FOLLOW US
Καλυψώ Λάζου

Καλυψώ Λάζου

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017 13:07

Ο Χριστός ξανασταυρώνεται!

Η πλοκή του πιο διάσημου μυθιστορήματος του Νίκου Καζαντζάκη κάνει λόγο για πρόσφυγες από κάποιο μακρινό χωριό της Μικράς Ασίας, που κυνηγημένοι από τους Τούρκους, φτάνουν σε έναν άλλο μικρασιατικό οικισμό, εγκαθίστανται, αντιμετωπίζοντας την καχυποψία, κάποτε το μίσος και τον αποκλεισμό, που καλλιεργείται από σκόπιμα διακινούμενη προπαγάνδα. Πλησιάζουν Χριστούγεννα και οι εικόνες της Μόριας μου θυμίζουν τη Σαρακίνα που έβλεπα στην τηλεόραση παιδί. Από την άλλη πλευρά, διαβάζω τις διαμαρτυρίες των κατοίκων και των τοπικών αρχών (επιτέλους!) που κατάλαβαν λίγο πριν την καταστροφή του νησιού ότι ούτε η Λέσβος μπορεί να σταυρωθεί.

Η κατάσταση που ζούμε δύο χρόνια τώρα στο νησί, εντελώς ανεξέλεγκτη στην αρχή, πιο ελεγχόμενη στο μεγαλύτερο μέρος του στη συνέχεια, έχει γίνει αφορμή για σχόλια και ακραίους διαξιφισμούς! Ίσως όχι άδικα. Ο κόσμος της Λέσβου σήκωσε στους ώμους του το βάρος του ανθρωπισμού της Ευρώπης. Επρόκειτο για δυσανάλογο βάρος, που οι μυτιληνιοί το διαχειρίστηκαν με τεράστια αξιοπρέπεια και συχνά αυτοθυσία, ανεξάρτητα από τα λίγα παρατράγουδα. Δεν έχω ακούσει κανέναν ντόπιο να μη συμπαρίσταται (και όχι μόνον ηθικά) στο προσφυγικό δράμα. Έχω δει και έχω ακούσει την ανιδιοτελή προσπάθεια του ντόπιου πληθυσμού να βοηθήσει θύματα πολέμου. Όχι απλώς χωρίς κανένα προσωπικό κέρδος αλλά και με ζημία οικονομική, κάποτε και δυσαναπλήρωτη. Όση δεν έχουν υποστεί αυτοί που πολύ εύκολα τους βαφτίζουν «φασίστες», όταν τους ακούνε να αγωνιούν για το μέλλον τους.

Έχω δει και ιδιοτελείς συμπεριφορές. Κάποιες στο όριο της καταναλωτικής συμπεριφοράς, κάποιες πέρα και από αυτό της αισχροκέρδειας. Στη βόρεια Λέσβο, από όπου κατάγομαι, δεν έχω βρει ούτε ένα παράδειγμα ανθρώπου που εκμεταλλεύτηκε τους πρόσφυγες, για να κερδοσκοπήσει. Η καρδιά της τουριστικής Λέσβου δε φόρτιζε κινητά έναντι μικρών χαρτονομισμάτων ούτε πληρώθηκε, για να προσφέρει το δικαίωμα για ένα μπάνιο σε ανθρώπους ταλαιπωρημένους. Είναι ψέμα ότι η Λέσβος ευνοήθηκε από την επέλαση των απανταχού ΜΚΟ και την ανεξέλεγκτη δράση κάποιων από αυτές. Πράγματι κάποια στελέχη τους ξόδεψαν χρήματα για διατροφή και διαμονή. Αλλά όλα αυτά τα χρόνια που το νησί συνιστά έναν αξιόλογο τουριστικό προορισμό δε ζήτησε και δεν προσέβλεψε ποτέ σε τέτοια έσοδα. Αν τέτοιες εισροές περιόρισαν την τεράστια οικονομική απώλεια, αυτό δεν είναι κέρδος. Είναι ελάττωση της ζημίας. Και αναφέρομαι στην οικονομία του νησιού συνολικά. Αυτό δε λέγεται οικονομική ανάπτυξη.

Δεν πιστεύω ότι υπάρχει μυτιληνιός που ανέχεται τις συνθήκες, στις οποίες ζουν ερήμην του, στον τόπο του, άνθρωποι - θύματα πολέμου στην πλειοψηφία τους, οι οποίοι δεν είχαν ως προορισμό τη Λέσβο και δεν επιθυμούν να παραμείνουν στο νησί. Στη Λέσβο που γνωρίζω ο ανθρωπισμός δεν αναμετρήθηκε με το προσωπικό συμφέρον, ώστε να νικήσει το δεύτερο. Από αυτό το σημείο ως τη διαμαρτυρία όμως για την διαιώνιση μιας κατάστασης που μόνον πόνο και πρόβλημα δημιουργεί υπάρχει τεράστια απόσταση. Ο ντόπιος που αγωνιά για το μέλλον του δεν είναι φασίστας. Ούτε απάνθρωπος. Ούτε τέρας. Είναι ένας επίσης μικρός και αδύναμος άνθρωπος που φοβάται μην καταλήξει ξένος στον τόπο του. Όχι από τους πρόσφυγες. Από τις πολιτικές! Από τις αυθαίρετες και ισοπεδωτικές αποφάσεις που χρόνια τώρα παρατηρεί να λαμβάνονται ερήμην του, εναντίον της ποιότητας ζωής του και της περιουσίας του. Ποτέ στη Λέσβο το πρόβλημα δεν ήταν οι άνθρωποι. Αν οι καλοζωισμένοι αστοί που αλλάζουν πεζοδρόμιο, μόλις συναντήσουν αλλοδαπό έχουν αυτήν την αντίληψη, λυπάμαι αλλά δεν αισθάνομαι την ανάγκη να απολογηθώ για τον τόπο μου.  Είμαι πολύ περήφανη που είμαι μυτιληνιά, όσο σκέπτομαι αυτήν την ηρωική μοναξιά, με την οποία οι συντοπίτες μου σηκώνουν όλο το βάρος του ανθρωπισμού της Ευρώπης. Και πιστεύω ακράδαντα ότι σε όλο αυτό πρέπει να βρεθεί μια λύση! Δεν εκπλήσσομαι που αντιδρούν. Φοβάμαι ότι άργησαν. Ελπίζω ότι θα δικαιωθούν. Και όταν κοιτάζω τα παιδάκια να τσαλαβουτούν μέσα στο καταχείμωνο στα βροχόνερα εξοργίζομαι. Οι μυτιληνιοί ξέρουμε ότι αυτό δεν είναι ούτε οξύμωρο, ούτε υποκρισία!

  

Καλυψώ Ν. Λάζου-Μπαλτά

Φιλόλογος

 

 

Πέμπτη, 07 Δεκεμβρίου 2017 18:24

Καϊσί γλυκό!

Από βραδύς ξεκινούσε η νουθεσία: «Να είσαι φρόνιμη»! «Να μη λες πολλά!» «Θα καθίσεις στην τραπεζαρία, το σαλόνι είναι για τους καλεσμένους». «Αφού ούτε την τηλεόραση δε με αφήνεις να ανοίξω» διαμαρτυρόμουνα και έπαιρνα την περίφημη απάντηση «Θα καθίσεις σαν καλό παιδί ένα απόγευμα!» Ποτέ μου δεν κατάλαβα πώς στην ευχή περνούν τον χρόνο τους τα καλά παιδιά!

Μια εβδομάδα πριν, το σπίτι έβαζε τα γιορτινά του. Στρώνονταν τα χαλιά με το παχύ πέλμα. Η γυναίκα ερχόταν για γενική καθαριότητα: γυάλιζε τα ασημικά, κατέβαζε με προσοχή τις βαριές βελουδένιες κουρτίνες, τις έπλενε, τις σιδέρωνε, τις κρεμούσε, καθάριζε τα τζάμια, τις αυλές, δεν έφευγε χωρίς να βεβαιωθεί ότι δεν είχε μείνει το παραμικρό μόριο σκόνης στα κρυστάλλινα ποτήρια. Τελευταίο στολιζόταν το χριστουγεννιάτικο δέντρο: παρακολουθούσα, δαγκώνοντας τα παχιά μαξιλάρια του καναπέ, τις μπάλες να φανερώνονται μέσα από το χάρτινο περιτύλιγμα, τα στολίδια να κρεμιούνται, τα λαμπάκια να ανάβουν. Γύριζε, με κοίταζε στο τέλος: «Σου αρέσει;» με ρωτούσε. Τεντωνόμουν σα γάτα και γύριζα πλευρό. Μου άρεσε, αλλά δεν ήθελα να το παραδεχτώ.

Δύο μέρες νωρίτερα από την κουζίνα μοσχοβολούσαν οι μυρωδιές: κανέλλα και βανίλια, αφράτα κέικ, στρούντελ, μπακλαβάς μόνο με αμύγδαλο, καρυδόπιτα, δίπλες, κουλουράκια. Στο άτυπο πρωτόκολλο της ανταλλαγής των επισκέψεων νικήτρια ήταν όποια είχε πιο μεγάλη ποικιλία σε βουτήματα. Ύστερα ψήνονταν τα τυροπιτάκια, η σπανακόπιτα, τα αλμυρά κέικ με τυρί και αλλαντικά, οι μεζέδες με τον παστουρμά. Για το βράδυ.

