FOLLOW US
Παναγιώτης Μιχαηλάρης

Παναγιώτης Μιχαηλάρης

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Το ζήτημα της αλλαγής καλλιεργειών στη Λέσβο, δηλαδή της αλλαγής του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι του νησιού προσεγγίζουν το οικονομικό, όπως είναι φυσικό προκάλεσε συζητήσεις ανάμεσα σε γνώριμους και φίλους. Έτσι είχα τη δυνατότητα να πληροφορηθώ από πρώτο χέρι, που λέμε, δηλαδή από τον φίλο Χρήστο Τραγέλλη για το πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα της αλλαγής των καλλιεργειών στην έκταση που συγκροτεί τον γνωστό κάμπο της Καλλονής. Πράγματι, στον χώρο αυτό, στον οποίο δεσπόζει η αλυκή με τους εντυπωσιακούς σωρούς του αλατιού, έχει συντελεστεί μια κοσμογονία αλλαγών, τις οποίες θα ήταν πολύ ενδιαφέρον κάποιος που γνωρίζει καλύτερα την περιοχή να τις εντοπίσει και να τις αναδείξει.

Δεν μπορώ να υποθέσω την εξέλιξη των αλλαγών αυτών και μάλλον στην περιοχή αυτή δεν υπήρξε ποτέ ελαιοκαλλιέργεια. Ωστόσο, είναι γνωστό ότι υπήρχε λ.χ. εκτεταμένη καλλιέργεια σύκων, πατάτας, καπνού, φαντάζομαι σιτηρών. Η σημερινή εικόνα, όπως και να έχουν τα πράγματα, δεν χαρακτηρίζεται από καμιά από αυτές τις καλλιέργειες. Μάλιστα έχω την εντύπωση ότι, εκτός από τις βιοτεχνίες διαφόρων ειδών που δεσπόζουν στο τοπίο, σιγά σιγά στις εναπομείνασες εκτάσεις θα ενσκήψουν και τα πρόβατα, αν δεν συμβαίνει κιόλας αυτό, καθώς η κτηνοτροφία είναι πάντα στην αναζήτηση ανοιχτών χώρων.

Όμως, ας επιστρέψουμε στο γενικό θέμα της επέκτασης της κτηνοτροφίας εις βάρος της ελαιοκαλλιέργειας και ας επιχειρήσουμε να εντοπίσουμε κάποιες καταστάσεις που ευνόησαν αποφασιστικά την υπέρ της κτηνοτροφίας στροφή του αγροτικού πληθυσμού τουλάχιστον της κεντρικής και βόρειας Λέσβου.

Είδαμε στα προηγούμενα σημειώματα ότι η στενότητα χώρου ανάγκαζε κατοίκους της Νάπης λ.χ. να αναζητούν εκτάσεις για να βοσκήσουν τα ζώα τους σε γειτονικά χωριά (μπιντιρμές). Είπαμε ότι στη δεκαετία του ’60 ακόμα, ο κάτοχος 100 προβάτων θεωρούνταν μεγαλοκτηνοτρόφος! Ενώ τώρα τα 100 πρόβατα είναι αμελητέος αριθμός. Τι συνέβη λοιπόν ώστε να διαταραχθεί η ελαιοκαλλιέργεια προς όφελος της κτηνοτροφίας, επειδή η ζήτηση κρέατος και γάλακτος από μόνη της δεν μπορεί να εξηγήσει τα ικανοποιητικά πράγματα.

Κατά τη γνώμη μου λοιπόν πρέπει να σταθούμε σε δύο αποφασιστικούς παράγοντες που διευκόλυναν την εκτροφή μικρών και μεγάλων ζώων. Πρώτα πρώτα είναι η εκτεταμένη διείσδυση των τυποποιημένων τροφών για τα πρόβατα, που επέτρεψε στους κτηνοτρόφους να απεξαρτηθούν από τα χόρτα που θα κάνει το χωράφι. Οι γεωργικές τροφές εισβάλλουν με έντονο τρόπο υπό ποικίλες μορφές και διευκολύνουν τον κτηνοτρόφο να απαλλαγεί από την αγωνία να βρει φυσική τροφή για τα ζώα του. Μάλιστα στη σημερινή πραγματικότητα οι τυποποιημένες τροφές έχουν πάρει τα ηνία και έχουν επεκταθεί σε μεγάλο βαθμό σε όλη τη λεσβιακή ενδοχώρα.

