FOLLOW US
Αθανάσιος Φραγκούλης

Αθανάσιος Φραγκούλης

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Παλαιότερα οι λαϊκίστικες κυβερνήσεις επικαλούνταν την θρησκεία, την πατρίδα, την οικογένεια κλπ.. Τώρα που οι θεσμοί αυτοί και οι αξίες έχουν χρεοκοπήσει, οι λαϊκιστές διακηρύσσουν πως επιδιώκουν τη «δίκαιη ανάπτυξη», πως θέλουν να επιβάλουν «τις δίκαιες δίκες», που, δυστυχώς, όπως ισχυρίζονται οι δικαστές δεν τις θέλουν, και, γενικά, να επιβάλλουν μια «δίκαιη δικαιοσύνη», γιατί τόσα χρόνια αυτή δεν υπήρχε! Βέβαια, όλους τους συγκινεί η έννοια, η αξία του Δικαίου και της Δικαιοσύνης. Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν θεοποιήσει τη Δίκη και την είχαν ονομάσει «σύνθρονον των θεών». Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι είχαν σοβαρά ασχοληθεί με αυτή. Ο Σωκράτης παρατηρούσε πως «δεν είναι δυνατό κάποιος να γίνει ενάρετος πολίτης χωρίς τη δικαιοσύνη (Ξενοφ. Απομν. Δ ΙΙ. 11: ουχ οιον τε άνευ δικαιοσύνης αγαθόν πολίτην γενέσθαι). Ο Αριστοτέλης τόνιζε πως η δικαιοσύνη είναι απαραίτητη σε κάθε κοινωνία, ότι είναι «κοινωνικής πολιτείας τάξις», γιατί «ο άνθρωπος, αν χωριστεί από τον νόμο και τη δικαιοσύνη γίνεται το χειρότερο από όλα τα ζώα» (Πολιτ. 1253 α 32, 38: χωρισθείς νόμου και δίκης χείριστον πάντων των ζώων εστι). Και ο Πλάτωνας στην «Πολιτεία» του, αναλύει την έννοια της δικαιοσύνης, ερευνά τη φύση και την ουσία της και την θεωρεί απαραίτητη για τη συνοχή και την ευδαιμονία της ιδανικής πολιτείας και γενικότερα του πολιτικού βίου. Μιλά για την «πολιτική αρετήν», την ενιαία αρετή, αυτή που καθιστά δυνατή την ύπαρξη και την ευδαιμονία της πολιτείας (Πρωταγ. 323α). Αυτή την πολιτική αρετή ο Πλάτωνας τη χωρίζει δε σε πέντε μόρια, τη δικαιοσύνη, τη σοφία, την ανδρεία, τη σωφροσύνη και την ευσέβεια και τονίζει πως χωρίς τη δικαιοσύνη τα άλλα μόρια της αρετής δεν είναι δυνατό να υπάρξουν. Με αυτό φαίνεται να συμφωνεί και ο μαθητής του, Αριστοτέλης που αναφέροντας την παροιμιακή φράση «εν δικαιοσύνη πάσ’ αρετή ένι (= υπάρχει) ονομάζει τη δικαιοσύνη «κρατίστην των αρετών» και «τελείαν αρετήν» (Ηθικ, Νικομ. V129 b 26-30). Για όλα αυτά ο Σωκράτης συνήθιζε να λέει πως «αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος ζωής, να ζεις και να πεθαίνεις ασκώντας τη δικαιοσύνη και την άλλη αρετή» (Πλάτ. Γοργ. 527 e).

Ως εδώ όλα ωραία και καλά. Αλλά τι είναι δικαιοσύνη; Ο Πλάτων πάλι λέει πως δικαιοσύνη είναι «τα αυτού πράττειν έκαστον και μη πολυπραγμονείν» (πολιτ. Δ 433) και πως υπάρχει δικαιοσύνη, όταν έχει ο καθένας και όταν πράττει αποκλειστικά εκείνο που του ανήκει» (Πολιτ. Δ 433 e: η του οικείου τε και εαυτού έξις τε και πράξις δικαιοσύνη αν ομολογοίτο). Τούτο σημαίνει πως ο καθένας πρέπει να πορεύεται τον δρόμο του, γιατί, όταν ανακατεύεται κανείς σε ό,τι δεν του ανήκει, σε ό,τι δεν είναι στη δικαιοδοσία του, θα συγκρουστεί με άλλους, θέλει δεν θέλει και θα αδικήσει και θα αδικηθεί. Και είναι η αδικία «μεγίστη κακουργία της πόλεως» (Πλατ. Πολιτ. Δ 434 c). Μα θα πει κανείς: ποιος είναι αυτός που ορίζει αυτό που ανήκει στον καθένα; Σε μια δημοκρατούμενη κοινωνία αυτός είναι το Σύνταγμα και οι Νόμοι και η Βουλή, όχι η Κυβέρνηση, που ψηφίζει τους Νόμους. Δυστυχώς για την εκάστοτε Εκτελεστική Εξουσία, υπάρχει πέρα από αυτή η Δικαστική Εξουσία, την οποία μπορούμε να κρίνουμε, αλλά δεν έχουμε δικαίωμα να την υποκαθιστούμε. Υπάρχει εδώ και πολλούς αιώνες, από την εποχή του Βολταίρου, η λεγόμενη «διάκριση των εξουσιών» χωρίς την οποία δημοκρατία δεν μπορεί να υπάρξει. Κι όποια κυβέρνηση «ανακατεύεται στα χωράφια της», κάνει κακό και στον εαυτό της και στη δικαιοσύνη.

Υπάρχει όμως και κάτι άλλο. Στην «Πολιτεία» του, ο Πλάτων γράφει πως είναι μεγάλη ασέβεια, όταν τύχει και ακούσει κάποιος να κακολογούν τη δικαιοσύνη, να δειλιάσει και να μην την υπερασπιστεί, όσο έχει μέσα του πνοή και μπορεί να μιλά» (Πολιτ. Β 368 b, c). Ο ίδιος φιλόσοφος τονίζει πως είναι άξιος τιμής αυτός που δεν αδικεί κι όποιος δεν επιτρέπει στους άλλους να αδικούν και πως είναι άξιος διπλάσιας τιμής αυτός που βοηθά όσο μπορεί τους άρχοντες να τιμωρούν τους άδικους. Αυτός, λέει, είναι «τέλειος πολίτης και νικητής στην αρετή» (Πλάτ. Νομ. Ε 730 d). Ο Σωκράτης επέμενε πολύ στην τιμωρία αυτών που διαπράττουν αδικίες σε βάρος των άλλων και την απονομή της δικαιοσύνης, γιατί, όπως έλεγε η τιμωρία «σωφρονίζει που και δικαιοτέρους ποιεί και ιατρική γίγνεται πονηρίας η δίκη» και το πως το να αποφύγει την τιμωρία ο άδικος «πάντων μέγιστον και πρώτον κακών πέφυκε». Αλήθεια, η κυβέρνηση επιβάλλει καμιά ποινή σε αυτούς που καταστρέφουν τις περιουσίες των άλλων χωρίς κανένα δισταγμό, σε αυτούς που έχουν μετατρέψει τη «δημοκρατία» σε «ακολασία», την «ελευθερία» σε «παρανομία» και την ευδαιμονία σε δυνατότητα να κάνουν ό,τι θέλουν; Με αυτές τις πολιτικές όχι μόνο «δίκαιη ανάπτυξη» δεν πρόκειται να υπάρξει, όχι μόνο το κράτους δικαίου δε θα ισχύσει, αλλά η αδικία θα νομιμοποιηθεί και θα παραμείνει μονίμως στη ζωή των ανθρώπων.

 

*Ο κ. Αθανάσιος Φραγκούλης είναι Δρ. Κλασικής Φιλολογίας, Επίτ. Σχολικός Σύμβουλος. 

Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017 15:37

Ο λόγος και η πολιτική (Μέρος Δ΄)

Ο Πελοποννησιακός πόλεμος (431-404 π.Χ.) υπήρξε η μεγάλη καμπή στην ιστορία της αρχαίας Αθήνας και την εξέλιξη της δημοκρατίας. Η Αθήνα που έδωσε την κατά το δυνατόν πιο τέλεια μορφή του δημοκρατικού πολιτεύματος τον 5ο αι. π.Χ., έδωσε και την αδύνατη πλευρά της τον 4ο π.Χ. αι. με ένα πλήθος αξιοκατάκριτων φανερωμάτων. Ο ξεπεσμός της αθηναϊκής δημοκρατίας άρχισε μετά τον θάνατο του Περικλή. Ο μεγάλος ιστορικός Θουκυδίδης λέει χαρακτηριστικά: «Οι κατοπινοί του (ενν. οι διάδοχοί του Περικλή), επειδή ήταν ίσοι μεταξύ τους (δηλ. δεν ξεχώριζε κανείς στη μετριότητά τους) και επειδή ήθελε ο καθένας να γίνει πρώτος, στράφηκαν στην ευχαρίστηση του λαού, έτσι ώστε οι υποθέσεις της πόλης να παραμεληθούν και να υποχωρήσουν» (Θουκ. Ιστορ. 2.65). Και ο Δημοσθένης αναφερόμενος στους πολιτικούς εκείνης της εποχής, παρατηρεί ότι «τον χρόνο που προορίζεται για τα έργα, τον ξοδεύουμε, τον δαπανούμε στις προετοιμασίες, αλλά οι ευκαιρίες που μας παρουσιάζονται δεν περιμένουν τη δική μας αργοπορία και αδιαφορία» (Κατά Φιλίπ., Α. 37). Αποτέλεσμα αυτών των πολιτικών ήταν «οι Αθηναίοι παρά λίγο να πέσουν στην έσχατη συμφορά» (Ισοκρ. Αρεοπ. 17: μικρόν απολείπουσι του μη ταις εσχάταις συμφοραίς περιπεσείν).

Κάτι ανάλογο αναφέρει και ο Κλέων μιλώντας στην Εκκλησία του Δήμου και προσπαθώντας να πείσει τους συμπατριώτες του να καταδικάσουν τους Μυτιληναίους, γιατί «τόλμησαν» να αποστατήσουν από τη συμμαχία των Αθηναίων. Εκεί αναφέρει πως η πόλη επιβραβεύει άλλους, ενώ η ίδια υπομένει τους κινδύνους. Και ενοχοποιεί γι’ αυτό τους ίδιους τους πολίτες, γιατί, λέει, «έχετε συνηθίσει να γίνεστε θεατές των λόγων και ακροατές των έργων, να θεωρείτε πως είναι δυνατό να γίνουν κάποια πράγματα, πιστεύοντας απλώς αυτούς που μίλησαν με ωραίο τρόπο γι’ αυτά και αξιολογώντας αυτά που έχουν ήδη γίνει με βάση αυτά που είπαν με ωραίο τρόπο αυτοί που μίλησαν γι’ αυτά. Έχετε συνηθίσει να θεωρείτε πιο αξιόπιστα όχι τα έργα, αλλά τα λόγια» (Θουκ. Ιστορ. Γ 38). Με λίγα λόγια, ο Κλέων, ο μεγαλύτερος από τους αρχαίους δημαγωγούς και λαϊκιστές, κατηγορεί τους Αθηναίους για διαστροφή της φυσικής κατάστασης που θέλει τα έργα πιο αξιόπιστα από τα λόγια, για μια διαστροφή στην οποία και ο ίδιος συνέβαλε τα μέγιστα!

Κάτι ανάλογο δεν συμβαίνει και σήμερα; Οι πολιτικοί μας αναλίσκονται στα λόγια, καθυστερούν να πάρουν τις δύσκολες αποφάσεις που επιβάλλουν οι «καιροί» που δεν είναι «μενετοί» και προκαλούν μεγάλη βλάβη στη χώρα μας. Χειριζόμενοι με άνεση τον λόγο, προσπαθούν να μας πείσουν πως τα «καταστροφικά» που έχουν γίνει, κινούνται δήθεν στη «σφαίρα της φαντασίας» και ότι πρέπει να πιστεύουμε τι μας λένε και όχι αυτό που βιώνουμε. Να πειστούμε, για παράδειγμα, πως δεν μας έχουν μειώσει τις συντάξεις μας 50% μέχρι τώρα και να τους θεωρούμε, όπως λένε μερικοί, «σωτήρες» και «ευεργέτες».

