FOLLOW US
Αριστείδης Κυριαζής

Αριστείδης Κυριαζής

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Δεκαπενθήμερες επισημάνσεις 

Η απελευθέρωση της Λέσβου το 1912, από τον τουρκικό ζυγό των 450 χρόνων, δεν έγινε σε μια μέρα. Χρειάστηκε να περάσει ο φοβερός και τρομερός ενάμιση μήνας, που ο λαός σοφά τον ονόμασε «Τα Φόβια», από την απελευθέρωση της Μυτιλήνης και του Πλωμαρίου στις 8 Νοεμβρίου μέχρι να απελευθερωθεί τελευταία η Ανεμώτια στις 24 Δεκεμβρίου.

Στις 8 Νοεμβρίου, ο ελληνικός στόλος, αποβίβασε στην πρωτεύουσα Μυτιλήνη 1.600 Έλληνες άνδρες που την απελευθέρωσαν, αναγκάζοντας τους 400 στρατιώτες της τουρκικής φρουράς να την εγκαταλείψουν χωρίς μάχη και να διαφύγουν προς το αμιγώς μουσουλμανικό χωριό της βόρειας Λέσβου, τον Κλαπάδο. Ο ελληνικός στρατός στρατοπέδευσε για ένα μήνα στη Μυτιλήνη, παραλείποντας να κυνηγήσει τη φοβισμένη, ασύντακτη και άτακτη τουρκική φρουρά, με αποτέλεσμα ο Τούρκος φρούραρχος Γκανή Μπέης να ανασυνταχθεί, συγκεντρώνοντας 2.000 Τούρκους στρατιώτες και αντάρτες, που τρομοκρατούσαν τα περισσότερα χωριά της Λέσβου.

Στις 8 Δεκεμβρίου, μετά την τετραήμερη μάχη του Κλαπάδου, ο νικητής ελληνικός στρατός αντί, όπως στοιχειωδώς στρατιωτικά όφειλε, να εγκαταστήσει αποσπάσματα στα χωριά για να παραδώσουν οι τοπικές τουρκικές αρχές την εξουσία και να διασφαλισθεί η προστασία, ασφάλεια και ηρεμία των κατοίκων της ενδοχώρας, αντί να μεριμνήσει στη σύλληψη εκείνων των Τούρκων ανταρτών, που παρά την παράδοση του τουρκικού στρατού επέμεναν να τρομοκρατούν τα χωριά της κεντρο-βορειο-δυτικής Λέσβου, επέστρεψε αυθημερόν στην πρωτεύουσα επαναλαμβάνοντας την παράλειψη της 8ης Νοεμβρίου.

Στις 16 Δεκεμβρίου, οκτώ μέρες μετά τη μάχη του Κλαπάδου η εφημερίδα "Σάλπιγξ" σημείωσε: «Γράφουσιν ημίν εξ Ερεσσού ότι περί τους 100 Τούρκοι άτακτοι συλλαβόντες τον κ. Γαληνόν Κούκκον εξεβίασαν αυτόν όπως τοις δώση περί τας 100 λίρας. Μετά τούτο κατασχόντες το ιστιοφόρον του απέπλευσαν αφού ετρομοκράτησαν την περιφέρειαν. Η Διοίκησις αποστέλει εις Μόλυβον και Σίγριον την ακταιωρόν "Άκτιον" μετ' ισχυρού αγήματος ίνα καταλάβη το Σίγριον και αποκαταστήση την τάξιν. Αποστέλλονται 900 οπλίται και πεζοναύται υπό 4 αξιωματικούς τους κ. κ. Δρίτσαν, Σαραντόπουλον, Εγγλέζον και Σκοπελίτην. Θα αφεθώσιν φρουραί εις Πλωμάριον, Πολυχνίτον, Καλλονήν, Μόλυβον, Σίγριον, Ερεσσόν, Θερμήν, Μανδαμάδον και Αγίαν Μαρίναν».

Στους 900 οπλίτες και πεζοναύτες, που μοίρασε σταδιακά σε πολλά χωριά το επίτακτο ατμόπλοιο «Αντζουλέττα» από τις 16 μέχρι και τις 24 Δεκεμβρίου, παρέδωσαν οι τοπικές τουρκικές αρχές την εξουσία, δεκαέξι μέρες μετά τη μάχη του Κλαπάδου και ενάμιση μήνα από την απόβαση του ελληνικού στρατού στη Μυτιλήνη.

Ενδεικτικά παραθέτω ένα απόσπασμα της εφημερίδας "Λαϊκός Αγών" στις 19-12-1912: «Η κατάληψις των βορείων πόλεων. Την παρελθούσαν Κυριακήν (16 Δεκεμβρίου) το ατμόπλοιον "Αντζουλέττα" του Γιαννουλάτου παραλαβόν εντεύθεν ισχυράν δύναμιν πεζικού και πεζοναυτών και συνοδευόμενον υπό της θωρακοβάριδος "Ακτίου" έφθασε το απόγευμα της ιδίας ημέρας προ του Μολύβου. Εκεί απεβίβασε δύο λόχους πεζικού και διμοιρίαν πεζοναυτών υπό τον Λοχαγόν κ. Σαραντόπουλον. Η πόλις σύμπασα εν εξάλλω ενθουσιασμώ υπεδέχθη την αποβίβασιν του στρατού μας. {…} Η "Αντζουλέττα" συνοδευομένη πάντοτε υπό του "Ακτίου" μετέβη είτα και απεβίβασε περί τους 50 πεζοναύτας υπό τον ανθυποπλοίαρχον κ. Εγγλέζον εις την καθαρώς Τουρκικήν κωμόπολιν Σίγριον, ούτινος ο τέως μουδίρης τούρκος προσήλθεν αμέσως και παρέδωκε την πόλιν υπό τας ζητωκραυγάς "Ζήτω το Έλληνες" των Τούρκων. Και ούτω και επί του Σιγρίου ανεπετάθη υπερήφανη η Κυανόλευκος».

Για την απελευθέρωση της Ερεσού, ο τότε Ερέσιος γιατρός Δημήτριος Λουκίδης έγραψε: «Ο Ελληνικός στρατός χωρίς να προχωρήση προς απελευθέρωσιν του ΒΔ τμήματος της νήσου επανέκαμψεν εις την πρωτεύουσαν. {...} Την αλησμόνητον ημέραν της 17ης Δεκεμβρίου 1912 απεβιβάσθη τέλος εις την παραλίαν της Ερεσού ο απελευθερωτικός στρατός, άγημα εκ τριακοσίων (300) πεζοναυτών υπό τας διαταγάς του Ν. Ιγγλέση, Πλωτάρχου του Β. Ναυτικού και βοηθόν του τον Γ. Μελετόπουλον, ανθ/χαγόν του Πεζικού. Η Δημογεροντία της Ερεσού με τον προεστώτα Θεμ. Χαβαράνην μοι ανέθηκε να προσφωνήσω τους Ελευθερωτάς». (Ιστορικά σημειώματα περί Ερεσού της Λέσβου. 1955, σ. 78).

 

Αριστείδης Κυριαζής

aristeidis2007@gmail.com

 

 

Δεκαπενθήμερες επισημάνσεις

Στο πολύτιμο βιβλίο «Κώδηξ Ιεράς Εκκλησίας της Κοινότητος Σκαλοχωρίου "Άγιος Γεώργιος"», που εξέδωσε ο Σύλλογος Σκαλοχωριτών Λέσβου το 2005 και επιμελήθηκε ο φιλόλογος και σχολικός σύμβουλος Χρήστος Χατζηλίας, περιέχεται το μεταγραφημένο ομώνυμο χειρόγραφο του εικονιζόμενου Ανέστη Θεοδοσίου, γραμματέα της Κοινότητας τα έτη 1868-1914.

Στην ομιλία μου με τίτλο «Η απελευθέρωση του Σκαλοχωρίου στις 9-12-1912», στην αίθουσα του Συλλόγου Σκαλοχωριτών στην Αθήνα, το μεσημέρι της Κυριακής 10-12-2012, θα αναφερθώ και στην επιβεβαίωση των αποσπασμάτων του Θεοδοσίου, επισημαίνοντας τα εξής:

Α) Ο Θεοδοσίου γράφει: «Μετά την πτώσειν του Όρους Κλαπάδου έρχεται πλέον και η ελευθερία Σκαλοχωρίου τη εννάτη 10βρίου 1912 ημέρα Κυριακή μετά την θείαν λειτουργείαν εφάνησαν πρόσκοποι Αντάρτοι κατά πρώτον έος 10 άτομα οπλοισμένοι».

Ο Πλωμαρίτης καπνέμπορος, Αρχηγός των Προσκόπων ανταρτών, οπλαρχηγός Δημήτριος Στεφάνου, την επαύριο της απελευθέρωσης του Σκαλοχωρίου, έστειλε επιστολή στον αρχηγό των επιχειρήσεων ταγματάρχη Αλέξανδρο Μανουσάκη γράφοντας ότι μετέφερε 31 Τούρκους στρατευμένους από το Σκαλοχώρι στη φρουρά της Μονής Λειμώνος. Τη χαρακτηριστική αυτή επιστολή, της συνεργασίας του ταγματάρχη με τον οπλαρχηγό, την ανέσυρα από τα αρχεία του Γενικού Επιτελείου Στρατού και έχει ως εξής:

«Κύριε Ταγματάρχα. Σήμερον 10 του μηνός μετέφερα 27 αιχμαλώτους 3 δεκανείς και ένα επιλοχία, τους παρέδωσα εις την φρουράν του Μοναστηρίου. 4 τσουβάλια σφαίρας, 26 Μαρτίνη και 20 λόγχας. Άπαντες έφεδροι με τας στολάς των, υπάρχουν πολλοί εις διαφόρους τρώγλας ευρισκόμενοι. Διάταξέ μου τηλεγραφικώς να τους συλλάβω και καθαρίσω τα βορειοδυτικά χωριά, αλλά θέλω 10 στρατιώτας και όχι αντάρτας. Συνέλαβα και έτερα 20 μαρτίνι τα οποία τα έδωσα εις την Δημογεροντίαν Βατούσας, διότι τρομοκρατούνται ακόμα πολλά χωρία. Σε ασπάζομαι Δ. Στεφάνου. Μοναστήριον 10 Δεκεμβρίου 1912».

