FOLLOW US
Ευγενία Κουτσίδου

Ευγενία Κουτσίδου

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Τρίτη, 01 Αυγούστου 2017 15:38

Η υποκίνηση στη μάθηση

Σε μια κουβέντα που είχα πριν λίγο καιρό με την κόρη μου, αβίαστα μού ανέφερε ότι δεν έχει κανένα λόγο να διαβάζει για το σχολείο γιατί είτε το κάνει, είτε όχι, η συμπεριφορά που λαμβάνει είναι ακριβώς η ίδια. Το γεγονός αυτό δεν της συνέβαινε με το φροντιστήριο Αγγλικών για παράδειγμα.

Με αφορμή τα παραπάνω, άρχισα να ψάχνω ποια είναι άραγε η διάσταση της υποκίνησης στη μάθηση. Η υποκίνηση αφορά ζητήματα για τα οποία κάνουμε λόγο σε όρους συναισθημάτων, κινήτρου και βούλησης. Στη βάση αυτών κινητοποιούμε την ενέργεια που είναι η αναγκαία υποκινητική δύναμη της μάθησης. Τα θέματα της υποκίνησης έχουν αντιμετωπιστεί συνήθως στην Ψυχολογία της προσωπικότητας, στην Αναπτυξιακή ψυχολογία, στην Ψυχολογία κινήτρου και στην Κλινική ψυχολογία. Η πιο διαδεδομένη και δημοφιλής θεωρία κινήτρου είναι αυτή του Maslow. Στη δική του ιεραρχία, το κίνητρο της αυτοπραγμάτωσης βρίσκεται στην κορυφή. Σύμφωνα με τη θεωρία του, οι βασικές ανάγκες ή κίνητρα πρέπει να καλυφθούν σε λογικό βαθμό προκειμένου να βρεθεί στο προσκήνιο η επόμενη ομάδα κινήτρων. Έτσι ιεραρχικά πρώτα βρίσκονται οι σωματικές ανάγκες (πείνα, δίψα, σεξ κλπ.), μετά έρχονται οι ανάγκες προστασίας (σταθερότητα, ασφάλεια, προστασία κλπ.) και ακολουθούν οι κοινωνικές ανάγκες (το αίσθημα να ανήκουμε κάπου, αγάπη κλπ.). Στο τέλος βρίσκονται οι ανάγκες εκτίμησης (αυτοεκτίμηση, επίτευγμα, υπόληψη κλπ.). Η θεωρία του Maslow βέβαια δεν μπορεί να εξηγήσει τη συμπεριφορά των βομβιστών αυτοκτονίας. Αν λοιπόν το κίνητρο είναι απολύτως εξατομικευμένο και υπάρχουν διάφορες κατηγορίες κινήτρου, αυτό δεν συμβάλλει πάρα πολύ στην κατανόηση και οργάνωση της μάθησης στην πράξη.

Η περιέργεια μπορεί σε κάθε περίπτωση να οδηγήσει σε εξερευνητική συμπεριφορά. Το περιεχόμενο της μάθησης είναι επίσης πολύ σημαντικό και πρέπει να «αφορά» τον εκπαιδευόμενο. Σήμερα η πίεση για περισσότερη μαθησιακή και προσωπική ανάπτυξη, για να ανταποκριθεί κανείς στον σφοδρό διεθνή ανταγωνισμό, είναι αδιαμφισβήτητη. Σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης, το κίνητρο των συμμετεχόντων βρίσκεται υπό πίεση. Η πίεση συνήθως είναι διπλή: προέρχεται εν μέρει από το άτομο με τη μορφή αβεβαιότητας σχετικά με το τι και πώς θα πρέπει κάποιος κατά προτίμηση να μάθει και αν είναι αρκετά καλός σε αυτό. Ταυτόχρονα προέρχεται από τον έξω κόσμο με τη μορφή απαιτήσεων, προσδοκιών, αυστηρότερων κανόνων και περισσότερου ελέγχου. Σε κάποιους αυτή η πίεση λειτουργεί θετικά, δουλεύουν σκληρά και υπάρχει θετική ενίσχυση όταν νοιώθουν ότι είναι ικανοί να διαχειριστούν την πίεση και να βελτιωθούν. Οι πιο αδύναμοι όμως έχουν δυσκολία να τη χειριστούν. Γίνονται πιο ανασφαλείς και το κίνητρό τους γίνεται πολύ αντιφατικό. Την ίδια στιγμή που θα ήθελαν να αποκτήσουν προσόντα επειδή αυτό είναι αναγκαίο, επίσης εύχονται να μπορούσαν να το αποφύγουν, επειδή τους προκαλεί πίεση και φοβούνται να προσθέσουν ακόμα περισσότερες αποτυχίες σε όσες έχουν ήδη βιώσει.