Θα έπρεπε οι ικανοί οι ρήτορες να μην έχουν καμιά θέση στην πολιτική. Γιατί «όποιος είναι ικανός ομιλητής,// μα έχει κακιά φύση, // πρέπει να τιμωρείται αυστηρά,// γιατί πιστεύοντας πως τα ωραία λόγια // τ’ άδικο το σκεπάζουν,// τολμά πανούργες πράξεις.// Αυτός δεν ειν’ πολύ σοφός» (Ευριπ. Μήδ., στ. 597). Γιατί «όταν στους άρχοντες οι ατιμίες αρέσουν,// βέβαια και οι ασήμαντοι τις θεωρούν καλές.// Μα ’γω μισώ τους τίμιους που ’ναι στα λόγια μόνο,// όταν κρυφά σε τολμηρές ενέργειες προβαίνουν» (Ευριπ. Ιππόλ., στ. 411-414). Παρόμοιες ιδέες αναπτύσσει ο Αγγελιαφόρος στον Ορέστη (στ. 907-913) του Ευριπίδη απευθυνόμενος στην Ηλέκτρα. Αυτός λέει: «Όταν ένας θνητός γλυκόλογος,// αλλά κακός στη γνώμη //πείθει ολόκληρο λαό,// είναι κακό μεγάλο για την πόλη».

Ο Ευριπίδης στην Εκάβη του (στ. 1187-1194) συσχετίζει τον λόγο με τα έργα και παρατηρεί πως «στον κόσμο αυτό δε θα ‘πρεπε ποτέ //δύναμη πιότερη απ’ τα έργα η γλώσσα μας να έχει,// έκανε κάποιος το καλό;// Λόγια θα έπρεπε καλά και αυτή να λέει,// έκανε πάλι το κακό; // Να’ ναι τα λόγια της κακά,//να μην μπορεί το άδικο όμορφο να το κάνει». Κι όμως οι πολιτικοί προσπαθούν να κάνουν το άδικο δίκαιο και το άσχημο όμορφο με τα λόγια τους!

Ο Ευριπίδης στην Αντιόπη του (απόσπ. 205), υπογραμμίζει την ανωτερότητα των έργων έναντι των λόγων με τα εξής λόγια: «Παιδί μου, λόγια ειπωμένα όμορφα// μπορούνε ψεύτικα να είναι, // κι οι άνθρωποι με τα ωραία λόγια // την αλήθεια θα μπορούσαν να νικήσουν,// μα δεν είν’ αυτό το πιο καλό,// αλλά αυτό που’ ναι σωστό // κι αυτό που λέει η φύση,// και όποιος βγαίνει νικητής,// αν κι άσχημα μιλά,// είναι στ’ αληθινά σοφός,// αλλά εγώ πιστεύω // πως οι πράξεις είν’ ανώτερες από τον κάθε λόγο». Κι είναι πολύ επικίνδυνοι για τη χώρα οι ικανοί ρήτορες. Στον Ιππόλυτο του Ευριπίδη, η Φαίδρα παρατηρεί στην Τροφό πως «τις πόλεις των ανθρώπων που όμορφα κυβερνιούνται,// τα ευτυχισμένα σπιτικά συθέμελα γκρεμίζουν,// τα λόγια τα πολύ κομψά,// δεν πρέπει το ευχάριστο στ’ αυτιά εμείς να λέμε,// μα ό,τι τιμά τον άνθρωπο» ( στ. 486-489). Ας το λάβουν υπόψη αυτό οι πολιτικοί μας…

 

*Ο κ. Αθανάσιος Φραγκούλης είναι Δρ. Κλασικής Φιλολογίας, Επίτ. Σχολικός Σύμβουλος. 

 

 

Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017 14:23

Ο λόγος και η πολιτική (Μέρος Γ΄)

Οι πολιτικοί μας, γνωρίζουν τη μεγάλη δύναμη της γλώσσας. Ξέρουν πως οι λέξεις είναι σαν τα καρφιά και όσο πιο πολύ τις χτυπάς, τόσο πιο βαθιά πηγαίνουν. Και γι’ αυτό στις διάφορες εμφανίσεις τους στην Βουλή ή την τηλεόραση, επαναλαμβάνουν τα ίδια και τα ίδια και δίνουν την εντύπωση πως έχουν περάσει από «ειδικό κομματικό φροντιστήριο» και ότι βρίσκονται σε «διατεταγμένη υπηρεσία». Το να μιλάς ωραία είναι ένα πράγμα. Όμως ο λόγος ο όμορφος είναι κάτι φοβερό, όταν προξενεί κάποια βλάβη. Γι’ αυτό και ο Αισχύλος σ’ ένα απόσπασμα από τον Προμηθέα Λυόμενο λέει με το στόμα του Προμηθέα πως «για πολλούς απ’ τους θνητούς η σιωπή είναι κέρδος» (απόσπ. 42: πολλοίς γάρ εστι κέρδος η σιγή βροτών). Πράγματι, οι περισσότεροι πολιτικοί θα βοηθούσαν πιο πολύ και τον εαυτό τους και την πατρίδα, αν κρατούσαν το στόμα τους κλειστό! Γιατί πέρα από τα λόγια υπάρχουν και τα έργα και για έναν πολιτικό τα λόγια θα έπρεπε πάντα να συμβαδίζουν με τα έργα. Δυστυχώς, αυτό σπάνια συμβαίνει. Και τότε τα λόγια του, επιστρέφουν και πλήττουν αυτόν τον ίδιο, και αυτό είναι πολύ χειρότερο από το να σε χτυπήσει ο λόγος των άλλων. Ας σκεφτούμε πόσα είχε υποσχεθεί προεκλογικά ο πρωθυπουργός και ποια υπόσχεση υλοποίησε από αυτές που είχε δώσει. Τα αλόγιστα, λοιπόν, λόγια του, τον έχουν εγκλωβίσει και δεν μπορεί να απαλλαγεί από αυτά. Και αυτό είναι μια γενική πρακτική που χαρακτηρίζει τον πολιτικό μας κόσμο.

Η σύνδεση των λόγων με τα έργα, είχε καθιερωθεί ήδη από την ομηρική εποχή. Στην «Ιλιάδα» (Ι 443) αναφέρεται πως ο δάσκαλος του Αχιλλέα, ο Χείρων, τον είχε εκπαιδεύσει να είναι «λόγων τε ρητήρ έργων τε πρηκτήρ», δηλαδή ικανός να αγορεύει στην αγορά, αλλά και να αγωνίζεται στον πόλεμο αλλά και στην καθημερινή ζωή. Όλοι οι μεγάλοι πολιτικοί της αρχαιότητας, όπως ο Θεμιστοκλής και ο Περικλής, ήταν ικανοί «επινοήσαι τα δέοντα και ερμηνεύσαι ταύτα», δηλαδή να συλλάβουν ιδέες και να τις υλοποιήσουν. Πρόκειται για τη μεγάλη αρετή, τη συνέπεια λόγων και έργων, που πρέπει να διακρίνει κάθε αληθινό πολιτικό άνδρα. Αυτής της συνέπειας κλασικό, αξεπέραστο και αξιομίμητο παράδειγμα είναι ο φιλόσοφος Σωκράτης. Όταν ο φίλος του, ο Κρίτων τον επισκέφτηκε στη φυλακή και τον προέτρεπε να δραπετεύσει και να σώσει τη ζωή του, σε μια περίπτωση που ήταν βέβαιος πως η δικαιοσύνη δεν είχε κάνει σωστά τη δουλειά της, εκείνος απάντησε με τα παρακάτω αξιοθαύμαστα λόγια: «Αυτά που έλεγα στο παρελθόν δεν μπορώ τώρα να τα προδώσω, επειδή μου συνέβη αυτή η δυστυχία, αλλά σχεδόν τα ίδια μου φαίνονται και τα ίδια πρεσβεύω και τιμώ όπως και πριν» (Πλατ. Κρίτ. 46 b 5). Και συμπλήρωσε πως «είναι ο ίδιος και τώρα και πάντα και δεν υπακούει σε τίποτε άλλο εκτός από τον Ορθό Λόγο» (Κρίτ. 46 b 3-4: Ως εγώ ου νυν το πρώτον αλλ’ αεί τοιούτος οιος των εμών ουδενί πείθεσθαι ή τω λόγω…»).

Κάθε πολιτικός, όπως και κάθε άνθρωπος, ντύνει τις ιδέες του με τον λόγο, όπως τα παιδιά με τα ρούχα, και από το ντύσιμο καταλαβαίνει κανείς την πολιτική και ιδεολογική του θέση. Όμως πολλοί πολιτικοί έχουν πουληθεί στην ιδεολογία, ενώ άλλοι πουλάνε ιδεολογία. Και όταν ένας πολιτικός πουλά ιδεολογία, σαν έμπορος, για να ζήσει, πίνει το αίμα του λαού, δεν τον ληστεύει απλώς. Γιατί άλλο είναι να αποδίδεις τα πράγματα με λόγια και άλλο να τα υποκαθιστάς με λόγια. Γιατί αυτό κάνουν οι δικοί μας πολιτικοί. Λησμονούν πως, όπως είπε και ένας λαλίστατος υφυπουργός της κυβέρνησης, ο καθένας είναι «όχι αυτό που λέγει αλλά αυτό που πράττει…» και πως μιλά πειστικά κανείς, όταν ο λόγος του είναι τμήμα της πρακτικής του συμπεριφοράς. Γιατί η πολιτική είναι πράξη και όχι κριτική ερμηνεία της πράξης. Και ο πιο ηχηρός λόγος είναι πιο ασήμαντος από τη μικρότερη πράξη.

Και κάτι άλλο. Δεν αρκεί ο λόγος σου να είναι πειστικός. Χρειάζεται να μας πείθει πως και αυτός που τον λέει, έχει πειστεί από αυτόν. Δυστυχώς, πολλοί πολιτικοί μας, λένε πράγματα στον λαό που και οι ίδιοι δεν πιστεύουν. Πόσες φορές δεν ακούσαμε πολιτικούς να λένε πως δεν πιστεύουν στα μέτρα που λαμβάνει η κυβέρνηση αλλά, τα ψηφίζουν για τον δικό του λόγο ο καθένας; Πολλές φορές επικαλούνται την αλήθεια που στην ουσία δεν πολυσυμπαθούν, τον λαό προς τον οποίο δεν έχουν καμιά υπόληψη ή ακόμα και τον Θεό στον οποίο δεν πιστεύουν. Ο πολιτικός καθοδηγεί τους πολίτες πώς να βαδίζουν πιο σωστά με τον σταυρό στον ώμο, αλλά δεν είναι πρόθυμοι να πάρουν εκείνοι τον σταυρό. Και φαίνεται πως είχε δίκιο κάποιος που παρομοίασε κάποιους πολιτικούς με τενεκέδες λουλουδιών. Πρώτα, λέει, είχανε μέσα παστά ή σκουπίδια και τώρα, μπογιαντισμένοι διάφορα χρώματα, έχουν γαρύφαλλα ή βασιλικό.

 

*Ο κ. Αθανάσιος Φραγκούλης είναι Δρ. Κλασικής Φιλολογίας, Επίτ. Σχολικός Σύμβουλος. 

Παρασκευή, 07 Ιουλίου 2017 14:20

Ο λόγος και η πολιτική (Μέρος Β΄)

Στο πρώτο μέρος του άρθρου μου, προσπάθησα να δείξω πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος που ασκεί ο λόγος και η γλώσσα, τόσο στη πολιτική όσο και στην καθημερινή ζωή. Ο λόγος έχει τεράστια δύναμη.

Ο Σοφοκλής στον Οιδίποδα στον Κολωνό, βάζει την Αντιγόνη να λέει στον πατέρα της πως «τα έργα τα κακά τα ξεσκεπάζει ο λόγος» (στ. 1187-1188: τα τοι κακώς// ηυρημέν’ έργα τω λόγω μηνύεται) και ο Ευριπίδης στην Ανδρομάχη του, βάζει τον Μενέλαο να λέει στον Πηλέα «ο λόγος για όλα γίνεται δάσκαλος των ανθρώπων» (στ. 683-684: η δ’ ομιλία // πάντων βροτοίσι γίγνεται διδάσκαλος) και στις Ικέτιδές τον Θησέα να τονίζει στην Αίθρα πως «τίποτε δεν τελειώνει,// το στόμα αν δεν το πει» (στ. 112: πέρας γαρ ουδέν μη διά γλώσσης ιών).

Αυτό το γνωρίζουν καλά οι πολιτικοί μας, αλλά και οι άλλοι, οι δικηγόροι, για παράδειγμα, στων οποίων το επάγγελμα παίζει σημαντικό ρόλο η ρητορική τέχνη και φροντίζουν να καλλιεργήσουν την ικανότητα της «πειθούς».