Β) Ο Θεοδοσίου γράφει: «Τη δωδεκάτη του αυτού Μηνός, μας ήλθε Αρχηαστινόμος με εξ, επτά πεζοναύτας εκ πέτρας». Η εφημερίδα "Σάλπιγξ", στις 15-12-1912, αναφέρει την επίσκεψη του αστυνόμου της Πέτρας Δημήτρη Αντωνιάδη, γράφοντας:

«Περί τους εκατόν οπλίται του τουρκικού στρατού αποσπασθέντες εκ του κυρίου σώματος και περιπλανηθέντες τήδε κακείσε κατέφυγον εσχάτως εις το χωρίον Σκαλοχώρι όπου παρέδοσαν τα όπλα των εις τον εκεί προύχοντα κ. Χ# Ηλίαν. Επειδή εξέφρασαν την επιθυμίαν των όπως παραδοθούν μόνον εις τακτικόν στρατόν διά τούτο ανεχώρησε προς παραλαβήν των ο εν Πέτρ αστυνόμος κ. Δ. Αντωνιάδης μετ' αγήματος πεζοναυτών και πολιτοφυλάκων».

Γ) Ο Θεοδοσίου γράφει: «Τη δε 16=17, Έφθασεν ο Φρόαρχος του Μολύβου, κύριος Αθανάσιος Σαραντόπουλος με 150 στρατιώτας. {...} Μετά τρεις ημέρας αναχωρεί ο Φρόαρχος μετά του στρατού εις χωρίον φίλια αφήσας προς ημάς 20 στρατιότας και 10 δια Ανεμώτιαν δεν τη επεσκέφθη όμος».

Όπως γράφει στις 29-12-1912 η εφημερίδα "Λαϊκός Αγών", η μη απελευθέρωση της Ανεμώτιας από τον Φρούραρχο του Μολύβου λοχαγό Σαραντόπουλο στις 17 Δεκεμβρίου, πραγματοποιήθηκε τελικά την παραμονή των Χριστουγέννων, στις 24-12-1912, ως εξής:

«ΕΞ ΑΝΕΜΩΤΙΑΣ. Υποδοχή αποσπάσματος. Την παρελθούσαν Δευτέραν 24 λήγοντος, απόσπασμα εκ 17 ανδρών του πεζικού υπό ένα λοχίαν επεσκέφθη και το ημέτερον χωρίον. Ολόκληρον το χωρίον μας έχον επί κεφαλής τους αξιοτίμους δημογέροντας, τους ιερείς και τον διδάσκαλον μετά των μαθητών εξήλθον εις προϋπάντησιν των ελευθερωτών μας και με ζητωκραυγάς και επευφημίας τους ωδήγησαν εις την ιεράν εκκλησίαν της Μεταμορφώσεως όπου ετελέσθη πανηγυρική δοξολογία.

Κατά ταύτην εξεφώνησε λόγον ο κάλλιστος διδάσκαλός μας κ. Νικόλαος Παπαευστρατίου, εξάρας τας αρετάς του απελευθερωτού Ελληνικού στρατού καταλήξας εις ουρανομήκεις ζητωκραυγάς υπέρ του Βασιλέως, του Διαδόχου, του Βενιζέλου και του στρατού. Είτα διηυθύνθησαν εις το σχολείον, όπου οι μαθηταί έψαλλον διάφορα ωραία και πατριωτικά άσματα ενθουσιάσαντα το κατακλύσαν αυτό πλήθος, το οποίον εν εξάλλω ενθουσιασμώ εζητοκραύγαζε.

Πολλαί δε περιποιήσεις επιδαψιλεύθησαν εις τους αγαπητούς στρατιώτας μας, οίτινες έμειναν κατενθουσιασμένοι. Εκ τούτων έμειναν 10 μόνον άνδρες προς φρούρησιν του χωρίου υπό ένα δεκανέα, των λοιπών αναχωρησάντων όπου το καθήκον τους εκάλει. Ανεμώτια 26/12/912».                                   

 

Αριστείδης Κυριαζής

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε. 

Πριν από εκατό χρόνια, στις 20-7-1917, τρεις χιλιάδες Πλωμαρίτες συμμετείχαν σε ένα δυναμικό συλλαλητήριο στο Πλωμάρι για να καταγγείλουν τη διοίκηση της Λέσβου για ανισομερή κατανομή δημητριακών, υπέρ της πρωτεύουσας Μυτιλήνης και σε βάρος της επαρχίας. Τότε στο Πλωμάρι των 13.000 κατοίκων διαπιστώθηκαν τρεις θάνατοι από πείνα, η οποία προέκυψε στη διχασμένη Ελλάδα από την εμπόλεμη κατάσταση και το ναυτικό αποκλεισμό από τους συμμάχους, σε συνδυασμό με την απόκρυψη τροφίμων, την αύξηση του τιμαρίθμου και την ανεξέλεγκτη αισχροκέρδεια.

Η διοίκηση της Λέσβου αντί να επανορθώσει την αδικία, παρέπεμψε σε δίκη 43 άτομα, 36 Πλωμαρίτες και 7 Πλωμαρίτισσες οι οποίες κατηγορήθηκαν επιπλέον επειδή αφόπλισαν τρεις φρουρούς για λίγες ώρες όταν ο διοικητής του Πλωμαρίου διέταξε τη φρουρά να οπλίσει κατά των διαδηλωτών.

Από τους 43 "πρωταίτιους της στάσεως και αντιστάσεως κατά της αρχής" όπως χαρακτηρίστηκαν, 34 οδηγήθηκαν στις 11-14 Αυγούστου 1917 στο στρατοδικείο Μυτιλήνης, όπου 13 από αυτούς καταδικάστηκαν σε φυλακίσεις ενός ή δύο μηνών.

Το 1917, οι εφημερίδες της Λέσβου "Σάλπιγξ" και "Ελεύθερος Λόγος" κάλυψαν το θέμα με τον τίτλο: "Η μεγάλη δίκη των Πλωμαριτών".

Εκατό χρόνια μετά, το περασμένο καλοκαίρι στις 10 Αυγούστου, απολαύσαμε στην ανακαινισμένη θαυμάσια αίθουσα της «Λέσχης Πλωμαρίου "Βενιαμίν ο Λέσβιος"» μια ξεχωριστή, αξιόλογη και αξιέπαινη εκδήλωση μνήμης και τιμής στους διαμαρτυρόμενους το 1917 Πλωμαρίτες, που διοργάνωσε ο «Σύνδεσμος Πλωμαριτών Αττικής "Βενιαμίν ο Λέσβιος"».

Στην εκδήλωση, μετά το χαιρετισμό του προέδρου της Λέσχης Ξενοφώντα Μαυραγάνη και την εισαγωγική ομιλία του προέδρου του Συνδέσμου Δημήτρη Χαλαυτή, το λόγο πήρε ο διδάκτωρ φιλοσοφίας και συγγραφέας Αριστείδης Στεργέλλης, ο οποίος ανέλυσε διεξοδικά και εύστοχα το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο της εποχής και ακολούθησε ο δικηγόρος και πρώην πρόεδρος του Συνδέσμου Τάκης Ψαρράς, παρουσιάζοντας εμπεριστατωμένα και λεπτομερειακά το θέμα από τις τότε δημοσιεύσεις των εφημερίδων και από τα επίσημα πρακτικά της δίκης, τα οποία ανέσυρε από τα αρχεία των στρατοδικείων που φυλάσσονται στο Ρουφ, στη Στρατολογική Υπηρεσία Αθηνών.

Αντί επιλόγου, παραθέτω ένα απόσπασμα της απολογίας του στελέχους του Κόμματος των Φιλελευθέρων, ελληνοδιδασκάλου στο Ελληνικό Σχολείο (1874-1879) και μετέπειτα γιατρού του Πλωμαρίου, εκ των πρώτων μελών τού από το 1878 "Αναγνωστηρίου Βενιαμίν ο Λέσβιος" και πρώην προέδρου του, λόγιου Μιλτιάδη Καλδή (1855-1941): 
«Λυπούμαι διότι περί τας δυσμάς ήδη του βίου μου κατέχω το εδώλιον του κατηγορουμένου, κατηγορούμενος ως αρχηγός στάσεως κατά των αρχών της πατρίδος μου {...} Το Πλωμάριον ηδικείτο καταφώρως υπό της επί των τροφίμων επιτροπής Μυτιλήνης, ήτις ουδέποτε μας έδιδεν εις ακέραιον το αναλογούν ημίν εκ των σιτοτροφίων μερίδιον. Ένεκα τούτου, υπήρχε πάντοτε παρά τω λαώ ποιά τις δυσφορία. Εν Μυτιλήνη αίφνης, κύριοι, εδίδετο εις τον λαόν 100 δράμια άρτου κατ' άτομον καθ’ εκάστην ημέραν, και εις ημάς διά 10 και 12 ημέρας, εδίδοντο μηδαμινά πράγματα. Ένεκα τούτου, πλειστάκις διεμαρτυρήθημεν δι' υπομνημάτων και αναφορών, αλλ' εις μάτην. Επήλθον, κύριοι, κατά το διάστημα εκείνο και πλείστοι εξ ασιτίας θάνατοι, ους εγώ ως ιατρός θα ηδυνάμην να πιστοποιήσω και τους οποίους απέκρυπτα διά να μην εξεγερθή ο λαός».

Τιμώντας τη μνήμη των 43 "πρωταιτίων" παραθέτω τα ονοματεπώνυμά τους: Αγιακάτσικας Τιμολέων, Αθηναίος Αντώνιος, Ανδρής Δημήτριος, Ανδριώτης Νεοκλής, Αντωνάκας Ιωάννης, Αρμενάκας Γεώργιος, Αυλωνίτης Αθανάσιος (ιερεύς), Βουλαλάς Κλεάνθης, Γαλέτσας Δημήτριος, Γαλέτσας Πανάγος, Γιαννατσής Δημήτριος, Γιαννουλέλλης Αντώνιος, Γιαννούλος Σταμάτης, Γιασέλης Παναγιώτης, Καβαρνού Μαριγώ, Καλδής Μιλτιάδης, Κουλομέρης Γεώργιος, Καπώνης Κυριάκος, Καρακατσάνη Αναστασία, Κοκκίνης Γεώργιος, Λαίλιος Μαλλιάκας, Μαλιαρός Ιωάννης, Μανωλιός Νικόλαος, Μαϊστρέλη Αμερσούδα, Μαϊστρέλης Ευστράτιος, Μαλέλης Γεώργιος, Ξυπτεράς Γεώργιος, Παλαιολόγου Αριστείδης, Πιργιολής Κωνσταντίνος, Πιτσιλαδής Ιωάννης, Πιτσιλαδής Εμμανουήλ, Πρωτούλης Αντώνιος, Πρωτούλης Γεώργιος, Ρεπάνης Ιωάννης, Στεφανή Αρχοντούλα, Στεφανή Ειρήνη, Ταραμά Μυρσίνη, Τραγάκης Κυριάκος, Τσακύρης Δημήτριος, Τσούπα Δήμητρα, Τυροπώλης Παναγιώτης, Φολιαδής Γεώργιος και Χατζηκυριάκος Χριστόδουλος.