Το εκπαιδευτικό σύστημα θα πρέπει να αναζητά να χτίσει πάνω στο θετικό τους στοιχείο, να διευκολύνει τους συμμετέχοντες, να προσαρμόζει τις δραστηριότητες στην κατάσταση και στα ενδιαφέροντά τους, να ακούει τις ανησυχίες τους, να τους δίνει τον υψηλότερο δυνατό βαθμό αυτοκαθορισμού και να προσαρμόζει τις προκλήσεις έτσι ώστε να είναι όσο το δυνατόν συναφείς με τα ενδιαφέροντα των συμμετεχόντων. Να αποφεύγεται η αρνητική πλευρά που έγκειται στο να ενεργεί το εκπαιδευτικό σύστημα ερήμην των συμμετεχόντων, να τους συμπεριφέρεται απρόσωπα ή υποτιμητικά.

 

Klud Illeris 2015. «Ο τρόπος που μαθαίνουμε», Εκδόσεις «Μεταίχμιο».

 

 

Στις ομάδες που βρίσκονται σε κρίση εμφανίζεται συνήθως το φαινόμενο της «τυφλής» ομαδικής σκέψης. Τα ερεθίσματα που έρχονται από το εξωτερικό περιβάλλον ερμηνεύονται κατά τρόπο στρεβλό και συνήθως παράλογο. Η ομαδική τυφλή σκέψη επηρεάζεται από μια ηγεσία αυταρχική, από την ομοιογένεια της ομάδας και από την απομόνωσή της από εξωτερικές επιρροές. Μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφικές αποφάσεις προς χάριν της συμμόρφωσης ή της διατήρησης της ισορροπίας της ομάδας. Απαιτείται συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις, ομοφωνία της ομάδας με οποιοδήποτε κόστος. Έτσι καταπνίγονται οι διαφορετικές απόψεις και φωνές για την ύπαρξη άλλων εναλλακτικών λύσεων καθώς αυτές οι φωνές βιώνονται ως απειλητικές για την ύπαρξη της ομάδας.

Η εξάρτηση από την ηγεσία φαίνεται να δημιουργεί στην ομάδα αίσθημα ασφάλειας και ψευδούς προστασίας καθώς τα μέλη εκχωρούν στον ηγέτη το δικαίωμα του απόλυτου ελέγχου της κατάστασης, διατηρώντας τα ίδια μια παθητική στάση. Η εξάρτηση συνδέεται με εξιδανίκευση του ηγέτη από την ομάδα η οποία τείνει να του αποδίδει «θεϊκές ιδιότητες». Τα μέλη της ομάδας ζητούν από τον ηγέτη να τα προστατεύσει από τις απαιτήσεις εκπλήρωσης των πραγματικών στόχων της ομάδας. Έτσι η ομάδα γίνεται επιθετική απέναντι σε όποιον προτείνει επιστημονικές μεθόδους και δράση ως η δύναμη να απορρέει με τρόπο μαγικό από τον ηγέτη.

Η εξάρτηση από τον ηγέτη συνήθως παρεμποδίζει την είσοδο και την ουσιαστική επεξεργασία των πληροφοριών, η ανάπτυξη της κριτικής σκέψης δημιουργεί δυσαρέσκεια. Τα μέλη παλινδρομούν σε μια βρεφική κατάσταση αναζητώντας ασφάλεια και προστασία και μεταβιβάζουν τις προσδοκίες και τις επιθυμίες τους σε μια πατρική ή μητρική φιγούρα σε μια υποτιθέμενη πανίσχυρη οικογένεια. Τους ρόλους αυτούς αναλαμβάνει μια ηγετική ομάδα η οποία ως αντίβαρο, ζητά από τα μέλη της ομάδας συμμόρφωση και υποταγή στην υλοποίηση των αποφάσεων.