Όμως παράλληλα με τη διείσδυση των τροφών αυτών παρατηρείται και η ευρύτατη ανάπτυξη γεωργικών/αγροτικών δρόμων, οι οποίοι με τη σειρά τους θα παίξουν κυρίαρχο ρόλο στην επέκταση της κτηνοτροφίας. Τώρα το αυτοκίνητο, μικρό ή μεγάλο, μπορεί να φθάσει πολύ κοντά στα χωράφια, δηλαδή πολύ κοντά στα ζώα, να φέρει τις τροφές στη στάνη, να φέρει τον κτηνοτρόφο γρήγορα κοντά στα ζώα του, να φέρει το γάλα γρήγορα από τη στάνη στο τυροκομείο κ.τ.λ. κ.τ.λ. Κοντά σε όλα αυτά βέβαια πρέπει να προστεθούν και οι επιδοτήσεις εκ μέρους της Ε.Ε., στοιχείο που θα μεγαλώσει ακόμα περισσότερα τα κίνητρα για την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας.

Όλα αυτά μαζί και το καθένα από μόνο του συνιστούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο κυριαρχεί πλέον η κτηνοτροφία και όπως δείχνουν τα πράγματα θα εξακολουθήσει να κυριαρχεί. Μάλιστα είμαι σχεδόν βέβαιος ότι, αν ήταν απαραίτητο να καταστραφούν ελαιώνες για να δημιουργηθούν εκτάσεις για τα ζώα, και αυτό θα γινόταν. Προς το παρόν αυτό δεν φαίνεται να συμβαίνει, όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά επειδή η ύπαρξη των ελαιώνων δεν εμποδίζει τη βόσκηση. Τα πρόβατα μπορούν να βόσκουν και μέσα σε ελαιώνες και μάλιστα να βοηθούν ώστε αυτοί, δηλαδή οι ελαιώνες, να μην καταντήσουν τοπία αδιάβατα. Μάλιστα, ως προς αυτό το επίπεδο ίσως η ελαιοκαλλιέργεια και η κτηνοτροφία να αλληλοσυμπληρώνονται. Όμως, κοντά στο νου κι η γνώση: τα πράγματα είναι σαφώς υπέρ της κτηνοτροφίας, πραγματικότητα που δεν φαίνεται να αλλάζει τουλάχιστον για τα πολλά προσεχή χρόνια.

Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017 15:35

Οι αλλαγές των καλλιεργειών στη Λέσβο (Β΄)

Λέγαμε πριν από δεκαπέντε ημέρες για την ελαιοκαλλιέργεια στο νησί μας, αυτή η οποία προσδιόρισε την οικονομία του επί αιώνες, με το λάδι να αποτελεί τόσο ως καταναλωτικό προϊόν, όσο και ως εξαγωγικό, τη βάση κάθε δραστηριότητας -ας θυμηθούμε το ενδιαφέρον των καταστηματαρχών της πρωτεύουσας του νησιού για το καλό μαξούλι που θα έδινε ζωή και στα δικά τους μαγαζιά.

Ωστόσο, επειδή στα φαινόμενα αυτά το κενό καλύπτεται γρήγορα, καθώς είναι άμεσης προτεραιότητας, είναι η επέκταση της κτηνοτροφίας που έρχεται να εξισορροπήσει τα πράγματα. Έχουμε αναφέρει σε παλαιότερη επιφυλλίδα μας ότι όπως φαίνεται πολύ έντονα από τα οθωμανικά φορολογικά κατάστιχα, η επέκταση της ελαιοκαλλιέργειας παρουσιάζεται όχι τόσο -όπως θα περίμενε κανείς- στις νότιες περιοχές του νησιού (Γέρα, Πλωμάρι κτλ. με τους μεγάλους ελαιώνες), αλλά στην κεντρική και βόρεια Λέσβο, όπου η φορολογία των Λεσβίων στο λάδι αρχίζει να αυξάνεται δραματικά, γεγονός που επισημαίνει την επέκταση της ελιάς εις βάρος των άλλων καλλιεργειών.

Έχω την εντύπωση, λοιπόν, ότι η επέκταση της κτηνοτροφίας εις βάρος της ελαιοκαλλιέργειας συντελείται και πάλι στο τμήμα αυτό του νησιού μας, το οποίο φαίνεται συνεχώς να δίνει τον τόνο στη λεσβιακή οικονομία.

Γνωρίζουμε ότι το δυτικό μέρος του νησιού, λόγω της φύσης του εδάφους του και την αδυναμία να καλλιεργηθεί συστηματικά η ελιά σε αυτά, παρουσίαζε συνεχώς αυξημένη επίδοση στην κτηνοτροφία, με τα χωριά που βρίσκονται δυτικά από την Καλλονή (Άγρα, Μεσότοπος, Άντισσα κτλ.) να χαρακτηρίζονται από τα καλά κτηνοτροφικά προϊόντα τους. Σε αυτά προσθέτουμε και τον Μανταμάδο, του βορειοανατολικού τμήματος, ο οποίος παραδοσιακά και λόγω της φύσης των εδαφών του, είχε καλές επιδόσεις στην κτηνοτροφία και ειδικότερα στην παραγωγή βοδινού κρέατος.

