FOLLOW US
Καλυψώ Λάζου

Καλυψώ Λάζου

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Πέμπτη, 03 Αυγούστου 2017 18:29

Εύθραυστες ισορροπίες

Κάθε σημαντικό γεγονός της οικογενειακής ιστορίας συνδέεται με κάποιο κεραμικό, που η μητέρα μου σκόπιμα συνήθιζε να αγοράζει. Δεν είχε ειδικές γνώσεις η ίδια, γούστο πολύ μονάχα και μια προσωπική αισθητική, καλλιεργημένη από την κοινωνική της αγωγή, που καθόρισε εν πολλοίς τόσο τη συλλογή που κληρονόμησα, όσο και τις δικές μου προτιμήσεις. Μεγάλωσα ανάμεσα σε κύπελλα, πιάτα, αποθηκευτικά δοχεία, κιούπια, κούπες, κανάτες, σκεύη διακοσμητικά και κατ’ αρχήν χρηστικά, τα οποία ωστόσο στόλιζαν απλώς κάποια γωνιά του πατρικού μου. Έμαθα από μικρή ότι πρέπει να έχω μεγάλο σεβασμό για το πολύχρωμο πλήθος αυτού του κεραμικού θησαυρού, που ήταν τόσο εύθραυστος, όσο και η ζωή, σε σημαντικούς σταθμούς της οποίας όλα αυτά αγοράστηκαν.

Παρακολουθούσα, κάθε φορά που η μάνα μου ξεσκόνιζε τη συλλογή της. Ήταν και η μόνη που επιτρεπόταν να τα αγγίζει και να τα μετακινεί. Ουδείς τα ακουμπούσε από τον φόβο μην τα τραυματίσει. «Τα κεραμικά δεν πρέπει να έχουν ούτε ρωγμές, ούτε μικρά σπασίματα στις άκρες», έτσι ήξερα. Ανάμεσα σε φορτωμένα ράφια και γωνιές με ένα πανί στο χέρι, η βασίλισσα των κεραμικών κυκλοφορούσε με απίστευτη άνεση, έπιανε καθένα τους με λεπτότητα και σεβασμό, το καθάριζε επιμελώς και πριν το ξαναβάλει στη θέση του, το σύστηνε για πολλοστή φορά στη μοναχοκόρη της: «Αυτό εδώ είναι Κουρτζής, δεκαετίας του εβδομήντα! Κοίτα τα χρώματα. Τα ζωόμορφά του είναι μεταγενέστερα». «Τι θα πει ζωόμορφα;» ρωτούσα. Εξηγούσε υπομονετικά. Ο τόνος της φωνής της έφτασε και ως το πανεπιστημιακό αμφιθέατρο, όταν η Κατερίνα Κορρέ μάς έκανε μαθήματα λαογραφίας. Ίσως χάρη στον απόηχο της παιδικής μου ηλικίας, κέρδισα το πιο εύκολο άριστα του βασικού μου πτυχίου.

Κατά τη διαδικασία εκείνη του ξεσκονίσματος, η ξενάγηση περιλάμβανε αναφορά σε εργαστήριο, σε χρήση, σε χρονολογία και κατέληγε με το γεγονός της οικογενειακής ιστορίας, προς τιμή του οποίου το κεραμικό αντικείμενο είχε αγοραστεί. «Αυτό το αγοράσαμε στον Μανταμάδο την πρώτη φορά που σε πήγαμε στον Ταξιάρχη. Θυμάσαι;» Στο μυαλό μου ερχόταν η σκούρα εικόνα του ανάγλυφου Αρχαγγέλου, η γεύση από τους λουκουμάδες της διπλανής καφετέριας κι οι προσευχές των γυναικών μπροστά στις αναμμένες λαμπάδες. Θυμόμουν αμυδρά την επίσκεψη στα εργαστήρια του χωριού. «Κεραμικά φτιάχνουν, όπου υπάρχουν προσκυνήματα», σχολίαζε η μάνα μου, αυτοδίδακτη στην επιστημονική έρευνα. Το εργαστήριο μύριζε χώμα. Η οικογένεια σκορπίστηκε ανάμεσα στους πάγκους να διαλέξει. «Τι θέλεις να σου πάρω;» με ρώτησε ο πάντα γαλαντόμος πατέρας μου. Κάτι μου ψιθύρισε η μάνα μου, μάλλον μια ακόμη δική της προτίμηση. Αψήφησα το θυμωμένο βλέμμα της και διάλεξα ένα καφέ γυαλιστερό λαβομάνο. Κάθε φορά που το ξεσκόνιζε, μου το χτυπούσε: «Αυτό είναι το γούστο σου. Θυμάσαι;» Μερικές δεκαετίες μετά το παρατηρώ. Εξακολουθεί να μου αρέσει. Πολύ!

Η μοίρα μου ήθελε να στήσω πολλά νοικοκυριά μέχρι τώρα. Από κανένα δεν έλειπαν κεραμικά -όσα η μητέρα μου αποφάσιζε να μου παραχωρήσει και όσα σιγά-σιγά αγόραζα πια και η ίδια. Πάντα με αφορμή σημαντικές στιγμές της ζωής μου. Θυμάμαι, όταν αγόρασα το σπίτι μου στην Αθήνα, μού αρνήθηκε δυο πιάτα του Χατζηγιάννη: «Αυτά είναι από την εποχή που έδινες Πανελλήνιες. Τότε που συγχωρέθηκε η γιαγιά σου. Όσο ζω θα τα έχω εγώ».

Ήρθε η εποχή που η συλλογή ολόκληρη πέρασε στα χέρια μου. Βρέθηκα να την ξεσκονίζω, ύστερα από μία ακόμη επάνοδό μου, στο πατρικό σπίτι και να προσπαθώ αμήχανα να την τακτοποιήσω, σύμφωνα με το δικό μου γούστο. Το μάτι μου ταξιδεύει σε δώρα του πατέρα μου για τα γενέθλιά της, για τη γιορτή της μητέρας, για την επέτειο των γάμων τους και σταματά σε ένα ζωόμορφο μικρό αγγείο, που αγοράστηκε τυχαία, από μένα ένα μήνα πριν την αποδημία της, στην Αίγινα. Κάθε φορά που τακτοποιώ αυτή τη μικρή συλλογή, όλο και κάποια έκθεση κεραμικής ακούω να εγκαινιάζεται, όλο και κάτι νέο προστίθεται στους κόλπους της. Σαν τις εμπειρίες που η ζωή μας προσφέρει._

 

 

 

Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017 20:06

Ο βασιλιάς των ράχτων

Έτσι λέγαμε από παιδιά τον βράχο της Παναγιάς: Ράχτα! Έναν βράχο με πολλές κορυφές, απόκρημνες, με καμπύλες και κολπίσκους, με κουφάλες και κρυψώνες, απότομο, απροσπέλαστο, άγριο και γλιστερό. Από παιδί τον έκανε το βασίλειό του. Γεννήθηκε και μεγάλωσε σε ένα σπίτι στην σκιά του βράχου. Κι έμαθε από μικρός να τον ανεβαίνει, αψηφώντας την απότομη όψη του. Δεν πιστεύω ότι δρασκέλισε ποτέ του τα σκαλιά. Αυτά ήταν για μας. Τους συμβιβασμένους, τους άτολμους. Εκείνος από πάντα ήξερε ότι ο δικός του ο δρόμος ήταν κακοτράχαλος. Δύσκολος, μοναχικός, δρόμος για λίγους! Αυτόν διάλεξε κι αυτόν περπάτησε σε όλη τη διάρκεια της σύντομης ζωής του. Όλοι οι άλλοι τον κοιτούσαμε από μακριά: Ποιος να τον ακολουθήσει; Τον θαυμάζαμε; Τον θεωρούσαμε τρελό;

Από μικρός είχε τη φήμη του ζωηρού, του ανεξέλεγκτου. Έπεφτε με τα ρούχα στη θάλασσα, κολυμπούσε νύχτα ως την ξέρα, σκαρφάλωνε στην κληματαριά του σπιτιού που παίζαμε, οδηγούσε το ποδήλατο αντίθετα στο ρεύμα της κίνησης με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Στη δύναμη δεν τον παράβγαινε κανείς. Τους έκανε καλά όλους. Ήταν φωνακλάς, επιπόλαιος, ανήμερος, καλός μπαλαδόρος, ένας αίλουρος που κατά λάθος φυλακίστηκε σε ανθρώπινο σώμα. Παίζαμε αμπάριζα στις αυλές. Η ομάδα που τον είχε, κέρδιζε πάντα. Μας έπιανε όλους. Όλοι τον θέλαμε στην ομάδα μας. Τον αναγνωρίζαμε ως αρχηγό. Θυμάμαι τού άρεσε που έκανε πάντα κουμάντο. Μας έδινε οδηγίες, μας τις υπαγόρευε ως εντολές, επίμονα, προστακτικά, αλλά με έναν τόνο φιλικού ενδιαφέροντος, στον οποίο κρυβόταν η προσδοκία για την κατάκτηση του κοινού στόχου. Ένας ηγέτης στη δημοκρατία της παιδικής αμεριμνησίας! Λαοφιλής. Αποδεκτός ακόμη και από τα καλομαθημένα παιδιά των ακριβών προαστίων της πρωτεύουσας, που με στόμφο ξεκαλοκαίριαζαν στην Πέτρα. Τον αποζητούσαν στις παρέες τους, τα αγόρια ειδικά, τον καλούσαν στις γιορτές τους, μοιράζονταν μαζί του τα παιχνίδια τους ευχαρίστως. Κι ας μη μιλούσε ξένες γλώσσες, κι ας χρησιμοποιούσε κατά κόρον το τοπικό ιδίωμα, κι ας ήταν ένα φτωχόπαιδο με ματωμένα γόνατα. Είχε κάτι περιζήτητο και καθολικά αποδεκτό: Ξεχώριζε! Ήταν ο Παναγής Κουταλιανός των παιδικών μας χρόνων. Όσοι τον γνώριζαν, ήξεραν πως ήταν κατά βάθος ένα πολύ ντόμπρο και ηθικό στοιχείο. Που δεν χρησιμοποίησε ποτέ τη φυσική του υπεροχή, για να ζορίσει κανέναν ή για να διεκδικήσει το παραμικρό. Ήταν ένα συναισθηματικό αγόρι, λαϊκό, περήφανο, ειλικρινές και τίμιο. Ένας μπόμπιρας με μπέσα και αντοχές Σούπερ Μαν.