Οι ομάδες αυτές στις οποίες επικρατεί η τυφλή σκέψη, χαρακτηρίζονται από ισχυρούς εσωτερικούς δεσμούς και υψηλό βαθμό συνοχής. Παράλληλα όμως υπάρχει απομόνωση από το εξωτερικό περιβάλλον, φιλτράρεται η πληροφόρηση και η ομάδα υπερεκτιμά την ηθική της υπεροχή έναντι τρίτων. Η ανάδειξη της ηθικής ως πρωταρχικού πλεονεκτήματος έναντι των άλλων, περιορίζει τις διαφωνίες καθώς αυτές εκλαμβάνονται ως αμφισβήτηση, προβοκάτσια ή ακόμη και ως προδοσία εκ των έσω. Η ομαδική τυφλή σκέψη στηρίζεται σε εκλογίκευση, σε στερεότυπα αλλά και στις πιέσεις που ασκούνται στα μέλη για συμμόρφωση σε μια συγκεκριμένη απόφαση που λαμβάνεται κάτω από την πίεση του χρόνου. Με τον τρόπο αυτό η ομάδα οδηγείται σε μια κατάσταση αυτολογοκρισίας και συλλογικής αυταπάτης. Αποτέλεσμα είναι να επιλέγεται συνήθως ως μόνη σωστή απόφαση, αυτή που προωθείται από την ηγεσία, η οποία μάλιστα εμφανίζεται ως ομόφωνη καθώς οι εσωτερικές διαφωνίες έχουν εξουδετερωθεί και η σιωπή εκλαμβάνεται ως συναίνεση. Στη διεργασία αυτή, η ομάδα κατασκευάζει ή ανακαλύπτει εξωτερικούς εχθρούς, ενώ οι διαφωνούντες εντός της ομάδας μετατρέπονται σε αποδιοπομπαίους τράγους προκειμένου να ενισχυθεί η συνοχή της.

Η αποφυγή του φαινομένου της ομαδικής τυφλής σκέψης προϋποθέτει την ανοικτή συζήτηση εναλλακτικών λύσεων, την ανάλυση του χειρότερου σεναρίου και του τρόπου αντιμετώπισής του, την αξιολόγηση των ιδεών από «συνηγόρους του διαβόλου» και στη μη υιοθέτηση από τους ηγέτες άκριτα ενός μόνο σεναρίου.

 

Χαράλαμπος Παυλόπουλος και Άννα Τσιμπουκλή «Δυναμική των ομάδων και αλλαγή στους οργανισμούς». Εκδόσεις Τόπος, 2016.

 

Τρίτη, 04 Ιουλίου 2017 13:05

Οι ρόλοι στις ομάδες (Μέρος ΙΙ)

Οι ρόλοι στις ομάδες μπορεί να είναι λειτουργικοί ή δυσλειτουργικοί, επίσημοι ή ανεπίσημοι, φανεροί ή κρυφοί, εκφράζοντας συχνά μια μορφή αντίστασης στις πιέσεις για αλλαγή που ασκούνται από το εξωτερικό συνήθως περιβάλλον. Ο πλέον επίσημος ρόλος είναι εκείνος του ηγέτη μιας ομάδας.

Στο πεδίο της ηγεσίας, οι ανεπίσημοι ηγετικοί ρόλοι είναι τέσσερις: ο ρόλος του ηγέτη του έργου, που επικεντρώνεται στη διασφάλιση της επίτευξης των στόχων της ομάδας, ο ρόλος του συναισθηματικού ηγέτη, που προσπαθεί να κρατήσει την ομάδα συνεκτική, ο ρόλος του μέλους που τροφοδοτεί με πληροφορίες την ομάδα, και ο ρόλος του ειρηνοποιού, αυτού που προσπαθεί να μειώσει τις εντάσεις της ομάδας. Ανεπίσημοι ρόλοι που είναι αρνητικοί και αποκτούν κεντρική σημασία, είναι αυτοί που αμφισβητούν τις όποιες αποφάσεις λαμβάνει η ομάδα ή η ηγεσία της, παρεμποδίζοντας την εκπλήρωση του έργου της ομάδας.

Η συμπεριφορά στις ομάδες μπορεί να είναι συνειδητή όσον αφορά την υπακοή στους κανόνες της ομάδας αλλά και ασυνείδητη σε ό,τι αφορά τις σχέσεις ισχύος, ηγεσίας και εξουσίας. Όταν αυτό το καλά κρυμμένο ασυνείδητο υλικό αναδύεται και γίνεται συνειδητό, τότε οι ομάδες μπορεί να αμύνονται αρνούμενες την αλλαγή. Η αντίσταση στην αλλαγή μπορεί να εμφανιστεί με επίδειξη ανεπάρκειας και ανωριμότητας των μελών χωρίς να συνεισφέρουν ουσιαστικά στην επίτευξη των στόχων της ομάδας αλλά αναμένοντας τις αποφάσεις από έναν ηγέτη, την ικανότητα του οποίου ταυτόχρονα αμφισβητούν. Άλλες φορές τα μέλη μπορεί να συμπεριφέρονται με σκληρότητα ιδιαίτερα προς τα ευάλωτα μέλη τα οποία και μετατρέπουν σε αποδιοπομπαίους τράγους. Σε άλλες περιπτώσεις, τα μέλη μπορεί να παραμένουν παθητικά, αποσυρμένα, να αναπολούν το παρελθόν ή να αποφεύγουν την πραγματικότητα, μιλώντας για θέματα άσχετα με το «εδώ και τώρα», ακριβώς γιατί δεν επιθυμούν να λάβουν οποιαδήποτε απόφαση που μπορεί να αλλάξει την ισορροπία της ομάδας, να δημιουργήσει ένταση και να επιφέρει την αλλαγή.