Κάθε φορά που άνοιγε το σαλόνι ήταν ψυγείο. Το μαγικό σαλόνι, έτσι μου φαινόταν τότε, ήταν κλειδωμένο όλο τον χρόνο. Άνοιγε μόνον ανήμερα της γιορτής του νοικοκύρη του σπιτιού. Μόλις ξεκλείδωνε να το αερίσει, τρύπωνα πίσω της.  Επιθεωρούσε: τις βελούδινες πάντες στους τοίχους, που σχημάτιζαν Γ, το παλιό σαλόνι της γιαγιάς με την πρωτινή ταπετσαρία, τον χαμηλό φωτισμό, το πράσινο βάζο. «Όποιος μικρός το ακουμπά μεταμορφώνεται σε ελάφι» με είχε φοβερίσει, για να αποφύγει τη  ζημιά. Την πίστευα. Δε με άφηνε να μείνω μέσα πολύ. Ήμουν ζωηρή. Αυτό έλεγε πάντα. Όσο κι αν μεγάλωσα.

Την τελευταία μέρα κατέφθαναν τα ποτά, το λικέρ για τις κυρίες και τα ουίσκι με τους ξηρούς καρπούς για τους κυρίους, που έπαιζαν χαρτιά στο τραπέζι με την πράσινη τσόχα και συζητούσαν για πολιτική. Ντυνόταν τελετουργικά, επιθεωρούσε το μακιγιάζ, έφευγε η κομμώτρια, έκανε εξονυχιστικό έλεγχο στα πάντα, επιθεωρούσε και μένα. «Είπαμε, φρόνιμα». Ευτυχώς το τραπέζι της σάλας ήταν στολισμένο με ένα βελούδινο πανί, με κρόσσια, που το σκέπαζε σχεδόν μέχρι το πάτωμα. Τρύπωνα με την κούκλα μου από κάτω μόλις άρχιζαν να φτάνουν οι καλεσμένοι. Σήκωνα λίγο το ύφασμα, τόσο όσο για να δω τα τακούνια των κυριών να χάνονται μέσα στο αφράτο χαλί. Ακουμπούσα στη βάση του τραπεζιού και μάντευα τον ήχο από το περπάτημά της να κουβαλά τον δίσκο στο σαλόνι. Σερβίριζε τσάι, ποτέ καφέ. Ήταν πιο σικ. Άκουγα γέλια και βραχιόλια που χτυπούσαν. Προσπαθούσα να πιάσει το αυτί μου κανένα κουτσομπολιό.

Είχε σκοτεινιάσει, όταν Εκείνος έφτανε. Φορούσε πάντα τις μαύρες λαδωμένες του μπότες και τη φόρμα της μηχανής. Στο χέρι του κρατούσε τις καστανιέτες με το φαγητό, σχεδόν πάντα ανέγγιχτο. Έμπαινε σφυρίζοντας, χαιρετούσε, έξαλλη την έκανε που δούλευε στη γιορτή του, που ήταν ημέρα - αργία, που δε φορούσε γραβάτα, σαν όλους τους καθωσπρέπει κυρίους. Άφηνε το πακέτο του πάνω στο τραπέζι, έσκυβε, σήκωνε το πανί, με αγκάλιαζε και του βουτούσα το καπέλο του! «Γιορτάζεις» του έλεγα με νάζι. Κοίταζε γύρω του την πανδαισία των εδεσμάτων, σερβιρισμένα στα κρυσταλλένια πιάτα, ρωτούσε δήθεν αυθόρμητα: «Γυναίκα, καϊσί, έχουμε;» Είχαμε αλλά ήξερε πως Εκείνη δεν το θεωρούσε κατάλληλο να σερβίρεται χρονιάρα μέρα. Έχουν περάσει δεκαπέντε χρόνια, χρόνια πολλά από τότε που έφυγε… Αναρωτιέμαι πάντα ανήμερα της γιορτής του, αν του λείπει το καϊσί!    

 

Καλυψώ Ν. Λάζου-Μπαλτά

Φιλόλογος 

 

 

 

 

 

 

 

Πέμπτη, 30 Νοεμβρίου 2017 20:08

Η απόδραση

Δεν ξέρω αν γυναικεία φιλαρέσκεια σημαίνει απόδραση από τις καθημερινές ανάγκες, τις πιεστικές υποχρεώσεις και τις σταθερές ασχολίες της εβδομάδας! Αναρωτιέμαι αν τα παραπάνω συνδυάζονται με την πολυσυζητημένη φροντίδα για τον εαυτό μας και έχω την εντύπωση πως όχι! Θα έλεγα ότι ίσως η ζωή μας ασυνείδητα είναι ένα παλίμψηστο από ρόλους, καθένας από τους οποίους διεκδικεί βάναυσα τον χρόνο και την προτεραιότητα μας και κάπως έτσι, λίγο τυχαία, άλλοτε ίσως και οργανωμένα, προχωράμε.

Το ζήτημα της γυναικείας φιλαρέσκειας είναι ακανθώδες, απασχολεί κάθε άτομο γένους θηλυκού, ακόμη και αυτό που αποτυγχάνει στην πράξη να αποδείξει ότι φροντίζει τον εαυτό του. Είναι απίστευτη η ενέργεια που ξοδεύουμε και ο χρόνος που δαπανάμε, για να ικανοποιήσουμε την ανάγκη και την επιθυμία μας να είμαστε αρεστές και να ξεχωρίζουμε. Σταχυολογώ ενδεικτικά: ραντεβού στο κομμωτήριο, μεσημέρι καθημερινής, χωρίς συνωστισμό: λούσιμο, κούρεμα, χτένισμα, νύχια, περιποιήσεις και άλλα πολλά, μπήκα όταν ο ήλιος έλαμπε, έφυγα, όταν είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Αυτός είναι λοιπόν ο χρόνος που υποτίθεται ότι αφιερώνεις, αν αισθάνεσαι πραγματική γυναίκα, στον εαυτό σου; Ο χρόνος που περιμένεις να στεγνώσουν τα νύχια σου;

Ο χρόνος αυτός του 15μερου είναι μια Disneyland, μέσα στην οποία χαλαρώνω, ακούω αφελείς κυρίες να μου μιλάνε με ύφος μεγαλογιατρού για τις ωφέλειες μιας κρέμας, να μου συστήνουν τις αρετές των τεχνητών βλεφαρίδων και τη σημασία του serum για την επιδερμίδα. «Φοράτε κρέμα;» με ρωτά με εμβρίθεια και είναι σα να μου λέει: «Ξέρετε τι κάνει η ευρωπαϊκή τράπεζα;» «Αντηλιακή» απαντώ και ξέρω- καλά ότι αυτό είναι το εφαλτήριο για το κήρυγμα! Που το περιμένω πώς και τι! «Καταστρέφετε τον εαυτό σας, δεν ξέρετε πόσο κακό κάνετε στο δέρμα σας, κινδυνεύετε να γεράσετε την επιδερμίδα σας πρόωρα». Τον εκφοβισμό διαδέχεται ο διδακτισμός, λέγε με πολιτική της κατανάλωσης…

Λέει, λέει, κατεβάζω μεγάλες γουλιές από τον γαλλικό καφέ μου, τον οποίο όντως τον πετυχαίνει βαρύ και δυνατό, ό,τι πρέπει μέσα στο μεσημέρι, ακούω τη φωνή της σα μουσική υπόκρουση και ξεφυλλίζω μια στοίβα περιοδικά. Διαβάζω με ποιον έχουν δεσμό και με ποιον χώρισαν κυρίες που προσωπικά δεν έχω ιδέα ποιες είναι, κάπου-κάπου τη διακόπτω και ρωτάω: «Η Ελένη Τσολάκη ποια είναι;» Σοκάρεται. Επειδή δεν την παρακολουθώ ή γιατί δε γνωρίζω την Ελένη! Ίσως και για τα δύο! Πέφτω στο φυλλομέτρημα πάντα πάνω στο κορίτσι της γενιάς μου που μεγαλώνει: Η άλλη Ελένη, η γνωστή, ντυμένη σπορ, περιφέρεται από κομμωτήριο σε spa και μου αρέσει. Συνειδητοποιώ ότι όλες οι γυναίκες της ηλικιακής μου κλάσης φορέσαμε ως τα εικοσιπέντε μας κοστούμι και ταγιέρ αλλά λίγο μετά τα σαράντα ξαναθυμηθήκαμε πώς ντυνόμασταν μαθήτριες. Είναι ωραίο να μεγαλώνεις, δε χρειάζεται και να διαφημίζουμε την ηλικία μας!

«Σας μιλάω, δεν με ακούτε!» δυναμώνει ο ήχος και καταλαβαίνω ότι πρέπει και να απαντήσω. Δε θέλω να τις πω ότι ξέρω από κρέμες καλύτερα από την ίδια, γιατί πολύ απλά τις έχω δοκιμάσει σχεδόν όλες. Εμπορίου, κομμωτηρίων, επώνυμες και φτηνές. Είναι απλό: πηγαίνεις σε ένα ταμείο και ζητάς δείγματα… Σου δίνουν! Δοκιμάζεις, αν σου αρέσει αγοράζεις το προϊόν, αν όχι, απλά πετάς το δείγμα! «Καλυψώ μου, οι κρέμες..» «Κρέμα αντηλιακή απαραίτητα κάθε πρωί και να πλένεις το πρόσωπό σου με σαπούνι και νερό κάθε βράδυ» θυμάμαι μια φίλη, καθηγήτρια δερματολογίας σε ευρωπαϊκό πανεπιστήμιο. «Και οπωσδήποτε να ξεβάφεσαι»! Σωστά αλλά αυτό σκοτώνει το βασίλειο της γυναικείας φιλαρέσκειας. Θυμίζει λίγο γάμο χωρίς έρωτα. Δώρο χωρίς περιτύλιγμα! Σεξ χωρίς φλερτ! Ε, ναι δε λέει. «Η κρέμα για το πάτημα της χήνας,» απαντώ, «ένα δειγματάκι δώσε! Ποια είναι αυτή με τον Αργυρό;» Στο σχολείο οι μαθητές μου αυτά τα παίζουν στα δάχτυλα. Κι αν δε μιλάς τη γλώσσα τους, άντε να πείσεις τον Γιαννάκη να σου φέρει την έκθεση! Beaute και επαγγελματική ανάπτυξη! Ύστερα μου μιλάς για χαμένο χρόνο!