Για την εικονιζόμενη φωτογραφία του Μιλτιάδη Καλδή, ευχαριστώ τον φίλο γιατρό Αριστείδη Φρυδά, του οποίου η γιαγιά Σουλτάνα Φρυδά, ήταν αδελφή του Μιλτιάδη Καλδή.

 

Αριστείδης Κυριαζής

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

 Δεκαπενθήμερες επισημάνσεις

 

Η απελευθέρωση της Λέσβου το 1912, από τον Οθωμανικό ζυγό των 450 χρόνων δεν έγινε σε μια μέρα. Χρειάστηκε να περάσει ο φοβερός και τρομερός ενάμιση μήνας, που σοφά ο λαός τον ονόμασε "Τα Φόβια", από την απελευθέρωση της Μυτιλήνης και του Πλωμαρίου στις 8 Νοεμβρίου μέχρι την απελευθέρωση και του τελευταίου χωριού, της Ανεμώτιας, στις 24 Δεκεμβρίου, όπως φαίνεται στον εικονιζόμενο πίνακα της σταδιακής απελευθέρωσης διαφόρων οικισμών της Λέσβου.

Στις 8 Νοεμβρίου, ο ελληνικός στόλος, υπό την αρχηγία του υποναυάρχου Παύλου Κουντουριώτη, αποβίβασε στο λιμάνι της Μυτιλήνης 1.600 Έλληνες στρατιώτες και ναύτες, που απελευθέρωσαν την πρωτεύουσα, αναγκάζοντας τους 400 στρατιώτες της τουρκικής φρουράς να την εγκαταλείψουν χωρίς μάχη και να διαφύγουν στο αμιγώς μουσουλμανικό χωριό Κλαπάδος της βορειοδυτικής Λέσβου.

Το βράδυ της ίδιας ημέρας, ο Κουντουριώτης αναχώρησε από τη Λέσβο με το μεγαλύτερο τμήμα του στόλου και το θωρηκτό "Αβέρωφ" για την απελευθέρωση και της Χίου και εισηγήθηκε να ανατεθεί η διοίκηση στον ταγματάρχη Αλέξανδρο Μανουσάκη, αλλά ο υπουργός Νικόλαος Στράτος, κακώς, όρισε Στρατιωτικό Διοικητή τον υποπλοίαρχο Κωνσταντίνο Μελά, που ήταν κατά ένα βαθμό κατώτερος του Μανουσάκη. Λόγω της διαταγής αυτής οι δύο διοικητές, δυστυχώς, άρχισαν την φιλονικία για το ποιος θα έχει τον πρώτο λόγο στην εκστρατεία κατά του εχθρού.

Έτσι αντί να κυνηγηθεί η Τουρκική φρουρά, οι τετραπλάσιοι αυτών Έλληνες αποβιβασθέντες στρατιώτες στρατοπέδευσαν στην πρωτεύουσα Μυτιλήνη για ένα μήνα, μέχρι την έναρξη της τετραήμερης απελευθερωτικής μάχης στον Κλαπάδο, στις 5-8 Δεκεμβρίου, με αποτέλεσμα ο Τούρκος φρούραρχος Γκανή Μπέης να ανασυνταχθεί, συγκεντρώνοντας 2.000 στρατιώτες και Τούρκους αντάρτες τρομοκρατώντας την κεντρο-βορειο-δυτική Λέσβο.

Ο Καλλονιάτης ιατρός Ορέστης Κυπριανός, βουλευτής των Φιλελευθέρων το 1920, '23 και '36 και αντιπρόεδρος της Γερουσίας τα έτη 1929-1935, έγραψε σχετικά: «Αν ο Ελληνικός Στρατός αμέσως ετρέπετο εις καταδίωξιν του ασυντάκτως και ατάκτως και με τελείως χαμένον το ηθικόν του, και κακήν κακώς υποχωρούντος τουρκικού στρατού, θα έληγεν έκτοτε εκείνη η κατάστασις, κατά την οποίαν επί μήνα και πλέον η ημίσεια σχεδόν Λέσβος ήτο Ελληνική, η δε ετέρα ημίσεια Τουρκική. και δεν θα συνέβαιναν βεβαίως τα όσα συνέβησαν κατόπιν. διότι ούτε θα εθρηνούμεν τόσα θύματα εν γένει, ούτε ο εμπρησμός της Πέτρας θα ελάμβανε χώραν, ουδέ η δήωσις του Μεσοτόπου, ουδέ τα τρομερά εκείνα πυρά ομαδόν εναντίον του Μανδαμάδου και ο φόνος αθώων πολιτών».

Στην εισήγησή μου στο Συνέδριο Ιστορίας, που πραγματοποιήθηκε στη Μυτιλήνη το 2012 με τη συμπλήρωση εκατό χρόνων από την απελευθέρωση της Λέσβου, αναφέρθηκα στη ηρωική δράση των ένδεκα γνωστότερων οπλαρχηγών, οι οποίοι με τους αντάρτες τους πολέμησαν εθελοντικά στην πρώτη γραμμή της μάχης του Κλαπάδου, μαζί με τον ελληνικό στρατό υπό τας διαταγάς του συνταγματάρχη Απολλόδωρου Συρμακέζη, καθώς και στις άλλες που προηγήθηκαν αλλά και σε εκείνες που ακολούθησαν για την εκκαθάριση της Λέσβου από τους Τούρκους αντάρτες, όπου συνολικά έπεσαν 477 νεκροί Έλληνες και Τούρκοι, εκ των οποίων οι 95 ήταν Έλληνες αντάρτες και πολίτες και οι 19 Έλληνες στρατιώτες και ναύτες.

Οι 11 γνωστότεροι οπλαρχηγοί ήταν: ο Αγιασώτης Παναγιώτης Βαδέλλης, ο Σκοπελίτης Ευστράτιος Γαβαλάς, ο Τελωνιάτης Ευάγγελος Κρασάς, ο Αϊβαλιώτης Ευστράτιος Λαγίδης, ο Μανιάτης Κωνσταντίνος Μουνδραίος, ο Κρητικός ιερομόναχος Ευγένιος Πανακάκης, ο Αγιαπαρασκευώτης Ευστράτιος Παντελής, ο Πλωμαρίτης Εμμανουήλ Σιταράς, ο Πλωμαρίτης Δημήτριος Στεφάνου, ο Πλωμαρίτης Δημήτριος Τσακύρης και ο Ερεσιώτης Ιωάννης Χατζηγιάννης.

Για το μεγαλείο του ηρωϊκού αντάρτικου στο γενναίο Πλωμάρι, των τότε 13.000 κατοίκων, που ήταν το άντρο των ανταρτών, ο Πλωμαρίτης δάσκαλος Γεώργιος Ζεϊμπέκης έγραψε στην εφημερίδα της Λέσβου "Λαϊκός Αγών" στις 24-11-1912 με το ψευδώνυμο "Ρεπόρτερ": "Όταν βλέπη και παρακολουθή κάποιος τας καθημερινάς εκ Γέρας, Πολιχνίτου, Ερεσού, Τελωνείων και Μεσοτόπου αιτήσεις περί αποστολής εις τας περιφερείας των μερών τούτων ενισχύσεων εκ σωμάτων ενόπλων, υποθέτει ότι εις την πόλιν μας, το Πλωμάρι, είναι εστημένον το στραταρχείον του Στρατιωτικού αρχηγού της ελληνικής κατοχής της νήσου μας".

 

Αριστείδης Κυριαζής

aristeidis2007@gmail.com

Σάββατο, 21 Οκτωβρίου 2017 15:13

Γέρην-Γέρηνα-Γέρνα

«Ο Γέρην, ο γιος του Ποσειδώνα, έδωσε το όνομά του στην πόλη της Λέσβου Γέρην», όπως έγραψε ο Αίλιος Ηρωδιανός τον 2ο μ.Χ. αιώνα.

Δεκαπενθήμερες επισημάνσεις

Τον περασμένο αιώνα, ο Γερμανός ιστορικός Karl Tumpel, η Αμερικανίδα αρχαιολόγος Emily Shields, o καθηγητής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Απόστολος Αρβανιτόπουλος, ο πρόεδρος του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου Γεράσιμος Καψάλης και ο δάσκαλος και συγγραφέας Κώστας Μάκιστος, υποστήριξαν ότι η πόλη Γέρην ήταν νότια της Αρίσβης στην περιοχή του σημερινού τοπωνύμιου το "Γεράνι", η οποία βρίσκεται μεταξύ του Τσικνιά ποταμού και της Αλυκής, ενάμισι χιλιόμετρο από τον Κόλπο της Καλλονής.

Η λατρεία του Ποσειδώνα στον Κόλπο της Καλλονής αναφέρεται από τον Πλούταρχο με το μύθο του Έναλου κατά τον οποίο οι οκτώ Αιολείς βασιλείς με αρχηγό τον Γρα, τον τρισέγγονο του Αγαμέμνονα, που έφθασαν το 1054 π.Χ. στο "Μεσόγειον έρμα" δηλαδή στον Κόλπο της Καλλονής για να εποικήσουν τη Λέσβο, θυσίασαν έναν ταύρο για να ευχαριστήσουν τον Ποσειδώνα για το ταξίδι και έριξαν στα νερά την καλλονή κόρη του βασιλιά Σμινθέα για να εξευμενίσουν τη σύζυγο του Ποσειδώνα, την Αμφιτρίτη, που δεν ανεχόταν να υπάρχει άλλη ωραιότερή της.

Γερήνιος αποκαλείται στην Ιλιάδα ο Νέστωρ, ο γέροντας βασιλιάς της Πύλου. Ο Στράβων καταγράφει στην Ηλεία «τον Γερήνιον τόπον και Γέροντα ποταμόν και άλλον Γεράνιον» και στη Μεσσηνία «Τα "Γέρηνα ή την Γερηνίαν", όπου και τα δύο ονόματα ισχύουν», προσθέτοντας ότι «τα "Γέρηνα" είναι πολύ περισσότερο γνωστά και ότι κάποτε ήταν πυκνοκατοικημένα».