Γι’ αυτό ο Ευριπίδης στην Εκάβη του (στ. 814-820), βάζει την ηρωίδα να διερωτάται:

«Γιατί, λοιπόν, εμείς οι άνθρωποι // τα άλλα τα μαθήματα

μοχθούμε να τα μάθουμε όλα πολύ καλά// και τα ανα-

ζητούμε,// μα την Πειθώ, που μόνη αυτή // μεσ’ στους

ανθρώπους βασιλεύει,// καθόλου δε νοιαζόμαστε // τέλεια

να τη μάθουμε χρήματα δαπανώντας, // για να’ ναι μπορετό

να πείθει κάποιος άνθρωπος // κι έτσι να πετυχαίνει //

ό τι επιθυμεί;».

Και σε ένα απόσπασμα από την Αντιγόνη του, ο Ευριπίδης συνδυάζει τον λόγο με την Πειθώ και υποστηρίζει πως «δεν υπάρχει ιερό άλλο για την Πειθώ εκτός από τον λόγο,// και ο βωμός της βρίσκεται στη φύση του ανθρώπου» (αποσπ. 170: ουκ εστι Πειθούς ιερόν άλλο πλην λόγος,// και βωμός αυτής εστ’ εν ανθρώπου φύσει).

Οι πολιτικοί μας, λοιπόν, σε κάθε συνεδρίαση της Βουλής αξιοποιώντας ή εκμεταλλευόμενοι την ικανότητα «πειθούς» που διαθέτουν, προσπαθούν να πείσουν τους ακροατές, τους πολίτες, για το δίκαιο και την ορθότητα των απόψεων, των αποφάσεων και των ενεργειών τους. Κι έχουν δικαίωμα και χρέος να το κάνουν μια και για κάθε πράγμα είναι δυνατό να υπάρξουν δύο διαφορετικές ή αντίθετες απόψεις. Τούτο ανταποκρίνεται στη συνείδηση του λαού που έχει συνθέσει αντίθετες παροιμίες για το ίδιο θάμα, όπως π.χ. «όποιος βιάζεται σκοντάφτει» ή «το γοργό και χάρη έχει». Σε αυτούς τους «δισσούς λόγους» στηρίζονται όλες οι συζητήσεις που μας παραδίδονται από την αρχαία ελληνική γραμματεία, ιδιαίτερα την ιστορία του Θουκυδίδη με τις δημηγορίες, τους διαλόγους των σοφιστών με τον Σωκράτη ή ακόμη και τα ομηρικά κείμενα και την αρχαία ελληνική τραγωδία. Γίνεται κατά κάποιο τρόπο ένας «αγών λόγων», όμοιος με αυτόν που λαμβάνει χώρα στην αρχαία ελληνική κωμωδία της οποίας αποτελεί βασικό δομικό στοιχείο, αλλά και στην αρχαία ελληνική τραγωδία, και έχει ως κριτές τούς ακροατές.

Το πράγμα όμως αλλάζει, όταν στον «αγώνα» αυτόν παίρνουν μέρος κόλακες, συκοφάντες, συμφεροντολόγοι πολιτικοί ρήτορες που απευθύνονται στην άγνοια των πολιτών, την έλλειψη κριτικού πνεύματος που διακρίνει τους απλούς ανθρώπους, την απουσία ενδιαφέροντος για την έρευνα των πραγμάτων και την αδυναμία αξιολόγησης των απόψεων και παρασύρουν τις λαϊκές μάζες σε λαθεμένες, ασύμφορες και καταστροφικές για την πατρίδα και τον λαό, αποφάσεις και επιλογές. Γιατί οι μάζες εύκολα «πείθονται» και παρασύρονται από την επιτηδειότητα και τη ρητορική δεινότητα των πονηρών και γεμάτων θρασύτητα πολιτικών, που κατορθώνουν να παρουσιάσουν το ατομικό και κομματικό συμφέρον ως ωφέλιμο για την πατρίδα και τον λαό.

Κι έτσι ο λόγος αποβαίνει βλαβερός και ολέθριος για τους πολίτες. Την ιδέα ότι ο λόγος και η γλώσσα μπορούν να βλάψουν τους ανθρώπους συναντούμε στον Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου, όπου ο Ωκεανός ρωτά τον ήρωα «ή δεν κατέχεις, αν κι είσαι λογικός,// πως η γλώσσα που είν’ αστόχαστη // μόνο ζημία φέρνει;» (στ. 328-329: η ουκ οίσθ’ ακριβώς ων περισσόφρων ότι// γλώσση ματαία ζημία προστρίβεται; ) και στην Αντιγόνη του Σοφοκλή, όπου ο Κρέων λέει στον Τειρεσία πως «παθαίνουν …από τους θνητούς ακόμη και οι πιο δεινοί αισχρές ανατροπές,// όταν τα λόγια τα αισχρά μ’ όμορφο τρόπο λένε//μονάχα για το κέρδος» (στ.1045-1047: πίπτουσι δ’ …βροτών// χοι πολλά δεινοί πτώματ’ αισχρ’, όταν λόγους//αισχρούς καλώς λέγωσι του κέρδους χάριν).

Κι είναι πραγματικά επικίνδυνοι οι πολιτικοί που έχουν ρητορική δεινότητα, αλλά είναι αστόχαστοι. Το είπε στην Ηλέκτρα του Σοφοκλή η ηρωίδα όταν απευθύνεται στην αδερφή της Χρυσόθεμη τονίζοντας πως «είναι στ’ αλήθεια φοβερό// να’ σαι μαζί αστόχαστος // και να μιλάς ωραία» (στ. 1039: η δεινόν ευ λέγουσαν εξαμαρτάνειν), ενώ ο ίδιος ποιητής σε ένα άλλο χαμένο έργο του, αφορίζει τα λόγια τα απατηλά λέγοντας «τα λόγια τα απατηλά κέρδος δεν πετυχαίνουν» (απόσπ. 834: ουκ εξάγουσι καρπόν οι ψευδείς λόγοι). Και οι δικοί μας πολιτικοί, με λίγες πάντα εξαιρέσεις συνετών ανθρώπων που, δυστυχώς, αργά ή γρήγορα εξαφανίζονται από την πολιτική σκηνή, είναι «απατηλοί». Και όχι μόνο. Είναι και μοχθηροί. Αν παρακολουθήσει κανείς τον τρόπο που μιλούν, θα διαπιστώσει πως οι λόγοι τους αποπνέουν μια πρωτοφανή εχθρότητα, ένα μίσος, μια απέχθεια, μια έλλειψη σεβασμού προς τον αντίπαλο και τις ιδέες του. Η αισχρότητα και η αναίδεια στα λόγια, έχει γίνει για πολλούς, τρόπος άσκησης πολιτικής και τρόπος ζωής και το κακό είναι πως αυτός ο τρόπος ζωής χειροκροτείται από τους οπαδούς τους! Είναι και αυτό σημείο των καιρών!

 

*Ο κ. Αθανάσιος Φραγκούλης είναι Δρ. Κλασικής Φιλολογίας, Επίτ. Σχολικός Σύμβουλος.

 

 

 

Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017 13:17

Ο λόγος και η πολιτική (Μέρος Α΄)

Ο λόγος σε όλες τις μορφές του, είχε καταξιωθεί στην αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία. Η ελευθερία που πήγαζε από το δημοκρατικό πολίτευμα, εξασφάλιζε στον Αθηναίο πολίτη τη λεγόμενη παρρησία και ισηγορία, δηλ. το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα την άποψή του, όταν το επιθυμούσε. Εξάλλου, είναι γνωστή η φράση του κήρυκα «τις αγορεύειν βούλεται», με την οποία καλούσε όποιον πολίτη ήθελε από αυτούς που συμμετείχαν στην Εκκλησία του Δήμου, να εκφράσει τις απόψεις του για τα θέματα που συζητούνταν. Ο Δημοσθένης μάλιστα παρατηρεί πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη δυστυχία για έναν ελεύθερο άνθρωπο από το να στερηθεί την παρρησία (απόσπ. 350). Στην Εκκλησία του Δήμου, οι αντίπαλοι ρήτορες διατύπωναν τις απόψεις τους για τα δημόσια θέματα, τα διαφώτιζαν και βοηθούσαν το κοινό να πάρει τις πιο σωστές αποφάσεις. Στα δικαστήρια οι διάδικοι ανέλυαν τις θέσεις τους, πρόβαλλαν τα επιχειρήματά τους, ανασκεύαζαν τα επιχειρήματα των αντιπάλων τους και βοηθούσαν στην απονομή της δικαιοσύνης. Στις συγκεντρώσεις και τις γιορτές, αξιόλογοι πνευματικοί άνδρες εγκωμίαζαν και πρόβαλλαν τις προσωπικότητες εκείνες που είχαν διακριθεί στον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα και είχαν προσφέρει σημαντικές υπηρεσίες στην πατρίδα.

Η ελευθερία του λόγου που επικρατούσε στην Αθήνα, τονίζεται από τον Ευριπίδη στον «Ιππόλυτό» του (στ. 421-423) και από τον Πλάτωνα στον «Γοργία» του (461 e). Είναι αξιοσημείωτο πως ο Αριστοτέλης θεωρούσε τον λόγο στοιχείο που διακρίνει τον άνθρωπο από τα ζώα και έλεγε πως, ενώ τα ζώα έχουν «φωνή» με την οποία αυτά μπορούν να εκφράσουν το ευχάριστο και το δυσάρεστο, ο άνθρωπος έχει «λόγο» με τον οποίο, πέρα από το ευχάριστο και το δυσάρεστο, αυτός μπορεί να εκφράσει και ανώτερες ηθικές και αισθητικές αξίες, όπως το ωφέλιμο και το βλαβερό, το καλό και το κακό, το ωραίο και το άσχημο (Πολιτικά 1252 b - 1253 a 24). Ο Θουκυδίδης βάζει τον Περικλή στον Επιτάφιό του, να λέει πως «οι Αθηναίοι δε θεωρούσαν πως τα λόγια βλάπτουν τα έργα, αλλά θεωρούσαν ζημιά το να μη διαφωτιστούν με το λόγο γι’ αυτό που επρόκειτο να επιχειρήσουν (ΙΙ.40.2: ου τους λόγους τοις έργοις βλάβην ηγούμενοι , αλλά μη προδιδαχθήναι μάλλον λόγω πρότερον ή επί α δει έργω ελθείν). Μια παρόμοια ιδέα εκφράζει ο Θουκυδίδης με το στόμα του Διοδότου που, προσπαθώντας να αλλάξει τη σκληρή απόφαση που είχαν πάρει οι Αθηναίοι για τους Μυτιληναίους μετά από πρόταση του Κλέωνα, λέει χαρακτηριστικά: Όποιος υποστηρίζει πως ο λόγος δε διαφωτίζει τα έργα ή είναι ανόητος ή έχει κάποιο συμφέρον (ΙΙΙ 42.1: τους δε λόγους όστις διαμάχεται μη διδασκάλους των πραγμάτων γίγνεσθαι, ή αξύνετός εστιν ή ιδία τι αυτώ διαφέρει,).

Ο λόγος όμως καταξιώνεται πιο πολύ ως διάλογος, που θεωρείται βάση της πνευματικής ελευθερίας. Αυτός με οποιαδήποτε μορφή του, όπως αυτός παρουσιάζεται στα ομηρικά έπη ή την τραγωδία, στην φιλοσοφία ή στην Εκκλησία του δήμου και στις δημηγορίες, ως λόγος και αντίλογος, διακρίνεται για τον αγωνιστικό του χαρακτήρα και με την ανταλλαγή απόψεων και την αντιπαράθεση ιδεών συντηρεί τη ζωή και την καλυτερεύει με τη γνώση και την αλήθεια. Ο Σωκράτης, που, όπως φαίνεται από τους πλατωνικούς διαλόγους, με την προφορική διδασκαλία του, στήριξε και καταξίωσε τον διάλογο, λέει πως τη διαλεκτική τέχνη χρώμενος φυτεύει και σπείρει μετ’ επιστήμης λόγους.

Κι είναι θλιβερό εμείς που έχουμε εισαγάγει στην πολιτική τον διάλογο να τον ευτελίζουμε απλώς και μόνο, για να εξυπηρετήσουμε τα προσωπικά και τα κομματικά μας συμφέροντα. Αρκεί να παρακολουθήσει κανείς μια συνεδρίαση της Βουλής ή μια συζήτηση εκπροσώπων των κομμάτων στην τηλεόραση, για να σιχαθεί και τον διάλογο και την πολιτική. Ο Πλάτων περιγράφοντας την εικόνα της αθηναϊκής δημοκρατίας της εποχής του (4ος αι. π.Χ.), μιλά για τις θορυβώδεις λαϊκές συγκεντρώσεις, τις συνεδριάσεις της Εκκλησίας του Δήμου, όπου οι εκκλησιαστές υπερβολικά χειροκροτώντας και φωνάζοντας άλλα αποδοκιμάζουν από αυτά που λέγονται και πράττονται και άλλα τα επιδοκιμάζουν, ενώ ο αντίλαλος των βράχων και του υπαίθριου χώρου διπλασιάζει τις αποδοκιμασίες τους και τους επαίνους τους (Πολιτεία ΣΤ΄ 492 b,c: προς δ’ αυτοίς αι τε πέτραι και ο τόπος εν ω αν ώσιν απηχούντες διπλάσιον θόρυβον παρέχωσι του ψόγου και του επαίνου). Και μιλούμε για μια εποχή κατά την οποία είχε αρχίσει η παρακμή της αθηναϊκής δημοκρατίας.