Η δυναμική των σχέσεων στις ομάδες αναφέρεται στη διαπροσωπική αλληλεπίδραση. Το άγχος που υπάρχει για την επίτευξη του οποιοδήποτε στόχου της ομάδας ή το άγχος που υπάρχει στα πρώτα στάδια δημιουργίας μιας ομάδας, θεωρείται η βάση όλων των ειδών συμπεριφοράς και όλων των ρόλων που εμφανίζονται στις ομάδες. Οι ομάδες ασυνείδητα αναζητούν κάτι ή κάποιον που θα μπορέσει να τις ανακουφίζει από το άγχος. Απέναντι στο άγχος στήνονται μηχανισμοί άμυνας που βοηθούν τα άτομα να μείνουν συναισθηματικά αποστασιοποιημένα και ταυτόχρονα να διατηρήσουν μια ψευδή αίσθηση ελέγχου της κατάστασης. Η προβολή, δηλαδή η απόδοση ενός, κυρίως αρνητικού συναισθήματος, στάσης σε ένα άλλο πρόσωπο ή ομάδα, λειτουργεί επίσης ανακουφιστικά. Ένα μέρος του συστήματος καλλιεργεί φαντασιώσεις και παράνοιες τις οποίες χρησιμοποιεί για να ερμηνεύει είτε τις καλές, είτε τις αρνητικές εξελίξεις, επιτυγχάνοντας με τον τρόπο αυτό την αποστασιοποίηση από την ανάληψη οποιασδήποτε ευθύνης. Ορισμένα μέλη, προβάλλοντας ως αποκλειστική αδυναμία της ηγεσίας τα λάθη, καταφέρνουν να αποστασιοποιούνται και αρνούνται οποιαδήποτε συμμετοχή στην επίλυση ενός προβλήματος αλλά και οποιαδήποτε ευθύνη για την αποτυχία.

Η προβολική ταύτιση είναι μια άλλη διεργασία μείωσης του άγχους κατά την οποία τα άτομα ή οι ομάδες ασυνείδητα λειτουργούν σύμφωνα με τις προσδοκίες των άλλων τα συναισθήματα των οποίων και εκφράζουν. Ένα μέλος μπορεί για παράδειγμα, να βιώνει άγχος επειδή φθονεί τις εξιδανικευμένες αρετές του ηγέτη τις οποίες αισθάνεται ότι δεν έχει. Λόγω αυτού του φθόνου έχει ασυνείδητα την επιθυμία να καταστρέψει, να σπιλώσει, να κυριαρχήσει, να απαξιώσει και να ελέγξει τον ηγέτη, ενώ ταυτόχρονα επιθυμεί να συνδεθεί μαζί του λειτουργώντας παρασιτικά. Σε αυτή την αντιφατική και ασυνείδητη από όλους λειτουργία, που δύσκολα γίνεται κατανοητή, καθώς βρίσκει διέξοδο μέσα από αλλοπρόσαλλες συμπεριφορές, ο ηγέτης μπορεί να αισθάνεται ότι τον χειρίζονται, ενώ την ίδια στιγμή νιώθει αδύναμος να κατανοήσει και να επιλύσει το πρόβλημα. Όταν τέτοια συμπεριφορά κυριαρχήσει στην ομάδα, καθίσταται αδύνατη η εξεύρεση λύσεων στην ομάδα.

 

Χαράλαμπος Παυλόπουλος και Άννα Τσιμπουκλή: «Δυναμική των ομάδων και αλλαγή στους οργανισμούς». Εκδόσεις «Τόπος», 2016.

 

 

 

 

 

Τρίτη, 20 Ιουνίου 2017 15:46

Οι ρόλοι στις ομάδες

Ο ρόλος είναι ένας τύπος συμπεριφοράς που αναπτύσσει κάθε άτομο στο πλαίσιο μιας ομάδας. Οι άνθρωποι που συμμετέχουν σε ομάδες, αναλαμβάνουν συνειδητά ή ασυνείδητα διάφορους ρόλους. Οι ρόλοι αυτοί μπορεί να είναι κρυφοί, επίσημοι ή ανεπίσημοι. Για παράδειγμα, ένα μέλος μιας ομάδας να οριστεί συντονιστής μέσα από τυπικές ή άτυπες διαδικασίες, χωρίς απαραίτητα να έχει τις απαιτούμενες δεξιότητες και γνώσεις αλλά επειδή συγκεντρώνει τη συμπάθεια ή την εύνοια της ομάδας. Κάθε ρόλος μπορεί να έχει θετικές ή αρνητικές αντιδράσεις μέσα στην ομάδα. Θετικές χαρακτηρίζονται η αλληλεγγύη, η προσπάθεια μείωσης της έντασης και η παροχή προτάσεων πληροφοριών και άποψης. Στις αρνητικές αντιδράσεις είναι οι ενδείξεις διαφωνίας, έντασης και ανταγωνισμού. Οι θετικές αντιδράσεις συνεισφέρουν στη συνοχή της ομάδας, ενώ οι αρνητικές τη θέτουν σε κίνδυνο.