Όμως τώρα πια, δηλαδή τις τελευταίες δεκαετίες, η κτηνοτροφία στα μέρη αυτά αλλά και σε όλα τα χωριά της κεντρικής, βόρειας και βορειοανατολικής Λέσβου, παρουσιάζει μεγάλους ρυθμούς ανάπτυξης εις βάρος της ελαιοκαλλιέργειας. Θυμάμαι ότι ο παππούς μου (Παναγιώτης Ε. Βαρβαράς) στον Μανταμάδο με τέσσερα από τα αρσενικά παιδιά του να εμπλέκονται στις αγροτοκτηνοτροφικές ασχολίες, θεωρούνταν από τους μεγαλύτερους κτηνοτρόφους του χωριού: ο αριθμός των προβάτων του δεν ξεπερνούσε τα 80 με 100 πρόβατα... Τώρα δεν υπάρχει σοβαρός κτηνοτρόφος στην περιοχή -αλλά και στα γύρω χωριά Αγία Παρασκευή, Νάπη, Στύψη κτλ., στα οποία μπορώ να έχω άμεση παρατήρηση- που να μην έχει τουλάχιστον από 300 και πάνω πρόβατα!

Όμως, γιατί συμβαίνουν όλα αυτά; Κάποιοι λόγοι ουσιαστικοί πρέπει να υπάρχουν που ευνόησαν την επέκταση της κτηνοτροφίας αλλά και την εκτροφή μεγάλων ζώων για την παραγωγή κρέατος. Λογικά, αν εξετάσουμε τα φαινόμενα, η μεγάλη ζήτηση ενός προϊόντος εις βάρος των άλλων, δηλαδή οι αλλαγές των καταναλωτικών συνηθειών πρέπει να προκάλεσε και την αντίστοιχη στροφή. Είναι, λοιπόν, διαπιστωμένο ότι η κατανάλωση κρέατος στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες, έχει αυξηθεί κατακόρυφα, με αποτέλεσμα η παραγωγή να μην καλύπτει τη ζήτηση και η χώρα να κάνει μεγάλες εισαγωγές κρέατος. Ένα λοιπόν το κρατούμενο. Από την άλλη και παράλληλα έχει αυξηθεί και η κατανάλωση γάλακτος και των προϊόντων που έχουν ως βάση το γάλα και αυτά είναι δεκάδες, με αποτέλεσμα και σε αυτό το προϊόν η χώρα να είναι ελλειμματική. Αυτό το φαινόμενο έχει ως αποτέλεσμα να προκαλεί και να συντηρεί σχετικά καλές τιμές στους παραγωγούς των προϊόντων αυτών και όσον αφορά στο νησί μας καλύτερες τιμές από τη διάθεση του λαδιού και των προϊόντων του. Έτσι αρχίζει σιγά - σιγά το γάλα, κυρίως, και το κρέας, δηλαδή η παραγωγή των προϊόντων αυτών, να επεκτείνεται εις βάρος του λαδιού και των προϊόντων του, συντελώντας στην ανατροπή της σταθερής εικόνας που παρουσίαζε η λεσβιακή οικονομία κατά τους τελευταίους αιώνες.

Ωστόσο, η μεγάλη ζήτηση ενός προϊόντος είναι σοβαρός λόγος για την ανάπτυξη μιας καλλιέργειας εις βάρος μιας άλλης, αλλά δεν αρκεί από μόνος του για να εξηγήσει τα πράγματα σε όλες τις διαστάσεις τους. Έτσι το φαινόμενο της αλλαγής των καλλιεργειών στη Λέσβο, θα μας απασχολήσει και στην επόμενη επιφυλλίδα μας.

 

 

Παρασκευή, 08 Σεπτεμβρίου 2017 14:28

Οι αλλαγές των καλλιεργειών στη Λέσβο (Α΄)