Κάτι ανάλογο δε συμβαίνει και στη δική μας Βουλή, όπου πολλές φορές πολλοί μιλούν και κανένας δεν ακούει; Οι πολιτικοί μας, όπως και τότε, επειδή τους λείπει η πολιτική επιστήμη, επειδή δεν έχουν πολιτική μόρφωση, αυτό που ονομάζουμε «πολιτικό πολιτισμό», καταντούν αντί για πολιτικοί να είναι «στασιαστικοί» και να γίνονται υπαίτιοι κοινωνικών ή πολιτικών ταραχών για δημοκοπικούς λόγους και όχι ηγήτορες που κατευθύνουν σωστά τον λαό και παίζουν τον παιδαγωγικό τους ρόλο. Κι είναι θλιβερό, ενώ φέρονται έτσι, να αναγγέλλεται από τον Πρόεδρο της Βουλής πολλές φορές πως «από τα άνω θεωρεία παρακολουθούν τη συνεδρίαση της Βουλής σαράντα τόσοι… μαθητές… κ.λπ.». Δεν συναισθάνονται τι κακό κάνουν με το παράδειγμα που δίνουν. Αυτοί κοιτάζουν με τους λόγους τους πώς να πλανεύουν τον λαό, όπως τότε, και καταλήγουν να είναι μεγαλύτεροι σοφιστές από όλους τους σοφιστές! (Πλάτων, Πολιτικός, 303c).

«Ο σωστός διάλογος», όπως έλεγε ο Ευριπίδης, «και σε διαφωνία ακόμη, // τις θέσεις και των δυο πλευρών // στο τέλος συνενώνει» (απόσπ. 867: ευ γαρ και διχοστατών λόγος // σύγκολλα ταμφοίν ες μέσον τεκταίνεται). Οι πολιτικοί μας όμως βρίσκουν τον τρόπο να μετατρέπουν τον διάλογο σε μονόλογο και με τις οξείες και φανατικές αντιπαραθέσεις τους, τον πολώνουν και τον καταστρέφουν.

 

*Ο κ. Αθανάσιος Φραγκούλης είναι Δρ. Κλασικής Φιλολογίας, Επίτ. Σχολικός Σύμβουλος.

Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017 12:03

Το πλοίο και η πολιτεία

Στην πολιτική αντιπαράθεση μεταξύ των κομμάτων, πολλές φορές αυτά κατηγορούν τους αντιπάλους τους πως με την πολιτική τους «οδήγησαν τη χώρα στα βράχια». Συνειδητά ή ασυνείδητα παρομοιάζουν την Πολιτεία με πλοίο, τον εκάστοτε πρωθυπουργό με κυβερνήτη και τους υπόλοιπους πολιτικούς με ναύτες. Δεν ξέρω αν γνωρίζουν πως η παρομοίωση αυτή είναι πολύ παλιά και χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Λέσβιο ποιητή Αλκαίο. Αυτός στο στασιωτικό του ποίημα 46 a D, λέει χαρακτηριστικά: «Δε νιώθω το ξεσήκωμα τ’ αγέρα// γιατί άλλο κύμα απ’ εδώ κι άλλο από εκεί // κυλά, κι εμείς ταρακουνιόμαστε καταμεσής στο πέλαγο // μέσα στο μαύρο πλοίο // απ’ τη φουρτούνα την τρανή //ένα σωρό τραβώντας…». Κάποιος Ηράκλειτος που έζησε τον 1ο αι. μ. Χ., λέει στο έργο του Ομηρικές αλληγορίες (5) πως ο ποιητής εδώ μιλά αλληγορικά και αναφέρεται σε κάποια κοινωνική αναταραχή που εκδηλώθηκε στην πατρίδα του και στον κίνδυνο πολέμου. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, πρόκειται εδώ για κάποια «πολιτική τρικυμία» που είχε ξεσπάσει στη Μυτιλήνη και έβαλε σε κίνδυνο την Πολιτεία - πλοίο (= Μυρσίλος γαρ ο δηλούμενός εστί και τυραννική κατά Μυτιληναίων εγειρομένη στάσις). Οι συνέπειες της θαλασσοταραχής, όπως εκφράζονται στο απόσπασμα, υπονοούν τη χαλάρωση των θεσμών, την παρακμή της πολιτείας, την απουσία σωστής διακυβέρνησης. Μέσα από αυτή την αλληγορία, ο ποιητής εκφράζει την αγωνία του για τις ενδεχόμενες συνέπειες της κοινωνικής και πολιτική αναταραχής που εκδηλώθηκε την εποχή του στο νησί του.

Έκτοτε η παρομοίωση της Πολιτείας με πλοίο έγινε συνηθισμένη φόρμουλα στην αρχαία ελληνικά ποίηση, πράγμα που έκανε τον Αριστοφάνη να παρατηρήσει «αεί οι ποιηταί τας πόλεις πλοίοις παραβάλλουσι», δηλ. πάντα οι ποιητές παρομοιάζουν τις πόλεις με πλοία. Όμως μια εκπληκτική μορφή της αλληγορίας αυτής, απαντά στην Πολιτεία του Πλάτωνα (Πολιτεία 488 Α-489 Ε). Για να καταλάβει κανείς την ουσία των λόγων του Σωκράτη πρέπει να λάβει υπόψη: α) πως όταν μιλά για ναύκληρο, εννοεί τον λαό και β) πως τόσο ο Σωκράτης όσο και ο Πλάτων θεωρούσαν την πολιτική τέχνη και επιστήμη. Συζητώντας ο Σωκράτης με τον Αδείμαντο στο ΣΤ΄ βιβλίο της Πολιτείας και προσπαθώντας να του δείξει πώς μεταχειρίζονται οι πολίτες τους αληθινούς φιλοσόφους στις πόλεις, αυτούς που θεωρεί πιο κατάλληλους και άξιους ως κυβερνήτες, και γιατί αυτοί δεν εκτιμώνται από τον λαό λέει: «Φαντάσου ένα τέτοιο περίπου γεγονός να συμβεί είτε σε πολλά είτε σε ένα πλοίο, ο ναύκληρος να είναι μεγαλόσωμος και ο δυνατότερος από όλο το πλήρωμα, αλλά συγχρόνως να είναι λίγο κουφός και κοντόφθαλμος και να μη κατέχει καλά τη ναυτική τέχνη. Έπειτα οι ναύτες να μαλώνουν μεταξύ τους για το ποιος να κυβερνήσει και ο καθένας τους να φαντάζεται πως αυτός πρέπει να γίνει κυβερνήτης, χωρίς να έχει μάθει ποτέ την τέχνη, ούτε να μπορεί να φανερώσει από ποιον δάσκαλο και πότε την έμαθε… Και ακόμη να τριγυρίζουν πάντοτε τον ναύκληρο, να τον προκαλούν και όλα να τα κάνουν, για να τους παραδώσει το τιμόνι. Και κάποτε, αν άλλοι τον καταφέρουν καλύτερα, τότε αυτούς τους άλλους ή τους σκοτώνουν ή τους πετούν από το πλοίο. Και έπειτα τον καλό μας τον ναύκληρο, με ναρκωτικό του μανδραγόρα ή με μεθύσι ή με άλλο τρόπο τον εξουδετερώνουν και γίνονται κύριοι του πλοίου με όλες τις προμήθειές του και πίνοντας και γλεντώντας ταξιδεύουν, όπως ταιριάζει σε τέτοιους ανθρώπους. Έπειτα επαινούν και ονομάζουν καλόν ναυτικό, έμπειρο κυβερνήτη και γνώστη των ζητημάτων του πλοίου εκείνον που ξέρει καλά να τους βοηθήσει να πάρουν την εξουσία από τον ναύκληρο, με το καλό ή με τη βία, και όποιος δεν είναι τέτοιος τον κατακρίνουν ως άχρηστο, χωρίς καν να καταλαβαίνουν πως ο αληθινός κυβερνήτης είναι ανάγκη να δείχνει επιμέλεια για τη σπουδή των εποχών του έτους, του ουρανού, των άστρων, των ανέμων και να γνωρίζει όλα όσα σχετίζονται με τη ναυτική τέχνη, αν πρόκειται να γίνει πραγματικά ικανός κυβερνήτης πλοίου. Το πώς θα κυβερνήσει το πλοίο, είτε θέλουν είτε δεν θέλουν μερικοί, αυτό νομίζουν πως δεν χρειάζεται ιδιαίτερη μάθηση ή τέχνη εκτός από την καθαυτό κυβερνητική. Όταν λοιπόν τέτοια συμβαίνουν στα πλοία, δεν νομίζεις πως ο αληθινός κυβερνήτης θα χαρακτηριστεί από τα πληρώματα των όμοια οργανωμένων πλοίων ως σωστός μετεωροσκόπος, φλύαρος και άχρηστος γι’ αυτούς;». Και ο Σωκράτης συμπληρώνει: «Δεν θα κάνεις λάθος, αν παραβάλεις τους σημερινούς πολιτικούς άρχοντες με τους ναύτες και εκείνους που αυτοί ονομάζουν αχρήστους και φλύαρους μετεωρολόγους με τους αληθινούς κυβερνήτες».

Ο Σωκράτης ουσιαστικά περιγράφει αυτό που συνέβαινε στην Αθήνα τον 4ο αι. π.Χ., τότε που είχε αρχίσει η παρακμή της αθηναϊκής δημοκρατίας. Πολλά από όσα λέει αντικατοπτρίζουν και την κρίση που περνά η σημερινή δημοκρατία: πώς αναδεικνύονται ανίδεοι και ακατάλληλοι κυβερνήτες, πώς ο λαός γίνεται αντικείμενο εξαπάτησης, εκμετάλλευσης και παραγκωνισμού, πώς οι πολιτικοί αναρριχώνται στην εξουσία και απολαμβάνουν τα προνόμια που τους παρέχει αυτή και άλλα πολλά. Καλό θα είναι να μελετούμε τους αρχαίους, για να «βάζουμε μυαλό…».

 

* Ο κ. Αθανάσιος Φραγκούλης είναι Διδάκτωρ Κλασικής Φιλολογίας και Επίτ. Σχολικός Σύμβουλος.

 

 

Παρασκευή, 16 Ιουνίου 2017 14:04

Λόγος …περί «προδοσίας»

Το ακούσαμε και αυτό. Ότι οι νέοι μας που αναγκάστηκαν από την ανεργία να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να φύγουν στο εξωτερικό, είναι «προδότες»! Και το ακούσαμε αυτό από το στόμα ενός «καταξιωμένου» ηθοποιού και τέως βουλευτή, του Κ. Καζάκου. Βέβαια, αυτό δεν με εξέπληξε πολύ, γιατί, όπως έλεγε κάποιος πανεπιστημιακός μου καθηγητής, «οι μεγάλοι άνδρες λένε και μεγάλες βλακείες». Προσπάθησα όμως να καταλάβω ποια είναι η «προδοσία» που διέπραξαν όλοι αυτοί οι νέοι, οι 400.000 νέοι, που αναγκάστηκαν να ξενιτευτούν, αν και δεν ήταν στο πρόγραμμά τους. Γιατί είμαι σίγουρος πως οι πιο πολλοί από αυτούς έκαναν μεταπτυχιακά στο εξωτερικό, δούλεψαν σε αυτό, επέστρεψαν στην πατρίδα τους και αυτή τους δέχτηκε με τον τρόπο που ξέρουμε: δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν τα προς το ζην.

