεμέλια”, το νηπιαγωγείο και το δημοτικό! Αποτέλεσμα! Κάθε χρόνο πέφτουμε από τα σύννεφα, που σχεδόν τα μισά παιδιά… γράφουν κάτω από τη βάση…». Και άλλοι διατυπώνουν την ίδια άποψη, ότι «η μεταρρύθμιση πρέπει να αρχίζει από τη βάση […] και ότι καλό πανεπιστήμιο σημαίνει πρωτίστως καλό νηπιαγωγείο» (εφημ. «Το Βήμα», 10-2-2008). Μόνο οι υπεύθυνοι του Υπουργείου Παιδείας δεν το καταλαβαίνουν αυτό και αρχίζουν τη μεταρρύθμιση της από το Λύκειο!

 

* Ο κ. Αθανάσιος Φραγκούλης είναι δρ. Κλασικής Φιλολογίας και επιτ. σχολικός σύμβουλος.

 

 

 

Παρασκευή, 15 Σεπτεμβρίου 2017 13:20

Η αναβάθμιση της εκπαίδευσης (Μέρος Α΄)

Η εκπαίδευση βρίσκεται πάλι στο επίκεντρο των συζητήσεων εξαιτίας της νέας μεταρρύθμισης που μελετά το Υπουργείο Παιδείας για την αναβάθμιση της. Πολλοί, ειδικοί και μη, γράφουν άρθρα, εκφράζουν τις απόψεις τους και κάνουν προτάσεις γι’ αυτή την επιχειρούμενη «σωτήρια» μεταρρύθμιση. Έτσι, ένας πρώην πρόεδρος του Εκπαιδευτικού Ινστιτούτου και του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής, αφού σε ένα άρθρο του («Ελεύθερος Τύπος», 3-9-2017) μιλά για ένα «ποιοτικότερο σχολείο και ένα Λύκειο υψηλής αποδοτικότητας» , για ένα «άλλο» Λύκειο, επιλέγει τονίζοντας πως «μόνο ενισχύοντας τον ρόλο του Λυκείου μπορεί να αναβαθμιστεί πραγματικά η δευτεροβάθμια εκπαίδευση και να περιοριστεί σταδιακά η παραπαιδεία». Σκέφτηκα πολύ, αλλά δεν μπόρεσα να καταλάβω πώς, βελτιώνοντας και αναβαθμίζοντας το Λύκειο, θα ωφεληθεί το Γυμνάσιο που αποτελεί την πρώτη βαθμίδα της Β/θμιας εκπαίδευσης. Θαρρώ πως η παραπάνω προσέγγιση είναι πολύ επιπόλαια και αντιπαιδαγωγική.

Για να υπάρξει αναβάθμιση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και της εκπαίδευσης γενικότερα, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να επιλεγούν οι κατάλληλοι δάσκαλοι και καθηγητές. Χωρίς αυτό όλα τα άλλα είναι χάσιμο χρόνου, κόπου και χρήματος. Ο Κάρλ Γιουγκ έλεγε: «Σίγουρα θυμάται κανείς με εκτίμηση τους λαμπρούς δασκάλους, αλλά νιώθει ευγνωμοσύνη για κείνους που άγγιξαν την ψυχή του. Το πρόγραμμα μαθημάτων είναι η απαραίτητη ύλη, αλλά η ανθρώπινη ζεστασιά είναι το ζωτικό στοιχείο για το αναπτυσσόμενο δέντρο της παιδικής ψυχής», ενώ ο Σίντνευ Χουκ τόνιζε: «Όταν αναπολούμε τα σχολικά χρόνια, όλοι θυμόμαστε δασκάλους, όχι μεθόδους και τεχνικές. Ο δάσκαλος είναι το κλειδί της εκπαιδευτικής συνθήκης. Αυτός φτιάχνει και χαλάει τα προγράμματα».