 

Καλυψώ Ν. Λάζου-Μπαλτά

Φιλόλογος

 

Πέμπτη, 23 Νοεμβρίου 2017 16:21

Κι η βρόχα έπεφτε right through

Δε χορταίνω να κοιτάζω τη φωτογραφία του και να τον καμαρώνω. «Μαθουσάλειος», στη γλώσσα του Παπαδιαμάντη, ωραίος σαν έφηβος στα δικά μου μάτια. Την ίδια μέρα που …όλα τα σχολεία της Αττικής έμειναν κλειστά, λόγω κακοκαιρίας, ένας ήρωας που συμπληρώνει σχεδόν έναν αιώνα ζωής, ένα από τα ακόμη ζωντανά κομμάτια της ιστορίας μας, αποτύει φόρο τιμής με σηκωμένο το χέρι σ’ αυτούς που πρέπει, μέσα στη βροχή. Αυτό ήταν το Πολυτεχνείο. Μια γροθιά σε αντίξοους καιρούς. Μέσα στις αντίξοες ιστορικές  συνθήκες κάποιοι τόλμησαν να σταθούν κόντρα στον καιρό, χωρίς να λογαριάσουν τη δυνατή βροχή…  Εξακολουθώ να καμαρώνω τη φωτογραφία. Ο Γλέζος είναι μόνος του, ολομόναχος, με το μπαστούνι του και το βλέμμα του άγριο και συνοφρυωμένο. Γύρω έχει σκοτεινιάσει κι ας είναι πρωί. Οι εθνικές επέτειοι δε γιορτάζονται μόνον στην ηλιοφάνεια. Δεν γιορτάζονται με φανφάρες, με μαλλί κομμωτηρίου, με στολές- ειδικά αυτή η επέτειος απεχθάνεται τις στολές, ούτε με μακιγιάζ και τυμπανοκρουσίες. Ασφαλώς δε γιορτάζεται ούτε με δακρυγόνα, με κροτίδες και με θύματα ανύποπτους πολίτες.

Το Πολυτεχνείο είναι από πολλούς μια παρεξηγημένη επέτειος… Είναι, ας πούμε, η επέτειος της νεολαίας.. κι εγώ βλέπω έναν Μεγάλο Άντρα να την τιμά με την παρουσία του. Λίγο πιο πέρα, στα δεξιά του ένας νεότερος τρέχει να προστατευτεί από τη βροχή, σκεπασμένος όπως-όπως με την κουκούλα της μπλούζας του. Είναι κι αυτός από τους λίγους τολμηρούς που μια βροχερή, μια καταρρακτωδώς βροχερή μέρα, έφτασε ως εκεί- ποιος ξέρει για ποιο λόγο; Δεν άντεξε. Το επιμύθιο στις σχολικές γιορτές και στις εθνικές επετείους είναι ότι οφείλεις να αντέχεις. Όχι επειδή είσαι γενναίος ή γιατί έχεις τη στόφα του ήρωα, αλλά γιατί οι περιστάσεις το απαιτούν. Δεν ξέρω πόσο κατάλληλη για τα μηνύματα της μέρας ήταν η μετάθεση του εορτασμού της τη Δευτέρα, μια μέρα τουλάχιστον εδώ στην Αθήνα με ηλιοφάνεια.

Δεν κάνω την έξυπνη. Κατανοώ τη δυσκολία των ημερών που ζήσαμε. Χάσαμε περίπου ισάριθμους με εκείνους που σκοτώθηκαν στο Πολυτεχνείο. Χωρίς κανέναν απολύτως λόγο. Οπότε κατανοώ την απόφαση των ανωτέρων να κλείσουν τα σχολεία. Καμιά φορά να ζεις σε ειρηνικούς καιρούς κρύβει χειρότερους κινδύνους από όσους ελλοχεύουν στις εμπόλεμες συνθήκες. Ο φετινός εορτασμός του Πολυτεχνείου σκεπάστηκε από την οδύνη για την απώλεια ετερόκλητων ανθρώπων. Όταν η καθημερινότητα γίνεται δράμα, η ιστορία μπαίνει στη ναφθαλίνη. Είναι ο απαράβατος κανόνας της  κοινωνίας μας. Σέβεται πρώτα τη ζωή και ύστερα προσκυνά τον θάνατο. Κι αυτό είναι σωστό! Και σοφό! Γιατί από το παρελθόν μπορείς πια μόνον να αντλήσεις διδάγματα - οι ζωντανοί άνθρωποι όμως είναι αυταξίες από μόνοι τους, αναπνέουν ανάμεσά μας, περπατούν, σκέπτονται, φωνάζουν, περνούν απαρατήρητοι, υπάρχουν! Μαζί τους εφαρμόζουμε τα νοήματα του παρελθόντος κοντά τους αγωνιζόμαστε για το μέλλον. Η  ιστορία είναι κάδρο, βιβλία, ίσως πόνος, είναι πάνω από όλα απουσία! Σημασία έχει πάντα η ζωή που κυλά κι όλοι, γνωστοί και άγνωστοι, με τους οποίους τη μοιράζεσαι.

Κοιτάζω ξανά τη φωτογραφία με το αγαπημένο μνημείο πνιγμένο στα γαρύφαλλα. Βλέπω και τον άντρα που στέκεται μπροστά του. Μαζί του στεκόμαστε κι εμείς, τουλάχιστον το άλλοθι της ατομικής και συλλογικής μας αξιοπρέπειας. Πάντα υπάρχει κάποιος που σηκώνει το βάρος για όσα θαυμάζουμε αλλά δεν μπορούμε ούτε να είμαστε, ούτε να γίνουμε. Κοιτάζω γύρω και το τοπίο, βροχερό και άγριο. Ζούμε σε μια εποχή που έχει ανάγκη τους ήρωες όσο ποτέ. Αλλά τέτοιοι δεν υπάρχουν. Αναρωτιέμαι σε τι κόσμο θα ζήσουμε, όταν οι Μεγάλοι Άνθρωποι γίνουν μνημεία! Όταν γίνουν ανάμνηση και παρελθόν, μακριά από την καθημερινή μας βιοπάλη. Πώς θα πορευτούμε με την επόμενη καθημερινή τραγωδία που θα επισκιάσει το ιστορικό βάρος των ημερών και θα αναδείξει την αμηχανία του μέτριου και του αδύναμου, δηλαδή όλων μας, μπροστά στα αδιέξοδα που καραδοκούν στην ιστορία μας! Κοιτώ για τελευταία φορά τον Γλέζο: «Εσύ κι ο Μίκης μείνατε. Κράτα γερά!» εύχομαι. Σταματώ να γράφω.

Καλυψώ Ν. Λάζου-Μπαλτά

 

 

Πέμπτη, 16 Νοεμβρίου 2017 17:50

Όταν η παιδεία νοσεί, η χώρα πεθαίνει

Θέλω πολύ να διαβάσω το τελευταίο βιβλίο του Ηλία Παπαγεωργίου. Ελπίζω ότι μέσα στον κυκεώνα αυτόν των υποχρεώσεων, θα ξεκλέψω χρόνο τα Χριστούγεννα. Χρόνια τώρα ο Ηλίας διδάσκει τους μαθητές του πώς να γράφουν χρονογραφήματα. Όσο περισσότερο εξασκείς μια τέχνη, τόσο καλύτερα τη μαθαίνεις και στους άλλους. Ο Ηλίας Παπαγεωργίου, παλιός φιλόλογος, είναι καλός δάσκαλος. Είχα την τύχη να είναι ο πρώτος μου Σχολικός Σύμβουλος, όταν δίδασκα, πρωτοδιόριστη φιλόλογος τότε στο Λύκειο της Μύρινας.

Ο Ηλίας είναι άνθρωπος που αγαπώ βαθιά. Που εμπιστεύομαι. Αφοπλιστικά ειλικρινής, είναι δάσκαλος που μοιράζει αγάπη. Έδωσε πολλή εκείνη την όμορφη όσο και δύσκολη χρονιά στην παρέα των νεοδιόριστων καθηγητών, που είχε την τύχη να έχει για μέντορά της έναν άνθρωπο που αγαπούσε την εκπαίδευση, που την ήξερε σε βάθος, την υπηρετούσε σωστά κι αυτό μετέδωσε και σε μας.