Ανέτρεξα λοιπόν στα λεξικά, ακολουθώντας το αξίωμα «αρχή μελέτης ονομάτων επίσκεψις» και είδα ότι η λέξη «προδοσία» σημαίνει παράβαση αρχών ή και ηθικών δεσμεύσεων, αθέτηση υποσχέσεων, ειδικά κατάδοση προσώπων, αποκάλυψη μυστικών στον εχθρό, και πρόκληση βλάβης σε κάποιον ή κάτι, βλάβη εθνική, ιστορική, πολιτική. Αλήθεια, τι από όλα αυτά έκαναν οι νέοι αυτοί; Είναι θλιβερό τα θύματα μιας κατάστασης -γιατί άλλοι αθέτησαν διαχρονικά τις υποσχέσεις που είχαν δώσει- να εμφανίζονται ως θύτες και «προδότες». Όμως και αυτό έχει την εξήγησή του. Σε περιόδους κρίσης, ακόμη και οι λέξεις αλλάζουν περιεχόμενο. Φαίνεται αυτό ξεκάθαρα από τον Θουκυδίδη που περιγράφοντας τις συνέπειες της εμφύλιας διαμάχης που είχε ξεσπάσει στην Κέρκυρα στη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, λέει χαρακτηριστικά πως «ακόμη και τη συνηθισμένη σημασία που είχαν οι λέξεις για τις πράξεις την άλλαξαν κατά πώς τους άρεσε» (ΙΙΙ 82: Και την ειωθυίαν αξίωσιν των ονομάτων ες τα έργα αντήλλαξαν τη δικαιώσει). Τότε η «πρόνοια θεωρήθηκε δειλία, η σωφροσύνη πρόφαση ανανδρίας και η σύνεση σε κάθε τι αδράνεια και αδιαφορία για το καθετί» (ΙΙΙ 82.4). Τώρα όλα αυτά θεωρούνται «προδοσία»! Δείχνει και αυτό την κρίση που διέρχεται η ελληνική κοινωνία.

Το φαινόμενο αυτό, μου φέρνει στο νου τον «Δωδεκάλογο του Γύφτου» του Παλαμά. Αναφερόμενος στους λόγιους που μετά την άλωση της Πόλης το 1453 ή και πριν από αυτή, έφυγαν στη Δύση και προετοίμασαν την Αναγέννηση, λέει: «Από την πατρίδα μας διωγμένοι,// και σβησμένοι από την Ανατολή,// θ’ ανατείλουμε στη Δύση.//Όπου πάμε θα βρούμε πατρίδες // και θα πλάσουμε…». Και οι νέοι μας σαν αυτούς «σεβαστά κοπάδια…// σα διωγμένα από κακοκαιριά» πήραν τις περγαμηνές τους, τα «τυλιγάδια» τους, όπως λέει ο ποιητής, τα βιβλία τους που’ ναι «οι πηγές οι αθόλωτες της σκέψης, // οι ασυγνέφιαστοι της Τέχνης οι ουρανοί.// οι Αθάνατοι κι Ωραίοι», και πήγαν σαν πλανήτες να ρίξουν το δικό τους φως «όπου θάμπωμα και βράδιασμα στη φύση».

Αλήθεια, ήταν προδότες αυτοί οι λόγιοι; Αν είναι προδότες αυτοί, τότε θα πρέπει να ήταν προδότες και οι πολιτικοί μας, που το 1974 εγκατέλειψαν τη χώρα μας στην τύχη της και έφυγαν στο εξωτερικό για να διεξαγάγουν αγώνα «εκ του ασφαλούς» εναντίον της Χούντας και να εξαργυρώσουν μάλιστα τον αγώνα τους αυτό μετά την πτώση της Χούντας με την εξουσία που πήραν στα χέρια τους και να οδηγήσουν την χώρα στην άθλια κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα, στην κατάσταση που ανάγκασε για βιοποριστικούς λόγους, τους νέους να την εγκαταλείψουν. Οι νέοι αυτοί δεν έφυγαν στο εξωτερικό για να σώσουν «το τομάρι» τους, αλλά έφυγαν για να εξασφαλίσουν τα απαραίτητα για τους γονείς τους και τους δικούς τους που οι πολιτικοί μας εξαθλίωσαν.

Ήταν προδότες και οι συνάδελφοι του κ. Καζάκου, όπως η Μελίνα Μερκούρη, ο Σπύρος Φωκάς, ο Γιώργος Βογιατζής, η Ειρήνη Παππά, που αναζήτησαν και μάλιστα στην περίοδο των «παχειών αγελάδων» για τη χώρα μας, μια καλύτερη τύχη στο Χόλυγουντ; Ήταν προδότες τόσοι άλλοι επιστήμονες που διαπρέπουν στα πανεπιστήμια του εξωτερικού; Ασφαλώς όχι.

Βέβαια, ο κ. Καζάκος, κάτω από την πίεση της κοινής γνώμης, προσπάθησε να ανασκευάσει και ισχυρίστηκε πως δεν είπε ποτέ «τέτοια κοτσάνα». Και αυτή η «δεύτερη πλάνη» είναι χειρότερη από την πρώτη. Οι μεγάλοι άνδρες πρέπει να αναλαμβάνουν τις ευθύνες των λόγων και των πράξεων τους με οποιοδήποτε κόστος, ιδιαίτερα, όταν διατείνονται ότι παίζουν και τον ρόλο του παιδαγωγού. Γιατί αυτό τον χαρακτηρισμό, τον χαρακτηρισμό του «προδότη», σίγουρα τον χρησιμοποίησε πρόσφατα, αλλά τον είχε χρησιμοποιήσει και στο παρελθόν, πράγμα που δείχνει πως είναι παγιωμένη στη συνείδησή του, αυτή η αντίληψη. Αντί, λοιπόν, να κατηγορούμε αυτούς τους νέους που κυρίως πλήττονται από την κρίση, καλό θα είναι να τους ζητήσουμε συγνώμη. Γιατί τους αναγκάσαμε να εγκαταλείψουν ό,τι πιο ιερό υπάρχει στον κόσμο, τους γονείς τους και την πατρίδα. Ένα είναι βέβαιο, πως, όπως λέει ο Παλαμάς, όταν μας λυπηθεί της αγάπης ο Θεός, όταν ξημερώσει μια αυγή και μας καλέσει ο λύτρωμός όταν αρχίσει το ανέβασμα της πατρίδας μας «απ’ του Κακού τη σκάλα», αυτοί οι νέοι θα τής δώσουν «τα φτερά τα πρωτινά της τα μεγάλα» και θα τη βοηθήσουν να πετάξει…

 

*Ο κ. Αθανάσιος Φραγκούλης είναι Δρ. Κλασικής Φιλολογίας, Επίτ. Σχολικός Σύμβουλος.

 

 

 

Παρασκευή, 09 Ιουνίου 2017 15:20

Μια ακόμη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση!

Είναι γνωστό πως ο πολιτικός λόγος είναι κατεξοχήν λόγος υποσχετικός. Περιέχει πολλά «θα» και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που σε μερικούς πολιτικούς αποδόθηκε το προσωνύμιο «θα». Βέβαια η Ιστορία δείχνει πως λίγες από τις υποσχέσεις που δίνονται τελικά υλοποιούνται και εδώ γεννιέται ένα ηθικό πρόβλημα: οι πολιτικοί που δίνουν τις υποσχέσεις και τελικά δεν τις υλοποιούν ή γνωρίζουν πως δεν μπορούν να τις υλοποιήσουν και επομένως συνειδητά εξαπατούν τον λαό ή νομίζουν απλώς πως μπορούν να τις υλοποιήσουν αλλά διαψεύδονται, πράγμα που δηλώνει πως έκαναν λάθος στις εκτιμήσεις τους. Δεν διαθέτουν δηλαδή την απαραίτητη για έναν πολιτικό διορατικότητα. Και στις δύο περιπτώσεις οι πολιτικοί αυτοί τελικά βγαίνουν εκτεθειμένοι στην κρίση των νουν εχόντων.

Έτσι λοιπόν πριν λίγες μέρες σε κοινή εμφάνιση του κ. Πρωθυπουργού και του Υπουργού Παιδείας και με πανηγυρικό τρόπο εξαγγέλθηκαν κάποιες μεταρρυθμίσεις για την εκπαίδευση, όπως κατάργηση των πανελληνίων εξετάσεων, φοίτηση των παιδιών στα νηπιαγωγεία από την ηλικία των τεσσάρων ετών, γενίκευση του ολοήμερου σχολείου, μείωση των μαθημάτων στα σχολεία και άλλα πολλά εύηχα, ευχάριστα και ελκυστικά. Βέβαια, όπως φάνηκε αργότερα, δεν υπήρξε κανένας προγραμματισμός και άρχισε γρήγορα η αναδίπλωση, ότι για κάποιες σχολές πρώτης προτίμησης, όπως η ιατρική κ.λπ. θα υπάρχουν κάποια κριτήρια επιλογής, κάποιο είδος εξετάσεων κ.λπ., ότι οι γονείς θα αποφασίζουν αν τα παιδιά τους θέλουν να φοιτήσουν στα νηπιαγωγεία από την ηλικία των τεσσάρων ετών κ.λπ.

Όμως ο σκοπός επιτεύχθηκε: η φήμη πήρε στα φτερά της όλες αυτές τις εξαγγελίες και τις διέδωσε σε όλη τη χώρα δημιουργώντας στους γονείς και τα παιδιά την εντύπωση πως υπάρχουν κάποιοι «καλοί άνθρωποι» που ενδιαφέρονται για το καλό της παιδείας και των παιδιών. Γιατί είναι πράγματι καλοί άνθρωποι αυτοί που διευκολύνουν το έργο των γονιών και προωθούν την ηθική «της ήσσονος προσπάθειας» που κατέστρεψε τη χώρα μας. Όμως οι «επαγγελματίες πολιτικοί» γνωρίζουν πως το να δοθεί μια υπόσχεση έχει μεγαλύτερη αίγλη και γοητεία από την πραγματοποίησή της.

Η αλήθεια είναι πως τίποτε από αυτά δεν πρόκειται να υλοποιήσουν, όχι γιατί δεν τα θέλουν, αλλά γιατί δεν υπάρχουν χρήματα και χωρίς αυτά δεν μπορεί να γίνει τίποτε από όσα πρέπει. Τούτο εξάλλου δείχνει και η προβολή των αλλαγών αυτών σε βάθος τριετίας, πράγμα που σημαίνει πως θα προλάβουν τις προθέσεις της κυβέρνησης οι πολιτικές εξελίξεις.

Από το 1974 μέχρι σήμερα πέρασαν από το Υπουργείο Παιδείας πάνω από 30 Υπουργοί! Δεν υπάρχει μάλιστα προηγούμενο μέσα σε δύο χρόνια να έχουμε δύο Υπουργούς, όπως συνέβη με την παρούσα κυβέρνηση! Όλοι οι Υπουργοί εξήγγειλαν ή επιχείρησαν τη δική τους μεταρρύθμιση. Νομοθέτησαν κάποιες αλλαγές, αλλά για διάφορους λόγους δεν τις υλοποίησαν. Έτσι, για παράδειγμα, με το Ν. 1566/85 καθιερώθηκε η εννιαετής υποχρεωτική εκπαίδευση. Κανείς όμως δεν φρόντισε να επιβάλει την εφαρμογή αυτού του νόμου με αποτέλεσμα πολλοί απόφοιτοι του δημοτικού να μην συνεχίζουν, όπως όφειλαν, τις σπουδές τους στο Γυμνάσιο. Με τον Ν. 1304/ 82 καταργήθηκε ο θεσμός του Γενικού Επιθεωρητή και καθιερώθηκε ο θεσμός του Σχολικού Συμβούλου που προβλέπει εκτός των άλλων και την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών από αυτόν. Πέρασαν σχεδόν σαράντα χρόνια από τότε και κανείς δεν τόλμησε να υλοποιήσει αυτό τον Νόμο και να επιβάλει την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, τη στιγμή μάλιστα που όλα τα κόμματα συμφωνούν με την αναγκαιότητά της!

Δεν υπάρχει λοιπόν ανάγκη νέων αλλαγών στην εκπαίδευση. Εξάλλου, από τα αρχαία χρόνια ακόμη και ο δημαγωγός Κλέων τόνιζε στην Αθήνα πως είναι προτιμότερο να έχει κανείς χειρότερους νόμους αλλά σταθερούς, παρά να έχει καλύτερους νόμους που συνέχεια μεταβάλλονται. Δε χρειάζεται μεγάλη επιχειρηματολογία για να δειχτεί η αλήθεια αυτής της διαπίστωσης. Αντί, λοιπόν, οι ιθύνοντες να εξαγγέλλουν νέες αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα καλό θα ήταν να φροντίσουν πρώτα να υλοποιηθούν αυτά που έχουν ήδη ψηφιστεί και δεν εφαρμόζονται. Και ας αφήσουν τα πομπώδη πως η παιδεία είναι «πρώτη προτεραιότητα» της κυβέρνησης. Γιατί η παιδεία ήταν «πρώτη προτεραιότητα» όλων των κυβερνήσεων, αλλά μόνο στα χαρτιά, στη θεωρία. Στην πράξη ήταν η τελευταία προτεραιότητα.