Η Emily Shields καταγράφει ότι: «Συνέχεια της πόλης Γέρην φαίνεται να ήταν το νεότερο Γεράνι κοντά στην Αρίσβη», προσθέτοντας ότι: «το όνομα Γέρην έχει ανιχνευθεί στη Βοιωτία, όπου έχουμε το όνομα Γερήνιχος και επιπλέον ο Γέρης από τη Βοιωτία λέγεται ότι έχει δώσει το όνομά του στο λιμάνι Γερραιΐδαι στην πόλη Τέω της Ιωνίας της Μικράς Ασίας».

Ο Σταύρος Καρυδώνης, καταγράφει τη «Γέρνα που υπήρχε μέχρι το 1591» και την περιλαμβάνει ως χωριό μαζί με τη μεσαιωνική πόλη της Καλλονής και τα είκοσι τότε χωριά της «τα οποία κατεστράφησαν αλληλοδιαδόχως και ηρημώθησαν κατά τον ΙΕ΄ καί ΙΣΤ΄ αιώνα», λόγω της επίθεσης του Οθωμανού ναυάρχου Σουλεϊμάν Μπαλτάογλου το 1450. Ο Καρυδώνης προσθέτει το 1900 ότι «το χωρίον Γέρνα είναι τώρα θέση δίπλα από την κωμόπολη της Αγίας Παρασκευής».

Ο Δημήτρης Μαντζουράνης, καταγράφει τη "Γιρνή" της Ερεσού και τα "Γκερήνια" του Αϊβαλί, ενώ στη Λέσβο εκτός από το "Γεράνι" και τη "Γέρνα" υπάρχει ο οικισμός τα "Γεράνια" στην κοινότητα Μυχού του πρώην δήμου Ευεργέτουλα.

Ο Χρίστος Παρασκευαΐδης γράφει ότι τη Γέρην πρέπει να την αναζητήσουμε στη Γέρνα «της οποίας το όνομα κανονικώτατα κατά τους νόμους της νεοελληνικής προήλθεν από την Γέρηνα».

Η άποψη των ερευνητών, που παρέθεσα στην αρχή του κειμένου, ότι η Γέρην ήταν στο Γεράνι και η σειρά "Γέρην, Γέρηνα, Γέρνα" με οδηγούν να υποστηρίξω ότι και η Γέρνα ήταν στο Γεράνι.

Τη Γέρνα που πρέπει να βρισκόταν στην περιοχή Γεράνι, και η αγροτική της περιφέρεια κατά τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σίλβεστρο το 1575 εκτεινόταν παραλιακά από το εξωκκλήσι του Ταξιάρχη ανατολικά των Παπιανών μέχρι και το μεσαιωνικό χωριό Θολώνεια δυτικά του Μυλοπόταμου, στο εξής θα την ονομάζω Νότια Γέρνα και ως Βόρεια Γέρνα θα ονομάζω την ερειπωμένη σήμερα Γέρνα, που βρίσκεται βόρεια της Αλυκής, δύο χιλιόμετρα νότια από την κωμόπολη της Αγίας Παρασκευής και τέσσερα χιλιόμετρα βόρεια από τον Κόλπο της Καλλονής.

Από τη Νότια Γέρνα μετοίκησαν οι κάτοικοι σταδιακά από το 1450 μέχρι το 1591 για να κτίσουν την ασφαλέστερη Βόρεια Γέρνα, λόγω της επίθεσης το 1450 από τον Μπαλτάογλου αλλά και εξαιτίας των τεσσάρων Ενετο-τουρκικών πολέμων των ετών 1463-1571 καθώς και των πειρατικών επιδρομών.

Από τη Βόρεια Γέρνα οι κάτοικοι μετοίκησαν, επίσης σταδιακά από το 1650 μέχρι το 1750, στην μεγαλύτερή της Αγία Παρασκευή.

Η από το 1989 εικονιζόμενη φωτογραφία των ερειπωμένων σπιτιών της Βόρειας Γέρνας είναι του φίλου Μάκη Αξιώτη.

 

Αριστείδης Κυριαζής

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε. 

Σάββατο, 07 Οκτωβρίου 2017 16:30

Από τα Θολώνεια του γιαλού στη Γέρνα

Από τα Οθωμανικά κατάστιχα του 1548, σημείωσα στο "Λεσβιακό Ημερολόγιο" του 2015, το χωριό Αγορατό ή αλλιώς Αγία Παρασκευή και τη Γέρνα, που βρίσκεται ερειπωμένη σήμερα στα δύο χιλιόμετρα νότια της Αγίας Παρασκευής. Το 1620 ο μητροπολίτης Μηθύμνης Γαβριήλ αναφέρει την Αγία Παρασκευή, τη Γέρνα και την εκκλησία του χωριού Άγιος Δημήτριος και ο Χρίστος Παρασκευαΐδης σημειώνει την «Εντός εκατόν ετών (1650-1750) μετοικεσία των κατοίκων Γέρνας και Αγίου Δημητρίου, καθώς και των πέριξ αγροικιών» στην Αγία Παρασκευή. (Η παλαιά Αγία Παρασκευή. 1936).

Δεκαπενθήμερες επισημάνσεις

Το 1575 ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Σίλβεστρος γράφει ότι στη Γέρνα ανήκουν πέντε ιδιοκτησίες κοντά στο γιαλό του Κόλπου της Καλλονής: «Εις την Γέρναν κομάτια β΄. το ένα εις τα έλεα (;) και το έτερον εις τον Θόλον (;) Του ηγουμένου είναι αυτά του Λειμώνος. Έτερον εις την Γέρναν του Γρηγορίου αγορά από τον Δούκα της Ξενιτούδηνας. Του Λειμώνος. Εις τον Ταξιάρχην εις την Γέρναν κομάτια β΄. χωράφια· πλησίον Μιχαήλ Παχλού· και πλησίον του αράπη της Μαυροϊερακήνας και Ιωάννου του Τσαγκάρι· Των δύο μοναστηρίων». (Σταύρος Καρυδώνης. Τα εν Καλλονή της Λέσβου Μοναστήρια. 1900).

Βορειοανατολικά από τα Παπιανά το τοπωνύμιο "Ελιούδα" παραπέμπει στα "έλεα". Ανατολικά των Παπιανών στο τοπωνύμιο "Σαχλός", που θυμίζει το επώνυμο Παχλός του 1575, στη θέση "Παλιός ποταμός" που δικαιολογεί τις προς τα ανατολικά μετακινήσεις του Τσικνιά, στέκει το παλιό ξωκλήσι του Ταξιάρχη σε κτήμα Αγιαπαρασκευώτη που ανακατασκεύασε το 1954 ο Γ. Σπανιόλας.

Ο Κώστας Μάκιστος ταυτοποιεί το Θόλο με τα "Θολόνια" και παραθέτει την εξής περιγραφή του Χριστόφα Χατζηγιάννη: «Εις την περιοχήν Θολόνια διακρίνονται θεμέλια οικοδομών, υπάρχει δε διάσπαρτο άφθονο οικοδομικό υλικό: Πέτρες και καλά επεξεργασμένες γωνίες, κιονόκρανα κ.λ.π. Το πολύ όμως υλικό έχει μεταφερθή και χρησιμοποιηθή είτε εις αγροτικάς κατασκευάς, είτε εις ανοικοδόμησιν οικιών εις Αγίαν Παρασκευήν {…} Έξωθεν του κτήματος του Κολοβελώνη, εις θέσιν “Παναθύρια” υπάρχει πηγάδι παράπλευρα του οποίου έχει τοποθετηθεί δεξαμενή, σωζομένη εν αρίστη καταστάσει, λαξευμένη περιτέχνως επί σκληρού βράχου σχήματος στρογγύλου, διαμέτρου 1,50 μ. περίπου και βάθος 0,70. Το κατασκεύασμα ήτο η "κολέθρα" υπάρχοντος εκεί πρωτόγονου ελαιομύλου». (Η Σελλάδα της Αγίας Παρασκευής. 1970).

Η εικονιζόμενη εξαιρετική προχθεσινή φωτογραφία με το πηγάδι στα Θολώνεια είναι του Αγιαπαρασκευώτη Χριστόφορου Σαμαρά, τον οποίον και ευχαριστώ.

Ο Καρυδώνης γράφει ότι το τοπωνύμιο "Θολώνεια" ήταν χωριό που το κατέστρεψε το 1450, μαζί με την πόλη Καλλονή και τα είκοσι τότε χωριά της, ο Οθωμανός Σουλεϊμάν Μπαλτάογλου.

Ο Μάκης Αξιώτης σημειώνει στο χάρτη του τα "Θολόνια" νότια του δρόμου Καλλονής-Μυτιλήνης. (Περπατώντας τη Λέσβο. 1992). Ο Στρατής Κράλλης αναφέρει στα Θολώνεια την ύπαρξη πιθαριών και το χάλασμα του Αγίου Κωνσταντίνου. (Η Αγία Παρασκευή Λέσβου. 1963).

Από τον γιο του Ποσειδώνα Γέρην προέρχονται οι ονομασίες Γέρνα, Γέρηνα της Μεσσηνίας, Γερήνιχος της Βοιωτίας και Γέρην, η οποία κατά τον Μάκιστο βρισκόταν αμέσως βόρεια από το ξωκλήσι Χριστός της "Αρακλής" και νότια της γέφυρας του Τσικνιά, και κατά τον Γερμανό ιστορικό Κarl Tumpel «στο σημερινό Γεράνι νότια της Αρίσβης». (Real Encyclopadie der Classischen Altertumswissenschaft, Band VII. Βερολίνο 1910, σ. 1246).

Ο Απόστολος Αρβανιτόπουλος, καθηγητής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, έγραψε ότι η πόλη Γέρην «διατήρησε και μέχρι σήμερον το αρχαίον όνομα εν τω χωρίω Γεράνι, πλησίον της Αρίσβης. Εκεί ετιμάτο ιδιαιτέρως ο Ποσειδών διά θυσίας ταύρων, θυομένων ιδίως εις τον μέσον Κόλπον, τον λεγόμενον υπό των αρχαίων "Μεσόγειον Έρμα", σήμερον δε Κόλπον Καλλονής». (Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη. 1928).