Σήμερα αναγνωρίζεται διεθνώς πως το «κλειδί» για κάθε επιτυχημένη και αποτελεσματική αλλαγή και καινοτομία που εισάγεται στην εκπαίδευση, η «ψυχή του σχολείου», είναι ο «σωστός» εκπαιδευτικός. Αυτός «το κινεί κι αυτός του δίνει πνοή. Αυτός κατά κύριο λόγο παιδαγωγεί , μορφώνει». Χωρίς αυτόν δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί η αναβάθμιση της παρεχόμενης στους μαθητές, παιδείας και αγωγής. Το διδακτήριο, τα βιβλία και το περιεχόμενό τους, ολόκληρη η υλικοτεχνική υποδομή, είναι απλά μέσα που χρησιμοποιούνται για την επίτευξη ορισμένων προκαθορισμένων σκοπών, αλλά η αποτελεσματικότητα των μέσων αυτών εξαρτάται τόσο από την ικανότητα όσο και από την προθυμία και τη διάθεση των εκπαιδευτικών να τα αξιοποιήσουν. Η κοινή εμπειρία δείχνει πως ένα καλό μάθημα μπορεί να γίνει και σε μια ακατάλληλη αίθουσα κι, αν θέλετε, τα πιο καλά μαθήματα γίνονται έξω και μακριά από την τάξη.

Όλοι οι αρμόδιοι, πολιτικοί και μη, αναγνώρισαν κατά καιρούς την προσφορά των εκπαιδευτικών στο έθνος και μίλησαν για την υψηλή τους αποστολή και την προσπάθεια που καταβάλλουν να διαμορφώσουν την ψυχή των νέων που αποτελούν το μέλλον του τόπου. Τους χαρακτήρισαν «ήρωες», που κάνουν το καθήκον τους στο ακέραιο πολλές φορές με θυσίες και είπαν και άλλα εύηχα και πομπώδη. Και σήμερα οι υπεύθυνοι μιλούν με την ίδια θέρμη, αλλά παράλληλα με μεγάλη υποκρισία για τη σπουδαιότητα της παιδείας και τον σημαντικό ρόλο του εκπαιδευτικού, αλλά στην πράξη αδιαφορούν τελείως γι’ αυτόν. Την υποκρισία αυτή διακρίνει ένας πρώην σχολικός σύμβουλος που τονίζει τη σημασία που έχει η αξιοπρέπεια και το κύρος του εκπαιδευτικού στην αναβάθμιση της εκπαίδευσης και τονίζει με βάση την εμπειρία του: «Έχεις Εκπαιδευτικούς ικανούς και ευαίσθητους, έχεις παιδεία. Ούτε τα ντουβάρια, ούτε τα θρανία, ούτε τα όργανα από μόνα τους μπορούν να κάνουν το παραμικρό.

Η διεθνής έρευνα σχετικά με την αναβάθμιση και τη βελτίωση της εκπαίδευσης έχει δείξει τον ζωτικό ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει ο παράγοντας «εκπαιδευτικός» στην επιτυχία κάθε εισαγόμενης αλλαγής στα πλαίσια της σχολικής μονάδας. Έχει δείξει πως η επαγγελματική βελτίωση του εκπαιδευτικού είναι αδιάσπαστα δεμένη με την πρόοδο του σχολείου και αποτελεί ουσιαστικό τμήμα της αναβάθμισής του. Η αναβάθμιση του σχολείου περνά μέσα από την τάξη. Η αποτελεσματική διδακτική και μαθησιακή διαδικασία που συντελείται μέσα στην τάξη, μπορεί να αναβαθμίσει και να βελτιώσει τη λειτουργία του σχολείου και την παιδεία που αυτό παρέχει στους μαθητές του. Όμως αυτή εξαρτάται από την ικανότητα, το κύρος και τη διάθεση του εκπαιδευτικού. Αυτός καλείται να μετατρέψει την αίθουσα της διδασκαλίας σε θερμοκήπιο αγνού παιδαγωγικού έρωτα και εργαστήρι της γνώσης και της αρετής.