Είναι γεγονός διαπιστωμένο σε όλες τις ιστορικές περιόδους ότι συχνά οι άνθρωποι υποχρεώνονται εκ των πραγμάτων -τα οποία πράγματα τις περισσότερες φορές έχουν άμεση σχέση με την οικονομική πραγματικότητα- να αλλάξουν, να μεταβάλουν, ενίοτε ριζικά, τους τρόπους καλλιέργειας της γης. Η παρατήρηση αυτή, η οποία έχει το κύρος που της δίνει το βεβαιωμένο αποτέλεσμα, δεν αναφέρεται τόσο στον τρόπο με τον οποίο λ.χ. καλλιεργείται απλώς η γη, όπως είναι π.χ. το πέρασμα από το ξύλινο άροτρο στο τρακτέρ, αλλά κυρίως αναφέρεται στις καθολικές, έως ένα βαθμό, αναπροσαρμογές των καλλιεργειών. Η μεταβολή αυτή φυσικά δεν συντελείται με απότομο και βίαιο τρόπο, αλλά μέσα σε ένα αργό, τις περισσότερες φορές, πλαίσιο, ένα από τα χαρακτηριστικά του οποίου είναι, νομίζω, ότι η νέα πραγματικότητα, η νέα αναπροσαρμογή των συνηθειών του ανθρώπου σε σχέση με το άμεσο ζωτικό περιβάλλον του, δεν καταστρέφει ολοκληρωτικά τον παλαιό τρόπο παραγωγής προϊόντων. Το παλαιό εξακολουθεί να υπάρχει, πολλές φορές σε αντιδιαστολή ακόμα και σε αντίθεση προς το νέο, στοιχεία τα οποία, μπορούμε να πούμε, εκδηλώνονται και με συναισθηματικές αναγωγές, δηλαδή σε αναπόληση του καλού και παραδοσιακού τρόπου που χάθηκε και ήλθε να επισκιαστεί από το βάρβαρο νέο που δεν σεβάστηκε τις παλαιές συνήθειες, τις καλές, τις αποδοτικές κτλ.. Ή ακόμα να επικαλεστεί -κάποιοι άνθρωποι να επικαλεστούν, οι οποίοι τις περισσότερες φορές δεν μετέχουν ενεργά στην παραγωγή- αναγωγές και επικλήσεις σε ένα αδιόρατο μέλλον που θα επαναφέρει το παρελθόν με τις καλές συνήθειές του και τον αγνό... τρόπο παραγωγής και σχέσεων των ανθρώπων με το περιβάλλον και την εκμετάλλευσή του, χάριν της επιβίωσης.

Καταφεύγω σε αυτές τις σκέψεις επηρεασμένος, χρόνια τώρα, από τις άμεσες και καταλυτικές αλλαγές που συμβαίνουν και στη λεσβιακή ενδοχώρα, οι οποίες είναι πλέον εμφανείς διά γυμνού οφθαλμού.

Μια τέτοια διαπίστωση, κεντρική θα έλεγα, προς αυτή την κατεύθυνση, έχει να κάνει με την καθολική υποχώρηση της ελαιοκαλλιέργειας ή τουλάχιστον με την καθολική οικονομική απαξίωση της ελαιοκαλλιέργειας από τους Λέσβιους καλλιεργητές. Έτσι η μεγάλη επέκταση της ελιάς που εκτόπισε άλλες καλλιέργειες από τα μέσα κυρίως του 16ου αιώνα, όπως ήταν το αμπέλι και τα σιτηρά, πράγματα στα οποία είχαμε την ευκαιρία να αναφερθούμε κατά καιρούς σε άλλες επιφυλλίδες μας, έχει σχεδόν ολοκληρωτικά ανακοπεί, ακόμα και αντιστραφεί όχι όμως υπέρ των παλαιών προϊόντων που η ελιά εκτόπισε. Είναι πλέον φαινόμενο σπάνιο και άξιο σχολιασμού η δημιουργία νέων ελαιώνων, αφού ακόμα και η συντήρηση των παλαιών υποβαθμίζεται με άμεσο και εμφανή τρόπο. Η ελιά εξακολουθεί να παραμένει το κυρίαρχο στοιχείο του λεσβιακού περιβάλλοντος, ως παρουσία και ως αίσθηση όχι, όμως, ως οικονομική αξία στην οποία θα επενδύσει ο Λέσβιος καλλιεργητής και θα προσδιορίσει το κύριο εισόδημά του. Έχει κανείς την αίσθηση, αν δεν κάνω σοβαρό λάθος, ότι σε ορισμένες περιοχές του νησιού η ελαιοκομία είναι μια εκμετάλλευση απλώς της άμεσης καθημερινότητας: να έχουμε το λάδι της χρονιάς μας, να μην αγοράσουμε λάδι εμείς και τα παιδιά μας, παρά ένας βασικός οικονομικός πόρος. Το λάδι ως προϊόν που προσέφερε την δυνατότητα επιβίωσης του αγροτικού νοικοκυριού, τόσο με την άμεση κατανάλωσή του όσο και με την εμπορευματοποίησή του, έχει πάψει σε ένα μεγάλο ποσοστό να είναι το κύριο προϊόν στο οποίο προσέβλεπε ο Λέσβιος καλλιεργητής, περιμένοντας το καλό μαξούλι, από το οποίο θα αντιμετωπίσει τις άμεσες ανάγκες του και να κινηθεί παράλληλα και η αγορά του νησιού, της πρωτεύουσας πόλης Μυτιλήνης κατά κύριο λόγο. Όμως θα συνεχίσουμε και στην επόμενη επιφυλλίδα μας με το ίδιο θέμα.