Οι αρνητικοί ή παρεκκλίνοντες ρόλοι λειτουργούν ως εμπόδιο για την πρόοδο της ομάδας. Μια από αυτές είναι η κυρίαρχη συμπεριφορά με την οποία ένα μέλος διεκδικεί την εξουσία της ομάδας ή λειτουργεί υπεροπτικά, ώστε να ελέγξει την ομάδα προς όφελός του. Στην προσπάθεια αυτή μπορεί να χρησιμοποιήσει είτε την κολακεία, είτε το πατρονάρισμα ώστε να προσελκύσει γύρω του άλλα μέλη.

Προσκόμματα στην ομάδα θέτει και η συμπεριφορά της απόσυρσης. Ένα μέλος της ομάδας μπορεί να αποσύρεται είτε σε φυσικό επίπεδο μέσα από συχνές απουσίες, είτε κυρίως σε ψυχικό επίπεδο. Με την απόσυρση αποφεύγει να πάρει θέση, να συμμετάσχει σε συζητήσεις και να απαντήσει σε κρίσιμες ερωτήσεις που θέτει η ομάδα, επιτυγχάνοντας έτσι να διατηρήσει μια συναισθηματική απόσταση την οποία αισθάνεται απαραίτητη, προκειμένου να μειώσει το άγχος και την ανασφάλεια που βιώνει. Παράλληλα όμως μειώνει και το βαθμό συμμετοχής και εμπλοκής του στην ομάδα δυσχεραίνοντας τη συνολική λειτουργία της.

Ένα άλλος μηχανισμός είναι η υποτίμηση των ιδεών, των προτάσεων και της άποψης των άλλων μέσα από σαρκασμό και αστεϊσμούς. Η συμπεριφορά αυτή αποτελεί μια ακόμη προσπάθεια πρόκλησης εμποδίων στην εξέλιξη της ομάδας και στην επίτευξη του έργου της. Η έλλειψη διάθεσης για συνεργασία με συνεχείς διαφωνίες με τα άλλα μέλη της ομάδας, η πεισματική αντίθεση προς το σύνολο των επιθυμιών της ομάδας για καθαρά προσωπικούς λόγους και η κρυφή ατζέντα ορισμένων μελών, επίσης εμποδίζουν την πρόοδο της ομάδας. Το ίδιο συμβαίνει και με τις παράπλευρες συζητήσεις, τους ψιθύρους, τους αστεϊσμούς και την κρυφή συνομιλία μεταξύ δύο μελών την ώρα που η διεργασία της ομάδας είναι σε εξέλιξη. Τα φαινόμενα αυτά εμφανίζονται ιδίως όταν αμφισβητείται η εξουσία του ηγέτη ή όταν η κρυφή ατζέντα ορισμένων μελών που έχουν ισχύ στην ομάδα λόγω θέσης ή ρόλου, κυριαρχεί επί των άλλων ζητημάτων.

Όπως γίνεται αντιληπτό, στην ομάδα των «Διασήμων» στο «Survivor», υπήρξαν όλοι οι αρνητικοί και παρεκκλίνοντες ρόλοι που περιγράφηκαν παραπάνω. Ο Χανταμπάκης διεκδίκησε την εξουσία της ομάδας λειτουργώντας υπεροπτικά, πατρονάροντας άλλα μέλη της ομάδας τα οποία και προσέλκυσε δίπλα του. Η υποτίμηση των ιδεών, των προτάσεων και της άποψης των άλλων μέσα από σαρκασμό και αστεϊσμούς που υιοθέτησε, επίσης λειτούργησε ως εμπόδιο στην ανάπτυξη της ομάδας. Ο «Ντάνος», ηγετική φυσιογνωμία, επίσης διεκδικεί την ηγεσία της ομάδας προβάλλοντας την αδιαμφισβήτητη ικανότητά του τόσο στα αγωνίσματα, όσο και στην ικανότητα επιβίωσης. Η Ειρήνη με την επιλογή της απόσυρσης, δυσχέρανε την συνολική λειτουργία της ομάδας. Η πιθανή κρυφή ατζέντα των μελών της «κλίκας», επίσης εμπόδισε την πρόοδο της ομάδας των «Διασήμων». Αποτέλεσμα όλων αυτών, η διάλυση της ομάδας.