Η αλήθεια, όμως, βρίσκεται αλλού. Μέχρι τώρα επικρατούσε στη χώρα μας το εξής μοτίβο διακυβέρνησης: κάθε νέα κυβέρνηση διακήρυττε πως παρέλαβε από την προηγούμενη «καμένη γη». Έτσι τα τρία πρώτα χρόνια της τετραετίας της επέβαλλε και μάζευε φόρους. Τον τελευταίο πριν τις εκλογές χρόνο άδειαζε τα ταμεία και έκανε παράλογες παροχές για άγρα ψήφων με το σκεπτικό αν βγούμε εμείς βλέπουμε και κάνουμε, αν βγουν οι αντίπαλοι να μην έχουν χρήματα και να μην μπορούν να ασκήσουν κοινωνική πολιτική. Αυτό όμως το μοτίβο έχει εκ των πραγμάτων χρεοκοπήσει. Τώρα βρίσκεται στα «σκαριά» ένα νέο μοτίβο: θα εξαγγείλουμε ευχάριστα μέτρα, αλλά που θα εκτείνονται πέρα από την τετραετία. Αν βγούμε εμείς, θα δούμε τι θα κάνουμε. Αν βγουν οι αντίπαλοι, ασφαλώς δεν θα μπορέσουν να υλοποιήσουν τις υποσχέσεις που είχαμε δώσει εμείς. Έτσι θα μπορούμε να τους κατηγορούμε και να λέμε στον λαό πως, αν μας ψήφιζαν, θα υλοποιούσαμε αυτά τα μέτρα! Αν έτσι έχουν τα πράγματα ο καιρός θα δείξει. Πάντως, ένα είναι σίγουρο. Αυτός που εξαπάτησε τον λαό μια φορά, είναι πρόθυμος να τον εξαπατήσει πάλι. Και είναι θλιβερό να μη γίνεται κάποιος πιστευτός ακόμη και όταν λέει (;)την αλήθεια!

 

* Ο κ. Αθανάσιος Φραγκούλης είναι Δρ. Κλασικής Φιλολογίας, Επίτ. Σχολικός Σύμβουλος.

Παρασκευή, 02 Ιουνίου 2017 13:25

«Ο αποθανών δεδικαίωται…»

Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ανήκει πλέον στην Ιστορία. Έφυγε από αυτό τον μάταιο κόσμο έχοντας πολλούς φανατικούς φίλους, αλλά και πολλούς φανατικούς εχθρούς. Και δεν ήταν δυνατό να συμβαίνει αλλιώς, γιατί κάθε τι το μεγάλο -και είναι μεγάλος ένας πολιτικός που επηρέαζε την πολιτική ζωή του τόπου μας επί πενήντα συναπτά έτη- είναι επόμενο να επισύρει τον φθόνο των άλλων. Αυτό το είχε επισημάνει ο Περικλής στον Επιτάφιό του και είχε πει πως υπάρχει «φθόνος τοις ζώσιν προ το αντίπαλον» (Θουκ. ΙΙ. 47), δηλαδή πως οι άνθρωποι φθονούν τους αντιπάλους τους, όσο αυτοί είναι στη ζωή. Το ίδιο είχε πει και ο Αίαντας στην ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή, πως «προς τον έχοντα ο φθόνος έρπει», δηλ. ο φθόνος στρέφεται εναντίον εκείνων που έχουν πολλά. Και είχε πολλά ο Μητσοτάκης να προσφέρει και πρόσφερε ως πολιτικός.

Βέβαια, είναι επόμενο να έχει διαπράξει και σφάλματα, αφού μόνο αυτοί που δεν κάνουν τίποτε και οι νεκροί, δεν κάνουν σφάλματα. Όμως ένα είναι βέβαιο, πως με τα σφάλματα του, ο Μητσοτάκης δεν έβλαψε τον τόπο και την πατρίδα του περισσότερο από τους μεταγενέστερους και τωρινούς πολιτικούς, τους οποίους οι εχθροί του εκλιπόντος εγκωμιάζουν και θεωρούν «σωτήρες» της πατρίδας. Αλλά και τα ενδεχόμενα σφάλματά του, εξαγνίζονται από τη γενικότερη ιστορία και εθνική στάση του. Ο Περικλής πάλι επαινώντας τους πρώτους Αθηναίους νεκρούς του Πελοποννησιακού πολέμου λέει: «Και γαρ τοις τάλλα χείροσι δίκαιον της ες τους πολέμους υπέρ της πατρίδος ανδραγαθίαν προτίθεσθαι* αγαθώ γαρ κακόν αφανίσαντες κοινώς μάλλον ωφέλησαν ή εκ των ιδίων έβλαψαν» (Θουκ. ΙΙ. 42), που σημαίνει: «Γιατί, αληθινά, σε εκείνους που μειονεκτούν στα άλλα είναι σωστό και δίκαιο η ανδρεία με την οποία πολέμησαν για την πατρίδα τους να μπαίνει πάνω από κάθε άλλο* γιατί με το καλό και την ανδρεία εξαφανίζουν το κακό και με την προσπάθειά τους ωφελούν πιο πολύ απ’ ό,τι βλάπτουν με τα ατομικά τους σφάλματα». Και ο Μητσοτάκης, όπως αναφέρεται, πολέμησε για την πατρίδα του, συνελήφθη δύο φορές και καταδικάστηκε σε θάνατο από τους Γερμανούς για την εθνική του δράση και συνελήφθη από την Χούντα. Είναι βέβαιο πως κάθε πράξη που ενέχει τον κίνδυνο του θανάτου, ανυψώνει αυτόν που την επιχειρεί σε ένα τέτοιο επίπεδο που το ζηλεύουν άνθρωποι ακόμη και πολύ ανώτεροι του στο πνεύμα, στην τέχνη και στον πλούτο.

Όμως ο Μητσοτάκης είχε και κάτι άλλο. Πέρα από την μετριοπάθειά του, είχε μια αρετή που πρέπει να διακρίνει κάθε πολιτικό. Ήταν προνοητικός και διορατικός, εκτιμούσε σωστά τις δυνατότητες της χώρας μας και απαιτούσε από τον λαό περίσκεψη και αυτοσυγκράτηση. Ο Θουκυδίδης διαγράφοντας την προσωπικότητα του Περικλή, αλλά και κάθε μεγάλου ηγέτη, λέει: «Επειδή ο πόλεμος κατέστη, ο δε φαίνεται και εν τούτω προγνούς την δύναμιν αυτού…και επειδή απέθανεν, επί πλέον έτι εγνώσθη η πρόνοια αυτού η ες τον πόλεμον» (ΙΙ 65), δηλαδή «κι όταν άρχισε ο πόλεμος (ενν. τον Πελοποννησιακό), πρόβλεψε καθαρά την έντασή που επρόκειτο να λάβει…και όταν πέθανε, ακόμη πιο πολύ αναγνωρίστηκε η ορθότητα των προβλέψεών του όσον αφορά τον πόλεμο». Και ο Μητσοτάκης είχε διαβλέψει πού θα οδηγούσε την χώρα η πολιτική που ασκούνταν και είχε προειδοποιήσει τον λαό λέγοντας: α) πως με δανεικά χρήματα δεν είναι διατεθειμένος να κάνει κοινωνική πολιτική, β) πως η χώρα, αν δεν λάβει τα αναγκαία, ακόμη και δυσάρεστα, μέτρα, θα αναγκαστεί να κάνει μαζεμένα και σπασμωδικά πολλά πράγματα που πρέπει να τα κάνει σιγά σιγά και προοδευτικά, γ) ότι δεν μπορεί ένας λαός που καταναλώνει περισσότερα από όσα παράγει να επιβιώσει και δ) το πιο χαρακτηριστικό, πως, αν η χώρα δεν σταματήσει τον αλόγιστο δανεισμό, σύντομα θα καταντήσει «ικέτις» του Δ.Ν.Τ.. Θαρρώ πως ακούω τον Δημοσθένη να μιλά στην εκκλησία του Δήμου και να λέει στους συμπατριώτες του: «Φοβάμαι , άνδρες Αθηναίοι, μήπως με τον ίδιο τρόπο, όπως αυτοί που δανείζονται εύκολα και αλόγιστα με μεγάλους τόκους, αφού καλοπεράσουν για λίγο, ύστερα χάνουν και όλα τα υπάρχοντά τους, έτσι και εμείς, αφού δείξουμε αδιαφορία και κάνοντας πάντα αυτό που μας ευχαριστεί, βρεθούμε μετά στην ανάγκη να κάνουμε πράγματα που δε θα θέλαμε και να θέσουμε σε κίνδυνο και την ίδια μας την χώρα» (Ολυνθ. Β΄ 15). Αλήθεια, τι από αυτά δεν έχει γίνει; Ο Μητσοτάκης έπαιζε τον παιδαγωγικό του ρόλο ως πολιτικός, αλλά δυστυχώς οι νουθεσίες του έπεφταν στο κενό, γιατί η χώρα είχε πέσει σε χέρια δεινών δημαγωγών που έλεγαν στον λαό αυτό που ήθελε να ακούσει, αυτό που θα τον ευχαριστούσε και όχι αυτό που θα τον ωφελούσε. Ο Μητσοτάκης, λοιπόν, «έχει δικαιωθεί», με τη σημασία τού «έχει επαληθευτεί» στις προβλέψεις του. Αυτό τουλάχιστον οφείλουμε να του το αναγνωρίσουμε. Είναι βέβαιο πως η κρητική γη θα αγάλλεται που τον δέχτηκε στους κόλπους της…

 

*Ο κ. Αθανάσιος Φραγκούλης είναι Δρ. Κλασικής Φιλολογίας, Επίτ. Σχολικός Σύμβουλος.

Αφορμή αυτού του άρθρου υπήρξε το άρθρο του Μιχάλη Παπαδημητρίου που δημοσιεύτηκε στις 3-5-2017 στο « Εμπρός» με τίτλο «Κυνισμός και πλούτος». Θέλω να προεκτείνω τη σκέψη του και να δω τον πλούτο και τους πλούσιους σε σχέση με την οικονομική κρίση που μαστίζει τη χώρα μας μέσα όμως από τον «Επιτάφιο» του Περικλή, αυτό τον Ύμνο στη Δημοκρατία, που φρόντισε η παρούσα κυβέρνηση να εξοβελίσει από τα Αναλυτικά Προγράμματα του Λυκείου.

Δεν υπάρχει χειρότερη διακυβέρνηση από αυτή που κάνει τους πλούσιους πλουσιότερους και τους φτωχούς φτωχότερους. Και, δυστυχώς, αυτό φαίνεται πως έγινε σκόπιμα ή μη, τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας στην οποία έχει εξαφανιστεί η μεσαία τάξη! Ισχύει και στη χώρα μας ό,τι ισχύει διεθνώς: ένα 5-10% του πληθυσμού να κατέχει το 90% του συνολικού πλούτου και το υπόλοιπο 10-15% το υπολειπόμενο 10% αυτού. Η τάση των πλουσίων να συγκεντρώνουν όσο περισσότερο πλούτο στα χέρια τους, ακόμη και επενδύοντας στη δυστυχία των άλλων, των πολλών, δεν είναι βέβαια τωρινό φαινόμενο. Οι αρχαίοι μάλιστα είχαν δώσει και την ερμηνεία του φαινομένου λέγοντας πως «ο πλούτος είναι σαν το αλατισμένο νερό. Όσο πίνεις τόσο διψάς». Και το κακό είναι πως ο πλούτος συσσωρεύεται στα χέρια μερικών πολλές φορές με παράνομο τρόπο ή ακόμα και με την ανοχή ή υποβοήθηση των κυβερνήσεων.

Ο Περικλής, λοιπόν, είχε πει στον «Επιτάφιο» του πως «δεν είναι ντροπή για κάποιο άνθρωπο να είναι φτωχός και να ομολογεί τη φτώχεια του, αλλά είναι ντροπή να μην προσπαθεί να την αποφύγει με την εργασία του» (40. 1: και το πένεσθαι ουχ ομολογείν τινι αισχρόν, αλλά μη διαφεύγειν έργο αίσχιον»). Βέβαια, συμφωνώ με την άποψή του, αλλά θα πρόσθετα πως πρέπει να αισθάνονται ντροπή αυτοί που με τη στάση τους, οδηγούν τους συνανθρώπους τους στην έλλειψη και την φτώχεια, αυτοί που εκμεταλλεύτηκαν τον λαό και τον οδήγησαν στη φτωχοποίηση και στην απόγνωση με την ανευθυνότητα και τις πολιτικές τους.