 

 

 

 

 

Στις περιοδολογήσεις μας στην ιστορία, είναι πολύ εντυπωσιακό όταν συναντούμε θεσμούς, που γνωρίζουμε από τα διαβάσματά μας και την καταγραμμένη ιστορική εμπειρία, να είναι στα χείλη ανθρώπων, οι οποίοι πρόλαβαν να σχετιστούν με αυτούς, να τους επικαλεστούν στην αγροτική επιβίωσή τους, ακόμα και όταν αυτοί διένυαν το τελευταίο στάδιο της επιβίωσής τους.

Κάτι τέτοιο λοιπόν βίωσα κι εγώ τις μέρες του εφετινού καλοκαιριού, όταν ο έχοντας πατήσει τα 90 του χρόνια, αλλά ενεργός ακόμη αγρότης -και υπερήφανος για το επάγγελμα που άσκησε στη ζωή του- Γιάννης Νικ. Αβαγιαννός στη Νάπη (Κλομιδάδο), άρχισε τη διήγηση ενός περιστατικού με τα λόγια: «Τον καιρό που πήγαινα για μπιντιρμέ στη Στύψη...».

Αμέσως η ιστορική απορία και εμπειρία μου κινητοποιήθηκε, επειδή η λέξη δεν μου ήταν άγνωστη αλλά δεν θυμόμουν το ακριβές περιεχόμενό της και εν πάση περιπτώσει ο Γιάννης αναφερόταν στα χρόνια γύρω από την Κατοχή ή τη δεκαετία του 1950 ακόμα και του 1960!!!. Του ζήτησα λοιπόν να μου περιγράψει τι ήταν ο μπιντιρμές που αυτός επικαλέστηκε και ιδού το περιεχόμενο της παρούσας επιφυλλίδας.

Επειδή, λοιπόν η Νάπη είναι εγκλωβισμένη ανάμεσα σε τρία μεγάλα χωριά, το Μανταμάδο, την Αγία Παρασκευή, και τη Στύψη, ο τόπος που έχουν στη διάθεσή τους οι κάτοικοί της είναι λιγοστός (μάλιστα υπό τις σημερινές συνθήκες της εντατικής κτηνοτροφίας το πρόβλημα παραμένει οξύ, αν όχι και οξύτερο), με αποτέλεσμα ορισμένες φορές και ειδικά το καλοκαίρι, να υπάρχει πρόβλημα επιβίωσης των μεγάλων ζώων κυρίως των βοδιών.

Ωστόσο, έπρεπε οι κάτοικοι του χωριού ή τουλάχιστον κάποιοι από αυτούς να αντιμετωπίσουν την κατάσταση με άλλο τρόπο και η λύση που οι τοπικές διαθεσιμότητες ανέπτυξαν ήταν η εξής: Έπαιρναν τα βόδια τους (δεν είχαν άλλωστε και πολλά τότε) και τα μετέφεραν σε εκτάσεις του γειτονικού χωριού Στύψη, όπου υπήρχαν εκτεταμένες εκτάσεις προς βόσκηση, πιθανότατα τσιφλίκια Οθωμανών, καθώς μαρτυρεί και η ονομασία του κτήματος της περιοχής (Χασάν τσιφλίκ). Εκεί παρέδιδαν τα ζώα τους για παραμονή και βόσκηση σε εντεταλμένα πρόσωπα, που ασκούσαν το επάγγελμα αυτό και πλήρωναν με τον μήνα και το κεφάλι το τίμημα της βόσκησης των ζώων τους σε ξένα κτήματα. Με άλλα λόγια υπενοικίαζαν μια έκταση, από κοινού με άλλους αγρότες, στην οποία άφηναν τα ζώα τους για 2-3 μήνες (καλοκαιρινούς κυρίως, όταν η ξερή γη δεν μπορούσε να θρέψει τα ζώα) με χρηματικό αντίτιμο. Οι ίδιοι δεν έμειναν εκεί, αλλά επέστρεφαν στα χωριά τους, προκειμένου να συνεχίσουν τις ασχολίες τους. Τη φροντίδα και την επίβλεψη των ζώων είχαν άλλοι, πιθανότατα υπάλληλοι κάποιου ιδιοκτήτη μεγάλης έκτασης, ο οποίος βέβαια θα εισέπραττε και το μεγαλύτερο μέρος του τιμήματος.