Αλήθεια, όσοι υπηρετούν σήμερα στην εκπαίδευση έχουν επιστημονική και παιδαγωγική επάρκεια; Ποιος τους αξιολόγησε και πότε; Αλλά εγώ δέχομαι πως όλοι αυτοί είναι ικανοί και κατάλληλοι ως εκπαιδευτικοί. Όμως σήμερα γνωρίζουμε πως η εκπαίδευση στηρίζεται κυρίως σε αναπληρωτές καθηγητές που δεν έχουν αξιολογηθεί ποτέ, αφού η διαδικασία της αξιολόγησης έχει καταργηθεί στην πράξη από το 1983! Εγώ όμως δέχομαι πως όλοι αυτοί είναι ικανοί. Είναι γνωστό από σχετικές έρευνες πως κάθε αλλαγή, ακόμη και η πιο μικρή, αρχίζει να αποδίδει μετά από δυο τουλάχιστον χρόνια. Οι αναπληρωτές όμως αυτοί μπορεί να είναι οι ίδιοι κάθε χρόνο, αλλά κάθε χρόνο αυτοί τοποθετούνται σε διαφορετικές περιοχές. Έτσι, αυτοί αλλάζουν θέση, όταν αρχίζουν να δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για μια αποτελεσματική διδασκαλία. Γιατί πρέπει να έχουμε υπόψη πως κάθε εκπαιδευτικός τα δυο πρώτα χρόνια της υπηρεσίας του αγωνίζεται να ενταχθεί ομαλά στο περιβάλλον του σχολείου, να γνωριστεί με τους μαθητές, να αναπτύξει με αυτούς την απαραίτητη «φιλότητα», να «επικοινωνήσει» με τους γονείς τους αλλά και τους συναδέλφους του και να μπορέσει να «επιβιώσει». Δίνοντας σε αυτούς τους εκπαιδευτικούς τη δυνατότητα να σιτίζονται «φτηνά» σε διάφορες λέσχες ή δίνοντάς τους εκπτωτικά εισιτήρια, για να πάνε στις θέσεις τους, δεν αναβαθμίζεις το κύρος τους. Και, όπως είχε πει κάποτε ο Γ. Μπαμπινιώτης, «τον δάσκαλο δεν τον μειώνουμε, δεν τον απαξιώνουμε, δεν τον ενοχοποιούμε. Τον τιμούμε, τον σεβόμαστε, του λέμε αλήθειες -έστω και πικρές. Ζητούμε την κατανόηση και τη βοήθειά του, δίνοντας πραγματικά ό,τι καλύτερο μπορεί να εξασφαλιστεί οικονομικά, ώστε να δείξουμε έμπρακτα την αναγνώριση της Πολιτείας στο πρόσωπο και στο έργο του δασκάλου, στον άνθρωπο στον οποίο έχουμε εμπιστευτεί τα παιδιά μας» (εφημ. «Το Βήμα», 5-11-2006).

 

*Ο κ. Αθανάσιος Φραγκούλης είναι δρ. Κλασικής Φιλολογίας και επιτ. σχολικός σύμβουλος.

Παρασκευή, 08 Σεπτεμβρίου 2017 13:58

Ήταν ο Ανδρέας ψεύτης;

 