Ο Περικλής είπε και κάτι άλλο: Είπε πώς πρέπει κανείς να χρησιμοποιεί τον πλούτο. Τονίζει πως οι Αθηναίοι «χρησιμοποιούν τον πλούτο ως αφορμή για την ανάπτυξη κάποιας δραστηριότητας, για κάποιο έργο, παρά αφορμή για κομπορρημοσύνη και επίδειξη» (40.1: πλούτω τε έργου μάλλον ή λόγου κόμπω χρώμεθα). Οι Αθηναίοι απέφευγαν τα έργα βιτρίνας και δαπανούσαν τον πλούτο τους σε έργα παραγωγικά, σε έργα που θα βοηθούσαν στην ανάπτυξη. Έθεταν δηλαδή προτεραιότητες. Κι εμείς τι κάνουμε; Δαπανούμε τεράστια ποσά σε «φιέστες», αδιαφορώντας γι’ αυτούς που δεν έχουν να φάνε, που δεν έχουν να σπουδάσουν, που δεν έχουν «πού την κεφαλήν κλίναι». Δαπανούμε τεράστια ποσά απλώς και μόνο για να εξυπηρετήσουμε τα συμφέροντα των «ημετέρων»!

Και όταν η Αθήνα κινδύνευσε, όλοι οι Αθηναίοι προσπάθησαν να τη σώσουν, και οι πλούσιοι και οι φτωχοί. Αναφερόμενος στους πρώτους νεκρούς του Πελοποννησιακού πολέμου (431 π.Χ.) ο Περικλής λέει: «Από αυτούς εδώ, ούτε κανένας πλούσιος έδειξε δειλία (για να σωθεί) από την επιθυμία να συνεχίσει να χαίρεται τα πλούτη του, ούτε και κανένας φτωχός ανέβαλε να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο με την ελπίδα που γεννά η φτώχεια, πως θα μπορούσε δηλαδή κάποια μέρα να ξεφύγει από αυτή και να πλουτίσει» (42. 4: Τώνδε δε ούτε πλούτου τις την έτι απόλαυσιν προτιμήσας εμαλακίσθη , ούτε πενίας ελπίδι , ως καν έτι διαφυγών αυτήν πλουτήσειεν, αναβολήν του δεινού εποιήσατο). Αυτό δείχνει πως οι Αθηναίοι έθεσαν πάνω από τον πλούτο τους αλλά και τη ζωή τους τη σωτηρία της πατρίδας τους.

Και σε άλλο σημείο, ο Περικλής δικαιολογεί γιατί πρέπει οι πλούσιοι κυρίως να συμμετέχουν στην προσπάθεια διάσωσης της πατρίδας, όταν αυτή κινδυνεύει. Λέει χαρακτηριστικά: «Γιατί δεν θα ήταν πιο δίκαιο και σωστό να μη λογαριάζουν τη ζωή τους όσοι είναι βυθισμένοι στη δυστυχία και δεν έχουν να ελπίζουν σε κανένα καλό, αντίθετα, περισσότερο δίκαιο και σωστό θα ήταν (να μη λογαριάσουν τη ζωή τους) όσοι στην παράταση της ζωής τους κινδυνεύουν ακόμα να δοκιμάσουν μια μεταβολή στο χειρότερο και όσοι σε περίπτωση αποτυχίας θα αισθανθούν τη διαφορά σε πολύ μεγάλο βαθμό» (43.5: ου γαρ οι κακοπραγούντες δικαιότερον αφειδοίεν του βίου, οις ελπίς ουκ έστιν αγαθού, αλλ’ οις η εναντία μεταβολή εν τω ζην έτι κινδυνεύεται και εν οις μάλιστα μεγάλα τα διαφέροντα, ην τι πταίσωσιν).

Τούτο σημαίνει πως οι πλούσιοι έχουν περισσότερους λόγους από τους φτωχούς να υποβληθούν σε θυσίες, για να σωθεί η πατρίδα. Βέβαια, τα δεδομένα δεν είναι τα ίδια. Η παρομοίωση της πατρίδας με πλοίο που, όταν βυθίζεται, συμπαρασύρει όλους τους επιβαίνοντες σε αυτό, πλούσιους και φτωχούς, φαίνεται πως δεν ισχύει πια. Γιατί οι πλούσιοι μόλις δουν τον κίνδυνο, μπορούν να μεταφέρουν τα υπάρχοντα και τα πλούτη τους σε ασφαλείς χώρες -έχουν βρει αυτοί πολλούς τρόπους, για να σώσουν και τον εαυτό τους και τους δικούς τους- , να στήσουν σε άλλες χώρες πατρίδες, αφού, όπως λένε, το χρήμα δεν έχει πατρίδα. Προτιμούν να χρησιμοποιούν τον πλούτο τους για επίδειξη και «με κυνικό τρόπο» παρά να βοηθήσουν τους συνανθρώπους τους που υποφέρουν.

Κάποτε κάποιος παρίστανε τον αντιρατσιστή και, όταν τον ρώτησε κάποιος αν θα πάντρευε την κόρη του με ένα μαύρο, αυτός απήντησε χωρίς δισταγμό καταφατικά. Όταν όμως τον ρώτησε αν έχει κόρη, αυτός απήντησε πως δεν έχει. Θέλω να πω πως η κριτική είναι εύκολη. Θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς αν εγώ είχα χρήματα τι θα έκανα. Θα τα έβγαζα έξω; Θα έκανα αυτή την κριτική; Εδώ είναι το πρόβλημα. Πολλές φορές οι άνθρωποι τίθενται μπροστά σε ηθικά διλήμματα που κρίνουν την ηθική ποιότητά τους…

 

*Ο κ. Αθανάσιος Φραγκούλης είναι Δρ. Κλασικής Φιλολογίας, Επίτ. Σχολικός Σύμβουλος.

Παρασκευή, 05 Μαΐου 2017 14:25

Η πραγματική δόξα

Στο φύλλο της 25ης Απριλίου 2017, ο κ. Μιχάλης Παπαδημητρίου δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο « Η πραγματική δόξα». Προσάγοντας ως παράδειγμα τον Αισχύλο, τον Σωκράτη και την Αγία Βαρβάρα, καταλήγει στο συμπέρασμα πως «αν η διδασκαλία είναι ο υπέρτατος αναζωογονητικός θεσμός της κοινωνίας, η θυσία για την πατρίδα, μια ιδέα ή μια πίστη είναι αυτό που την επιβεβαιώνει και την επισφραγίζει. Είναι η πραγματική δόξα». Δε νομίζω πως υπάρχει συνετός άνθρωπος που θα διαφωνούσε με αυτό. Παρόλο ότι υπάρχουν πολλοί που υποστηρίζουν πως οι πνευματικοί άνθρωποι περισσότερο από κάθε άλλον, ακόμη και από τους μαχητές του δρόμου, που μετουσιώνουν τη θεωρία σε πράξη, έχουν την ευθύνη για τα κοινωνικά και πολιτικά καθεστώτα που επιβάλλονται στην εποχή τους, κανένας δεν αμφισβητεί πως, όπως λέει ο λαός, «θεωρία δίχως πράξη (είναι) χωρίς άξονα αμάξι». Μια σωστή πράξη μπορεί να ζυγίζει περισσότερο από χίλιες σοφές θεωρίες.

Η αγάπη για την πατρίδα είναι από τα πιο παλιά φανερώματα της ελληνικής ζωής και διατρέχει όλη την Ιστορία μας ήδη από την εποχή του Ομήρου στην οποία επικρατούσε ο λεγόμενο «ηρωικό ιδεώδες». Στην «Ιλιάδα», ο Έκτορας παρατηρεί στον Πολυδάμαντα που προσπαθεί να τον αποτρέψει από τη μάχη, αφού οι οιωνοί δεν είναι καλοί, πως «εις οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάτρης». Εδώ για πρώτη φορά τίθεται η πατρίδα πάνω και από τη θρησκεία και είναι λογικό αφού, σύμφωνα με τις αντιλήψεις της εποχής, και οι θεοί είχαν πατρίδα! Στο ίδιο έργο, ο Έκτωρ τονίζει πως «δεν είναι καθόλου ανάρμοστο να πεθάνει κανείς για την πατρίδα του και να αγωνίζεται γι’ αυτή» (Ο 494: ουκ αεικές αμυνομένω περί πάτρης τεθνάμεν). Αλλά και στην «Οδύσσεια», ο Οδυσσέας λέει πως «δεν υπάρχει τίποτε πιο γλυκό από την πατρίδα του καθενός» (ι 34: ουδέν γλύκιον ης πατρίδος). Και ο ποιητής Τυρταίος έλεγε στους Σπαρτιάτες πως «είναι ωραίο ο γενναίος άντρας να πεθάνει στην πρώτη γραμμή πολεμώντας για την πατρίδα του» (Ελεγεία 8, 6: Τεθνάμεναι γαρ καλόν ενί προμάχοισι πεσόντα // άνδρ’ αγαθόν περί η πατρίδι μαρνάμενον).

Σε αυτή την παιδεία που έπαιρναν οι αρχαίοι μας πρόγονοι, οφείλονται σίγουρα τα λαμπρά παραδείγματα πατριωτικής αυτοθυσίας και ηρωισμού που μας κληροδότησαν προς μίμηση. Ο Σωκράτης όμως είναι αυτός που διατύπωσε στον πλατωνικό διάλογο «Κρίτων», τον υπέρτατο νόμο της ελληνικής φυλής με το περίφημο «Από τη μητέρα και τον πατέρα και όλους τους άλλους προγόνους δεν υπάρχει πιο πολύτιμο, πιο σεμνό, πιο άγιο πράγμα και πιο σημαντικό από την πατρίδα και στην κρίση των θεών και στην κρίση των ανθρώπων των συνετών» (51 a: Μητρός τε και πατρός και των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερόν εστιν η πατρίς και σεμνότερον και αγιώτερον και εν μείζονι μοίρα και παρά θεοίς και παρ’ ανθρώποις τοις νουν έχουσιν).

Ας σημειωθεί πως πάντα υπήρχε μία αντίθεση ανάμεσα στη «ρώμη» και τη «σοφία» που εκδηλώθηκε με σφοδρότητα στην Αθήνα μετά τους Περσικούς πολέμους. Οι αρχαίοι Έλληνες διανοούμενοι στην εκτίμηση της σωματικής δύναμης, είχαν αντιτάξει τον σεβασμό τους προς την αξία του πνεύματος. Ο Αριστοφάνης στα κρίσιμα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου, επιτίθεται στις «Νεφέλες» του, εναντίον των διανοουμένων που προσπαθούσαν να μεταβάλουν τα ιδανικά της νεολαίας και να τους τραβήξουν από τα γυμναστήρια στις φιλοσοφικές σχολές. Και ο Ελεάτης φιλόσοφος Ξενοφάνης τονίζει πως «η σοφία μας είναι ανώτερη και από τους άνδρες και από τα άλογα» και πως «δεν είναι σωστό να προτιμά κανείς τη ρώμη από τη σοφία» ( Αποσπ. προσ. 21 Β 2: …Ρώμης γαρ αμείνων // ανδρών ηδ’ ιππέων ημετέρη σοφίη….// Ουδέ δίκαιον // προκρίνειν ρώμην της αγαθής σοφίης). Και σήμερα απασχολεί τους διανοούμενους το αν ο Αισχύλος ωφέλησε πιο πολύ με τα έργα του ή με τη θυσία του για την πατρίδα ή το ποια είναι ακριβώς η προσφορά ποιητών που δεν έλαβαν μέρος στον πόλεμο, όταν η πατρίδα κινδύνευε. Βέβαια, υπάρχουν πολλοί, όπως ο Ρήγας Φεραίος ή ο ποιητής Μαβίλης, που και θεωρητικό έργο παρουσίασαν και επισφράγισαν το έργο αυτό με τη θυσία τους για την πατρίδα. Αλλά αυτοί είναι λίγοι.  

Όμως το πνεύμα αυτό της αυτοθυσίας για την πατρίδα συνδεόταν στην αρχαιότητα με το λεγόμενο «φιλότιμον» για το οποίο ο Αριστοτέλης έπλεξε ερωτικούς ύμνους και για το οποίο εμείς σήμερα …σεμνυνόμαστε. Αυτή τη σύνδεση εκφράζει άριστα ο Περικλής στον Επιτάφιο λόγο που εκφώνησε για τους πρώτους νεκρούς Αθηναίους του Πελοποννησιακού πολέμου. Μιλώντας γι’ αυτούς, ο Περικλής λέει πως «στη διάρκεια της μάχης αυτοί (ενν. οι στρατιώτες), αφού θεώρησαν καλύτερο να αμυνθούν και να πεθάνουν παρά να σωθούν υποχωρώντας απέφυγαν την κακολογία και την ντροπή, ενώ υπέμειναν τον κίνδυνο με τη ζωή τους» (Θουκ. Β 42.4: και εν εαυτώ το αμύνεσθαι και παθείν κάλλιον ηγασάμενοι ή το ενδόντες σώζεσθαι, το μεν αισχρόν του λόγου έφυγον, το δ’ έργον τω σώματι υπέμειναν). Την εποχή εκείνη αλλά και αργότερα ο κανόνας ήταν «αιρετώτερόν εστι θανείν καλώς ή ζην αισχρώς», δηλαδή για έναν άντρα είναι «προτιμότερο να πεθάνει με έντιμο και ηρωικό τρόπο παρά να ζει με αισχρό τρόπο».