Τον θυμάμαι να πρωταγωνιστεί σε ένα αυτοσχέδιο θεατρικό, που διοργανώθηκε σε παιδικό πάρτι, σε ένα από τα νεοκλασικά αρχοντικά της Πέτρας. Η παράσταση σατίριζε την ευνοιοκρατία στη δικαιοσύνη, ένεκα που οι συγγραφείς τύγχαναν τέκνα αστών μεν, πλην αριστερών. Εκείνος πρωταγωνιστούσε, ήταν ο Δικαστής. Φορούσε ένα αυτοσχέδιο καπέλο, σύμβολο εξουσίας, το οποίο περιέβαλε με ιδιαίτερη φροντίδα. Ήταν ιδιαίτερα αυστηρός στις ποινές που επέβαλε στους παραβάτες. Ώσπου ξαφνικά στο ακροατήριο φτάνει ο Ξάδερφος εγκαλούμενος! «Αξάδερφε!» φώναξε δυνατά κι όρμησε να τον αγκαλιάσει «Αθώος ο κατηγορούμενος»! Οι αντίδικοι πλησίασαν να διαμαρτυρηθούν, χτύπησαν τα χέρια τους στην έδρα. Στην τελευταία σκηνή, τον φέρνω στο μυαλό μου να κλαψουρίζει κρατώντας το καταστρεμμένο χάρτινο καπέλο του! Οι μικρότεροι, καθισμένοι σε αναπαυτικά μαξιλάρια και στις πέτρες του κήπου, χειροκροτούσαμε. Το διασκεδάζαμε.

Με τα χρόνια χαθήκαμε. Καθένας πήρε τον δρόμο του. Ο ίδιος διάλεξε την ίδια πορεία στη ζωή του. Ασυμβίβαστη, εναλλακτική. Υδάτινη. Έφτασε ως την άκρη του κόσμου. Έζησε εμπειρίες που μόνο στον κινηματογράφο είδαμε οι υπόλοιποι. Πάντα του είχε αδυναμία να θέτει κόκκινες γραμμές. Κι αν ποτέ τις έβαζε, την επόμενη στιγμή τις παραβίαζε. Αυτό τού κόστισε. Πολύ νέον ακόμη, η αλόγιστη τόλμη του σε μια επικίνδυνη στροφή του αγώνα ταχύτητας με τον χρόνο, τον πέταξε έξω από την τροχιά της ζωής. Τον αποχαιρετίσαμε, πριν μερικές μέρες, στην εκκλησιά της γειτονιάς, που έχει το όνομά του. Για μια ακόμη φορά, την τελευταία, πάλι μάς ξέφυγε!

 

Καλυψώ Λάζου 

 

 

 

 

Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017 21:03

Στην καρδιά του καλοκαιριού

Ένα καλοκαίρι που θυμίζει έντονα φθινόπωρο: με τα μελτέμια, την ψύχρα και τα μπουρίνια του. Με έντονες εναλλαγές διαθέσεων και καιρικών φαινομένων. Νωρίς το πρωί της Κυριακής οδηγώ για την Πέτρα, απολαμβάνοντας την ομορφιά του τοπίου, όπως μου αποκαλύπτεται σε κάθε στροφή του δρόμου, μέσα στην ηρεμία του πρωινού. Ένας χρόνος έχει περάσει από την τελευταία φορά που απόλαυσα τη Μυτιλήνη! Η μαγεία του τοπίου με συνεπαίρνει. Κατεβάζω ταχύτητα! Όλα πια για λίγο καιρό μπορούν να γίνονται χωρίς πρόγραμμα, χωρίς τουλάχιστον ασφυκτικό πρόγραμμα, χωρίς προθεσμίες. Η οικειότητα του τόπου ενισχύει τη ρέμβη του πρωινού. Ένας μάλλον κουρασμένος ήλιος βοηθά την οδήγηση. Να ανακαλύπτεις ξανά και ξανά σε πόσο όμορφο τόπο γεννήθηκες. Να εξηγείς την αγάπη σου γι’ αυτόν από τον θαυμασμό σου για τον τόπο: τα ξωκλήσια, τα σέτια, τους κολπίσκους, το άγριο φυσικό τοπίο, μικρούς και μεγάλους οικισμούς, το φιδίσιο δρόμο…

Τώρα που είπα για δρόμο… Ανηφορίζοντας εδώ και αρκετές δεκαετίες τις στροφές από την Καλλονή για την Πέτρα, αναρωτιέμαι αν και πότε (επιτέλους) θα βελτιωθεί ο δρόμος που οδηγεί σε ένα από τα πιο τουριστικά σημεία του νησιού. Αναρωτιέμαι πώς εννοούμε την ανάπτυξη! Κάθε καλοκαίρι το ίδιο σκέφτομαι κι απάντηση δεν παίρνω. Δεν υπάρχει καταλληλότερη εποχή για αναπτυξιακά έργα. Για ανασυγκρότηση και ανασύνταξη δυνάμεων. Φτάνοντας στην Πέτρα συνειδητοποιώ ότι έχει ληφθεί το μήνυμα: η παραλία, χάρη στην φροντίδα και στις φιλότιμες προσπάθειες του Αντώνη, έχει μεταμορφωθεί, έχει ομορφύνει, καινούρια αποδυτήρια έχουν αντικαταστήσει τα παλιά φθαρμένα, μπαράκια έχουν στηθεί σε όλη την έκτασή της, ευτυχώς δεν έχει σκεπαστεί ολόκληρη από καρέκλες, είναι πεντακάθαρη, φροντισμένη, και έχει κόσμο. Σε μια εποχή δύσκολη, σε μια εποχή ανάκαμψης, παρατηρώ ότι στην παραλία και στις ταβέρνες του χωριού, στην πλατεία, στα σοκάκια, υπάρχει κόσμος. Ίσως όχι όσος θα θέλαμε, όμως από όσο πληροφορούμαι από συζητήσεις με τοπικούς παράγοντες του τουρισμού, καταλύματα που διαφήμισαν σωστά το προϊόν τους, πέτυχαν να διατηρήσουν αξιοπρεπείς τιμές και στις σημερινές δύσκολες ούτως ή άλλως εποχές.

Θυμάμαι ξαφνικά ότι τα ακτοπλοϊκά εισιτήρια των μεταφορικών μέσων έχουν έκπτωση πενήντα τοις εκατό. Δηλαδή έχουμε για πρώτη φορά προσφορές που έχει και η Κρήτη. Πριν τέσσερα χρόνια κόστιζε ακριβώς μισό δεκαπενθήμερο δημοσίου υπαλλήλου, η μεταφορά με πλοίο μιας τετραμελούς οικογένειας με αυτοκίνητο στο νησί. Είχαμε γίνει απρόσιτοι με τα δυο μας τα χέρια! Συνδυάζω, σκέφτομαι και ελπίζω.

Την Κυριακή στον Μόλυβο με περίμενε η κουμπάρα Αναστασία για να διασκεδάσουμε τη δεύτερη μέρα του «Food Fest». Ο Φορέας Τουρισμού διοργάνωσε ένα πολύ προσεγμένο Σαββατοκύριακο, στη διάρκεια του οποίου φρόντισε να δώσει σε όσους παραβρέθηκαν, μια πολύ καλή γεύση από τις τουριστικές υπηρεσίες του τόπου και την ποιότητά τους: ωραία ξενοδοχεία, καλά εστιατόρια, φιλόξενοι κάτοικοι, αισθητική, τοπική παράδοση, κέφι και γλέντι. Νέοι άνθρωποι, χαρούμενοι, κεφάτοι, ειλικρινείς στις προθέσεις τους, που σε κοιτάζουν με βλέμμα που χαμογελά, δουλεύουν για να κερδίσουν τον χαμένο χρόνο. Οργανώνουν για τρίτη συνεχόμενη φορά το Φεστιβάλ Κλασικής Μουσικής, ανοίγουν το Κάστρο για εκδηλώσεις, αγαπούν τον τόπο τους, τον γνωρίζουν, τον απολαμβάνουν και μυούν τον επισκέπτη στα μικρά μυστικά της μαγείας του. Τα ξαναζωντανεύουν και στο μυαλό όσων από μας έχουμε χρόνια να τα γευτούμε: τα γκρέμνα, τη ψειριάρα, τους μικρούς κολπίσκους της Εφταλούς. Νιώθω την ανάγκη να πω ένα ευχαριστώ για εκείνη την ωραία Κυριακή στη Μαρία, στον Θεόφιλο, στον Δημήτρη, στην Έφη, στον Ιγνάτη, στη Γαβριέλλα και σε όλους τους παλιούς φίλους και συμμαθητές που δούλεψαν για ό,τι ζήσαμε -ίσως κάποιων, όχι σκόπιμα, να ξεχνώ να αναφέρω το όνομά τους.