 

Χαράλαμπος Παυλόπουλος και Άννα Τσιμπουκλή, «Δυναμική των ομάδων και αλλαγή στους οργανισμούς». Εκδόσεις «Τόπος», 2016.

 

Οι ομάδες πέρα από τη διαπροσωπική αλληλεπίδραση, τον κοινό στόχο, την αλληλεξάρτηση και την αναγνώριση από άλλους, χαρακτηρίζονται και από συναισθηματική ζωή, η οποία ορίζεται από θετικά και αρνητικά συναισθήματα, μηχανισμούς άμυνας και άγχος. Τα συναισθήματα αποτελούν την κινητήρια δύναμη για την παραγωγικότητα και την αποτελεσματικότητα μιας ομάδας. Στα συναισθήματα περιλαμβάνονται η δέσμευση, η εμπιστοσύνη, η φροντίδα, ο ενθουσιασμός, η υπερηφάνεια και η χαρά. Από την άλλη, σε μια ομάδα υπάρχουν και κυρίαρχα συναισθήματα, όπως το άγχος, ο θυμός και ο φόβος, τα οποία χαρακτηρίζονται ως αρνητικά κυρίως επειδή τα άτομα δυσκολεύονται να τα διαχειριστούν και επειδή μπορεί να καταλάβουν ζωτικό χώρο στη ζωή ενός οργανισμού, διαμορφώνοντας την ποιότητα των σχέσεων μεταξύ των μελών της ομάδας.

Σε περιβάλλοντα κρίσης κυριαρχούν τα αρνητικά συναισθήματα. Πέρα από την απειλή της πείνας, στο «Survivor», η απομόνωση από το εξωτερικό περιβάλλον (δεν επιτρέπεται καμία επικοινωνία με κανέναν ή προβλέπεται ελάχιστη επαφή κυρίως με γιατρούς όποτε απαιτείται), δημιουργεί ένα απολύτως κλειστό σύστημα. Σε συνδυασμό με τον έντονο ανταγωνισμό του τελικού στόχου της κατάκτησης του χρηματικού επάθλου, η όποια επικοινωνία χαρακτηρίζεται από καχυποψία και δυσπιστία. Τα κλειστά συστήματα χαρακτηρίζονται από παράνοια, πόλωση, λειτουργία υπο-ομάδων, τις οποίες η ευρύτερη ομάδα αδυνατεί να αξιοποιήσει προς όφελος της. Ο φόβος, το άγχος, η καχυποψία και οι αρνητικές συμμαχίες κυριαρχούν και εντείνονται δημιουργώντας εσωτερικά τραύματα τόσο σε προσωπικό όσο και σε ομαδικό επίπεδο. Το διαταραγμένο αυτό περιβάλλον μπορεί να δημιουργήσει σε ορισμένα μέλη, την αίσθηση ότι απειλείται με εκμηδένιση η αξία της λειτουργίας τους. Ορισμένα μέλη μπορεί να νοιώθουν μοναξιά και απειλή για τη θέση τους στην ομάδα. Άτομα με ισχυρό υπερεγώ, τείνουν να αποσύρονται και να αποξενώνονται, σε μια προσπάθεια αυτοπροστασίας από την παθολογία η οποία αναπτύσσεται στην ομάδα. Η κρίση αυτή έφτασε πρώτα στην ομάδα των «Διασήμων». Η Ειρήνη που φαίνεται να μην ήθελε να ενταχθεί στις υπο-ομάδες που δημιουργήθηκαν, φαίνεται να έχει τέτοια συναισθήματα, ενώ οι υπο-ομάδες στην ομάδα των «Μαχητών» είναι διακριτές και αριθμητικά ίσες.

Όταν μια ομάδα εξελιχθεί σε κλειστή, τότε φαίνεται να προσπαθεί να επιτύχει την εσωτερική ισορροπία και συνοχή της στηριζόμενη αφ’ ενός στον φόβο και την ανάγκη αντιμετώπισης των βιωμένων από το εξωτερικό περιβάλλον, απειλών και αφ’ ετέρου στις αυταπάτες και σε μια ψευδαίσθηση παντοδυναμίας και ηθικής ανωτερότητας. Μέσα από τους παραπάνω μηχανισμούς, οι ομάδες μπορεί να επιτύχουν αρχικά μια ψευδή συνοχή και μια εύθραυστη προσωρινή ισορροπία, που ωστόσο στηρίζονται στην κατασκευή πλασματικών εχθρών και αποδιοπομπαίων τράγων, οι οποίοι τους απειλούν με διάλυση. Αυτού του είδους η συνοχή στηρίζεται, επίσης, στον φόβο και σε μια ψευδή συμμαχία με αρνητικούς στόχους, όπως είναι ο αποκλεισμός τρίτων παρά η ένταξη τους προς όφελος της εξέλιξης και της ανάπτυξης.