Να λοιπόν ο λεσβιακός μπιντιρμές (φυσικά η λέξη είναι τουρκική και σημαίνει εκπληρώνω, τελειώνω, ολοκληρώνω κάτι), όπως επιβίωσε μετά την αποχώρηση των Τούρκων το 1912 από το νησί, αφού, φυσικά, υπήρξε γέννημα μιας ανάγκης που δεν έπαψε να υφίσταται με την απελευθέρωση του νησιού. Το φαινόμενο είναι συνηθισμένο στην ιστορία, καθώς η εναλλαγή κατακτητών δεν σημαίνει υποχρεωτικά και αλλαγή όλων των θεσμικών μορφωμάτων, ειδικά μάλιστα όταν αυτά τα τελευταία έχουν σχέση με τις βιωτικές ανάγκες των ανθρώπων σε σχέση με την κατοχή του χώρου.

Φυσικά η αφήγηση του Γιάννη Αβαγιαννού ανέσυρε ένα θεσμό που επιβίωσε αρκετά χρόνια μετά την απελευθέρωση του νησιού και πάντως έπαψε να υφίσταται όταν υπήρξε διαφοροποίηση στην κατοχή της γης και κυρίως αλλαγή στις διατροφικές ανάγκες των ζώων κατά τα νεότερα χρόνια, όταν οι ζωοτροφές επιλύουν την έλλειψη εκτάσεων προς βόσκηση. Ασφαλώς υπάρχουν πολλές λεπτομέρειες που πρέπει να αναζητήσει κανείς προκειμένου να κατανοήσει τον μπιντιρμέ σε όλες τις διαστάσεις του και την προσφορά του στην επίλυση ορισμένων αγροτικών προβλημάτων. Ακόμα, και επειδή φυσικά το φαινόμενο, δεν απαντάται μόνο στη Λέσβο, θα μπορούσε κάποιος να συσχετίσει τη λειτουργία του μπιντιρμέ στις διάφορες περιοχές του ελλαδικού χώρου και να προβεί σε ανάλογες παρατηρήσεις. Όλα είναι ανοιχτά στην έρευνα, στην ιστορία γενικότερα, ακόμα και όταν μας τα θυμίζουν απλές αφηγήσεις, απλών αλλά νοημόνων ανθρώπων, όπως είναι ο αγρότης Γιάννης Αβαγιαννός στη Νάπη της Λέσβου.

 

Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017 16:21

100 επιφυλλίδες λεσβιακής ιστορίας

Πιθανόν οι προσεκτικοί αναγνώστες της στήλης να παρατήρησαν ότι πέρασε ένας μήνας χωρίς να δημοσιευτεί κείμενό μου. Η αλήθεια είναι ότι η αγαπητή Μαριάνθη, μου το θύμισε στην ώρα της, αλλά εγώ βρισκόμουν από την 1η Ιουλίου στο νησί μας και αυτό ήταν, φαίνεται, αρκετό για να ξεμυαλιστώ και να λησμονήσω τις υποχρεώσεις μου. Ωστόσο, παράλληλα, και αναζητώντας τη σύνδεση με τα προηγούμενα, όπως έλεγα στα παλαιά περιοδικά, μου δόθηκε η ευκαιρία να κάνω μια διαπίστωση που μπορεί να έχει κάποια σημασία.

Με άλλα λόγια, παρατήρησα ότι με την προηγούμενη συνεργασία μου στο Εμπρός, ολοκληρώθηκε ο αριθμός των εκατό (100) επιφυλλίδων λεσβιακής ιστορίας. Με άλλα λόγια και δεδομένου ότι η στήλη αυτή είναι δεκαπενθήμερη, πέρασαν κιόλας τέσσερα και παραπάνω χρόνια από τότε που αγαπητός μου Μανόλης Μανώλας μού πρότεινε να γράφω στην εφημερίδα αυτή θέματα λεσβιακής ιστορίας.

Να λοιπόν που η στήλη αυτή της λεσβιακής ιστορίας απέκτησε τη δική της ιστορική προοπτική στον χρόνο, απέκτησε δηλαδή τη δική της ιστορία… και αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι κάτι αξιοπρόσεκτο και προξενεί κάποιες σκέψεις που θα προσπαθήσω να σας τις εκθέσω, γιορτάζοντας, τρόπον τινά, τη συμπλήρωση των 100 επιφυλλίδων.

Αρχικά πρέπει να τονίσω την απόλυτη ελευθερία την οποία αισθάνομαι γράφοντας στο Εμπρός, δεδομένου ότι εκ μέρους της εφημερίδας, ποτέ, μα ποτέ, δεν μου έγινε η παραμικρή υπόδειξη, παρατήρηση ή οτιδήποτε άλλο. Και το γεγονός αυτό, νομίζω ότι πρέπει να το επισημάνω, για να τονίσω και να επαινέσω τη διεύθυνση του Εμπρός.