Καθώς γράφω τις τελευταίες γραμμές, στο μυαλό μου, γυρίζει η σκέψη να προλάβω ανοιχτόν τον Κώστα να αγοράσω το εισιτήριο για το καραβάκι που σε πηγαίνει στο Αϊβαλί. Μια καινούρια ευκαιρία να αναβαθμιστεί το βόρειο τμήμα του νησιού! Ελπίζω σε καλύτερα.

 

 

Πέμπτη, 13 Ιουλίου 2017 18:35

Το μακρινό ταξίδι του Κώστα Δούκα

Καταμεσήμερο, κατακαλόκαιρο, με τον υδράργυρο να σκαρφαλώνει στους 40 βαθμούς, βρέθηκα να κοιτάζω μια παλιά χειμωνιάτικη φωτογραφία, τραβηγμένη στα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα στον Μόλυβο, από έναν χριστουγεννιάτικο χορό στα Δελφίνια. Στο τραπέζι από τη μια πλευρά, η μάνα και ο πατέρας μου, πρόεδρος τότε της Πέτρας, κι από την άλλη ο τότε δήμαρχος Μολύβου, Κώστας Δούκας, με τη γυναίκα του, τη Θέκλα. Κάπου ανάμεσά τους ένα παιδικό κεφαλάκι, το δικό μου. Ήταν η εποχή της ενεργού δράσης και των δύο. Λίγα χρόνια νωρίτερα, πριν ακόμη πέσει η Δικτατορία, τους θυμάμαι στον καφενέ του Κιντριδέλλη, να τραγουδούν μαζί με όλη στην Πέτρα, «πότε θα κάνει ξαστεριά», με την Αστυνομία αύτανδρη να έχει ζώσει την πλατεία. Ήταν η εποχή της αντίστασης και των ανατροπών.

Χτες βράδυ, ενώ χάζευα στο facebook, πληροφορήθηκα την αποδημία του εμβληματικού δημάρχου του Μολύβου, από τη σελίδα του γιου του, από όπου και κατέβασα το σκίτσο, που συνοδεύει το κείμενο. Μέσα σε μισή ώρα άρχισαν να πυκνώνουν οι αναρτήσεις, το αναπόφευκτο βιογραφικό σημείωμα του εκλιπόντος, η προσφορά του στην ανάπτυξη του Δήμου που διοίκησε για δεκαέξι ολόκληρα χρόνια, και οι αξιολογικές νεκρολογίες. Το μάτι μου έπεσε και σε υλικό από μία τιμητική ημερίδα που διοργανώθηκε από τη σημερινή Δημοτική Αρχή προς τιμήν του, πριν από ένα χρόνο. Από όλα αυτά και από την εμπειρία μου, μπορώ να επιβεβαιώσω τη γενική εκτίμηση που ο Κώστας Δούκας απολάμβανε, για δεκαετίες. Μπορώ να θυμηθώ την αυθεντικότητα στο βλέμμα του, την ευγένεια, τα καλοσυνάτα μάτια ενός ανθρώπου καθαρού, από τους λίγους που διέσχισαν νικητές την πολιτική αρένα, και επέτυχαν να διατηρήσουν αλώβητη την προσωπική τους αξιοπρέπεια. Μπορώ τέλος, να θυμηθώ έναν ωραίο άντρα, με τα μακριά μαλλιά και το παντελόνι καμπάνα, που υπονόμευε από τότε τον συντηρητικό ενδυματολογικό κώδικα.

Μπορώ επίσης να υπογραμμίσω ότι ο Δούκας ήταν ένας από τους αριστερούς δημάρχους στα δύσκολα χρόνια της Μεταπολίτευσης, ο οποίος τίμησε την Αριστερά ως ιδεολογία με το έργο, το όραμα και την ακηλίδωτη υπόληψή του. Δεν ήταν εύκολο τότε να είσαι αριστερός και να διεκδικείς κονδύλια και υποσχέσεις για έργα υποδομής. Αλλά φάνηκε ότι ο ίδιος είχε τον τρόπο του να επιτυγχάνει τον σκοπό του: Απροκατάληπτος στις κομματικές φράξιες, άπλωνε πάντα το χέρι για συνεργασία σε όσους θεωρούσε ικανούς να παλέψουν για την αυτοδιοίκηση. Γνήσιος αριστερός, είχε έντονο το συναίσθημα της αλληλεγγύης και της κοινωνικής προσφοράς.

Πάτησε στα χνάρια του Κυριακού, του άξιου προκατόχου του στη δημαρχία, προσπάθησε και εν πολλοίς το κατάφερε, να αναδείξει τον Μόλυβο, τον δεύτερο μετά την Ύδρα, ανακηρυγμένο ως παραδοσιακό οικισμό, σε τουριστικό πόλο έλξης ενός υβριδικού τουριστικού πλήθους, που γευόταν χωριάτικη και χταπόδι στο λιμάνι και χόρευε στην ντισκοτέκ αλλά και μιας μεγάλης ετερόκλητης παρέας διανοούμενων, που προτιμούσε το γυμνισμό στην ψειριάρα και στους κολπίσκους της Εφταλούς. Το όραμα του Δούκα, των μεντόρων και των συνεργατών του, βοήθησε την τοπική οικονομία, χωρίς να προδώσει την ομορφιά του φυσικού τοπίου και της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής δόμησης. Έπλεξε γύρω από το γραφικό ψαράδικο χωριό, ένα δίχτυ, μέσα στο οποίο σπαρταρούσε το εκλεπτυσμένο γούστο, η αυθεντική λαϊκότητα, η ελληνική ομορφιά, η παραδοσιακή γευσιγνωσία, η καλλιτεχνική έμπνευση και η μαγεία του φεγγαρόφωτου. Αυτό ήταν ο Μόλυβος όχι μόνον επί Δούκα αλλά και για δεκαετίες μετά από αυτόν.

Αυτό σημαίνει πως ο άνθρωπος αυτός δεν είχε μόνον ένα όραμα, αλλά άφησε έργο. Πολύ περισσότερο ότι κληροδότησε την παρακαταθήκη του, εμπνέοντας όσους τον διαδέχτηκαν. Έπλεξε τόσο σφιχτό τον ιστό της πολιτιστικής ταυτότητας του τόπου του, ώστε αυτός να παραμείνει αρραγής και αλώβητος με τις πρώτες στραβοτιμονιές. Φίλε Μάνο, αγαπητέ συνάδελφε, κατάγεσαι από καλή γενιά. Αυτό είναι τεράστια περιουσία. Να ζεις να τον θυμάσαι.

 

Καλυψώ Λάζου

 

 

Πέμπτη, 06 Ιουλίου 2017 19:06

Με τον αέρα της εικοσαετίας

Σήμερα κλείνουν είκοσι χρόνια από εκείνον τον Ιούλιο του 1997, όταν ξεκίνησα να αρθρογραφώ στον τοπικό Τύπο του νησιού. Στα χρόνια που πέρασαν, άλλαξε ο οικοδεσπότης μου μία φορά, διατηρήθηκε όμως το ύφος και ο χαρακτήρας του κειμένου στο ακέραιο. Κοιτάζοντας πίσω, μόνον ευχαριστίες μπορώ να εκφράσω προς όσους με παρότρυναν να γράψω και σε όσους με εμπιστεύτηκαν και με εμπιστεύονται. Μια ακόμη μεγαλύτερη υποχρέωση έχω απέναντι στο αναγνωστικό κοινό.

Θυμάμαι το μεσημέρι εκείνου του Ιουλίου και τα ορνιθοσκαλίσματα πάνω στην κόλλα αναφοράς με το μπλε στυλό. Θυμάμαι τη θέα του λιμανιού της Μυτιλήνης, το ξύλινο καινούριο τραπέζι, τη λευκή ομπρέλα για τον ήλιο, το λονδρέζικο λουλουδάτο φόρεμα, την ανασφάλεια, τη νευρικότητα, τις μουτζούρες στη σκιά ενός καυτού ήλιου.

Δεν ξέρω αν τα χρόνια που κύλησαν, δικαιώνουν ή προδίδουν εκείνη την αμηχανία. Ούτε ψάχνω απαντήσεις. Είμαι ευγνώμων για τον χρόνο που κύλησε χωρίς τραύματα, χωρίς σοβαρά προβλήματα, που έφερε εμπειρία, γνώση, πραγματοποίησε όνειρα και γέννησε περισσότερες ελπίδες. Η στήλη αυτή είναι ό,τι απέμεινε από τον ανεμοστρόβιλο στον νου μιας νεαρής ακόμη απόφοιτης, που ονειρευόταν να σταδιοδρομήσει στη δημοσιογραφία και άκουγε από μικρή ότι τα κατάφερνε να γράφει. Αυτό ήταν και το μόνο εφόδιο στη φαρέτρα ενός τρελόπαιδου, που τότε βουτούσε σε άπατα νερά, χωρίς καμία συνείδηση κινδύνου.

Δε θυμάμαι πώς έγινε και μια μέρα η δημοσιογραφία, το πάθος για ελεύθερο ρεπορτάζ και η επιθυμία για σταδιοδρομία στην ελεύθερη αγορά, αντικαταστάθηκαν με αυτό που υπάρχει σήμερα, ή μάλλον θυμάμαι, αλλά πια αυτό δεν έχει καμιά σημασία. Ο άνθρωπος ωριμάζει, συχνά χωρίς να συμβιβάζεται, ευτυχώς, αποκτά αυτογνωσία και αυτή είναι μια περιουσία που δεν τον προδίδει ποτέ. Μπορεί λοιπόν η επαγγελματική πορεία να προσανατολίστηκε σε άλλες ατραπούς, η στήλη όμως παρέμεινε και αγαπήθηκε από την υπογράφουσα ακόμη περισσότερο, ίσως γιατί ήταν ό,τι απέμεινε από την αθωότητα και την αφέλεια ενός αγαπημένου παρελθόντος.