Η κατά την παράδοση εντυπωσιακή κάθοδος των κατοίκων της Αγίας Παρασκευής στη Σκάλα Καλλονής, για το πανηγύρι της Αγίας Άννας, συνεχίζεται επειδή από το χωριό Θολώνεια και την ευρύτερη αγροτική περιοχή του γιαλού του Κόλπου της Καλλονής, μεταξύ Τσικνιά και Μυλοπόταμου, ξεκίνησαν το 1450 οι κάτοικοι για να κτίσουν τη Γέρνα, λόγω της καταστροφής των οικισμών της Καλλονής από τον Μπαλτάογλου, αλλά και εξαιτίας των τεσσάρων Ενετο-τουρκικών πολέμων των ετών 1463-1571 και των πειρατικών επιδρομών.

 

Αριστείδης Κυριαζής

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

 Κυκλοφόρησε το καλοκαίρι από τις εκδόσεις της Θεσσαλονίκης «Νησίδες» το έκτο βιβλίο του δικηγόρου, δημοσιογράφου και συγγραφέα Ξενοφώντα Μαυραγάνη, «Εφτά και κάτι νύχτες» για την εφτάχρονη δικτατορία, που επιβλήθηκε με τα τανκς στις 21-4-1967 και κατέρρευσε στις 20-7-1974 κατά την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο.

Δεκαπενθήμερες επισημάνσεις

Από το καλοτυπωμένο, απολαυστικό στην ανάγνωση, ιστορικά ακριβές και καυστικό για τους δικτάτορες και τους κατά καιρούς θαυμαστές τους, θαυμάσιο βιβλίο, θα αναφερθώ αρχικά στις τελευταίες νύχτες της χούντας αντιγράφοντας από την αυτοβιογραφική περιγραφή του συγγραφέα:

«Ο Ιούλιος του 1974 τον βρήκε στο χωριό του, στο Πλωμάρι της Λέσβου, παντρεμένο και με ένα γιο. {...} Τα τουρκικά στρατεύματα άλωναν την Κύπρο, και στο νησί του, που διέτρεχε άμεσο κίνδυνο να δεχθεί τουρκική επίθεση, οι μισοί έτρεχαν να εξοπλιστούν, κι οι άλλοι μισοί, κυρίως γυναικόπαιδα και γέροι, να φύγουν στα βουνά. {...} Εκείνος κατευθύνθηκε στο Αστυνομικό Τμήμα και είπε στον αξιωματικό υπηρεσίας ότι θέτει τον εαυτό του στη διάθεση της πατρίδας. {...} Τότε πληροφορήθηκε πως το λευκό απολυτήριο, με το οποίο τον είχε εφοδιάσει το στράτευμα, ήταν αποδεικτικό στοιχείο των αντεθνικών διαθέσεών του-καθ' ο αριστερού- που δεν του επέτρεπε να αμυνθεί κατά των πιθανών Τούρκων εισβολέων. Την ίδια ακριβώς αντιμετώπιση είχε κι ένας φίλος του Πλωμαρίτης γιατρός, αναμφισβήτητα δεξιός, του οποίου η αδελφή έτυχε να παντρευτεί τον γιο ενός ηγετικού στελέχους της Ένωσης Κέντρου».

Με την παραπάνω εξιστόρηση θυμήθηκα το δικό μου απολυτήριο, που εκδόθηκε λευκό επειδή ψήφισα ΟΧΙ στο χουντικό σύνταγμα του 1968. Έτσι, αν και δεν κλήθηκα στην επιστράτευση, ανέλαβα εθελοντικά μια στρατιωτική αποστολή, κατά την οποία γνώρισα την τότε διάλυση του ελληνικού στρατού, όταν ως συνοδηγός σε ένα στρατιωτικό φορτηγό, με τον στρατιώτη οδηγό και πέντε εθελοντές στην καρότσα, ξεκινήσαμε χαράματα από την Καλλονή προς ένα στρατόπεδο της Μυτιλήνης με την εντολή να επιστρέψουμε από εκεί φορτώνοντας το φορτηγό με νάρκες.

Φθάνοντας στο στρατόπεδο επέδωσα στον αξιωματικό υπηρεσίας το συνοδευτικό στρατιωτικό έγγραφο, εισπράττοντας την άγνοιά του για αποθήκευση ναρκών. Μετά από μερικές αρνητικές απαντήσεις και άλλων αγνοούντων, περιεργαζόμενος το χώρο, πρόσεξα ότι στο μεγάλο προαύλιο του στρατοπέδου σε μια καλυμμένη με χώμα και χορταριασμένη πυραμίδα, ύψους πέντε μέτρων και βάσης εκατό τετραγωνικών, διακρινόταν από κοντά το περιεχόμενό της με τα στοιβαγμένα παραλληλεπίπεδα φορητά κιβώτια που έγραφαν στα αγγλικά ότι περιείχαν νάρκες «κατά προσωπικού» και «κατά αρμάτων», με προειδοποιήσεις της επικινδυνότητας μεταφοράς και της αναγκαιότητας σχεδίων χαρτογράφησης και σταθεροποίησης κατά τη ναρκοθέτησή τους, λόγω της ανεξέλεγκτης μετατόπισής τους από βροχοπτώσεις σε σαθρά εδάφη ή παλίρροιες σε αμμώδη.

Φορτώνοντας τις νάρκες τρομάξαμε όταν πέρασαν δύο φορές τρία τουρκικά μαχητικά αεροπλάνα πάνω από την πυραμίδα, που προφανώς οι χειριστές τους γνώριζαν το περιεχόμενό της.

Επιστρέφοντας το απόγευμα στην Καλλονή, μου ανατέθηκε εγγράφως η αποστολή «τοποθετήσεως ναρκών εις την αμμώδη παραλίαν της Πέτρας, λόγω πιθανούς (sic!) τουρκικής αποβάσεως».

Υπενθυμίζοντας στον εντολέα αξιωματικό τις προειδοποιήσεις των κιβωτίων, ζήτησα ένα σχέδιο ναρκοθέτησης και ακούγοντας ότι δεν υπήρχε οτιδήποτε σχετικό, αρνήθηκα να συνεχίσω.

Δυστυχώς, έναν χρόνο μετά, στις 6-8-1975, συνάντησε τον θάνατο από έκρηξη νάρκης, στα 52 του χρόνια, ο Πετρανός μεταφορέας Σωτήρης Γιουβανέλλης που είχε μεταβεί για αμμοληψία, στα πλαίσια της εργασίας του, με το δημοσίας χρήσεως τρίκυκλο φορτηγό του, στον τότε μη περιφραγμένο χώρο της ναρκοθετημένης παραλίας της Πέτρας, η οποία άργησε να αποναρκοθετηθεί.

Συνιστώντας την ανάγνωση του έκτου πονήματος του Ξενοφώντα Μαυραγάνη, επισημαίνω τη συγκλονιστική περιγραφή της δίκης του Νοεμβρίου 1968, των επωνύμων κεντρώων πολιτών και στελεχών της «Ένωσης Κέντρου» μελών του παραρτήματος Θεσσαλονίκης της αντιστασιακής οργάνωσης της «Δημοκρατικής Άμυνας» που κάλυψε τότε ο συγγραφέας ως δημοσιογράφος, η οποία περιλαμβάνει στο βιβλίο αποκαλυπτικές αδημοσίευτες λεπτομέρειες από τις αθλιότητες της χούντας, που δικαιώνοντας αυτόν τον χαρακτηρισμό της, κυνήγησε όσους αριστερούς, κεντρώους και δεξιούς δημοκράτες τόλμησαν ως και να εκφρασθούν ιδιωτικά εναντίον της.

 

Αριστείδης Κυριαζής

aristeidis2007@gmail.com

 

Σάββατο, 09 Σεπτεμβρίου 2017 16:28

Έρανοι σεισμών στο Ακράσι το 1867 και το 2017

Πριν από 150 χρόνια, στις 23-2-1867, έπληξε τη Λέσβο ο καταστρεπτικότερος σεισμός της, με επίκεντρο τη Νάπη και μέγεθος 6,8 Ρίχτερ, με αποτέλεσμα σε ολόκληρο το νησί να αφαιρεθεί η ζωή από 550 άτομα και να καταρρεύσουν 4.750 σπίτια.

Δεκαπενθήμερες επισημάνσεις

Τότε οι κάτοικοι από το Ακράσι Πλωμαρίου, προκειμένου να συλλέξουν χρήματα εράνου για την ανακατασκευή της εκκλησίας τους, της Αγίας Παρασκευής, έστειλαν στη Ρωσία δύο εκπροσώπους, στους οποίους παρέδωσαν ένα έγγραφο εξουσιοδότησης της κοινότητας, με ημερομηνία 2-6-1867, που φέρει με οθωμανική γραφή τις σφραγίδες «τας βουλάς του χωριού», τη μία των μουχτάρηδων και την άλλη των δημογερόντων, μιας και η Λέσβος ήταν για 450 χρόνια τουρκοκρατούμενη, από το 1462 μέχρι την απελευθέρωση του 1912. Από το έγγραφο αυτό, που φωτογραφία του δημοσιεύεται στο βιβλίο «Ένας αιώνας Ακράσι (1832-1932)», το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα από τον Πολιτιστικό Σύλλογο Ακρασίου, μεταγράφω τα εξής:

«Εδώ εσυμφoνίσαμε οι κάτοικοι του χωρίου ακρασίου εν Μιτυλήνη και στέλομεν καλός τον Κύριον γιαννάκην βερβέρην και γιαννάκη ασπρολούπον διά να γυρίσουν διά βοήθια της εκκλησίας μας ευρισκομένην αγίας οσιομάρτυρος χριστού παρασκευή διά ροσίαν {...} και όσοι έχουν ευχαρίστησιν ο καθείς χριστιανός θέλη μας βοηθήση με αυτό που έπαθεν (η εκκλησία) από κάψιμο από το έτος το 1865 και από τότες και αργότερα με την κακήν μας στενοχορία εκάμαμε το κτίριον της και αρχίσαμεν να κάμομεν και την σκέπασιν ήλθεν πάλιν ο σεισμός εφέτος (το 1867) και τα ίδια πάλιν εγίνηκαν. Τόρα δεν εδυνάμεθα να την κάμομε και όποιος έχει ευχαρίστησιν ο καθείς χριστιανός ας βοηθήση και θέλη όπος τον έχομε ως θεόν».