Αυτό ακριβώς παρατηρούμε να συμβαίνει στην ομάδα των «Διασήμων», που τα άτομα της υπο-ομάδας «κλίκας» δηλώνουν όλοι ότι τα κριτήρια επιλογής του ατόμου προς αποχώρηση δεν είναι αγωνιστικά αλλά με ποιόν κάνει κάποιος την καλύτερη παρέα. Το αγωνιστικό κριτήριο είναι το ορθολογικό κριτήριο που εξασφαλίζει την εξασφάλιση της τροφής στην ομάδα, ενώ το συναισθηματικό κριτήριο το οποίο και κυριαρχεί, είναι το κριτήριο που πιθανώς να εμπεριέχει και στρατηγική να φύγουν οι καλύτεροι παίκτες που είναι ισχυροί αντίπαλοι. Έτσι η Λάουρα και ο Μπο επιβίωσαν της ψηφοφορίας παρόλο που ήταν οι πιο αδύναμοι αγωνιστικά κρίκοι. Η Ειρήνη έγινε ο αποδιοπομπαίος τράγος της ομάδας λόγω πιθανώς της διαφορετικότητας της, που αρχικά ενώνει την υπο-ομάδα «κλίκα», ενώ ο Ντάνος ουσιαστικά αποκλείστηκε από την ομάδα χωρίς ποτέ ουσιαστικά αυτή να μπορέσει να τον υποδεχτεί ως νέο μέλος και να τον χρησιμοποιήσει για την θετική εξέλιξη και ανάπτυξη της ομάδας. Η έλλειψη επικοινωνίας, οι χειριστικές σχέσεις, οι αρνητικές συμμαχίες θα οδηγήσουν στην κατάρρευση της ομάδας.

 

Χαράλαμπος Παυλόπουλος και Άννα Τσιμπουκλή «Δυναμική των ομάδων και αλλαγή στους οργανισμούς». Εκδόσεις Τόπος, 2016.

 

 

Τρίτη, 11 Απριλίου 2017 12:39

Οι ομάδες του «Survivor»

Όλοι έχουν λίγο ή πολύ δει κάποια επεισόδια του νέου τηλεοπτικού παιχνιδιού «Survivor», που έρχεται κάθε βράδυ στις μικρές οθόνες του σπιτιού μας. Στο κοινό των εφήβων, τα ποσοστά τηλεθέασης αγγίζουν το 70%. Προσωπικά η κόρη μου, το παρακολουθεί μανιωδώς, ευτυχώς χωρίς να μπαίνει στη διαδικασία να ψηφίζει. Αναπόφευκτα όλη η οικογένεια αναγκαστικά βλέπει το αμφιλεγόμενο θέαμα με στόχο να μπορέσει να προκαλέσει συζήτηση σε θέματα που προκύπτουν και είναι τουλάχιστον αντικοινωνικά και «ανήθικα». Όπως για παράδειγμα, ο αθέμιτος ανταγωνισμός και η «ανθρωποφαγία». Για να μπορέσω να αποκτήσω κάποιο ενδιαφέρον για το «παιχνίδι», παρακολουθώ με ερευνητικό βλέμμα τα δρώμενα προκειμένου να δω τους μηχανισμούς λειτουργίας μιας ομάδας. Παραθέτοντας κάποιες θεωρητικές αρχές λειτουργίας της ομάδας, ελπίζω να σας βοηθήσω και σας να κάνετε το ίδιο.

Η ομάδα αποτελείται από τουλάχιστον τρία μέλη ώστε να υπάρχει η δυνατότητα ανάπτυξης διαπροσωπικών σχέσεων. Ο κοινός σκοπός είναι απολύτως απαραίτητος για την ύπαρξη μιας ομάδας. Στην περίπτωση του παιχνιδιού, ο κοινός σκοπός των ομάδων είναι η επιβίωση κάτω από δύσκολες συνθήκες (όπως π.χ. πείνα και καιρικές συνθήκες), ταυτόχρονα όμως υπάρχει ο ατομικός στόχος του κάθε μέλους για την κατάκτηση της πρώτης θέσης και του χρηματικού επάθλου, ο οποίος αλλοιώνει τον κοινό σκοπό.

Το δεύτερο βασικό στοιχείο μιας ομάδας, αφορά στην κοινή αναγνώριση από τα μέλη της ομάδας, των ορίων της και της σχέσης της με άλλες ομάδες. Στην περίπτωση του παιχνιδιού, η σχέση των δύο ομάδων, «Μαχητών» και «Διασήμων», είναι απολύτως ανταγωνιστικές.