Το αστείο και το περίεργο μαζί ήταν ότι η φήμη του ήταν αυτή του σκληρού και αυστηρού κυρίου συμβούλου, που προωθούσε με πείσμα την αξιολόγηση! Οι φήμες υπάρχουν για να καταρρίπτονται. Η παιδαγωγική ορολογία αντιγράφει μάλλον τον εκπαιδευτικό βίο, αυτόν τον Κριτικό Φίλο, στον οποίο επενδύει το Υπουργείο σήμερα, αυτόν συναντήσαμε τότε στη Λήμνο. Φορτωμένο με πολλές παρουσιάσεις, με προβολές, με DVD για να ενσωματωθούν στη σχολική τάξη, με εισηγήσεις. Όταν θέλαμε να κάνουμε πλάκα, λέγαμε ότι τον Σύμβουλο δεν τον βλέπουμε, γιατί μονίμως η αίθουσα που κάνει εισηγήσεις είναι σκοτεινή, για τις προβολές. Ίσως κάπου στην Πέτρα έχω τρυπωμένες μερικές δισκέτες από εκείνες τις παρουσιάσεις για την Περίληψη, για την αξιολόγηση, για τη λογοτεχνία. Πλέον ασύμβατες με το σύγχρονο λογισμικό, πρωτοπόρες όμως για την εποχή τους. «Να διαβάζετε το κείμενο στους μαθητές, με τη συνοδεία κλασικής μουσικής» συμβούλευε για τη λογοτεχνία. Μας μυούσε στα πρόσφατα τότε κριτήρια αξιολόγησης του ΚΕΕ. Μεγάλωσα, όλα σιγά-σιγά καθάρισαν στο κεφάλι μου, μεγάλωσα όμως, και το τίμημα ήταν βαρύ! Όταν θυμάμαι πόσο νωρίς κάποιοι με βοήθησαν να ανεβάσω ταχύτητα στη μηχανή συγκινούμαι. Γιατί το κέρδος δεν ήρθε σε μένα προσωπικά, όχι μόνον τουλάχιστον. Ήρθε στους μαθητές μου, αν ήρθε, κι αν όχι η ευθύνη είναι μόνο δική μου.

Ο Ηλίας ήταν φίλος και συμπαραστάτης όλων μας στα πρώτα μας βήματα. Επαναλάμβανε το κλασικό απόφθεγμα ότι πίστευε σε μας. Στο στάδιο που η αυτοπεποίθηση χτίζεται, ήταν σημαντικό να το ακούς αυτό. Τότε ακόμη δεν πιστεύαμε εμείς στις δυνατότητές μας. Δεν τις γνωρίζαμε. Παλεύαμε να πάρουμε τον έλεγχο της κατάστασης, έχοντας απέναντί μας ένα κατεστημένο, το οποίο είδε από την αρχή με μισό μάτι τους τριαντάρηδες που διορίστηκαν με εξετάσεις, που είχαν τυπικά προσόντα και όρεξη. Τους χτύπησε με όπλο την εμπειρία που αυτοί δεν είχαν. Ο Ηλίας ως παιδαγωγικά υπεύθυνος μάς προστάτεψε τότε όλους μας. Ήταν εκεί. Βράχος και σπαθί ξεγυμνωμένο! Οπαδός του δόγματος «όταν η παιδεία νοσεί, η χώρα πεθαίνει». Χωρίς ακόμη να το έχει διατυπώσει στα γραφτά του. Ήταν η εποχή που είχα ανάγκη από σχολικό σύμβουλο. Ήμουν τυχερή, γιατί, από καλή συγκυρία, η πολιτεία μού πρόσφερε τον καλύτερο.

Ας είναι καλά τα κοινωνικά δίκτυα, διατηρούμε επαφή. Μαθαίνω ότι η σύνταξη ανέδειξε τη γονιμότητα της συγγραφικής του πένας. Τέλειωσε το διδακτορικό του κι άρχισε να γράφει σε έναν αγώνα με τον χρόνο και τον εαυτό του, παράγοντας σχεδόν ένα βιβλίο κάθε ένα-δύο χρόνια. Και συνέχισε παράλληλα να ζει, να γοητεύεται, να θαυμάζει, να επιδοκιμάζει. Ο Ηλίας, ως ανώτερος άνθρωπος, δεν είχε χρόνο να κατακρίνει. Απλώς εξοβέλιζε από το προσωπικό του σύμπαν ό,τι δεν τον ενέπνεε. Ζήλεψα πολύ που δεν ήμουν στην παρουσίαση του βιβλίου του. Να ακούσω πάλι τον παλιό μου σύμβουλο να μιλά για το σχολείο. Να γυρίσω πίσω στο χρόνο. Να δω με φρέσκο μάτι τον καθημερινό μου αγώνα. Ηλία, περιμένω το επόμενο!

 

Καλυψώ Ν. Λάζου-Μπαλτά

Φιλόλογος

 

Παρασκευή, 10 Νοεμβρίου 2017 19:47

Ο Ταξιάρχης μας

Των Ταξιαρχών στη Μυτιλήνη είναι όλα κλειστά. Είναι γιορτή μεγάλη. Γιορτάζει το μισό νησί τους Στρατήδες, τους Μιχάληδες, τις Αγγελικές, τους Γαβρίληδες και τα αντίστοιχα θηλυκά. Όταν φτάνει 8 Νοεμβρίου και ζεις στην Αθήνα, καταλαβαίνεις τα μειονεκτήματα της αστυφιλίας. Κάθε φορά που ξεκινώ των Ταξιαρχών για το σχολείο, αισθάνομαι να διαπράττω τεράστια απρέπεια. Σα να παραβιάζω έναν κανόνα που ρίζωσε στη συνείδησή μου με τα χρόνια και μου επιβάλλει να σέβομαι με την αεργία μου την επέτειο.

Το μυαλό μου γυρίζει πάντα στον Μανταμάδο, στο βλοσυρό βλέμμα του Ταξιάρχη με τα σαρκώδη χείλη και το βλέμμα που δεν το βλέπεις αλλά το αισθάνεσαι να διεισδύει στην ψυχή και να τη διαβάζει. Γιορτή των Ταξιαρχών είναι στροφές ανάμεσα σε οργιάζουσα φύση και σκόρπια στην άσφαλτο γιδοπρόβατα, κουδούνια που χτυπούν μελωδικά στο σούρουπο, μυρωδιά από τον ψημένο πηλό στα μαγαζιά των κεραμάδων, χρώματα ζωντανά πάνω στο ψημένο χώμα, τοπικό τσίπουρο κάτω από την κληματαριά της ταβέρνας, λίγο πιο πίσω από το πολύκεντρο, το δυνατό γέλιο του Στρατή του Μουφλουζέλλη που με σεργιάνισε πρώτη φορά στο κόκκινο χωριό, μερικές δεκαετίες πιο πίσω στον χρόνο.

Κάθε μυτιληνιός κουβαλά τον Ταξιάρχη στην καρδιά του, στους ανθρώπους που αγαπά και στους οικείους τους, στις προσευχές και στις λαχτάρες του, στα τάματα και στις μετάνοιες του. Ο Ταξιάρχης είναι για το μυτιληνιό, φίλος,, συνοδοιπόρος. Παίζει μαζί του τάβλι στον καφενέ το απόγευμα, δεμπλιάζει τις ελιές χαράματα, βόσκει τα κοπάδια, πήζει τυρί, βοηθά τον τουρισμό, χτίζει σπίτια, ευλογεί γάμους, βαφτίζει παιδιά, εγχειρίζει αρρώστους, ακούει, θεραπεύει, παραστέκεται, καταλαβαίνει. Ο πιστός και ειδικά ο ντόπιος αναπτύσσει μια άλλη επικοινωνία μαζί του, καθαρά προσωπική, που βασίζεται σε έναν κώδικα, σχεδόν εξωλογικό, στα όρια της πίστης, πάντως μακριά από αυτόν τον κόσμο, τη λογική και τη γεωμετρία του.

Νιώθεις πως του μιλάς και σε ακούει. Το αισθάνεσαι κι ας είσαι κυνικός, γραμματισμένος, αδιάφορος για τα θεολογικά, κι ας σκέφτεσαι με τετράγωνο νου στις καθημερινές σου υποχρεώσεις, κάθε φορά που τον κοιτάς ας μη σου απαντά, ξέρεις ότι ακούει. Και πως με τον τρόπο του θα απαντήσει.

Των Ταξιαρχών το νησί μας γιορτάζει την ελευθερία του. Η πολεμική αεροπορία τον προστάτη της. Οι υπόλοιποι τον γιορτάζουμε στα πρόσωπα όσων φέρουν το όνομά του και με τον έναν ή τον άλλο τρόπο έχουν κάνει καλό στη ζωή μας, τώρα και στο παρελθόν. Κάθε φορά που ξημερώνει των Ταξιαρχών, ξέρω ότι δεν είναι στο επίσημο ντύσιμο και στα δώρα, στα τηλεφωνήματα και στα λουλούδια, στα ποτά και στις ευχές η γιορτή. Είναι μέσα μας. Σα θετική ενέργεια που μάς αγκαλιάζει και διώχνει μακριά το κακό. Τη μέρα αυτή γιορτάζει ο νόστος μας. Η αγάπη για την ιδιαίτερη πατρίδα μας. Κάθε χρόνο η προσωπική μας αποδημία αναζητά ανήμερα των Ταξιαρχών δικαίωση στην αυτοκριτική μας.

Παρακολουθώ από το πρωί τα κοινωνικά δίκτυα με τις ευχές, την εικόνα και τη λειτουργία στον Μανταμάδο. Παρακολουθώ τις εκδηλώσεις και τους εορτασμούς κι ας μην τα πήγαινα ποτέ καλά με τις επισημότητες και τις φανφάρες. Διαβάζω τις δηλώσεις των επισήμων, ειδικά των πολιτικών, και γελάω πολύ, με την αμηχανία και τις ανέμπνευστες διατυπώσεις τους. Η αγορά έχει έλλειψη από μορφωμένους για τα γραφεία τύπου. Χαζεύω τα περιττά κι ανάμεσά τους αναγνωρίζω πάντα την ειλικρίνεια που με συγκινεί, στην πιο αυθεντική, στην απλοϊκή της εκδοχή: στο κερί που ανάβει μια ηλικιωμένη, χωρίς να γνωρίζει αν του χρόνου θα είναι και πάλι εκεί, στις προσευχές μπροστά στην εικόνα, όταν τελειώνει η λειτουργία και σβήνουν τα φώτα, στους τουρίστες που κοιτάζουν με δέος το ζωγραφισμένο ταβάνι της εκκλησίας και το δυνατό πρόσωπο του Αγίου. Στις καντηλανάφτισσες που σβήνουν το κερί μόλις το ανάψεις, πριν προλάβεις να κάνεις την ευχή και σε «π’θαίβ’ν». ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ, ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΛΑ σε όλους!