Εκατόν πενήντα χρόνια μετά, στις 12-6-2017, ο πρόσφατος σεισμός της Λέσβου, με θαλάσσιο επίκεντρο στα 17 χιλιόμετρα νότια του Πλωμαρίου και μέγεθος 6,1 Ρίχτερ, κατέστρεψε ολοκληρωτικά την ιστορική Βρίσα όπου αφαίρεσε τη ζωή μιας γυναίκας και άφησε σε πολλά χωριά αρκετά ερείπια σπιτιών και πληγωμένες εκκλησίες όπως του Αγίου Νικολάου και Αγίου Παντελεήμονα στο Πλωμάρι, Μεταμόρφωσης του Σωτήρος και Αγίου Ιωάννου στο Μεγαλοχώρι, καθώς και της Αγίας Παρασκευής στο Ακράσι.

Στο τεύχος 41 του περιοδικού «Το Ακράσι» του Πολιτιστικού Συλλόγου Ακρασίου, που πρόσφατα κυκλοφόρησε, δημοσιεύεται μια έκκληση εράνου, από όπου αντιγράφω:

«Η Εκκλησία μας η Αγία Παρασκευή χαρακτηρίστηκε με κίτρινο σταυρό και λέγεται ότι για δυο χρόνια δεν θα μπορούμε να μπούμε μέσα. Είναι απαραίτητο να κινητοποιηθούμε όλοι για να την φτιάξουμε όπως ήταν πριν. Οι Πολιτιστικοί Σύλλογοι του χωριού μας, η Πρόεδρος της Κοινότητας Πέμη Καρπέλλη και ο πατήρ Παναγιώτης ζητούν την οικονομική βοήθεια όλων. Λογαριασμός τραπέζης: Εθνική. Αριθμός 415/970899-56. Με πρώτο όνομα του ιερέα μας Παναγιώτη Βαζλαδέλλη».

Και τότε, το 1867 επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τώρα, το 2017 επί Ευρωπαϊκής Επιτροπείας, η κυβέρνηση (οθωμανική ή ελληνική) και η διαχρονική επίσημη Εκκλησία της Ορθοδοξίας βρέθηκαν σε αδυναμία να ανακατασκευάσουν το ναό της Αγίας Παρασκευής Ακρασίου με αποτέλεσμα οι κάτοικοι, αναγκαστικά, να απευθύνονται δι’ εράνων!

Τότε αποστέλλοντας στη Ρωσία εκπροσώπους για επισκευή της εκκλησίας τους, έγραψαν ότι «δεν εδυνάμεθα να την κάμομε και όποιος έχει ευχαρίστησιν ο καθείς χριστιανός ας βοηθήση και θέλη όπος τον έχομε ως θεόν».

Τώρα δημοσιοποιώντας έναν τραπεζικό λογαριασμό για επισκευή της ίδιας εκκλησίας, τόνισαν ότι «είναι απαραίτητο να κινητοποιηθούμε όλοι για να την φτιάξουμε όπως ήταν πριν».

 

Αριστείδης Κυριαζής

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Σάββατο, 26 Αυγούστου 2017 15:50

Στη ρεματιά της Σιδούντας Πλωμαρίου

Ερατώ μου, το καλοκαίρι θα περπατήσουμε στη ρεματιά της Σιδούντας, τη μεγαλύτερη του νησιού, στο κέντρο της οποίας αναβλύζει το υπέροχο νερό της «μάνας», της πηγής με το όνομα «η Σιδούντα», από όπου αρχίζει ο ποταμός Σιδούντας ή Σεδούντας, που εκβάλλει στη πόλη Πλωμάρι, που αρχικά ονομαζόταν «Ποταμός», επειδή διαπερνούσε τον οικισμό του ο ποταμός. 

Δεκαπενθήμερες επισημάνσεις

Ο Γιώργος Γιαννουλέλλης συνδέει τον ποταμό με την αρχαιοελληνική λέξη «η Σίδοεις», (Σιδόεντος, Σιδούντι, Σιδούντα) = puniceus = Φοινικικός, φοινικοβαφής. («Πλωμάρι Λέσβου», 1983, σ. 66).

Θα ξεκινήσουμε από τη συνοικία Ίσα-Μέσα, όπου θα φωτογραφήσουμε το εικονιζόμενο τριώροφο σπίτι του παππού μου Αριστείδη, που έχει την είσοδο στο δρόμο της αγοράς και τα υπνοδωμάτια στην ανατολική όχθη. Θα προσέξεις τα παράθυρα του δευτέρου ορόφου, που βλέπουν στον ποταμό, όπου ο παππούς, η γιαγιά, οι θείοι και θείες, μαζί κι εγώ δωδεκάχρονος φιλοξενούμενος, στις 11 το πρωί της Πέμπτης 23-1-1958, παρακολουθούσαμε έντρομοι και φοβισμένοι να κατεβαίνει ορμητικά βουίζοντας, μαινόμενος, ο φοβερός και τρομερός Σεδούντας που, όταν φούσκωσε, μας υποχρέωσε να ανεβάσουμε εσπευσμένα στο δεύτερο όροφο όλο το βιος και τα έπιπλα από το υπόγειο και τον πρώτο όροφο, ελπίζοντας ότι το νερό που πάτησε τον πρώτο όροφο δεν θα ανεβεί παραπάνω, ώστε να μας αναγκάσει να διαφύγουμε με σεντόνια, από το μοναδικό παράθυρο του δευτέρου ορόφου που βλέπει στην αγορά!

Όπως γράφει ο Δημήτρης Παπάζογλου: «Μεγάλη σε έκταση πλημμύρα. Το νερό στα σπίτια πάνω από δύο μέτρα. Κιούπια και στέρνες γεμάτες λάδι άδειασαν. Ένα στρώμα λαδιού σκέπασε ποταμό και θάλασσα. Σπίτια κοντά στο ποτάμι γκρέμισαν. Πνίγηκαν ο Στρατής Σοφιανός, η γυναίκα του Μαρία και ο Δημήτρης Φ. Ανδριώτης. Τα πτώματά τους βρέθηκαν μετά τρεις μέρες στη θάλασσα. Πολλοί για να σωθούν πηδούσαν από στέγη σε στέγη. Χωρίς φως και χωρίς νερό πόσιμο πολλές μέρες». ("Πλωμάρι", 1976, σ. 72).

Ο Ιωάννης Μουτζούρης προσθέτει: «Το 1958, δυστυχώς το ένα από τα τρία παλιά αρχεία, του Αγίου Νικολάου Ποταμού, καταστράφηκε ολοκληρωτικά από την πλημμύρα του ποταμού Σεδούντα». («Πλουμάρια, οι οικισμοί του Μεσαίωνα και της Τουρκοκρατίας»).

«Δεν φταίει ο ποταμός αλλά τα όριά του», θα ήθελα σήμερα να είχα απαντήσει τότε στον αείμνηστο παππού μου, όταν μου εξιστόρησε τις πλημμύρες, στις 22-10-1904, 27 και 3-11-1937, καθώς και 16-11-1939, που τις απέδωσε στο κτίσιμο των σπιτιών στις όχθες και στον μη καθαρισμό της κοίτης από τα μπάζα.

Αυτός ο τρομερός και φοβερός ποταμός είναι ο αιώνιος ευεργέτης που ποτίζει το Πλωμάρι και παλαιότερα 20 νερόμυλους, το ελαιοτριβείο (Τάκης Ψαρράς, «Πλωμαρίτικοι Αντίλαλοι», τ. 241 του 2013) και άλλα τέσσερα χωριά: Το Άνω και Κάτω Λιμνί, τη Μέσουνα και τη «Σιδούντα», στα ανατολικά του Μεγαλοχωρίου, η οποία σύμφωνα με τα Οθωμανικά Κατάστιχα Φορολογίας είχε 26 σπίτια το 1548, όλα χριστιανών, και το 1672 πλήρωνε φόρους μαζί με το τότε Πλωμάρι (σημερινό Μεγαλοχώρι) για τα 17.154 ελαιόδενδρα χριστιανών και 620 μουσουλμάνων των δύο χωριών καθώς και για τα συνολικά 13 λιοτρίβια χριστιανών. (Αριστείδης Κυριαζής, «Λεσβιακό Ημερολόγιο 2015», σ. 256 και 259).

Ερατώ μου, περπατώντας στον ασφαλτοστρωμένο δρόμο, παράλληλα με τον ποταμό, θα θαυμάσουμε τα απόκρημνα κατακόρυφα κομμένα βράχια, από όπου ξεπηδώντας θα μας προϋπαντούν ολοένα οι καρποφόρες ασημόχρωμες ελιές και τα βαθυπράσινα πεύκα, που υπερίπτανται υπεροπτικά πάνω από πλατάνια και κισσούς, που με τη σειρά τους εγκλωβίζουν τις ακτίνες του ζωοδότη ήλιου, εκεί όπου ποτίζονται από τον ζωογόνο Σεδούντα οπωροφόρα, μπαξέδες και θαυμαστά αγριολούλουδα, δώρα για σένα, σε μια οργιαστική παρθένα βλάστηση, που οφείλεται στον ποταμό ο οποίος όσο ανεβαίνουμε τη ρεματιά, τόσο γίνεται φιλικός και τελικά αξιαγάπητος, στη «μάνα» του, μιας και εκεί δεν πειράζονται τα όριά του!

 Εκεί όπου θα σου πω, πως είσαι:

«Ωραία σαν το μήλο, που πορφυρό γίνεται // στις αργιλώδεις όχθες της μικρής Σιδούντας».

(Αθήναιος. Δειπνοσοφιστές 3.22, στην αναφορά του για την κώμη Σιδούντα της Κορίνθου).

 

Αριστείδης Κυριαζής

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

 

Σάββατο, 29 Ιουλίου 2017 14:27

Στον Άγιο Ισίδωρο Πλωμαρίου

Δεκαπενθήμερες επισημάνσεις

 Δύο χιλιόμετρα ανατολικά του Πλωμαρίου και σε ίση απόσταση από την Πλαγιά, νότια του αμαξιτού δρόμου, στέκει περήφανο το γραφικό τρουλωτό εκκλησάκι Άγιος Ισίδωρος του ομώνυμου οικισμού, πενήντα μέτρα δυτικότερα από το σπήλαιο της απόληξης του πελώριου, στενόμακρου, ρωγμώδους και γυμνού ωχροκοκκινωπού ασβεστολιθικού βράχου «τα Κόκκαλα» και είκοσι μέτρα από την ωραιότερη παραλία της Λέσβου με τα λευκά μικρά στρογγυλά βότσαλα, που κυριαρχούν ως πολυπληθέστερα από τα ποικιλόσχημα πολύχρωμα, λάμποντας όλα μαζί όταν τα χαϊδεύουν τα καταγάλανα πρωινά ή κρασόχρωμα απογευματινά κύματα του Αιγαίου, που χρωμάτισε ο Όμηρος υμνώντας το εμπόριο «με αλλόγλωσσους ανθρώπους πλέοντας στην κρασόχρωμη θάλασσα» («πλέων επί οίνοπα πόντον επ' αλλοθρόους ανθρώπους» Οδύσσεια α' 183).