Το τρίτο στοιχείο σχετίζεται με την ικανότητα της ομάδας να υποδέχεται νέα μέλη ή να χάνει τα υφιστάμενα μέλη της χωρίς το γεγονός αυτό να προκαλεί ιδιαίτερη αγωνία για την επιβίωση ή την απώλεια της μοναδικότητας της. Η υποδοχή του «Ντάνου» στην ομάδα των «Διασήμων», έγινε πολύ νωρίς πριν καλά - καλά «δέσει» η ομάδα και αποκτήσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της και είναι δύσκολο να αξιολογήσει κανείς την επίδραση του στην ομάδα. Οι απώλειες των μελών φαίνεται να επηρεάζουν συναισθηματικά κάποια μέλη των ομάδων αλλά δεν απειλούν μέχρι τώρα ιδιαίτερα τη συνοχή τους.

Το τέταρτο βασικό στοιχείο αφορά τη δυνατότητα και την ελευθερία υπο-ομάδων, οι οποίες μπορούν να καταλάβουν το δικό τους χώρο και να αξιοποιηθούν ως μέρος της λειτουργίας της ευρύτερης ομάδας. Στο «παιχνίδι» έχουμε παρατηρήσει να υπάρχουν υπο-ομάδες που συγκροτούνται κυρίως με βάση την κοινή ψυχολογία των μελών ή πιθανώς και την κοινή στρατηγική στο «παιχνίδι». Το γεγονός αυτό χαρακτηρίζεται ως φυσικό και δεν θα πρέπει να ενοχλεί τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας εκτός και αν κανείς αισθάνεται απομονωμένος και δεν μπορεί να ενταχθεί σε κάποια υπο-ομάδα.

Το πέμπτο στοιχείο προϋποθέτει την αναγνώριση της συνεισφοράς κάθε μέλους της ομάδας αλλά και τη δυνατότητα για ελεύθερη κίνηση και έκφραση εντός των ορίων της ομάδας. Η αναγνώριση της συνεισφοράς κάθε μέλους της ομάδας, συνδέεται και με το φόβο του αποκλεισμού και άρα της απόρριψης από τους άλλους. Σε ψυχικό επίπεδο, η απόρριψη φαίνεται να αποτελεί μια λιγότερο ή περισσότερο τραυματική εμπειρία ανάλογα με τις προσωπικές αντοχές και την ευαλωτότητα κάθε ατόμου. Η απόρριψη του ατόμου από την ομάδα στην οποία επιθυμεί να είναι μέλος, φαίνεται ότι το αφήνει έκθετο στη διαρκή αναζήτηση αποδοχής, η οποία, όταν δεν ικανοποιείται στο πλαίσιο μιας σχετικά υγιούς και ασφαλούς ομάδας, θα αναζητήσει διέξοδο μέσα σε ομάδες που θεωρούνται περιθωριακές. Η ένταξη στις περιθωριακές ομάδες επενδύεται από το άτομο με ισχυρά συναισθήματα τα οποία φαίνεται να κυριαρχούν της λογικής. Ο κανόνας του «παιχνιδιού» για απομάκρυνση των μελών μετά από ψηφοφορία, εξ ορισμού διαταράσσει τη συνοχή της ομάδας. Και τελείως τεχνηέντως αφήνει το άτομο να ζήσει μέσα στην ομάδα για μερικές ακόμη μέρες, προκειμένου να φανούν τα σημάδια της κρίσης στην ομάδα.

Τελευταίο στοιχείο της ομάδας είναι να αναγνωρίζει και να αντιμετωπίζει τα λάθη της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα δυσκολίας αναγνώρισης και αντιμετώπισης των λαθών, είναι η περίπτωση κατά την οποία η ομάδα θεωρεί πως απειλείται η υπόστασή της από εξωτερικούς παράγοντες, όπως μπορεί να συμβαίνει σε περιόδους κοινωνικής και οικονομικής κρίσης. Η πείνα στο «παιχνίδι» αποτελεί μια τέτοια απειλή. Τα έντονα συναισθήματα που βιώνει σε αυτήν την περίπτωση η ομάδα, είναι το αυξημένο άγχος, ενώ τα ευάλωτα άτομα τείνουν να προσωποποιούν και να μεγεθύνουν τις συνέπειες που ενδέχεται να υπάρξουν από τις όποιες μεταβολές υποστεί η ομάδα. Η μη αναγνώριση των λαθών μειώνει και απειλεί τη συνοχή της ομάδας.

 

Χαράλαμπος Παυλόπουλος και Άννα Τσιμπουκλή «Δυναμική των ομάδων και αλλαγή στους οργανισμούς». Εκδόσεις Τόπος 2016.

FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top