 

Καλυψώ Ν. Λάζου-Μπαλτά

Φιλόλογος

 

Πέμπτη, 02 Νοεμβρίου 2017 18:06

Μοιραία τι δύσκολο πράγμα!

Την παράσταση στη μαθητική παρέλαση, κατά μια μερίδα του ηλεκτρονικού τύπου, έκλεψε μια δασκάλα, ψιλή, βαμμένη ξανθιά, η οποία παρέλασε μαζί με τους μαθητές της όλο νάζι, φορώντας μίνι βραδινό φόρεμα με χρυσή τρέσα. Την άλλη μέρα τα ίδια μέσα κατακλείστηκαν από φωτογραφίες της..εκπαιδευτικού με …μαγιό, σορτς, κοντό καφτάνι κι ανοιχτά πόδια- η χαρά του πεινασμένου αρσενικού! Αν δεν την απολαύσετε εντός των ημερών να διδάσκει στον Θέμο Αναστασιάδη….την προπαίδεια… εμένα να με φτύσετε!

Έχω διαβάσει άπειρα σχόλια κάτω από τη συγκεκριμένη ανάρτηση. Η συντριπτική πλειοψηφία των ανδρών επευφημεί (όχι που θα άφηνε!) η δε των γυναικών ωρύεται: «Είναι λαϊκή! Είναι δευτεροκλασάτη! Είναι κακόγουστη»! Κορίτσια μου καλά, η κυρία ανήκει στο είδος που το ισχυρό φύλο αγαπά να θαυμάζει. Οι άντρες, ακόμη κι αν γνωρίζουν από μόδα, που συνήθως δε γνωρίζουν, όσο εμείς, ούτε και τους ενδιαφέρει να μάθουν, αυτό που λάμπει …ως ξανθό, πόσο μάλλον και ως χρυσό , όταν το βλέπουν να περνά, μια δεύτερη ματιά θα του ρίξουν! Και μια τρίτη! Μη σας πω και τι άλλο θα επιθυμούσαν να ρίξουν…

Στη θέα μιας προκλητικής, έστω και φτηνιάρικης εμφάνισης η τεστοστερόνη χτυπάει κόκκινο. «Όσο πιο φτηνιάρικα, τόσο πιο ωραία» τραγουδά ο Καρβέλας. Λέει αλήθεια. Αντίθετα δεν υπάρχει μεγαλύτερο ψέμα από το «είσαι εσύ γυναίκα έξυπνη κι ωραία/ με εφτά πτυχία..»! Το ανδρικό σύμπαν είναι γεμάτο στερεότυπα. Αιώνες τώρα, έχει απενοχοποιηθεί, όταν αποθεώνει τις αισθήσεις του! Οι άντρες είναι εικονολάτρες. Δεν προτιμούν τον Μαρκούζε που μπορεί κάλλιστα και να τον αγνοούν! Ακούνε το «νιάου, βρε γατούλα» και φαντασιώνονται αγριόγατες, φιλομαθή μου κορίτσια. Ακόμη κι όταν διαβάζουν μόνον Μπακούνιν και ακούνε Μπαχ αποκλειστικά, (που τι να τους κάνεις στην εκδοχή αυτή; Αλλά λέμε τώρα). Κι αν η φαντασίωση τους δεν είναι ούτε τόσο μορφωμένη, ούτε τόσο έξυπνη, αλλά σείει και λυγά το ντεκαπάζ αισθησιακά, πρόκειται για τεφαρίκι! Στο μυαλό κάθε άντρα. Ανεξάρτητα από τη δική τους μόρφωση, το κοινωνικό, το οικονομικό τους status! Δύο παραδείγματα για του λόγου το αληθές. Το πρώτο.

Σε έναν ωραίο, πλην λαϊκό νέο, από αυτούς που φλέρταρα για χάζι στην εφηβεία, θεώρησα σκόπιμο να μην αποκαλύψω από την αρχή ότι είχα έφεση στα γράμματα. Έλα όμως που ανακοινώνονται τα αποτελέσματα των Πανελληνίων και ο καημένος ρωτά, μάλλον από ευγένεια, για την πρόοδό μου. Τι να κάνω; Απαντώ. Βάζει τα γέλια. «Έλα κόψε το δούλεμα, θα πάω να τα δω» μου απαντά «σε λίγο θα μας πεις πως ήσουν και σημαιοφόρος»! Το βουλώνω. «Και εμένα τι μού βρήκες;» απαντά αυθόρμητα, λες κι άκουγα τη μάνα μου! Σήμερα θα απαντούσα τη ….χρυσή τρέσα της δασκάλας. Μέσα σε δέκα μέρες ο ωραίος λαϊκός νέος εστίασε σε μία βαμμένη ξανθή κοπέλα και ήρθε στα ίσια του!

Το δεύτερο. Είχε χιονίσει, πριν μερικά χρόνια, τα σχολεία ήταν κλειστά. Γύρω στις 11 το πρωί, ενώ χουζουρεύω, χτυπά τηλέφωνο: «Άνοιξε την τηλεόρασή σου, ΤΩΡΑ!» Σε μια πρωινή εκπομπή μια κάτω του μετρίου εμφανισιακά γυναίκα διαφήμιζε… κρέμες σύσφιξης αιδοίου! Τα τηλέφωνα εξελίχτηκαν σε δίκτυο, με τη σχετική καζούρα! Η κυρία είχε στο μακρινό παρελθόν κερδίσει τον μεγάλο έρωτα μιας γνωστής μας, ο οποίος ήταν (τότε) και ωραίος και φέρελπις και (παρα)μορφωμένος! Φαινόταν μάλιστα πολύ σοβαρός, όχι αστεία! Α, και καλό παιδί! Τι να σου πω! Πιστεύω σήμερα μάλλον θα ντρέπεται να παραδεχτεί το γούστο του εκείνο, το ελπίζω τουλάχιστον, αν και πολύ φοβάμαι ότι αυτό μπορεί με τα χρόνια να χειροτέρεψε. Η γνωστή μας; Α, αυτή ήταν σικ και κουλτουριάρα, έκανε και… διδακτορικό! «Θες διανοούμενο;» έδωσα τη συνταγή «Πήδα σ’ ένα τραπέζι πάνω, κούκλα μου, κι αν δεν σπάσει θα λυγίσει. Τι δεν καταλαβαίνεις»;

Άντε υπομονή ως την 25η Μαρτίου, βοήθειά μας ως τότε οι τιμημένοι ήρωες… που δήλωσε κι η δασκάλα!

 

Καλυψώ Ν. Λάζου-Μπαλτά

Φιλόλογος

 

Πέμπτη, 26 Οκτωβρίου 2017 18:39

Αμηχανία μπροστά στην αγριότητα

Παρακολουθώ το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης για το άγριο έγκλημα της περασμένης Τετάρτης στο Β’ Νεκροταφείο Αθηνών. Συνέλαβα και τον εαυτό μου να έχει σοκαριστεί από το συμβάν. Αν προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε το γιατί, θα εστιάσουμε σε τρεις λόγους: Πρώτον. Το νεαρό της ηλικίας του θύματος. Επρόκειτο για μια γυναίκα, στο ξεκίνημα της επαγγελματικής της σταδιοδρομίας, μόλις 32 ετών, υγιέστατη. Αυτή είναι η πρώτη ύβρις του δολοφόνου. Δεύτερον. Ο χώρος που τελέστηκε το έγκλημα. Φάνηκε ότι ο δράστης δε σεβάστηκε την ιερότητα του χώρου αλλά εκμεταλλεύτηκε την ανάγκη του θύματος να αποτίσει φόρο τιμής σε εκλιπόντα. Αυτή είναι η δεύτερη ύβρις του δολοφόνου. Τρίτον. Η απροσδόκητη μεταβολή της τύχης για έναν άνθρωπο, ο οποίος ξεκινά το πρωί για τη δουλειά του και δεν επιστρέφει σπίτι του. Από κάμερες ασφαλείας τον βλέπεις να διασχίζει με ταχύ βήμα το πεζοδρόμιο, να τηρεί τη σήμανση στον δρόμο και να προχωρά προς το τέλος του ανυποψίαστος και αμέριμνος. Αυτό είναι το παιχνίδι της τύχης.

Η ιστορία αυτή έχει πολλές παραμέτρους. Σε κάνει αναπόφευκτα να αναρωτηθείς αν διαπράττεις ύβρη, όταν αρνείσαι να δεχτείς την απώλεια κάποιου αγαπημένου σου προσώπου και συνεχίζεις πεισματικά να το επισκέπτεσαι στην τελευταία του κατοικία. Θα το έβρισκα ακραία ρομαντικό. Αποδείχτηκε μοιραίο. Το μυαλό μου γυρίζει στον Παπαδιαμάντη: Ενώ η μικρή εγγονή της γριάς πνίγεται, μέσα στην άγνοια του πεπρωμένου της, «η γριά Λούκαινα μοιρολογεί τα μοιρολόγια της τα παλιά», σχολιάζει ο συγγραφέας. «Λες κι έχουν ποτέ τελειωμό τα πάθη κι οι καημοί του κόσμου»! Τι παραπάνω να πεις; Ένας νέος άνθρωπος νεκρός σε εργατικό ατύχημα, ένας μάλλον δυνατός έρωτας που οδηγεί την αγαπημένη του για μήνες στον τάφο του, η δολοφονία της ξαφνικά και απροσδόκητα ένα μεσημέρι και η ταφή της στο πλάι του. Η ανθρώπινη ματαιότητα σε όλο της το μεγαλείο!