Κείμενα γραμμένα στο χαρτί, που πολύ σύντομα γράφονταν ηλεκτρονικά και στέλνονταν στον αποδέκτη με ηλεκτρονική αλληλογραφία, κάτι μάλλον καινοτόμο λίγο πριν το millennium, κείμενα γραμμένα στο αεροπλάνο, στο πλοίο, στο πούλμαν, στο εξωτερικό, σε δυνατές, σκληρές και ευτυχισμένες στιγμές! Μια διαρκής προσπάθεια να προσεγγίσω ένα κομμάτι από την καθημερινή πραγματικότητα που όλοι βιώνουμε, το οποίο με άγγιζε συναισθηματικά, ιδεολογικά ή ηθικά περισσότερο ή μου κέντριζε το ενδιαφέρον.

Στην αρχή δεν κρατούσα αρχείο. Για πολλά χρόνια. Όταν έφυγε η μητέρα μου, ανακάλυψα στο πατρικό μου όλα τα κείμενα που είχα γράψει, φυλαγμένα σε ένα κουτί. Σ’ αυτήν οφείλω ότι σήμερα έχω στα χέρια μου ό,τι έγραψα. Υπάρχουν κείμενα που δυσκολεύομαι να ξαναδιαβάσω. Κάποια που απορρίπτω και ορισμένα που αγαπώ πολύ. Κάποτε σκέφτηκα να κάνω μια επιτομή. Το εγχείρημα δεν ολοκληρώθηκε, ακόμη τουλάχιστον. Σε κάποια αναγνωρίζω στιγμές της τοπικής ιστορίας ιδωμένες από τη δική μου οπτική, άλλα τα αποκωδικοποιώ και ξαναγυρίζω σε σταθμούς της δικής μου προσωπικής και οικογενειακής ιστορίας, σε κάποια, πιο λίγα, αφήνω απλώς τον λόγο να κυλά. Είναι εκείνα τα λίγα που μου αρέσουν, ακόμα, παρά τη χρονική απόσταση που μας χωρίζει.

Η επιφυλλίδα μου αυτή είναι η αγαπημένη μου εβδομαδιαία συνήθεια. Γράφεται συνήθως στην πιο ακατάλληλη στιγμή της εβδομάδας, γιατί ποτέ μου δεν κατάφερα να οργανώσω σωστά τον χρόνο που είχα στη διάθεσή μου. Παρόλ’ αυτά πρόκειται για μια δραστηριότητα που απολαμβάνω και που ολοκληρώνω πάντα με ιδιαίτερη αφοσίωση. Συχνά ό,τι γράφω, ωριμάζει μέσα μου μια ολόκληρη εβδομάδα. Άλλοτε ολοκληρώνεται σε μισή ώρα.

Πρόσφατα χρειάστηκε να υπερασπιστώ τον δημόσιο λόγο μου, όταν αήθη πρόσωπα επιχείρησαν, στο πλαίσιο ενός αθέμιτου επαγγελματικού ανταγωνισμού, να μεταφράσουν το ύφος του σε …δική μου εκπαιδευτική ανεπάρκεια! Το ηθικό δίδαγμα για μένα ήταν ότι αυτό που σε ακολουθεί για δεκαετίες, σε χαρακτηρίζει. Ούτε λεπτό δεν σκέφτηκα να σταματήσω να αρθρογραφώ. Και σταματώ να γράφω προσπαθώντας να φανταστώ τι θα γράφω είκοσι χρόνια μετά. Δεν ξέρω._

 

Καλυψώ Λάζου

Πέμπτη, 29 Ιουνίου 2017 19:42

Στιγμιότυπα

Στιγμιότυπο πρώτο: Ένας άντρας υβριδικός: ένα παραμύθι μέσα στην καθημερινή ζωή. Στο όριο του παραλόγου και της καθημερινής ζωής. Καλλιτέχνης, με πάθη: πότης και καπνιστής αρειμάνιος. Ζωγράφος, αρχαιολόγος και αρχιτέκτονας. Τρώει πάντα μπάμιες από κεραμικό πιάτο γλάστρας. Αχρησιμοποίητο εννοείται. Το θεωρεί ως το ιδανικό σκεύος με την κατάλληλη χωρητικότητα και αισθητική. Το διαλέγει σε φυτώρια με βάση το πάχος του εξωτερικού χείλους. Ψιθυρίζει βρισιές. Μιλά στα ερείπια. Προσπαθεί να τα αναπαραστήσει ψηφιακά σε προγράμματα. Αγαπά τις γάτες και όσα είναι απαλά στην αφή. Ακροβατεί ανάμεσα στον παραλογισμό, στην παραίσθηση και στην τετράγωνη ακαδημαϊκή λογική. Ως άνθρωπος είναι σκληρός, με γωνίες στο πρόσωπο και στον χαρακτήρα. Ακραίος και απόλυτος. Ειδήμων στα τραύματα. Χαμαιλεοντικός. Παράφορος. Κυνηγός πουλιών. Έζησε δέκα χρόνια στην έρημο στην καρδιά του Ιορδάνη, μελετώντας την ελληνιστική τέχνη. Φορούσε μαντήλα και είχε γένια. Στον ύπνο του, παραμιλά στα αραβικά. Μετά από αυτόν δύσκολα καταφέρνεις να συμβιβαστείς με καθημερινά πρόσωπα, συγκροτημένα αλλά προβλέψιμα. Με στόχους εφικτούς και εμπειρίες καθημερινές, καθωσπρέπει, που σχηματοποιούν τα συμβατικά όνειρα μιας μέσης ελληνικής οικογένειας για τον γιο της. Παρόλ’ αυτά ο ίδιος τυγχάνει παιδί μικροαστών. Γέννημα - θρέμμα Κυψελιώτης. Περνούσε τα καλοκαίρια του στο οικογενειακό αγρόκτημα, τρώγοντας ορφανά γεμιστά, από τον λαχανόκηπο που φύτευε ο πατέρας του. Από τότε μίσησε τα γεμιστά. Κι αγάπησε τα έντομα που ξυπνούν και κυκλοφορούν τη νύχτα. Οι μονόλογοί του θα μπορούσαν να γίνουν θεατρικό μονόπρακτο στο θέατρο του παραλόγου. Η αγάπη του για τις αντίκες, παροιμιώδης. Ο φόβος του για τον χρόνο που περνά, ακραίος. Οι τσακωμοί του με τους πωλητές των αντικών, μυθικοί, όταν κάποιος από αυτούς περιγράφει ως «παλιό» ή ως «αντίκα» ένα αντικείμενο συνομήλικό του. Ο μεγάλος έρωτας της ζωής του, μια γυναίκα στον αντίποδά του, κόρη μικροεφοπλιστή, απόφοιτος ακριβού ιδιωτικού κολλεγίου, με σπουδές στη Μεγάλη Βρετανία και εξοχικό στη Μικρά Αγγλία. Με χαμηλά παπούτσια, άψογη αλογοουρά και πάντα χτενισμένη κόμη έκτοτε. Με χαμηλόφωνο τόνο και συγκαταβατική διάθεση. Με αγάπη στη ζωγραφική και λατρεία στον ίδιον. Ώσπου, ύστερα από δύο δεκαετίες, τρία βιβλία, ένα έφηβο παιδί και τρία αυτοκίνητα, δεν άντεξε άλλο. Άφησε απαλά πάντα το χέρι του αιώνιου έφηβου και τον εγκλώβισε οριστικά στο δικό της ημι-αυτόνομο σύμπαν.

Στιγμιότυπο δεύτερο: Ένας άντρας αθώος. Συμβατικός. Καθημερινός. Που αγαπούσε τη Φυσική, το ποδήλατο, το ουζάκι και το χωριό του. Ιδεολόγος αριστερός. Στα γεγονότα του Πολυτεχνείου, τον θυμούνται σκαρφαλωμένο σε ένα δέντρο να φωνάζει συνθήματα, κατά της Χούντας. Διορίστηκε καθηγητής στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και έκτοτε έτσι πορεύτηκε. Με αστεία με τους μαθητές του, με ουζάκι, καφενέ, τάβλι, ύμνους στην Αριστερά, καλαμπούρι, αθωότητα, γνησιότητα, αγάπη και καλή καρδιά. Με δυσκολίες άνισες σε σύγκριση με τους συνομηλίκους του, τις οποίες πάντα αντιμετώπιζε με ανοχή, συγκατάβαση, καλοπροαίρετη διάθεση και πάντοτε με χιούμορ. Η ζωή στάθηκε μάλλον άδικη μαζί του από την αρχή. Αδικαιολόγητα και ασυνήθιστα δύσκολη και σκληρή. Ως το τέλος. Όταν ξαφνικά τον χτύπησε ύπουλα και τον έβγαλε εκτός πορείας, μέσα σε δύο μόλις μήνες. Υποθέτω ότι κάπου στον Παράδεισο υπάρχει ένα καφενείο, όπου όλοι οι συγχωριανοί του, συναντιούνται, παίζουν πρέφα, πίνουν ούζο, συζητούν για την Αριστερά.