Η δεύτερη παρατήρηση φυσικά δεν μπορεί να μην έχει σχέση με το αντικείμενο της στήλης αυτής, το περιεχόμενο των επιφυλλίδων, δηλαδή, στη διαδρομή της τετραετίας αυτής.

Εξαρχής, όπως θα θυμούνται οι αναγνώστες, ορίστηκε ως θεματικό αντικείμενο της στήλης η νεότερη ιστορία του νησιού μας, την οποία προσδιορίσαμε ότι αρχίζει με την περίοδο των Γατελούζων (1355-1462), συνεχίζεται με την οθωμανική κατάκτηση (1462-1912), ενώ από την ενσωμάτωση του νησιού στο ελληνικό κράτος έως τις μέρες μας, θα μπορούσαμε να μιλάμε για τη σύγχρονη λεσβιακή ιστορία.

Το βάρος της δικής μου παρέμβασης έπεσε κυρίως στην περίοδο των Γατελούζων και της οθωμανοκρατίας για δύο κυρίως λόγους.

Πρώτα - πρώτα επειδή ως ιστορικός την περίοδο αυτή μελετώ και αισθάνομαι ότι τη γνωρίζω με επάρκεια. Ο άλλος λόγος είναι ότι η νεότερη περίοδος της ελληνικής ιστορίας είναι εκείνη που διαμόρφωσε το ιστορικό γίγνεσθαι, του οποίου οι απολήξεις καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό τη φυσιογνωμία που έλαβε το νησί μας και προσδιορίζουν ακόμα και σήμερα την ιστορική φυσιογνωμία του.

Με άλλα λόγια, η εξάρτηση από τους Γατελούζους και κυρίως η παρουσία της Λέσβου επί πέντε περίπου αιώνες ως επαρχία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, το οθωμανικό παρελθόν δηλαδή και η στροφή προς την Ανατολή, είναι πολύ κρίσιμα στοιχεία για τη διαμόρφωση του ιστορικού λεσβιακού παρόντος.

Έτσι προσπάθησα με τη δημοσίευση κάποιων ανέκδοτων στοιχείων και την επαναφορά στο προσκήνιο παλαιών στοιχείων αλλά με μια άλλη ματιά, να δείξω ότι και στα χρόνια των Γατελούζων, πολλώ μάλλον των Οθωμανών Τούρκων η ζωή στο νησί μετά τις πρώτες ανατροπές, πήρε πάλι τον ρυθμό της και μάλιστα με γρήγορους και αποφασιστικούς ρυθμούς, που οδήγησαν στην ανάκαμψη και στην ανάδειξη της Λέσβου σε σημαντικό κέντρο του υπόδουλου ελληνικού στοιχείου.

Ένα ακόμα στοιχείο που προσπάθησα να θίξω είναι ότι η ιστορία ενός χωριού, μιας πόλης, μιας επαρχίας, ενός νησιού εν προκειμένω, δεν είναι ένα αυτόνομο ιστορικό γεγονός. Όλα είναι μέσα σε όλα και η ιστορία ενός τόπου πρέπει πάντα να είναι σε αναφορά με το ευρύτερο ή στενότερο ιστορικό πλαίσιο, μέρος του οποίου και ο συγκεκριμένος τόπος είναι και μέσα στον οποίο εντάσσεται και από τον οποίο προσδιορίζεται. Η Λέσβος ως τμήμα μιας δυτικής κατάκτησης. Η Λέσβος ως μέρος της οθωμανικής κατάκτησης.

Σε αυτό το ιστορικό πνεύμα θα επιχειρήσουμε να πορευτούμε και στο μέλλον με ορόσημο -μεγάλος λόγος- τον αριθμό των 200 επιφυλλίδων.

 

Πριν από δεκαπέντε ημέρες άρχισα να γράφω μια επιφυλλίδα για τον Κώστα Γ. Μίσσιο, έχοντας κατά νου ότι θα μπορούσα αυτοτελώς να δώσω μια εικόνα, έστω και ελλειπτική, για τον άνθρωπο, εννοώ τον λόγιο Κώστα Μίσσιο, και το έργο του. Όπως διαπίστωσα, γράφοντας, αυτό ήταν αδύνατο να γίνει με ένα κείμενο, γι’ αυτό συνεχίζω και σήμερα με τη βεβαιότητα, τώρα πια, ότι και πάλι ακροθιγώς θα αναφερθώ στο έργο του, έτσι εις οσμήν ευωδίας, όπως μου αρέσει να λέγω.