Ο Μάκης Αξιώτης γράφει ότι στο σπήλαιο «βρεθήκανε όστρακα από αγγεία της αρχαιότητας που δείχνουν τη χρήση του, ίσως για λατρευτικούς σκοπούς» (Περπατώντας τη Λέσβο σ. 665), η σπηλαιολόγος Άννα Πετροχείλου διέκρινε το 1964 υπολείμματα κτιστού τοίχου μέχρι ύψους 1,5 μ. για τη συγκράτηση ύδατος, σημειώνοντας ότι το σπήλαιο είναι μικρό χωρίς σταλακτίτες (Πλωμαρίτικοι Αντίλαλοι, φύλλο 232/2011, σ. 8), και ο Πλωμαρίτης Γεώργιος Βρ. Λαγουμίδης μού είπε ότι, «όταν η φουρτουνιασμένη θάλασσα γύρω στο 1960 απορρόφησε μεγάλη ποσότητα άμμου της παραλίας, τότε εμφανίστηκαν μερικά στόμια παλιών πηγαδιών γλυκού νερού, τα οποία αναβλύζουν και τώρα μέσα στη γάργαρη θάλασσα».

Τριακόσια μέτρα ανατολικότερα από το εκκλησάκι εκβάλλει στη δύο χιλιομέτρων παραλία του Άγιου Ισίδωρου ο χείμαρρος δημιουργός της, «η Λαγκάδα», που διατρέχει την οργιώδη ομώνυμη Λαγκάδα Πλωμαρίου, έχοντας στα ανατολικά τον ελαιόφυτο κωνικό λόφο «η Πολ», που επισκέφθηκε ο Γερμανός αρχαιολόγος Robert Koldewey το 1886 και τον οποίο το 1978 ο αρχαιολόγος Ιωάννης Κοντής σημειώνει στον χάρτη 19 του βιβλίου του Λέσβος και η Μικρασιατική της περιοχή ως το αρχαίο Πόλιον, που αναφέρει ο Στέφανος Βυζάντιος τον 6ο μ.Χ. αιώνα ως «Πόλιον, εν Λέσβω τόπος, όπου το ηρώον Ταντάλου. λέγεται δε ο πολίτης Πολιεύς».

Ο χείμαρρος περνά από τον αρχαιότερο οικισμό του Πλωμαρίου, την Πλαγιά, όπου κατά την Αμερικανίδα αρχαιολόγο Emily Shields, «βρέθηκε (σ.σ. εντοιχισμένη στον ναό της Υπαπαντής και εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Μυτιλήνης, η εικονιζόμενη) πρόστυπη ανάγλυφη πλάκα που απεικονίζει μια φιγούρα της Άρτεμης-Εκάτης, που τρέχει με μια δάδα σε κάθε χέρι, έχοντας στο πλευρό της ένα κυνηγόσκυλο. Είναι ντυμένη με ένα χιτώνα ο οποίος φτάνει μόνο μέχρι τα γόνατα και δένεται κάτω από τα στήθη, φέρει ακόμα και ένα μικρό μανδύα γύρω στους ώμους» (The Cults of Lesbos, Wisconsin 1917, σ. 21).

Από τον Άγιο Ισίδωρο διακρίνονται δυτικά τα Ψαρά, νότια η Χίος, οι Οινούσσες, η χερσόνησος Ερυθραία της Σμύρνης και νοτιοανατολικά στα 25 ναυτικά μίλια η Φώκαια των Ελλήνων θαλασσοπόρων που έκτισαν στη Γαλλία τη Μασσαλία, στην Ισπανία το Εμποριό, στην Κάτω Ιταλία την Ελέα, στην Κορσική την Αλαλία και στον Ελλήσποντο τη Λάμψακο. Ένας κόσμος εμπόρων, των οποίων τη δόξα ακολούθησαν οι πολυμήχανοι Πλωμαρίτες που όργωσαν τις θάλασσες πλέοντας στο κρασόχρωμο Αιγαίο Πέλαγος, στον Εύξεινο Πόντο και σε όλη τη Μεσόγειο για να εμπορευτούν ακόμα και στην Αμερική λάδι, σαπούνι και πλωμαρίτικο ούζο.

Οι «αλλόθροοι» αγχίνοες Πλωμαρίτες έχουν ιδιαίτερη ντοπιολαλιά στη Λέσβο, με κυρίαρχο το μαλακότερα προφερόμενο «κάπα» σε βάρος του «ταυ», όπως στην παρακάτω φράση που λένε ρυθμικά οι Πλωμαρίτισσες όταν περιγελούν αυτοκριτικά ένα πάθημά τους, όπως το πάτημα της γάτας, αλλά και ανερυθρίαστα οι Πλωμαρίτες, αδιαφορώντας ότι αυτοαναφέρονται σε θηλυκό πρόσωπο: «ακή μ' κι απακή μ', πάκ'σα του κακί μ'», (ατή μου και απατή μου, πάτησα το γατί μου), όπου η μεσαιωνική αντωνυμία «ατός-ατή-ατό» αντικαθιστά την αρχαιοελληνική «αυτός-αυτή-αυτό» και, ακολουθούμενη από την κτητική αντωνυμία «μου», σημαίνει «εαυτός-εαυτή-εαυτό», συνδεόμενη δε εμφαντικά με την παραλλαγή της «απατός-απατή-απατό» δίνει το απαραίτητο μέτρο.

Θα είμαστε εφέτος το καλοκαίρι με την Ερατώ, τη Ρηνιώ και την Άρτεμι στον Άγιο Ισίδωρο για να κολυμπήσουμε στην κρασόχρωμη θάλασσά του και να γευθούμε με τους «αλλοθρόους» ευωχούντες Πλωμαρίτες το φημισμένο πλωμαρίτικο ούζο, μαζί με: «ένα πικ'νό φικ'νό κι φκ'νό».

 

Αριστείδης Κυριαζής

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

 

Σάββατο, 15 Ιουλίου 2017 14:07

178 «Παλμοί της Βατούσας» από το 1980!

Δεκαπενθήμερες επισημάνσεις

 

Κυκλοφόρησε πρόσφατα το 178 τεύχος, Απριλίου- Μαΐου- Ιουνίου 2017, του θαυμαστού τριμηνιαίου περιοδικού «Παλμοί της Βατούσας», που εκδίδεται από τον «Πολιτιστικό Σύλλογο των Απανταχού Βατουσαίων Λέσβου», και διακρίνεται ως ένα από τα αρτιότερα έντυπα της Λέσβου τα οποία συνεχίζουν ηρωικά, στηριγμένα αποκλειστικά στις συνδρομές των μελών τους, κόντρα στην απουσία ενίσχυσης από το ελληνικό κράτος και τον δήμο Λέσβου καθώς και από τα αδικαιολόγητα, εδώ και τέσσερα χρόνια, τριπλασιασμένα ταχυδρομικά μεταφορικά των Ελληνικών Ταχυδρομείων.

Οι «Παλμοί της Βατούσας» κυκλοφόρησαν αρχικά ως διμηνιαία εφημερίδα, Δεκεμβρίου 1980-Ιανουαρίου 1981, και επί μια τριετία μέχρι και το δέκατο πέμπτο φύλλο της, Μαΐου-Ιουνίου 1983, Εκδότης-Διευθυντής χρημάτισε ο ποιητής Δημήτρης Νικορέτζος. Από το δέκατο έκτο φύλλο μέχρι το εκατοστό, η εφημερίδα «διευθύνεται από τριμελή επιτροπή του Διοικητικού Συμβουλίου, και από το πρώτο τεύχος της Β΄ περιόδου 1 (101) μέχρι το πρόσφατο 78 (178) κυκλοφορεί ως περιοδικό με την «επιμέλεια ύλης-σελιδοποίησης-έκδοσης» να έχει ο φιλόλογος Γιάννης Μανούκας και την «επιμέλεια σύνταξης-διορθώσεις» ο επίσης φιλόλογος Βαγγέλης Γδοντέλης.

Από το πρόσφατο καλαίσθητο τεύχος, του οποίου το εικονιζόμενο εξώφυλλο κοσμεί η εντυπωσιακή φωτογραφία του δικηγόρου Εμμανουήλ Παπουτσή με τίτλο «Η θάλασσα», επιλέγω λόγω περιορισμένου χώρου να αναφερθώ μόνο σε τέσσερα υπέροχα κείμενα:

α) «Η αγροτική ζωή στην παλιά Βατούσα» του Βαγγέλη Γδοντέλη, όπου καταγράφει: «Τα αλώνια ήταν σταθερά, σε κατάλληλες και επιλεγμένες θέσεις. Ιδανική θέση, για να το πιάνει ο άνεμος, ήταν σ’ ένα ανοιχτό μέρος με όσο το δυνατό ανοιχτό ορίζοντα προς τα βορειοδυτικά. Ο ευνοϊκός άνεμος για το λίχνισμα ήταν ο “ιμπάτς”. Έτσι τον λέγαμε τον βορειοδυτικό άνεμο που φυσούσε συνήθως όταν αλωνίζαμε. Ένα κανονκό αλώνι είχε διάμετρο περίπου 10 μέτρα και η περιφέρειά του, ο “άτζουρας”, ήταν από μεγάλες πέτρες με επίπεδη επιφάνεια προς τα μέσα».