Στιγμιότυπο τρίτο: Ένα περιφερειακό νεκροταφείο κάπου στην καρδιά της Αθήνας, όπου ο πρώτος άντρας αποχαιρετά τον δεύτερο. Είναι γι’ αυτόν μια πρωτόγνωρη εμπειρία να κηδεύεις τον πρώτο καθηγητή σου που φεύγει από τη ζωή και να τον συνοδεύεις στην τελευταία του κατοικία, μαζί με μια χούφτα συγγενείς, παλιούς γνωστούς και λίγους συντοπίτες του, που ξέκλεψαν λίγο χρόνο από τη δουλειά τους, για να παραστούν στην κηδεία. Ο πρώτος άντρας σκέφτεται τον θάνατο. Καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί ούτε να τον ζωγραφίσει, ούτε να τον φανταστεί. Ούτε ξέρει πότε μπορεί να τον περιμένει. Περνά με βήματα αργά την πόρτα του κοιμητηρίου. Μπαίνει στην πρώτη κάβα που συναντά και αγοράζει ένα καλό γαλλικό κρασί. Τα χαράματα τον βρίσκουν αγκαλιά με το άδειο μπουκάλι.

 

 

 

Θα μπορούσαν να γίνουν ένα πολύ αστείο θεατρικό έργο, ακόμη και το αντικείμενο μιας εναλλακτικής ανακοίνωσης… που συγκαταλέγεται στα παρεπόμενα της επιστημονικής έρευνας. Αναφέρομαι στο περιεχόμενο και στις προσφωνήσεις των αφιερώσεων των διπλωματικών εργασιών που εκπονούνται από άτομα άνω των τριάντα ετών. Είναι ένα εξαιρετικό δείγμα γραφής μιας πλαστής γλωσσικής διαλέκτου, παντελώς αδύνατης να αξιοποιηθεί σε επίπεδο κοινωνικό, προκειμένου να εκφραστούν συναισθήματα -ειλικρινή μάλιστα- απέναντι σε πρόσωπα οικεία, αγαπημένα και μοναδικά για το προσωπικό σύμπαν καθενός από εμάς.

Τις ανευρίσκετε στη δεύτερη σελίδα κάθε διπλωματικής εργασίας, κάθε επιστημονικής γενικότερα απόπειρας. Πριν καλά-καλά ο αναγνώστης έρθει σε επαφή με το περιεχόμενο της έρευνας και της επιστημονικής σκέψης κάθε μελέτης, υποχρεούται, στο πλαίσιο μιας άτυπης, κονφορμιστικής κουλτούρας δεοντολογίας, να υπεισέλθει έμμεσα και μάλλον ανορθόδοξα στον εσωτερικό κόσμο και στην προσωπική ζωή του συγγραφέα, διαβάζοντας τις αφιερώσεις του.

Τον τελευταίο μήνα έχω εγκατασταθεί στο σπουδαστήριο και αποδελτιώνω τέτοιες αφιερώσεις. Ύστερα προσπαθώ να κατηγοριοποιήσω τα πρόσωπα, στα οποία οι συγγραφείς αναφέρονται και να συνοψίσω το περιεχόμενο των αναφορών προς αυτά. Μου θυμίζουν λίγο άστοχα επιγράμματα προς σχέσεις είτε τυποποιημένες ή με παραπέμπουν σε συμβατικές εκδηλώσεις που εμπεριέχουν κοινωνικά αυτονόητες θεσμικές παραδοχές προς είδη σχέσεων νομιμοποιημένα. «Στον αγαπημένο μου σύζυγο, Ιωάννη», διαβάζω σε ένα δελτίο και πια δεν μπορώ να ξεχωρίσω αν πρόκειται για αναγραφόμενο σε κηδειόσημο μιας σχέσης, μιας ηλικίας ή μιας συναισθηματικής εφηβείας που από την ήβη προσγειώνεται απότομα στην κλιμακτήριο, διαβαίνοντας τον Ρουβίκωνα της επιστημονικότητας…

Αδυνατώ να σχολιάσω όσες εργασίες είναι αφιερωμένες σε αγίους, ιερείς  και σε κάθε μορφής οικονομικούς ευεργέτες: ιδρύματα, παρόχους υποτροφιών και λοιπά. Οι τελευταίοι είναι και οι μόνοι μάλλον αρμοδιότεροι να αναφέρονται σε τέτοιες εργασίες, καθώς πάντοτε η τέχνη και η επιστήμη είχε την ανάγκη της συνδρομής κάποιου μαικήνα.

Κάποιες μελέτες είναι αφιερωμένες σε επιβλέποντες καθηγητές, άλλες -ίσως οι περισσότερες- στη μνήμη ή στην εν ζωή παρουσία των γονέων των συγγραφέων, οι οποίοι είναι αλήθεια, τους στήριξαν οικονομικά, για να ολοκληρώσουν την έρευνα και άλλοι πάλι αφιερώνουν τη δουλειά τους στα παιδιά τους, των οποίων αναφέρουν ηλικία, βάρος, ύψος και χρώμα μαλλιών. Το τελευταίο σχετικώς το καταλαβαίνω. Πιστεύω εν γένει ιδιαίτερα στους δεσμούς αίματος. Τους θεωρώ ισχυρούς και ακατάλυτους. Παρόλ’ αυτά, μου είναι εξαιρετικά δύσκολο ως και απάνθρωπο να προτάξω δύο σελίδες σε ένα παντελώς ακατάλληλο θεματικά βιβλίο, για να εξηγώ σε αδιάκριτα μάτια πόσο πολύ αγαπώ τους γονείς μου, και πόσα τους οφείλω. Η επιστημονική κοινότητα δεν στηρίζεται σε συναισθηματικούς δεσμούς, οπότε αυτές οι μικρές ατασθαλίες συναισθηματισμού μάλλον αποστερούνται το συναίσθημα, παρά εμπλουτίζουν το αυστηρό και λογικοκρατούμενο ακαδημαϊκό ύφος. 

Ξαναγυρίζω στις προσωπικές σχέσεις και προσπαθώ να καταλάβω τα κίνητρα των αφιερώσεων: τύψεις για τον χρόνο που οι συγγραφείς πέρασαν σε απόσταση από τους συντρόφους τους; εξορκισμός του εγωισμού που οι σχέσεις ποτέ δε θεραπεύουν, γιατί οι δύο δεν γίνονται ποτέ μία σάρκα; Επίδειξη προσωπικής ζωής στους εργένηδες θεράποντες της έρευνας; Άλλοθι προσωπικά στο εσωτερικό κενό; Ή αληθινή αγάπη; Αποδελτιώνοντας τις αφιερώσεις των εργασιών της δεκαετίας του 1990, αναρωτιέμαι πόσες σχέσεις διατηρούνται ακόμη, πόσες δεν έχουν καταλήξει σε διαζύγια! Πόσες δεν έχουν αντικατασταθεί! Πόσες δεν έχουν τελειώσει!

Όχι, δεν πιστεύω ότι όσοι αφιερώνουν τη δουλειά τους στους συντρόφους τους, κάνουν κάτι ειλικρινές για δύο λόγους: αφενός, επειδή οι εραστές αφιερώνουν ο ένας στον άλλον ποιήματα και ερωτικά λόγια, αφετέρου, γιατί η γλώσσα που χρησιμοποιούν είναι απόμακρη και συμβατική. Σκεφτείτε μόνον πότε απευθύνεστε σε κάποιον με τη φράση: «Σύζυγε, Μαρία, σε ευχαριστώ για την πολύτιμη συμπαράστασή σου, όσο μελετούσα»!!! Και προσωπικά προσθέτω και ένα τρίτο επιχείρημα: ότι τα ειλικρινή και ανεξάντλητα ερωτικά και αγαπητικά συναισθήματα έχουν μόνον έναν αποδέκτη: το ποιητικό αίτιο των πόθων μας, όσο αυτοί υπάρχουν και παραμένουν ζωντανοί!

 

Καλυψώ Λάζου

 

 

Τη Δευτέρα που μας πέρασε, θα τη θυμάμαι για το άγχος και την αγωνία που με κέρασε, ώσπου να πληροφορηθώ ότι φίλοι και γνωστοί χαίρουν άκρας υγείας και τα άψυχα στέκονται όπως τα άφησα. Πολύ πιο έντονα θα τη θυμούνται όσοι δοκιμάστηκαν και κυρίως εκείνοι που είχαν απώλειες -υλικές, ας μην ξεχνάμε ότι ζούμε στην καρδιά της κρίσης- και ασφαλώς όσοι κινδύνεψαν. Φαντάζομαι πως η οικογένεια της εκλιπούσης δε θα λησμονήσει το μεσημέρι της περασμένης Δευτέρας και σ’ αυτήν θα ήθελα, μέσα από τη στήλη αυτή, να στείλω τα πιο θερμά μου συλλυπητήρια.

Αλλά ως εδώ! Δοκιμαζόμαστε ποικιλοτρόπως τα τελευταία χρόνια. Αυτό είναι γεγονός. Δοκιμαζόμαστε, παραμένουμε αβοήθητοι και αντέχουμε. Κάνουμε ωστόσο και εξαιρετικά επικοινωνιακά λάθη, τα οποία μάς στοιχίζουν. Όταν έχεις ανάγκη την ανάπτυξη, δεν θρηνείς, σηκώνεις τα μανίκια και παραμένεις αισιόδοξος. Προβάλλεις τα θετικά σημεία του προϊόντος σου. Δε θα ξεχάσω πέρσι το καλοκαίρι, τα ρεπορτάζ για άδειες ταβέρνες, άδεια τουριστικά καταλύματα και άδειες παραλίες που προβάλλονταν για τη Λέσβο. Δεν υπήρχε πιο ηττοπαθής διαφήμιση! Και τελικά ήταν και εσφαλμένη, γιατί όλοι καλά γνωρίζουμε ότι Ιούλιο και Αύγουστο ήρθε τουρισμός στο νησί, μπορεί όχι ο αναμενόμενος, πάντως άδειοι δεν ήμασταν.