Πέρα από τις γαργαλιστικές λεπτομέρειες των ενδοοικογενειακών σχέσεων του θύματος, από τις υπερβολές των δηλώσεων του πατέρα που τον κατέστησαν έως και ύποπτο, μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου, αυτό που επίσης προκαλεί εντύπωση είναι η ωμή και αδικαιολόγητη βία, που πρωταγωνιστεί στην τραγική αυτή ιστορία. Μια νέα γυναίκα, που την βλέπεις να φλερτάρει, ευτυχισμένη, περιποιημένη, χαρούμενη σε παλιότερες φωτογραφίες, βρίσκει εξαιρετικά άγριο και επώδυνο θάνατο, χωρίς απολύτως κανένα (προφανή τουλάχιστον) λόγο. Βρέθηκε τη λάθος στιγμή στο λάθος σημείο; Τι μπορεί να έκανε, για να προκαλέσει τη μοίρα της; Μια φίλη μου παρατηρεί πόσο άδικο είναι που χάθηκε μια όμορφη κοπέλα. Εδώ έχω τις ενστάσεις μου! Αν ήταν άσχημη, δηλαδή της άξιζε τέτοιο τέλος;

Ανέκαθεν ο άνθρωπος φοβάται την ιδέα του θανάτου. Δεν είναι συμφιλιωμένος με το τέλος της ζωής. Της δικής του ζωής. Τέτοια άγρια εγκλήματα ξυπνούν την ενσυναίσθηση του κοινού. Κορυφώνουν την αγωνία του θανάτου. Δεν ξέρω αν υπάρχει κάθαρση, όταν βλέπεις στην τηλεόραση τον πόνο του άλλου και ανακουφίζεσαι γιατί δεν έτυχε σε σένα ή αν τέτοιες ειδήσεις κινητοποιούν τη σκέψη για τον άδηλο και αναπόφευκτο χαρακτήρα του πεπρωμένου, ο οποίος κρατά κρυφή πάντα την ταυτότητά του και τον χρόνο που θα εκδηλωθεί. Δεν προτίθεμαι και να απαντήσω. Δεν ξέρω πώς ο άνθρωπος προκαλεί τη μοίρα του. Δεν καταλαβαίνω γιατί κάποιοι έχουν τέτοιο τραγικό τέλος. Δεν ξέρω και τι νόημα έχει να συλληφθεί ο δράστης, εκτός από την αποτροπή του να επαναλάβει την αποτρόπαια πράξη του.

Ε, και βέβαια να μην παραλείψω ότι τα μέσα ενημέρωσης είναι σε τέτοιες περιπτώσεις πάντοτε παρόντα. Στις πιο ακραίες στιγμές του πόνου και της ανθρώπινης πίκρας. Έτοιμα να κατασκευάσουν ενόχους και να προτρέξουν της δικαιοσύνης, για να αποδώσουν τη δική τους δικαιοσύνη στο καταναλωτικό κοινό, εξαργυρώνοντας πάντα τη διαπόμπευση υπολήψεων και τον ανθρώπινο πόνο με τηλεθέαση, δηλαδή με έσοδα δικά τους από διαφημιστικά μηνύματα, δυσεύρετα πλέον σήμερα._

 

Καλυψώ Ν. Λάζου-Μπαλτά

Φιλόλογος

Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017 19:04

Η δική μας η πατρίδα

Η δική του Πέτρα είναι τόσο αποκλειστικά δική του και ταυτόχρονα εξίσου δική μου, ώστε καταντά σχεδόν σκανδαλώδες πόσο τα βιώματα και οι αναμνήσεις του ενός ξυπνούν τα αταβιστικά συναισθήματα μιας ολόκληρης κοινότητας δύο σχεδόν διαδοχικών γενεών για την ιδιαίτερη πατρίδα τους.

Ο Στρατής Φραντζέσκος, του Στρατέλ’, για τους φίλους του, έχει υπογράψει, με την επιστημονική του ιδιότητα, αυτήν του αρχιτέκτονα, και μάλιστα του μερακλή, τους «Υδρόμυλους της Λιγώνας», εγκαινιάζοντας την τάση της τελευταίας δεκαετίας τουλάχιστον να κυκλοφορούν ερευνητικές απόπειρες που συμπληρώνουν τις γνώσεις μας για την Πέτρα σε διαφορετικά πεδία του επιστητού. Το πιο πρόσφατο βιβλίο του όμως, «Η δική μου Πέτρα. Μύθοι και πραγματικότητες μια άλλης εποχής (1960-1975)» που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι που μας πέρασε από τις εκδόσεις «μύθος» είναι άλλη υπόθεση, που φλερτάρει με το χρονικό και το απομνημόνευμα. Ένας λόγιος καζαμίας που θυμίζει στους παλιούς και συστήνει στους νεότερους μνημεία, τοπία, γεγονότα, συνήθειες, μαζί με τα πρόσωπα που άφησαν τη σφραγίδα ή το χρώμα τους στην ιστορία των τελευταίων εβδομήντα χρόνων : λόγιοι, καλλιτέχνες, επιστήμονες, λαϊκοί τύποι, γλεντζέδες, χαρακτηριστικοί τύποι της αγοράς: ένα ηθογράφημα του φοιτητή με τις κοτλέ καμπάνες, κινηματογραφημένο από έναν κατασταλαγμένο πια άντρα, με καλοκάγαθο βλέμμα και καρδιά γεμάτη αγάπη για όλους.

Το βιβλίο αυτό ο συγγραφέας του το ετοίμαζε τα τελευταία χρόνια, όπως μου εκμυστηρεύτηκε ένα καλοκαιρινό μεσημέρι στην αγορά της Μυτιλήνης, όταν με φώναξε να με κεράσει καφέ στη χόβολη. Όταν το πήρα στα χέρια μου, δυο χρόνια αργότερα, ήξερα τι θα διάβαζα. Δε φανταζόμουν όμως με πόση συγκίνηση θα το διάβαζα. Μέσα στις σελίδες του συνάντησα αγαπημένα φαντάσματα των παιδικών μου χρόνων, από τον παπά - Πλάτωνα και τον μπάρμπα Ανέστη, ως τον Τάκη Ελευθεριάδη, τη γιαγιά μου, τον πατέρα μου. Είδα μέσα από μια αφήγηση που φλέρταρε (δυστυχώς δειλά) με την ηθογραφία του τριάντα το παλίμψηστο μιας άλλης εποχής να αποκαλύπτεται πίσω από τη σημερινή: το καφενείο του Κιντριδέλλη, με τους αυτοσχέδιους μεζέδες και τα ούζα του,  τα τραγούδια και τα γέλια εκείνων των ξενύχτηδων, το κουρείο του Νάκη, το ζαχαροπλαστείο του Φούσκα. Ανέβηκα στο Πετρί, στον Ράχωνα, τρύπωσα στη Λιγώνα, έφτασα ως τα ξωκλήσια της αγροτιάς, τα λιοτρίβια, την Πηγάδα, σεργιάνισα στη σκιά των αρχοντόσπιτων και κατέληξα στον Άη Νικόλα να ανάψω ένα κερί στη μνήμη όσων μάς χάρισαν την Πέτρα που κληρονομήσαμε. Στις φωτογραφίες εποχής, που συνοδεύουν τα κείμενα, είδα την κλάση των γονιών μου, στην πρώτη νιότη τους ακόμη, να κολυμπούν, να χορεύουν στα πανηγύρια, να περιμένουν να βράσει το κισκέκ, να εκκλησιάζονται, να μαζεύονται γύρω από τον γέρο Παπανδρέου για μια αναμνηστική φωτογραφία.

Στο βιβλίο γίνεται μια εμπειρική προσπάθεια να αποτυπωθεί σύντομα η ιστορία των κατοίκων, η προέλευση, τα ιστορικά τους βάσανα. Ταυτόχρονα δημοσιεύονται οι αρχιτεκτονικές αποτυπώσεις μνημείων, δια χειρός πάντα του ίδιου του Στρατή, που πρωταγωνίστησε στην αποκατάσταση πολλών από αυτά.  Η συναισθηματική αξία όμως του έργου δε βρίσκεται εκεί. Ο Στρατής κατέγραψε πώς καθένας  μας αυτοπροσδιορίζεται μέσα από την προσωπική, την ειλικρινή σχέση του με τα χρώματα, τους ήχους, το φως , το κλίμα, τα νησιά, την παλίρροια, τα βότανα, τα δέντρα,  τα πουλιά.

«Όσοι πρόλαβαν την αυγή το πρώτο πέταγμα των γλάρων [..] είναι αυτοί  που ένιωσαν την πρωινή ψύχρα που κατεβαίνει από το βουνό του Λεπέτυμνου, μέχρι το κατάγιαλο. Κουβαλά μαζί του ένα άρωμα ανάμικτο, μέντας, λυγαριάς και τριφυλλιού που σε ανατριχιάζει από τη δροσιά, σου κουκουδίζει το δέρμα».