Δεν υπάρχει λοιπόν καμιά αμφιβολία πως η θυσία για την πατρίδα είναι η πραγματική δόξα. Το ζήτημα είναι αν το πνεύμα αυτό διακρίνει και τους σημερινούς Έλληνες. Γιατί φαίνεται πως η ιδέα της πατρίδας έχει ξεθωριάσει μέσα στο πλαίσιο της αμφισβητούμενης παγκοσμιοποίησης η οποία διεθνώς προωθείται. Αλλά γι’ αυτό σε άλλο άρθρο.

 

*Ο κ. Αθανάσιος Φραγκούλης είναι Δρ. Κλασικής Φιλολογίας, Επίτ. Σχολικός Σύμβουλος.

Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017 10:05

Περί συμβόλων

Όταν έγραφα αυτό το άρθρο, μου ήρθε το φύλλο της 19-4-2017 του «Εμπρός», το οποίο περιείχε άρθρο του Μιχάλη Παπαδημητρίου με τίτλο «Η καταγωγή των συμβόλων». Αυτό με ανάγκασε να αναπροσαρμόσω λίγο το περιεχόμενό του άρθρου μου, για να αποφύγω τις επαναλήψεις.

Η λέξη «σύμβολο» προέρχεται από την αρχαία λέξη «σύμβολον» και αυτή από το ρήμα «συμβάλλω/συμβάλλομαι», που σημαίνει «συνάπτω συμφωνία με κάποιον ή ενώνομαι με κάποιον». Η λέξη είναι σημαντική και πέρασε και στο λεξιλόγιο άλλων γλωσσών, όπως της γαλλικής (symbole) και της αγγλικής (symbol). Σύμφωνα με τα λεξικά, η λέξη «σύμβολο» σημαίνει α) κάθε υλικό στοιχείο, όπως αντικείμενο, παράσταση ή ήχος, που αντιπροσωπεύει μια αφηρημένη έννοια, συνήθως μια ιδέα και β) το γραπτό σημείο ή τη γραφική παράσταση που αντιστοιχεί «κατά σύμβαση» σε μια έννοια ή μια λειτουργία (Λεξικό Ακαδημίας Αθηνών). Έτσι, έχουμε θρησκευτικά σύμβολα, όπως οι εικόνες και ο σταυρός, εθνικά σύμβολα, όπως η σημαία, ερωτικά σύμβολα, όπως η καρδιά, ολυμπιακά σύμβολα, όπως η φλόγα, σύμβολα ειρήνης, όπως το περιστέρι, ή αριθμητικά σύμβολα, όπως οι αριθμοί, μουσικά σύμβολα, όπως οι νότες, αρχιτεκτονικά σύμβολα, όπως τα σχήματα και οι μορφές κ.λπ.. Μιλούμε για ήρωες, αθλητές, γυναίκες που έγιναν σύμβολα σε κάποιο τομέα, για σύμβολα του σεξ, για το Σύμβολο της Πίστεως κ.λπ.. Ακόμη και κάθε λέξη είναι ένα «σύμβολο», είναι το σημαίνον στο οποίο αντιστοιχεί κάποιο σημαινόμενο. Σύμβολο για ένα χωριό μπορεί να είναι ένα γιασεμί ή ένας πλάτανος που υπάρχει στην πλατεία του, σύμβολο καλαισθησίας ή ενότητας και αντοχής.

Από αυτή την άποψη θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως τα σύμβολα έχουν διαχρονική αξία και διέπουν την ιστορία των κρατών και τη δική μας από καταβολής της. Αυτά ενώνουν τους πολίτες ως στοιχεία της εθνικής τους ταυτότητας, εμφυσούν θάρρος, σμιλεύουν χαρακτήρες, στερεώνουν τις κοινωνικές δομές και πολλές φορές ηρεμούν τα πάθη. Είχε δίκιο ο Πρόκλος που έλεγε «συνέστηκε γαρ η ψυχή από των ιερών λόγων και των θείων συμβόλων …και εσμέν εικόνες μεν των νοερών ουσιών, αγάλματα δε των αγνώστων συνθημάτων», δηλαδή «Γιατί η ψυχή μας έχει συσταθεί από τους ιερούς λόγους και από τα θεϊκά σύμβολα… Και είμαστε εικόνες των νοερών ουσιών και ομοιώματα των αγνώστων συνθημάτων» (Σχόλια στα Χαλδαϊκά Λόγια, 5.4). Με άλλα λόγια και εμείς οι ίδιοι ως υπάρξεις, είμαστε σύμβολα.

Τιμώντας, λοιπόν, κανείς τα σύμβολα, όπως πρέπει και όταν πρέπει, τιμά τον ίδιο του τον εαυτό, τιμά την ιστορία του, τιμά το παρελθόν του, τους πατέρες του και τους αγώνες τους. Κι εμείς τι κάνουμε; Προσπαθούμε να γκρεμίσουμε τα σύμβολα μας! Πολλοί, για παράδειγμα, από αυτούς που εκλέξαμε και στείλαμε στο Κοινοβούλιο, διακηρύττουν πως η σημαία είναι ένα απλό πανί και δεν είναι και τίποτε σημαντικό να το κάψει κανείς! Είπαν μάλιστα πως πρέπει να αρχίσει η συζήτηση για την αποποινικοποίηση του καψίματος της σημαίας (Παρασκευόπουλος, υπουργός Δικαιοσύνης (!), Βραδυνή της Κυριακής, 11-12-18). Και μη νομίζετε πως η δήλωση αυτή ήταν αθώα και έγινε από λάθος. Υποκρύπτει την ιδεολογική θέση του τέως υπουργού και αν μπορούσε θα την υλοποιούσε. Ξεχνά πως αυτό το πανί «το γαλανό και τ’ άσπρο», όπως μας είχαν μάθει στο σχολείο, είναι καθαγιασμένο από τους αγώνες και το αίμα πολλών Ελλήνων και υπάρχει, για να υποδηλώνει πιο έντονα κάποια βασική ιδέα.

Πόσο μεγάλη σημασία απέδιδαν και αποδίδουν οι μεγάλοι άνδρες στη σημαία, φαίνεται από το εξής περιστατικό: Όταν ένας στρατηγός του Μ. Ναπολέοντα επέστρεψε από μία νικηφόρα μάχη και επεδείκνυε με περηφάνια σε αυτόν τα λάφυρα που είχε κερδίσει ανάμεσα στα οποία υπήρχαν και πολλές εχθρικές σημαίες, αυτός τον ρώτησε πού είναι η δική τους σημαία και αυτός απάντησε πως την πήραν οι εχθροί. Τότε ο Μ. Ναπολέων τού είπε πως δεν κατάφερε τίποτε και πως η νίκη του ισοδυναμούσε με ήττα. Τόσο μεγάλη σημασία έδινε στο λάβαρο του στρατού του, που ήταν και λάβαρο της πατρίδας του. Αλήθεια, γιατί κανείς δεν προτείνει να καταργηθούν και τα περιττά λάβαρα και οι σημαίες των κομμάτων, αλλά νοιάζονται και ενοχλούνται μόνο από τις σημαία του Έθνους μας; Παρόμοια ήταν και η δήλωση του άλλου, του κ. Μπαλαούρα, που τον ενόχλησε η μεταφορά με τιμές του Αγίου Φωτός, του φωτός της Αναστάσεως από τους Αγίους τόπους στην πατρίδα μας και ζήτησε την κατάργησή της, γιατί, λέει, είναι παγανιστικό στοιχείο! Μόνο που δεν μας είπε αν ο ίδιος πιστεύει στον Θεό πραγματικά και αν είναι Χριστιανός.

Όμως εδώ με ενδιαφέρει κάτι άλλο. Είπαμε πως τα σύμβολα είναι η ψυχή του Έθνους μας, η ψυχή η δική μας. Και την ψυχή μας ή ένα σημαντικό μέρος της, την έχουμε από αδιαφορία ή ανικανότητα ή σκοπιμότητα, εκχωρήσει σε διάφορους επιτήδειους και καιροσκόπους. Εκχωρήσαμε, για παράδειγμα, τις έννοιες «θρησκεία, πατρίδα, οικογένεια» στους ακροδεξιούς ή τους χουντικούς, γιατί αυτοί τις χρησιμοποίησαν και τις χρησιμοποιούν με επιμονή και σύστημα. Σήμερα όποιος χρησιμοποιεί αυτές τις λέξεις ή σέβεται και τιμά αυτούς τους θεσμούς, κινδυνεύει να χαρακτηριστεί «ακροδεξιός» ή, ακόμα, και «φασίστας». Γι’ αυτό ακριβώς έχουν εξαφανιστεί σχεδόν από τα αναγνωστικά βιβλία του σχολείου. Αν είναι δυνατό!

Έχουμε ακόμη εκχωρήσει το σύμβολο του αναγεννώμενου φοίνικα στους δικτάτορες και τους οπαδούς τους. Όπως είναι γνωστό, ο Φοίνικας (φοινός = πορφυρός) είναι ένα πουλί που αναγεννιέται από τη στάχτη του. Ο Ηρόδοτος αναφέρεται σε αυτή την ιδιότητά του. Το πουλί αυτό τιμούσαν στην αρχαία Ελλάδα και το συνέδεαν με τη λατρεία του Ήλιου και του Απόλλωνα. Πέρα όμως από αυτό ήταν ένα πολύ ιερό σύμβολο και για άλλους πολιτισμούς. Κατά τους πρώτους Χριστιανικούς χρόνους ο Φοίνικας αναπαριστούσε τον Ιησού Χριστό, που πεθαίνει και ανασταίνεται μέσα σε τρεις μέρες όπως αυτός.

Ο Φοίνικας είναι ένα πανίσχυρο σύμβολο που αφομοιώνει τη δύναμη του ανθρώπου να γεννιέται από τις δυσκολίες του και να γίνεται ακόμα πιο δυνατός. Γι’ αυτό χρησιμοποιήθηκε από τη Φιλική Εταιρεία ως σύμβολο της Ανάστασης του Έθνους, από τον Καποδίστρια ως εθνόσημο και ως νόμισμα, από τον Α. Υψηλάντη ως σημαία του Ιερού Λόχου και αποτέλεσε ένα από τα τάγματα αριστείας της Ελληνικής Δημοκρατίας. Δεν είναι σωστό να το εκχωρήσουμε στους Μασόνους που το χρησιμοποιούν ως έμβλημα της Μεγάλης Στοάς τους και στη Χούντα των συνταγματαρχών του 1967-74, που το χρησιμοποίησαν προσθέτοντας σε αυτό έναν στρατιώτη!

Βέβαια, θα μπορούσε να πει κανείς πως σημασία έχει η ουσία και όχι ο συμβολισμός. Είναι σωστό αυτό. Και εγώ θα προτιμούσα ανάμεσα στα δύο την ουσία, αν όμως δεν γινόταν διαφορετικά. Όμως ο συνδυασμός του «συμβολισμού» και της «ουσίας» και εφικτός είναι και πιο αποτελεσματικός μπορεί να αποδειχτεί, ιδιαίτερα σε μια εποχή σαν τη σημερινή, που η πατρίδα μας αγωνίζεται σκληρά «να αναγεννηθεί από τις στάχτες της». Ας μη λησμονούμε πως κάθε μήνυμα είναι πολυσήμαντο και τις περισσότερες φορές δεν διακρίνεται καθαρά, αλλά υπολανθάνει και περνά μέσα από συμβολισμούς. Δεν είναι άσχετο το γεγονός πως η διαφήμιση προσπαθεί να διαμορφώσει δεσμούς και σχέσεις ανάμεσα στα προϊόντα και στους καταναλωτές κατασκευάζοντας «σύμβολα ανταλλαγής». Και ας έχουμε υπόψη και κάτι άλλο: την ψυχή μας δεν μπορεί να την πάρει κανείς, αν δεν την δώσουμε εμείς οι ίδιοι και πως αυτοί που εκχωρούν ή καταργούν τα εθνικά τους σύμβολα, καταλήγουν με τον καιρό να καταργήσουν τον εαυτό τους…

 

*Ο κ. Αθανάσιος Φραγκούλης είναι Δρ. Κλασικής Φιλολογίας, Επίτ. Σχολικός Σύμβουλος.

Σελίδα 1 από 2
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top