Το βλέπω ότι αρχίζουμε και πάλι να ολισθαίνουμε σε επικοινωνιακό σφάλμα και αυτό κινδυνεύουμε ξανά να μας στοιχίσει. Είναι σίγουρο ότι περάσαμε δύσκολα, ότι δοκιμαστήκαμε, ότι είχαμε υλικές ζημιές και θρηνήσαμε και μια απώλεια. Όμως την επομένη ξημέρωσε μια καινούρια μέρα. Ημέρα που πρέπει όλοι να ανασυνταχτούμε και να διεκδικήσουμε. Από τη ζωή, από την πολιτεία, από τον ίδιο μας τον εαυτό. Η μεγάλη μας πλειοψηφία κατάγεται, κατά το ήμισυ τουλάχιστον, από ανθρώπους που βίωσαν την προσφυγιά, που ξεσπιτώθηκαν βίαια και χρειάστηκε να αρχίσουν από την αρχή, χωρίς να μπορούν να περιμένουν το παραμικρό. Το να αναπαράγουμε φωτογραφίες από συντρίμμια -που επιτέλους (ευτυχώς) δεν είναι και καθολικό φαινόμενο- αυτό βλάπτει. Βλάπτει τις πληγείσες περιοχές, γιατί θυμίζω ότι πολύ κοντά βρίσκεται η παραλία των Βατερών, πλήττει την τοπική οικονομία, άρα μας ενοχλεί όλους μας και πολύ περισσότερο διασπείρει μια εικόνα ηττοπάθειας και κακομοιριάς, που δεν την αξίζουμε ούτε εμείς, ούτε οι άνθρωποι που υποφέρουν και συνεπώς χρειάζονται ανθούσα οικονομία, για να ανακάμψουν.

Εδώ περιμένω να δω τη Δημοτική και την Περιφερειακή Αρχή να δραστηριοποιούνται. Τους τουριστικούς φορείς, τους πράκτορες και όποιες άλλες αναπτυξιακές δυνάμεις επιτέλους αισθάνονται ότι αναπνέουν στον τόπο συλλογικά ή ως ιδιώτες. Για όλους μας, χρειάζεται ανατροπή του κλίματος που έχει δημιουργηθεί. Δημοσιογράφους με φόντο πεσμένες πέτρες δε θα ήθελα να ξαναδώ. Όχι από αναλγησία ή από υστεροβουλία από κοινή λογική. Από αγάπη και ενδιαφέρον για τον τόπο. Μπορεί η συγκυρία να εξελιχθεί σε πλεονέκτημα; Εδώ μάς θέλω όλους. Υπάρχει συναφές με το περιβάλλον, πανεπιστημιακό τμήμα στο νησί. Είναι κατάλληλη στιγμή να γίνει η εξωστρέφεια η ακαδημαϊκή, όχι μια ενότητα της εξωτερικής αξιολόγησης αλλά κινητήρια δύναμη για τον τόπο. Που ναι, δοκιμάζεται. Χρόνια τώρα και πρέπει να αντέξει και να προχωρήσει. Να ζήσει, να χτίσει, να γελάσει, να ερωτευτεί, να διασκεδάσει, να συλλογιστεί και δημιουργήσει, να παράγει, να κάνει όνειρα, να μεγαλώσει παιδιά, να συνεχίσει, να απολαύσει τη ζωή.

Ίσως μου κακιώσετε ότι είναι πολύ νωρίς που τα γράφω όλα αυτά. Νομίζω είναι η πιο κατάλληλη στιγμή. Οι απώλειες είναι βίωμα, που το κουβαλάμε εσαεί, όχι όμως και χαμένος χρόνος από την καθημερινή μας πραγματικότητα. Το πρώτο είναι συγκινησιακή ανάγκη, το δεύτερο ηττοπάθεια. Η Λέσβος δοκιμάστηκε και κανείς δε μας εγγυάται πόσο και πότε θα δοκιμαστούμε ακόμη. Σε όλα τα πεδία και σε βάθος χρόνου. Έτσι είναι η ζωή. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι πρέπει να καθίσουμε με σταυρωμένα χέρια να θρηνούμε μοιρολατρικά. Χρειάζεται άμεσα να ανακαλύψουμε τα αντανακλαστικά μας και να αντιδράσουμε. _

 

Καλυψώ Λάζου

 

 

Πέμπτη, 08 Ιουνίου 2017 21:48

Παραμονές των Πανελλήνιων

Τα τελευταία δέκα χρόνια περίπου, την ημέρα που εξετάζεται η Νεοελληνική Γλώσσα, ξεκινώ κι εγώ για το πλησιέστερο βαθμολογικό κέντρο. Οδηγώντας με τετάρτη, από τη Νέα Σμύρνη προς Πειραιά, στο μυαλό μου έρχεται φευγαλέα εκείνη η έφηβη που ταξίδευε καθημερινά είκοσι χιλιόμετρα και διέσχιζε το μισό νησί, για να εξεταστεί, με μια απίστευτη αφέλεια αυτάρκειας στο βλέμμα και με την κούραση πάνω από τα βλέφαρα. Ένα παιδί, που ακροβατούσε ανάμεσα σε δυο έρωτες και σε μια σκληρή απώλεια και είχε απόλυτη συνείδηση ότι το μέλλον του, όπως το ονειρευόταν ήταν μπροστά και πέρα από όλα αυτά και πως ζωή σημαίνει να χτίζεις κάθε μέρα ένα καινούριο μέλλον. Το έχω ξεπεράσει πολλές δεκαετίες τώρα εκείνο το κορίτσι, το θυμάμαι όμως με πολλή συμπάθεια: γιατί δε συμβιβαζόταν, γιατί πάλευε λυσσαλέα για όσα διεκδικούσε, γιατί κέρδιζε κι αμέσως έστηνε μπροστά της καινούριες ανηφόρες και τις σκαρφάλωνε με λογισμό και με όνειρο, με πάθος, με έρωτα και με ευαισθησία. Το θυμάμαι κάθε φορά που εξετάζω, κάθε φορά που κρίνω, κάθε φορά που αξιολογώ, έχω το βλέμμα του στα μάτια μου. Και ξέρω ότι ποτέ δεν την ικανοποιώ.

Μια μέρα πριν ξεκινήσουν οι φετινές πανελλήνιες, έγραψα το κείμενο που ακολουθεί για τον Δημητράκη μου, που ρίχνεται κι αυτός στον αγώνα, με ευχές στους γονείς του για καλή δύναμη στα χρόνια που θα είναι φοιτητής. Το μοιράζομαι μαζί σας:

Αγαπημένε μου,

Επειδή είχα την ευτυχία να σε γνωρίζω και να σε αγαπώ από τότε που γεννήθηκες,

Επειδή καταλαβαίνω πώς είναι να αισθάνεσαι ότι έχεις στην τσέπη σου όλες τις απαντήσεις της ζωής και ταυτόχρονα

Επειδή ξέρω πως μόνον όσο μεγαλώνεις ανακαλύπτεις τα όρια, τις ανάγκες και τις αδυναμίες σου,

Επειδή εσύ αυτό δεν το πιστεύεις, με αμφισβητείς και κάνεις όνειρα

Επειδή έμαθες να προσπαθείς και να παλεύεις γι’ αυτά, να κυνηγάς τους στόχους σου

Επειδή ψηλαφείς τη ζωή μέσα από τα βιβλία και τα συναισθήματα,

Επειδή ερωτεύεσαι,

Επειδή έχεις αρχές, αξίες και ιδανικά,

Επειδή ο κόσμος νομίζεις ότι είναι δίκαιος,

Επειδή το δίκαιο στο τέλος θριαμβεύει αλλά συνήθως περνά μέσα από συμπληγάδες,

Επειδή είσαι έξυπνος, αφοσιωμένος , εργατικός αλλά και ευαίσθητος,

Επειδή πληγώνεσαι αλλά προσποιείσαι τον άτρωτο,

Επειδή είσαι νέος,

Επειδή σ’ αγαπώ και πιστεύω σε σένα,

Θέλω να ξέρεις, όσο κι αν με κοροϊδεύεις που στο λέω,

Ότι αύριο δεν κρίνεται παρά μόνον η ανταμοιβή δυο χρόνων σκληρής προσπάθειας,

Ότι η ζωή κερδίζεται καθημερινά, με συνεχή αγώνα,

Ότι κάθε μέρα αποδεικνύεις πόσο αξίζεις

Ότι οι έρωτες και οι σχέσεις αυτής της εποχής, συνήθως απομυθοποιούνται,

Ότι οι μεγάλες αγάπες είναι συνήθως αγάπες αίματος,

Ότι αυτό που αξίζει στη ζωή είναι η αξιοπρέπεια, η συγκρότηση, η σωματική υγεία,

Ότι πρέπει κάθε μέρα να μπορείς να ονειρεύεσαι, να υπηρετείς υψηλούς στόχους,

Ότι χωρίς να είσαι μοιρολάτρης, δεν πρέπει να υποτιμάς την τύχη,

Ότι ευτυχία είναι να είσαι περήφανος για τον εαυτό σου.

Κι εγώ είμαι πολύ περήφανη για σένα απόψε

Δεν περιμένω να σε αξιολογήσω σε αριθμητική κλίμακα,

Ούτε να σε μετρήσω σε επιδόσεις,

Είμαι σίγουρη για σένα, κι ας μην το δέχεσαι,

Ότι απλώς τις επόμενες μέρες, θα προσπαθείς να βρεις μέσα στη δοκιμασία αυτή τον εαυτό σου

Και ξέρω ότι θα τον βρεις

Και θα τον βελτιώσεις

Με τις αγωνίες, τις φιλοδοξίες, τα συναισθήματα και την προσπάθειά σου.