Δεν ξέρω αν ζήλεψα το συγκεκριμένο απόσπασμα ή αν το υιοθέτησα αυθόρμητα. Είδα μέσα από αυτό όλη μου τη σχέση με τον τόπο μου, κυριολεκτικά και αλληγορικά, βιωματικά και γνήσια, όπως τη διαμόρφωσαν τα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν στη ζωή μου και τα χρόνια που περνούν. Σκέφτηκα για το απόσπασμα αυτό και μόνον  να  τον ευχαριστήσω._

 

Καλυψώ Ν. Λάζου-Μπαλτά

Φιλόλογος

 

Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 2017 16:14

Γυναίκες από την Ανδρομέδα

Όταν έχεις κουμπάρα τη δική μου, γνωρίζεις πάντοτε αυτούς που πρέπει να ξέρεις σε μια πόλη, πολύ πριν τα φώτα της δημοσιότητας πέσουν πάνω τους και δε σε αφήνουν να τους δεις καθαρά. Γνώρισα την Ανδρομέδα ένα ζεστό αυγουστιάτικο απόγευμα στον Αύλωνα, όπου γινόταν η παρουσίαση της τελευταίας ποιητικής συλλογής της Ντέπης Χατζηκαμπάνη. Εκεί, στην καρδιά του Περάματος, σε μια δροσερή ταβέρνα με γευστικότατες λιχουδιές, ακούσαμε ποίηση, απολαύσαμε μουσική, ήπιαμε ωραιότατο τσίπουρο, ενώ η κουμπάρα Αναστασία διάβαζε από τον υπολογιστή της την ομιλία της για τη φίλη της, τη Ντέπη, και υποδεχτήκαμε αργά το βράδυ, λίγο πριν την αναχώρηση, την Αγλαΐα Κυρίτση, πεινασμένη, σαν λύκο, ύστερα από Νομαρχιακό Συμβούλιο.

Η Ανδρομέδα τριγυρνούσε ξυπόλητη ανάμεσά μας, έπαιζε πιάνο, φορώντας ένα έντονο γαλάζιο κοντό καφτάνι, χαμογελούσε και συνεχώς κουβέντιαζε για πλεκτά βραχιολάκια. Γύρω μας οι παρέες έρχονταν και έφευγαν, η βραδιά κύλησε σαν το νερό, στην επιστροφή ρίξαμε έναν γενναίο καυγά με την κουμπάρα στο αυτοκίνητο, κάτι με το προσφυγικό ήταν, έφταιγε και το τσίπουρο, δε θυμάμαι ακριβώς γιατί, έτσι κι αλλιώς το άλλο πρωί καμιά δε θυμόταν τι ακριβώς είχε συμβεί.

Ξανασυνάντησα την Ανδρομέδα το βράδυ των γενεθλίων μου, στο «Ιστορικόν», γιατί η Αναστασία σκέφτηκε ότι είναι καλή ιδέα να ακούσουμε μια βραδιά που φυσούσε την Ντέπη να παίζει μουσική, πίνοντας τα μοχίτο που μας ετοίμαζε η Πελαγία. Η Ανδρομέδα κάθισε μαζί μας, μετά τα μεσάνυχτα, όταν πια βρισκόμασταν στον τέταρτο γύρο της οινοκατάνυξης. Κάπου εκεί ανάμεσα στο κύμα που έσκαγε στα πόδια μου, στα μηνύματα στο κινητό, να είστε καλά όλοι σας, και στις μουσικές της Ντέπης, που μας πρόσφερε μια νοσταλγική βραδιά, έμαθα και την ιστορία της. Δεν σκοπεύω να τη γράψω. Ούτε να τη σχολιάσω. Όσο μεγαλώνει μέσα μου ο φόβος για τα χρόνια που περνούν, τόσο περισσότερο πιστεύω ότι πρέπει ο άνθρωπος να κάνει αυτό που λαχταρά η ψυχή του.

Ύστερα από εκείνο το βράδυ οι εξελίξεις στάθηκαν ραγδαίες. Την επόμενη μέρα ο Μήτσος έμαθε ότι θα είναι φοιτητής στη Θεσσαλονίκη, το βράδυ, μόλις συνήλθαμε από την ημικρανία του πρωινού, το γιορτάσαμε μέχρις εσχάτων, μετά αρρώστησα, και μόλις άνοιξα τα μάτια μου χτύπησε το τηλέφωνο κι οι διακοπές μου τέλειωσαν απότομα εκείνη την Κυριακή το μεσημέρι, όταν άφησα πίσω μου τη Μυτιλήνη με κατεύθυνση για τον Πειραιά. Δεν ξαναείδα την Ανδρομέδα. Διάβασα πρόσφατα όμως ότι πρωταγωνιστεί στον τοπικό και όχι μόνον τύπο με τον αγώνα της. Προσωπικά της εύχομαι να τον κερδίσει. Πιστεύω, γιατί πια μεγάλωσα, ότι αυτό θα συμβεί, όχι γιατί εκτέθηκε στα φώτα της δημοσιότητας, όχι γιατί είχε την τόλμη και εκτέθηκε, αλλά μόνον αν η ελληνική νομοθεσία προβλέπει τις ανάγκες που γεννιούνται εγκαίρως και σπεύδει να αναπροσαρμοστεί, για να τις καλύψει.

Επειδή η Ανδρομέδα μού ήταν συμπαθής, διάβασα πολλά που την αφορούσαν. Κάποια υπερβολικά και μαξιμαλιστικά, αναπόφευκτο παρελκόμενο της στενής σχέσης με τη δημοσιότητα. Εν συντομία: Αποτάσσομαι όσους της επιτίθενται, δεν προσυπογράφω διάφορες αναφορές στη Judith Butler, νομίζω χάνεται η ουσία της φεμινιστικής της θεωρίας. Επίσης, ορίζω αλλιώς τη γενναιότητα: γενναίοι πια, για μένα, είναι οι καθημερινοί, οι συνηθισμένοι άνθρωποι, που απαρατήρητοι σηκώνουν έναν βαρύ σταυρό: μια μάνα άνεργη, μια γυναίκα άρρωστη, ένα θύμα βίας, που συνεχίζει να ζει και να ελπίζει. Μεγαλώνω είπαμε! Σέβομαι την ανάγκη και τον αγώνα της Ανδρομέδας. Εκτιμώ γενικά όλους τους ανθρώπους που αντιστάθηκαν στις συμβάσεις και αντιμετώπισαν τις συνέπειες (λιγότερες ή περισσότερες δεν έχει σημασία). Ελπίζω η απόφαση που περιμένει να τη δικαιώσει και να τη λυτρώσει. Λογοθετικά. Θα τη συμβούλευα να μιλά λιγότερο στα μέσα (ξέρω πως όλοι τώρα με βρίζετε). Η πραγματική ζωή αρχίζει, μόλις κλείσουν. Είναι δύσκολη. Είναι όμορφη. Είναι μοναδική. Της εύχομαι να ζήσει τη δική της, όπως επιθυμεί._

 

Καλυψώ Ν. Λάζου-Μπαλτά

Φιλόλογος

 

Πέμπτη, 05 Οκτωβρίου 2017 17:10

Το νέο μουσείο Teriade

Το έχω εξομολογηθεί πολλές φορές από αυτήν εδώ τη στήλη: ενημερώνομαι για πολλές και σημαντικές εξελίξεις στη ζωή μου, στη διάρκεια της επίσκεψής μου στο μουσείο Teriade. Οι σταθεροί αναγνώστες μου γνωρίζετε ότι είναι η μεγάλη μου αγάπη, η αδυναμία μου στο νησί. Δεν υπάρχει καλοκαίρι που να μην το επισκέφτηκα, δεν πέρασε χρονιά που να μην έγραψα κάτι γι’ αυτό. Φέτος είμαι ιδιαίτερα χαρούμενη, γιατί -επιτέλους- ύστερα από πολύ καιρό έχω τη χαρά και την ευκαιρία να γράψω πολύ καλά πράγματα.

Το τηλέφωνο που χτύπησε φέτος στις 25 Αυγούστου το μεσημέρι με βρήκε να χαζεύω τον Σαγκάλ: ο Δάφνης ερωτευόταν σταθερά τη Χλόη του, μέσα στα δυνατά χρώματα του ιμπρεσιονισμού, μέσα στην προστατευτική αγκαλιά της φύσης, κι εγώ απολάμβανα το όνειρο, ώσπου χτύπησε το κινητό και πριν απαντήσω ακόμη ήξερα ότι κάτι συμβαίνει και πρέπει να ξυπνήσω από το δικό μου όνειρο, να εγκαταλείψω τον δικό μου παράδεισο μια εβδομάδα σχεδόν νωρίτερα από ό,τι είχα προγραμματίσει και να επιβιβαστώ σε ένα θαλάσσιο κήτος, που θα με ξεβράσει στον Πειραιά.

Σήμερα, έναν μήνα ακριβώς μετά, από εκείνη την πρόωρη αποδημία, τώρα που η απογοήτευση της πρόωρης αναχώρησης έχει συμβιβαστεί μέσα μου με τα κέρδη των επαγγελματικών υποχρεώσεων που την εκβίασαν, όταν σκέφτομαι το μουσείο, το πρόσωπό μου λάμπει - χαμογελώ…

Το νέο διοικητικό συμβούλιο κατάφερε να εξασφαλίσει καθημερινό σταθερό ωράριο επίσκεψης - να θυμίσω ότι επισκέπτομαι τη Μυτιλήνη το καλοκαίρι, σε μια περίοδο τουριστικής ανάκαμψης, τουλάχιστον για τα δικά μας τοπικά δεδομένα. Άφησα πίσω μου το μουσείο του Θεόφιλου και παρατήρησα με ανακούφιση ότι δεν ήμουν η μόνη. Έφτασα στο κτίριο και ανακάλυψα ότι υπήρχαν επισκέπτες: έξω και μέσα στο μουσείο. Πέρασα την υπέροχη είσοδο για άλλη μια φορά, έστριψα το κεφάλι μου δεξιά και αντίκρισα για πρώτη φορά ύστερα από πάρα πολλά χρόνια, από δεκαετίες, για να ακριβολογώ, το πωλητήριο του μουσείο γεμάτο, από πελάτες και εμπορεύματα, πλούσιο και ακόμη περισσότερο ενισχυμένο από όσο το θυμάμαι να είναι στα φοιτητικά μου χρόνια.