Ο Αλέξης Τσίπρας σε άρθρο του, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Documento» στις 3-9-2017 (!), ανάμεσα στα άλλα υποβάλλει το ερώτημα «Ήταν ο Ανδρέας ψεύτης;». Βέβαια, η απάντηση η δική του στο ρητορικό αυτό ερώτημα, είναι «Όχι». Θαρρώ πως το ερώτημα αυτό υποκρύπτει πρώτα - πρώτα μιαν ενδόμυχη βασανιστική αγωνία που αισθάνεται ο πρωθυπουργός για την στάση που θα τηρήσει απέναντί του, η «αδέκαστη» Ιστορία, αν δηλαδή θα τον χαρακτηρίσει δημαγωγό, λαϊκιστή και ψεύτη, και έπειτα μια προσπάθεια να αποσείσει από πάνω του αυτόν τον χαρακτηρισμό που του αποδίδουν οι πολιτικοί του αντίπαλοι και γενικότερα οι «εχθροί» του. Μέσα στο πλαίσιο μιας αφελούς επικοινωνιακής πολιτικής, ο πρωθυπουργός προσπαθεί να εξισώσει τον εαυτό του με τον Ανδρέα Παπανδρέου με βάση τον εξής συλλογισμό: Ο Ανδρέας δεν είναι ψεύτης// Εγώ πολιτεύτηκα όπως ο Ανδρέας// Άρα, δεν είμαι ψεύτης. Όμως σήμερα και οι μαθητές στο Λύκειο διδάσκονται πως για να είναι ένας συλλογισμός «ορθός», πρέπει να είναι «έγκυρος», δηλαδή να ακολουθεί τους κανόνες της Λογικής, και οι προκείμενες, δηλαδή οι προτάσεις που στηρίζουν το συμπέρασμα, να είναι «αληθείς». Όμως, ενώ ο συλλογισμός είναι «έγκυρος», οι προκείμενές του δεν είναι «αληθείς», γιατί και ο Ανδρέας είπε ψέματα για να καταλάβει την εξουσία, και ο Τσίπρας δεν πολιτεύτηκε, όπως ο Ανδρέας. Πολλοί μάλιστα θεωρούν «ύβρη» την εξίσωσή που επιχειρεί με τον αείμνηστο Ανδρέα Παπανδρέου.

Βέβαια, για να εκτιμήσει κανείς αν ο Ανδρέας ή και ο Τσίπρας είναι «ψεύτες», πρέπει να δούμε τι ακριβώς σημαίνει η λέξη «ψεύτης». Σύμφωνα λοιπόν με τα εγκυρότερα λεξικά, «ψεύτης» είναι «αυτός που λέει ψέματα» και «ψέμα» είναι «ο ισχυρισμός ο εσκεμμένα αναληθής», ή γενικότερα «οτιδήποτε δεν μπορεί να υπάρξει, που είναι μάταιο και απατηλό» (Λεξ. Ακαδ. Αθηνών). Σύμφωνα με αυτά και οι δύο «είπαν ψέματα», για να ανέλθουν στην εξουσία. Ο Ανδρέας είχε ως σύνθημα το «μάταιο και απατηλό», αλλά πολύ εύηχο και ελκυστικό για την εποχή «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» ή το «Έξω οι βάσεις του θανάτου» κ.τ.π., ενώ ο Αλέξης έταξε στον κόσμο «λαγούς με πετραχήλια». Και οι δύο πέτυχαν τον σκοπό τους, αλλά δεν έκαναν τίποτε από αυτά που διακήρυτταν. Η διαφορά είναι ότι ο μεν πρώτος έκανε άλλα πράγματα και πρόσφερε άλλα αγαθά στον λαό, έστω με δάνεια και υποθηκεύοντας το μέλλον της χώρας, ενώ ο δεύτερος όχι μόνο δεν έκανε τίποτε από αυτά που υποσχέθηκε, αλλά έκανε ακριβώς τα αντίθετα και συντέλεσε τα μέγιστα στο να φτάσει η χώρα μας στην άθλια κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα. Ενώ, για παράδειγμα, ο Τσίπρας ήταν από τους πρωτεργάτες της δημιουργίας του κινήματος «Δεν πληρώνω», όχι μόνο ανάγκασε τον κόσμο να πληρώνει, αλλά προχώρησε και σε κατασχέσεις ή τιμωρία αυτών που δεν είχαν να πληρώσουν!