Και είμαι σίγουρη, κι ας μην το καταλαβαίνεις,

Ότι αυτό που θεωρείς δοκιμασία,

Είναι ασήμαντο, μπροστά στις δυσκολίες που σου επιφυλάσσει το μέλλον,

Και εύχομαι να τις περάσεις όσο πιο ανώδυνα γίνεται

Το αυριανό είναι ένα απλό παιχνίδι αυτογνωσίας

Γι’ αυτό, όπως λέει και στον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών»,

«ό,τι συναντήσεις αύριο μπροστά σου, μην το φοβηθείς»

Ξέρεις (και γω το ξέρω) ότι θα το προσπεράσεις.

Καλή δύναμη, Δημητράκη μου!

 

Καλυψώ Λάζου

Μια απτή απόδειξη της κοινωνίας της κρίσης, στην Ελλάδα, είναι και ο φόρος τιμής που έγκριτη αθηναϊκή εφημερίδα απέτισε με ένα ατυχέστατο χιουμοριστικό σκίτσο, στον Γρηγόρη Λαμπράκη, ο οποίος δολοφονήθηκε στις 27 Μαΐου 1963, και ο εξίσου άστοχος τρόπος που η δολοφονία του παραλληλίστηκε με την τρομοκρατική επίθεση εναντίον του Λουκά Παπαδήμου, την περασμένη εβδομάδα.

Πιθανόν να μην εννοώ το χιούμορ. Δεν βρίσκω ωστόσο καμία αναλογία ανάμεσα στα δύο ιστορικά πρόσωπα, στις δολοφονικές απόπειρες εναντίον τους και κυρίως δεν αισθάνομαι ότι αντιπροσωπεύουν ανάλογες αξίες στην ελληνική πολιτική συνείδηση. Ο Γρηγόρης Λαμπράκης υπήρξε ένα πρόσωπο σύμβολο του πολιτικού μοραλισμού και της καθαρότητας, το οποίο κατάφερε να συγκεντρώσει γύρω του, απλούς ανθρώπους αλλά και εξέχουσες προσωπικότητες της ελληνικής διανόησης. Ατύχησε ή ευτύχησε να μην προλάβει να διαχειριστεί πολιτική εξουσία, άρα και να μη διαπράξει πολιτικά ατοπήματα, ούτε να υποκύψει σε συμβιβασμούς. Δολοφονήθηκε από κοινούς εγκληματίες του ποινικού κώδικα και μοιραία εξελίχθηκε σε σύμβολο ματαιωμένων προσδοκιών για μια διακυβέρνηση της χώρας, χωρίς επεμβάσεις ξένων κέντρων εξουσίας.

Ζούμε σε πολύ σκληρή εποχή, για να κρίνουμε ψύχραιμα τον πρόεδρο της Ακαδημίας Αθηνών και πρώην πρωθυπουργό, Λουκά Παπαδήμο. Αν ο ακαδημαϊκός βίος του τελευταίου είναι σαφώς πλουσιότερος από εκείνον του Λαμπράκη, φοβούμαι ότι πολύ δύσκολα θα διεκδικήσει στην ελληνική ιστορία έναν θώκο εξίσου συμβολικό με τον αντίστοιχο τού πρόωρα χαμένου πρωταθλητή, γιατρού και βουλευτή. Αφενός, γιατί ως προσωπικότητα δε διαθέτει τη λαϊκότητα που απαιτείται, και αφετέρου -κυρίως γι’ αυτό- επειδή διαχειρίστηκε την πολιτική εξουσία σε μια περίοδο της ελληνικής ιστορίας σκληρή και άχαρη. Για την πλατιά μάζα των μικρομεσαίων, είναι ο πρωθυπουργός που πετσόκοψε τον Σεπτέμβρη του 2011, τη μισθοδοσία του ελληνικού δημοσίου, κατά το ένα τέταρτο. Ακόμη κι αν αυτό έγινε για λόγους ύψιστου εθνικού συμφέροντος, μάλλον ο κύριος Παπαδήμος αδυνατεί να συμπληρώσει τα εύσημα που τον καθιστούν λαϊκό είδωλο. Από την άλλη, νομίζω η κίνηση αυτή, στάθηκε από τις πιο αποφασιστικές, ώστε στην εκλογική αναμέτρηση τον Μάη του 2012, ο ΣΥΡΙΖΑ να βρεθεί στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Αδυνατώ συνεπώς να καταλάβω γιατί «αριστεροί Γκοτζαμάνηδες πάνω σε ένα τρίκυκλο», σαν αυτό που δολοφόνησε τον Λαμπράκη στη Θεσσαλονίκη, «θα επιχειρούσαν την φυσική εξόντωση του κυρίου Παπαδήμου». Μεταξύ μας, ανδριάντα θα έπρεπε να του στήσουν! Ας σημειώσω ότι σε εποχές που οι τρομοκρατικές επιθέσεις των ισλαμιστών εκδηλώνονται σταθερά, ούτε χιούμορ πια δεν αντέχω να γίνεται με ανάλογα θέματα.

Για μένα και για πολλούς νομίζω, η κορύφωση του δράματος της δολοφονίας Λαμπράκη, ήταν εκείνο το Σάββατο βράδυ στη Θεσσαλονίκη. Η ίδια η δολοφονία. «Όχι η εκλογή του Σαρτζετάκη στην Προεδρία της Ελληνικής Δημοκρατίας, ούτε η ατυχής θητεία του». Κάποτε, ειδικά στις μέρες μας, το σημαντικό πρέπει να διακρίνεται εμφανώς από το εμπαθές. Και οι αναφορές στην ελληνική ιστορία θα ήθελα να γίνονται ουσιαστικότερα και με πιο κριτικό και απαθές βλέμμα.

Ίσως το μόνο σημείο, στο οποίο κάπως συμφωνώ είναι ότι ο Παύλος Χαϊκάλης, λόγω σωματικής κατατομής, με το κατάλληλο μακιγιάζ, μπορεί να ενσάρκωνε κινηματογραφικά εύστοχα τον κύριο Παπαδήμο. Φοβάμαι ωστόσο ότι ακόμη και η επιλογή του σκηνοθέτη είναι άστοχη. Εκτός κι αν δεχτούμε ότι μόνον ο ποιητικός αλλά σχεδόν καταθλιπτικός και παραμορφωτικός φακός του Γιώργου Λάνθιμου, μπορεί να γίνει το άλλοθι της πολιτικής παραμόρφωσης της ιστορίας, ώστε να χωρέσει σε κάποιο πλάνο αυτός ο απίστευτος και ανιστόρητος παραλληλισμός των δύο προσώπων.

Ας μοιραστώ εν κατακλείδι μαζί σας μια εκλεκτικιστική παρατήρηση: ο Γιώργος Λάνθιμος, σε αντίθεση με τον Κώστα Γαβρά, κυνηγά το συγχρονικό καθολικό ανθρώπινο, καταργώντας τα εθνικά σύνορα. Σκηνοθέτησε βέβαια το video clip «Άντεξα» του Σάκη Ρουβά. Ίσως αυτό θα μπορούσε να το αφιερώσει στην …«Ελλάδα της Η» δηλαδή, σύμφωνα με το σκίτσο, της ήττας! 

 

Καλυψώ Λάζου

Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017 16:54

Το βλέμμα που γελά

Ένα από τα πιο χρήσιμα εφόδια που απέκτησα στη ζωή μου, είναι οι σπουδές μου στο Θέατρο. Η αιτία ήταν ένα απωθημένο: νεαρές φοιτήτριες της Φιλολογίας, η παρέα μου, μαζευόμασταν τα μεσημέρια στον τέταρτο όροφο της Φιλοσοφικής, για να ακούσουμε τον Σπύρο Ευαγγελάτο να ερμηνεύει Δεσποινίδα Τζούλια σε ένα αμφιθέατρο, όπου δεν έπεφτε καρφίτσα. Η αφορμή υπήρξε το τέλος ενός μεγάλου έρωτα και η προσπάθεια τον πόνο τον συναισθηματικό να τον μετατρέψω σε δημιουργία.

Ύστερα από τέσσερα χρόνια θητείας σε ένα από τα ωραιότερα γνωστικά αντικείμενα της επιστήμης, συνειδητοποίησα ότι το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Καποδιστριακού, με έμαθε να διεισδύω στα ενδότερα: της τέχνης και της ζωής και να ανακαλύπτω την αλήθεια, τη δική μου, της αισθητικής και των ανθρώπων. Άρχισα να καταλαβαίνω τη μαγεία αυτής της γνώσης, όταν βρέθηκα απέναντι σε μεγάλες παραστάσεις. Όταν στάθηκα για άλλη μια φορά απέναντι στον τρούλο του Μπρουνελέσκι. Όταν άρχισα να νιώθω την αλήθεια των σχέσεων από το βλέμμα των ανθρώπων. Δεν εννοώ μόνον τις ερωτικές σχέσεις. Σ’ αυτές η ειλικρίνεια είναι και η πιο αθώα. Είναι μικρό το διακύβευμα. Εννοώ τις σχέσεις εμπιστοσύνης. Τις σχέσεις σεβασμού. Τις σχέσεις οικειότητας. Τις σχέσεις εκτίμησης. Την προσποίηση.