β) «Ιωάννης Παν. Λαδάς (1882-1977), ο διαπρεπής Λέσβιος νομικός και διανοούμενος», που εξελέγη με το κόμμα των Φιλελευθέρων πληρεξούσιος της Λέσβου στις εκλογές της 18ης Δεκεμβρίου 1923 και για τις σπουδές του οποίου ο Γιάννης Μανούκας γράφει: «Τελείωσε το Αρρεναγωγείο της κωμόπολης της Βατούσας, έχοντας τους κορυφαίους τότε δασκάλους Ιάκωβο Αναστασιάδη και τον Φαναριώτη Κωνσταντίνο Αδαμαντίδη. Μετά την αποφοίτησή του θα ακολουθήσει τον πατέρα του στην Κωνσταντινούπολη, όπου διατηρούσε ραφείο. Προφανώς τα πρώτα δείγματα ευφυΐας του νεαρού στη Βατούσα θα έκαναν τον πατέρα να φιλοδοξήσει τα μάλα για το γυιό του. Τον εγγράφει στο Γαλλικό Λύκειο Σεν Μπενουά της Πόλης, απ' όπου θα αποφοιτήσει με "Άριστα". Αμέσως εγγράφεται στην Αυτοκρατορική Νομική Σχολή της Πόλης και αφού τελειώνει και το δεύτερο έτος της Σχολής μετεγγράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, διότι σκοπός του νεαρού ήταν να αξιοποιήσει τις νομικές γνώσεις του στην πατρίδα του, εμβαθύνοντας στο Ελληνικό Δίκαιο. Παίρνει και εδώ το πτυχίο του με "Άριστα"».

γ) «Ένα ακόμα προικοσύμφωνο», που παρουσιάζει και σχολιάζει ο φιλόλογος Χρήστος Σταυράκογλου, αφορά την Καλλιρρόη Στεργίου-Ρεπανέλλη που μνηστεύεται στη Βατούσα στις 6-1-1900 τον Ιωάννη Θεοδώρου (Παπουτσή) και η οποία εκτός από ένα νεόκτιστο σπίτι στη Βατούσα προικοδοτείται και από μερίδια κτημάτων-οικοπέδων και μαγαζιών, εκ των οποίων έξι βρίσκονται στην Κωνσταντινούπολη και αναγράφονται ως εξής: «Ζ΄) από των εν Κωνσταντινουπόλει τεσσάρων οδάδων, εκ των οποίων οι τρεις μεν είναι εξ ημισείας μετά του θείου της Παύλου, ο δε τέταρτος μετά του Γρηγορίου Χανίδου, Η΄) από των δύο εν Κωνσταντινουπόλει μαγαζίων επίσης εξ ημισείας μετά του θείου της Παύλου».

δ) «Η Συνθήκη ειρήνης της Λωζάννης», που παρουσιάζει ο σκηνοθέτης Στέλιος Σαμαράς και η οποία έγραφε το 1923 στο 38 άρθρο: «Η Τουρκική Κυβέρνησις αναλαμβάνει την υποχρέωσιν να παρέχη εις πάντας τους κατοίκους της Τουρκίας πλήρη και απόλυτον προστασίαν της ζωής καιτης ελευθερίας αυτών, αδιακρίτως γεννήσεως, εθνικότητος, γλώσσης, φυλής ή θρησκείας».

Δυστυχώς η ακμάζουσα κοινότητα της Βατούσας στην Πόλη διώχθηκε βίαια από τις τουρκικές κυβερνήσεις, οι οποίες κατάφεραν να μειώσουν τους 280.000 Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, της τουρκικής απογραφής του 1924, σε μόλις 1.000 σήμερα.

 

Αριστείδης Κυριαζής

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Δευτέρα, 03 Ιουλίου 2017 13:16

Η εφημερίδα «Σκαμιά» εντυπωσιάζει!

Δεκαπενθήμερες επισημάνσεις

 

Κυκλοφόρησε προχθές η θαυμάσια εφημερίδα «Σκαμιά», η έγχρωμη και καλαίσθητη τρίμηνη έκδοση του δραστήριου «Συλλόγου Σκαμιωτών Λέσβου», με το ιδιαίτερα εντυπωσιακό 181 φύλλο της, των μηνών Απριλίου-Μαΐου-Ιουνίου 2017, όπου δημοσιοποιούνται πολλά ενδιαφέροντα κείμενα 25 συνεργατών της, που με αρτιότητα καλύπτουν Σκαμιώτικες μορφές, αναμνήσεις, ποιήματα, διηγήματα, βιβλιοπαρουσιάσεις, έρευνες, δραστηριότητες του Συλλόγου, κοινωνικά, νεκρολογίες, καθώς και ειδήσεις των γειτονικών στη Σκαμιά χωριών, του Λεπέτυμνου και της Άργενου.

Από τις 20 προσεγμένες σελίδες του, διακρίνεται το εξαιρετικό πεντασέλιδο έγχρωμο αφιέρωμα «Αρχοντικά της Μυτιλήνης» του Αλέκου Κιουρέλλη, το οποίο στηρίχθηκε στη διδακτορική διατριβή της Ιωάννας Σωτηρίου-Δωροβίνη (2001): «Η αρχιτεκτονική των κατοίκων της ανώτερης αστικής τάξης της Μυτιλήνης (1850-1930)». Στο αφιέρωμα εικονίζονται υπέροχα 29 επιβλητικά αρχοντικά, συνοδευόμενα με πολύτιμα ιστορικά στοιχεία για τους αρχιτέκτονες και τους ιδιοκτήτες τους, καθώς και λεπτομέρειες για το χτίσιμο και τη χρήση τους.

Από το αφιέρωμα, παραθέτω το κείμενο για τον Πύργο του Κωνσταντίνου Χατζηχριστόφα στη Σουράδα της Μυτιλήνης: «Η ανέγερσή του διήρκεσε τέσσερα χρόνια, ανάμεσα στα 1912-1916 και ως αρχιτέκτονας αναφέρεται ο Ασημάκης Φούσκας. Είναι το πρώτο σπίτι της Μυτιλήνης εξοπλισμένο με κεντρική θέρμανση (καλοριφέρ). Την εγκατάσταση έκαναν Γάλλοι τεχνικοί. Η επίπλωση της κατοικίας ήταν από την Οδησσό. Στον περιβάλλοντα χώρο υπήρχε η στέρνα του νερού, το αμαξοστάσιο, το σπίτι του αμαξά και του κηπουρού. Το μόνιμο υπηρετικό προσωπικό αποτελούσαν έξι άτομα, εκτός του αμαξά και του κηπουρού. Στο παραλιακό μέτωπο του οικοπέδου υπήρχε λιμανάκι, όπου προσάραζαν μικρά ιστιοφόρα που μετέφεραν στην απέναντι ακτή της Μικράς Ασίας καπνό και ζάχαρη που εμπορευόταν ο Κων. Χατζηχριστόφας. Η κατοικία ονομάστηκε και “ο ζαχαρένιος πύργος” γιατί κατασκευάστηκε από τα κέρδη της ανατίμησης της ζάχαρης κατά το 1912. Ο Κωνσταντίνος Χατζηχριστόφας ανήκει προφανώς στην τάξη των αυτοδημιούργητων εμπόρων και επιχειρηματιών που αναδεικνύεται στην Μυτιλήνη κατά την περίοδο της ακμής της (1885-1912). Οι αδελφοί Κωνσταντίνος και Απόστολος Χατζηχριστόφας αναφέρονται επίσημα ως τραπεζίτες το 1910 της τράπεζας “Αφοί Π. Χατζηχριστόφα” και ως αντιπρόσωποι ξένων ασφαλιστικών εταιριών και ευρωπαϊκών εργοστασίων, όπως και πράκτορες ατμοπλοϊκών εταιριών».

Λόγω του περιορισμένου χώρου της στήλης θα αναφέρω μόνο έξι κείμενα: α) τη νεκρολογία της αείμνηστης Νίκης Ευαγέλλου από τη Νικολέτα Ευαγγέλου, β) «Το Δημοτικό Σχολείο της Σκάλας Σκαμιάς» του Δημήτρη Μπούμπα, γ) τα «Δύο ποιήματα για την Λάουρα» του Λευτέρη Κανέλλη, δ) τις «Πρώτες άγνωστες φεμινίστριες», όπου ο Αριστείδης Καλάργαλης αναφερόμενος σε κείμενο του Στρατή Μυριβήλη, γράφει ότι στις εκλογές του 1915 «παρουσιάστηκε μια γυναίκα, η Κρυστάλλη, στο εκλογικό τμήμα της Σκαμιάς και απαίτησε από τον δικαστικό να ψηφίσει στη θέση του άνδρα της, ο οποίος απουσίαζε από το χωριό για δουλειές», ε) την επιστολή «Προς τον καθηγητή κ. Ιωσήφ Μποτετζάγια (Πρόεδρου Κιβωτού Μυτιλήνης)» του Νίκου Αρβανίτη για την επιβεβλημένη διατήρηση του εθίμου της θυσίας του Ταύρου στα πανηγύρια της Λέσβου και στ) τον «Σκορπιομάνα» του αείμνηστου Γιώργου Τσαλίκη για τον Σκαμιώτη ψαρά Νικόλα Καβλακώνη, του «συνωστισμένου» πρόσφυγα του 1922 από το Μοσχονήσι του Αϊβαλιού, που βούτηξε αλτρουιστικά στο λιμάνι της Μυτιλήνης και έσωσε από βέβαιο πνιγμό ένα αγοράκι το 1937, όταν εκείνο έπεσε στη θάλασσα λόγω του συνωστισμού του κόσμου που πήγε να θαυμάσει το θωρηκτό «Αβέρωφ» της απελευθέρωσης του Αιγαίου το 1912.

Θα πάμε εφέτος το καλοκαίρι με την Ερατώ στο γραφικότερο και διασημότερο λιμάνι της Λέσβου, στη Σκάλα της Παναγιάς Γοργόνας, αποτίοντας ελάχιστο φόρο τιμής στους κατοίκους της για την ανθρώπινη συμπεριφορά τους στην πρόσφατη «συνωστισμένη» υποδοχή των προσφύγων.

Θα πάμε και στο πανέμορφο ορεινό χωριό της Σκαμιάς, όπου θα επισκεφθούμε τα σπίτια των σπουδαίων πνευματικών κολοσσών του περασμένου αιώνα, Στρατή Μυριβήλη και Σπύρου Αναγνώστου, και από το μπαλκόνι της πλατείας θα αγναντέψουμε την απέναντι Μικρασιατική Άσσο, την αποικία των Μηθυμναίων, όπου ο Μακεδόνας Αριστοτέλης κυνηγημένος πρόσφυγας από την Αθήνα, κατέφυγε, παντρεύτηκε και δίδαξε εκεί, πριν έλθει στην Πύρρα της Λέσβου όπου ερεύνησε μαζί με τον Ερέσιο Θεόφραστο την πανίδα και την χλωρίδα της περιοχής του Κόλπου της Καλλονής.

 

Αριστείδης Κυριαζής

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

 

Σελίδα 1 από 2
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top