Το ερώτημα είναι ένα: Όταν αυτοί υπόσχονταν όσα υπόσχονταν, γνώριζαν ότι δεν μπορούσαν να τα κάνουν και έτσι εξαπατούσαν τον λαό ή νόμιζαν πραγματικά πως μπορούσαν να τα υλοποιήσουν, αλλά, όταν ανέλαβαν την εξουσία, διαπίστωσαν πως αυτό ήταν αδύνατο, δείχνοντας πως δεν είχαν καμιά επαφή με την πραγματικότητα; Πάντως, και στις δύο περιπτώσεις αυτοί είναι υπόλογοι απέναντι στον ελληνικό λαό… Έντυσαν το ψέμα με όμορφα λόγια, το παρουσίασαν σαν αλήθεια και εκμεταλλεύτηκαν την υποβαθμισμένη κρίση των πολλών. Γιατί, για να μοιάζει με αλήθεια το ψέμα, ή πρέπει να το πει ένας πανούργος ή να το ακούσει ένας άμυαλος. Και έλκονται από αυτό οι πολιτικοί, γιατί γνωρίζουν πως το ψέμα κινεί την ιστορία έχοντας ως υπομόχλιο το συμφέρον.

Θα πει κανείς: Μα δεν δικαιούται ένας πολιτικός να πει, αν χρειαστεί, ψέματα στον λαό του; Ο Πλάτων που είχε διατυπώσει ως αξίωμα πως σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται «ψεύδος τε συγχωρήσαι και αληθές αφανίσαι», επιτρέπει το ψεύδος στους άρχοντες, όταν πρόκειται να αποκρύψουν την αλήθεια, αν αυτό μπορεί να ωφελήσει το δημόσιο συμφέρον (Πολιτ., Γ 389 b: Τοις άρχουσι δη της πόλεως προσήκει ψεύδεσθαι ή πολεμίων ή πολιτών ένεκα επ’ ωφελία της πόλεως). Στο ίδιο έργο (Β 382 c), ο Πλάτων συμπληρώνει πως επιτρέπεται σε κάποιον να πει ψέματα στους εχθρούς ή τους φίλους «όταν διά μανίαν ή τινα άνοιαν κακόν τι επιχειρώσι πράττειν». Όμως τίποτε από αυτά δεν συνέβαινε στην περίπτωση του Παπανδρέου και του Τσίπρα.

Μπορεί το ψέμα να είναι προσοδοφόρο, αφού αυτός που ψεύδεται ζει με τις δαπάνες αυτών που τον πιστεύουν, αλλά το ψέμα είναι δόλιο όπλο και όποιος το χρησιμοποιεί αυτοτραυματίζεται. Κι αν είναι κακό να ψεύδεται κανείς με τα λόγια, είναι πολύ χειρότερο να ψεύδεται με τα έργα του. Κι είναι «μεγάλο κατόρθωμα» για έναν πολιτικό να φτάσει στο σημείο να λέει την αλήθεια και να μην τον πιστεύουν αυτοί στους οποίους απευθύνεται, σαν τον μικρό βοσκό του παραμυθιού. Αλλά είναι και «μεγάλη ανοησία» να προδώσει κανείς τις αρχές και τις αξίες, ορθές ή λανθασμένες, για τις οποίες αγωνίστηκε σε όλη του τη ζωή και τον ανέδειξαν λέγοντας ψέματα, για να «αρπάξει» την εξουσία, όσο γλυκιά και αν είναι αυτή. Ο λαός γνωρίζει πως όποιος προδίδει τις ιδέες του είναι πρόθυμος να προδώσει και τους άλλους. Αλλά πρέπει να ξέρουμε πως το πολύ το ψέμα προκαλεί «σιχαμάρα» στον κόσμο. Μπορεί η λίγη υγρασία στην ατμόσφαιρα να δημιουργεί ομίχλη, αλλά η υπερβολική υγρασία δημιουργεί βροχή που καθαρίζει την ατμόσφαιρα.

 

Αθανάσιος Φραγκούλης είναι δρ. Κλασικής Φιλολογίας και επιτ. σχολικός σύμβουλος.

Σελίδα 1 από 3
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top