Η πρόωρη αποδημία με έκανε να επισπεύσω τις αγορές μου. Πήρα τα δώρα μου όλα για τους φίλους της Αθήνας από το πωλητήριο του Μουσείου. Υπέροχες κούπες του καφέ διακοσμημένες με τα ζωγραφικά συμπληρώματα του Πικασό στην ποίηση του Πιέρ Ρεβερντύ, σε καθαρά συμβολική τιμή. Παιδικά παζλ με έργα του Χουάν Μιρό, για την τετράχρονη κόρη της φίλης μου- περιττό να σας πω ότι το καταευχαριστήθηκε, μπλουζάκια με τον βασιλιά Υμπί του Αλφρέντ Τσαρί, πάλι δια χειρός Μιρό- εκεί είχαμε ένα θέμα με το νούμερο, αλλά ο φύλακας φρόντισε να το αντιμετωπίσει, κάνοντας ανασκαφές στην αποθήκη. Υπέροχα τετράδια με εξώφυλλα έργα του Σαγκάλ και του Ματίς - στη μισή τιμή από όσο διαθέτει τα δικά του το πολυκατάστημα του ΙΚΕΑ, που οι παραλήπτες τους λάτρεψαν και φυσικά μικρές συλλογές από αντίγραφα έργων τέχνης από εκδοτικές ενότητες που το μουσείο φιλοξενεί, Πικάσο, Σαγκάλ, Τζιακομέτι, Ματίς, Λεζέ, μια από τις οποίες στολίζει ήδη τους τοίχους του γραφείου μου στο σχολείο!

Ένα μουσείο δεν είναι το πωλητήριό του ασφαλώς. Δεν είναι μόνον αυτό. Χρειάζεται όμως έσοδα. Και το συγκεκριμένο επί πάρα πολλά χρόνια δεν έκανε τίποτα γι’ αυτό. Ένας κυριολεκτικά διεθνούς κύρους θησαυρός παραμένει - για καλή δική μας τύχη και για κακή δική του- αγκυροβολημένος σε μια γωνιά του νησιού μας, κι αντί ήδη να τον έχουμε αξιοποιήσει στο έπακρο, τον παραμελούμε. Εύχομαι και πιστεύω ότι το νέο διοικητικό συμβούλιο θα κάνει ωραία πράγματα και θέλω να ελπίζω ότι θα κάνει πολλά. Γιατί είναι πάρα πολλά όσα μπορούν και όσα χρειάζεται να γίνουν. Περιμένω ότι θα ξημερώσει μια μέρα που οι ντόπιοι θα εξοικειωθούν με τα εκθέματα και τα ξενικά ονόματα αυτού του διώροφου κτιρίου, αν όχι γνωστικά, τουλάχιστον βιωματικά! Ως τότε συνεχίζω να το θυμάμαι και να χαμογελώ. _

 

Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2017 20:12

Η αυτοκριτική

Όσο μεγαλώνεις, αντιλαμβάνεσαι ως ύβρη κάθε σπατάλη του χρόνου που περνά. Του χρόνου που σου χαρίζεται, για να κάνεις όσα σου αρέσουν, για να απολαύσεις. Ειδικά στη διάρκεια αυτού του ευλογημένου χρόνου των διακοπών, κάθε λεπτό που περνά είναι ένας ύμνος στη χαρά της ζωής, στο μυστήριο της Δημιουργίας.

Ανακαλώ μιαν ατάκα από παλιότερο κείμενό μου, ότι είναι χίλιες φορές προτιμότερο να γράφεις ποίηση παρά να παίζεις τάβλι. Αυτό βέβαια γράφτηκε στο πλαίσιο της ανάπτυξης μιας επιχειρηματολογίας υπέρ της καλλιτεχνικής δημιουργίας, της έστω και άτεχνης και ακατέργαστης. Πριν μια εβδομάδα περίπου, το μάτι μου έπεσε σε μια παρέα ταβλαδόρων και προς στιγμήν θυμήθηκα ότι έχω τουλάχιστον δύο χρόνια να παίξω τάβλι. Και τότε αισθάνθηκα ένα μεγάλο κενό να με πλημμυρίζει για όλα εκείνα τα δήθεν «ασήμαντα», που όμως έχουν τη μαγική ιδιότητα να μας κάνουν ευτυχισμένους. Θυμήθηκα με πραγματική νοσταλγία ότι ποτέ μου δεν κέρδισα ούτε μισή παρτίδα από κανέναν συμπαίκτη μου, μολονότι γνώριζα όλες τις δυνατές κινήσεις και τους συνδυασμούς. Δεν έχω αξιωθεί κέρασμα στη μακρόχρονη θητεία μου στο «άθλημα». Και τότε σκέφτηκα λιγάκι ότι στη διάρκεια της ζωής του ο άνθρωπος κάνει συχνά πολλές θυσίες, για να υπηρετήσει τα επαγγελματικά του ιδανικά. Τις περισσότερες σε βάρος της κοινωνικότητάς του.

Δε θα μιλήσω για την… «καλλιτεχνική μου» πορεία. Απαξιώ. Γενικά πιστεύω ότι ο άνθρωπος δικαιούται, αν το αισθάνεται, να εκφράζεται λογοτεχνικά, χρειάζεται ωστόσο να συνδυάζει επιτυχώς την αυτοέκφραση με τη σιωπή. Όποιος φιλοδοξεί να εξελιχτεί σε δημιουργό, πρέπει να δημοσιεύει με τεράστια φειδώ, για να μην εκτίθεται. Ή να μη δημοσιεύει τίποτα. Αυτή είναι η δική μου περίπτωση. Αν εξαιρέσει κανείς ένα μικρό διήγημα, που δημοσιεύτηκε κάποτε σε συλλογικό τόμο, ευτυχώς με ανδρικό ψευδώνυμο. Όσο το ξαναδιαβάζω και εντοπίζω με τον αέρα μιας παρελθούσας εικοσαετίας τις αισθητικές ατέλειες, τόσο περισσότερο βεβαιώνομαι ότι ο αυθορμητισμός και το συναίσθημα προδίδουν, όχι μόνον σε συνθήκες πραγματικής ζωής, αλλά και στην απόπειρα της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Έτσι, τον τελευταίο καιρό, αρνούμαι σταθερά να παραβρεθώ σε πολιτιστικές εκδηλώσεις, που διαισθάνομαι ότι θα είναι κάτω του μετρίου, ή τις οποίες, λόγω απουσίας ειδικών γνώσεων, αδυνατώ να κατανοήσω. Έχοντας υπηρετήσει το πολιτιστικό ρεπορτάζ για περίπου έξι ωραία χρόνια, καταλαβαίνω από την πρόσκληση ακόμη τον κίνδυνο της σπατάλης του χρόνου και τον αποφεύγω. Πριν από δυο χρόνια, εξαφανίστηκα να δω μια φίλη μου, στο νοτιοδυτικό άκρο του νησιού, έχασα «σοβαρά καλλιτεχνικά δρώμενα» αλλά κέρδισα ένα δημιουργικό διήμερο, που περιλάμβανε μπάνιο σε μια από τις ωραιότερες παραλίες του νησιού, βουτιές στις αγαπημένες μου ιαματικές πηγές, και ελεύθερη περιήγηση στις γειτονιές ενός όμορφου χωριού.

Τα ίδια έκανα και πέρσι, το ίδιο προσπαθώ να κάνω και φέτος. Αλλά η κακή μου η τύχη δε με αφήνει να απολαύσω την αυτοσυνειδητοποίησή μου. Δυστυχώς πολλοί από τους φίλους μου είναι λάτρεις του πνεύματος και άλλοτε με σέρνουν στις πιο απίθανες παράτες, άλλοτε με κράζουν, επειδή αρνούμαι να τους ακολουθήσω. Αυτό δε σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι δε γίνονται και πολύ ωραίες εκδηλώσεις, τις οποίες αξίζει πάντα να τις παρακολουθείς. Δεν θέλω να παρεξηγηθώ. Απλώς η περίοδος που διανύω, η ανάγκη μου να ξεκουραστώ και να είμαι απόλυτα ειλικρινής με τον εαυτό μου, με κάνει να θέλω να απέχω. Από πράγματα, στα οποία, υπό άλλες συνθήκες, θα δήλωνα την παρουσία μου πρώτη και καλύτερη.

Έτσι φέτος πηγαίνω μόνον εκεί που ξέρω ότι θα περάσω καλά. Εκεί που θα καμαρώσω φίλους και μερακλήδες γνωστούς. Παρακολουθώ επιλεγμένες ταινίες στον θερινό κινηματογράφο, στον Μόλυβο. Αν και από εκεί κάνω συχνά κοπάνα, για να απολαύσω άλλο ένα ηλιοβασίλεμα, στην άδεια παραλία, στην Άναξο, με τον φίλο μου τον Βασίλη, ή για μια νυχτερινή βαρκάδα στο νησί με τη Βάνα, τη νύχτα της Πανσελήνου._

Σελίδα 1 από 3
Top