Καθώς περνά ο καιρός νιώθω ότι τα μαθήματα εκείνα στο Θέατρο, στο Θέατρο του Κόσμου, στο αναγεννησιακό Theatrum Mundi, με προίκισαν με ένα αλάνθαστο ένστικτο να αποσυμβολίζω τα συναισθήματα και τις προθέσεις των άλλων και να επικοινωνώ τα δικά μου, ακόμη και χωρίς λόγια. Από τις κινήσεις του σώματος. Από το χαμόγελο. Από τον επιτονισμό στην επικοινωνία. Από την κατεύθυνση του βλέμματος. Από την ποιότητά του. Από το βλέμμα που γελά. Έμαθα αυτό το βλέμμα να αποζητώ κι αυτό να εμπιστεύομαι. Είναι το βλέμμα που δηλώνει αγάπη. Όχι απαραίτητα ερωτική. Συμπάθεια, κατάφαση, επιδοκιμασία, φιλικά συναισθήματα, είναι το αλληλέγγυο βλέμμα που γεννά η κατάφαση στον άλλον.

Ψάχνω πάντα να βρω σε ποιους γελά το βλέμμα όσων με περιστοιχίζουν, όσων νοιάζομαι και αγαπώ. Κάθε φορά που το αναγνωρίζω, μετρώ τη μεταξύ μας σχέση. Είναι ένα ταλέντο που πληγώνει. Μερικές φορές. Όπως και καθετί που είναι και λίγο τέχνη να το κατέχεις. Το Θέατρο με δίδαξε ότι η μια κορυφή του τριγώνου είναι ο πρωταγωνιστής. Οι άλλες δύο είναι η δράση, διατυπωμένη ως σενάριο και ερμηνευμένη ως σκηνοθεσία. Σε συνθήκες καθημερινής πραγματικότητας, αυτό σημαίνει ότι σημασία έχει ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι δηλώνουν έμπρακτα τις πραγματικές τους διαθέσεις.

Το Θέατρο με δίδαξε να αποσυμβολίζω και να ελέγχω μια ακόμη συνιστώσα, που ο εικοστός αιώνας ανέδειξε ως κυρίαρχη στην ερμηνεία του θεατρικού φαινομένου: τον θεατή, δηλαδή σε όρους καθημερινής ζωής, τον ίδιο μου τον εαυτό. Μου δίδαξε να αυτοκυριαρχούμαι. Να συγκρατώ κάθε συναίσθημα απέναντι σε ακραίες συμπεριφορές: απέναντι στην αγένεια, στην υποκρισία, στη διαπόμπευση, στη νοσηρότητα, απέναντι στην κακία. Με έμαθε να στέκομαι παθητική και ταυτόχρονα ετοιμοπόλεμη. Κατάφερα πια να μην αντιδρώ, να προσποιούμαι την αφελή. Να μη ζητώ εξηγήσεις, να μη διεκδικώ, να μην επιχειρώ να αλλάξω τον κόσμο. Υπάρχουν σοβαρές αιτίες που ευθύνονται για τον τρόπο που ο κόσμος είναι όπως είναι. Δεν είμαστε (κι αυτό συμβαίνει πάρα πολύ συχνά) ικανοί να τις ακυρώσουμε. Κι αυτό είναι αδιαπραγμάτευτο. Γιατί οι άνθρωποι αγαπούν και αντιπαθούν τους άλλους με τον τρόπο που αγαπούν και κρίνουν τον εαυτό τους. Από τις φοβίες, τις αδυναμίες και τις ανασφάλειές τους. Κι αυτές δεν καταπραΰνονται από καλοπροαίρετες διαθέσεις.

Από το Θέατρο έμαθα μια μεγάλη αλήθεια: Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να παρατηρώ τους άλλους, να ακολουθώ την τροχιά του βλέμματός τους, όταν γελά, να καταλήγω στα δικά μου συμπεράσματα. Χωρίς να περιμένω το παραμικρό, χωρίς αποδοκιμάζω ούτε και να χειροκροτώ, όταν η πέφτει η αυλαία, όταν η παράσταση τελειώνει._

 

Καλυψώ Λάζου

Πέμπτη, 11 Μαΐου 2017 20:17

Η στροφή

Η ζωή είναι όμορφη, είναι μικρή και γι’ αυτό πολύτιμη. Μερικές φορές σού παίζει παιχνίδια, σε φοβερίζει, σε προειδοποιεί, ύστερα σε αφήνει ελεύθερο, σα να σου ψιθυρίζει ότι έχεις ακόμη μπροστά σου πολλές ευκαιρίες για να γευτείς το νέκταρ της. Αρκεί να το σκεφτείς. Και ξαφνικά βλέπεις τον ήλιο να φωτίζει πιο ζωντανά. Τα φύλλα των δέντρων στο μπαλκόνι ξεχωρίζουν το ένα από το άλλο. Σπαταλάς τον χρόνο σου να ανακατεύεις συναισθήματα και όχι άρθρα, αρχεία και στερεότυπα. Αναπνέεις. Ερωτεύεσαι! Μυρίζεις το άρωμα των λουλουδιών.

Προσέχεις τους ανθρώπους γύρω σου. Γοητεύεσαι από την αύρα τους! Επιδιώκεις το χαμόγελό τους. Μετράς το άνοιγμα των χεριών και το μήκος των δαχτύλων τους. Αποφασίζεις ποιος χαμογελά πιο τρυφερά. Ποιος έχει πιο ωραία αφή. Πόσο ειλικρινής και πόσο αυθόρμητος γίνεται κάποιος. Αφήνεσαι να συζητάς το περιττό. Το τετριμμένο. Το αφελές. Το απρόοπτο. Αφήνεις τη ζωή σου να σε πάει, χωρίς να τη σταματάς. Ακούς μόνο τη φωνή του εσωτερικού σου εαυτού. Αρχίζεις να αγαπάς τον εαυτό σου από την αρχή. Και μαζί με αυτόν και τους άλλους. Προσπαθείς να βελτιώσεις τις σχέσεις σου μαζί τους. Τους κοιτάζεις στα μάτια. Γίνεσαι ειλικρινής. Παίζεις. Ακκίζεσαι. Ακούς ωραία μουσική. Βλέπεις από το μοναδικό μπαλκόνι αγαπημένων φίλων τον ανθισμένο Υμηττό και αγναντεύεις τα Φώτα της Πανεπιστημιούπολης, από μακριά, με ένα ποτό στο χέρι, που καίει τον λαιμό σου, καθώς κατεβάζεις γεμάτες γουλιές.

Αρχίζεις να σκέφτεσαι ανθρώπους, βλέμματα, εικόνες, σκιές που διαγράφουν τον χώρο, που κινούνται γύρω σου και πλάι σου και σε γοητεύουν. Να αναγνωρίζεις τον θόρυβο των άλλων. Τις φάσεις της ημέρας. Τη σκόνη πάνω στο τραπέζι. Χαιρετάς τους παλιούς σου μαθητές. Είναι κι αυτό μια αλλαγή. Και μια απόφαση. Καλωσορίζεις στη ζωή σου καινούριες συγκινήσεις. Θυμάσαι την ομορφιά να οδηγείς βράδυ στην παραλιακή, με το παράθυρο μισάνοιχτο, και την αύρα της θάλασσας καταπρόσωπο.

Αποφασίζεις να κλείσεις παλιούς λογαριασμούς. Μέσα σου. Οριστικά. Να κλειδώσεις στο χρονοντούλαπο της ιστορίας εκείνα τα φαντάσματα που ξαφνικά ξεπετιούνται από το πουθενά του παρελθόντος και ταράζουν την ηρεμία των καθημερινών σου επαναλήψεων. Αποφασίζεις να αλλάξεις. Να στραφείς αλλού. Σε οδηγεί η ζωή! Χωρίς να σου λέει μεγάλα λόγια. Σε αλλάζει όμως. Σε κάνει να θέλεις να είσαι διαφορετικός. Να θέλεις να κοιτάς τον ήλιο το πρωί με άλλα μάτια. Να του χαμογελάς. Να αναπολείς. Να ξεχνιέσαι. Να αφήνεις τον αέρα να γεμίζει τα πνευμόνια σου.

Αναρωτιέμαι γιατί δε ζούμε έτσι την κάθε μας μέρα. Γιατί η ζωή δεν μας εμπνέει να την απολαμβάνουμε, γιατί οι σχέσεις μας αραχνιάζουν, γιατί τα συναισθήματα πεθαίνουν, γιατί οι μεγάλοι έρωτες τελειώνουν, γιατί οι δυνατές φιλίες δοκιμάζονται. Το ίδιο έντονα αναρωτιέμαι γιατί ένα ωραίο πρωί τίποτα δεν είχε τη σημασία που είχε μέχρι σήμερα. Γιατί οι παλιοί αγαπημένοι έχασαν την προθεσμία τους στην υπομονή μας. Γιατί εμπνεόμαστε καινούρια συναισθήματα. Πώς γεννιέται ένα συναίσθημα στην καρδιά μας, κάθε συναίσθημα. Μέχρι πότε γεννιούνται νέα συναισθήματα; Πόσο μοιάζουν στα νυχτολούλουδα που παρασιτικά ξεφύτρωσαν μέσα στις γλάστρες μου και πια δεν σταματώ να τα καμαρώνω!

Κοιτάζω στον καθρέφτη του οδηγού κλεφτά εκείνον τον μεγάλο άγνωστο, τον εαυτό και σκέφτομαι σε πόσα ακόμη απρόοπτα μπροστά είναι διατεθειμένος να με φέρει. Κοιτάζω μπροστά τα αυτοκίνητα που τρέχουν και δεν μπορώ να αποφασίσω αν αυτά τρέχουν πιο γρήγορα ή η ζωή. Και τότε πατώ το γκάζι, γιατί το ξέρω, το φοβάμαι και το πιστεύω: η ζωή είναι πάρα πολύ όμορφη, για να μην τολμάς να τη ζεις, όπως την ονειρεύεσαι!

 

Καλυψώ Λάζου 

 

Σελίδα 1 από 2
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top