Σκοπός μου δεν είναι να προβώ σε αναλυτική παρουσίαση των βιβλίων του Κώστα Μίσσιου: αυτό ούτε είναι δυνατόν να γίνει από τις στήλες μιας εφημερίδας, ούτε θα είχε και κάποια σημασία, αφού οι επαΐοντες τα γνωρίζουν ή, τουλάχιστον, μπορούν να τα βρουν, αν τα χρειαστούν. Στόχος μου να αρθρώσω κάποιες σκέψεις, σχετικά με την μελλοντική αξιοποίηση του συγκεντρωμένου από τον Κώστα Μίσσιο, ιστορικού υλικού για τη Λέσβο και τους ανθρώπους της.

Εξηγούμαι: Ο Κώστας Μίσσιος με το έργο του, αποθησαυρισμένο στα δεκάδες βιβλία και άρθρα του, νομίζω ότι δεν έχει αφήσει λεσβιακή προσωπικότητα, συγγραφέα, ιστορικό κτλ., με άλλα λόγια Λέσβιο που να έχει αποτυπώσει στο χαρτί κάποια σκέψη, μια συμβολή, μια μελέτη λεσβιακού περιεχομένου (πολλές φορές και εξωλεσβιακή ύλη, από Λέσβιο δημιουργό), τον οποίο να μην έχει εντοπίσει, να μην έχει γράψει στοιχεία γι’ αυτόν και το έργο του. Κατά συνέπεια τα βιβλία του αποτελούν έναν πρώτης τάξεως εγκυκλοπαιδικό θησαυρό για όποιον ενδιαφέρεται να μελετήσει οτιδήποτε λεσβιακό θέμα: συγγραφέα, έργα του, δημοσιεύσεις του και δημοσιεύσεις περί αυτού, ιστορία λεσβιακών εντύπων και ό,τι άλλο περιστρέφεται γύρω από λογοτεχνικά, ιστορικά, κοινωνικά ζητήματα του νησιού μας σε μεγάλο χρονικό ανάπτυγμα.

Κάθε ένα από τα δημοσιεύματα του Κώστα Μίσσιου, συνοδεύεται από ευρετήριο, στο οποίο ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ανατρέξει και να αναζητήσει στοιχεία. Όμως τα βιβλία είναι πολλά, τα θέματα επανέρχονται, τα ευρετήρια πρέπει να τα συμβουλεύεται κανείς και να τα ξανασυμβουλεύεται για να είναι βέβαιος ότι δεν του ξέφυγε κάτι, χωρίς να είναι σίγουρος για την εξάντληση του υλικού.

Όμως, αγαπητοί αναγνώστες, ζούμε σε εποχή ηλεκτρονική, η οποία, όποιες αντιρρήσεις και αν έχουμε, μας προσφέρει τεράστιες δυνατότητες. Δυνατότητες που στην περίπτωση του Κώστα Μίσσιου, θα μπορούσαν να καταστήσουν το έργο του μνημειώδες, δηλαδή να το αναγάγουν σε ανεκτίμητο οδηγό και βοήθημα πολύτιμο και εκ των ων ουκ άνευ για τη Λέσβο, επειδή ακριβώς είναι τέτοιο.

Κάποιος επιστημονικός θεσμός δηλαδή, σκέπτομαι λ.χ. το Πανεπιστήμιο Αιγαίου, ή κάποιο άλλο πανεπιστήμιο, ή μια βιβλιοθήκη κτλ., να εκμεταλλευτεί τα λεφτά που προορίζονται για παρόμοια προγράμματα και να καταθέσει ένα πρόγραμμα ψηφιοποίησης των βιβλίων του Κώστα Μίσσιου και παράλληλα να προβεί στην εκπόνηση ενός αναλυτικού και συνθετικού ψηφιακού ευρετηρίου. Έτσι και με βάση τα εργαλεία αυτά θα μπορεί ο κάθε ενδιαφερόμενος χρήστης να γνωρίζει αμέσως ότι για τον Σταυράκη Αναγνώστου ή τον Στρατή Αναστασέλλη, ή για την εφημερίδα Χαραυγή έχουν γραφτεί τα παρακάτω άρθρα, από τους τάδε συγγραφείς. Και αντίστροφα ο Σταυράκης Αναγνώστου ή ο Στρατής Αναστασέλλης έχουν γράψει αυτά τα έργα που έχουν τυπωθεί είτε αυτοτελώς, είτε στα τάδε περιοδικά, ή στην εφημερίδα Χαραυγή υπάρχει αυτή η ύλη, κ.ο.κ..

Παράλληλα με όλα αυτά, με βάση το έργο του Κώστα Μίσσιου, θα μπορούσε να συνταχθεί μια νέα Λεσβιακή βιβλιογραφία, που μαζί με τις παλαιότερες του Γ. Βαλέττα και τη συμβολή σε αυτήν του Κ. Μιχαηλίδη, ακόμα και με τη μικρή συμβολή του Μιχαήλ Στεφανίδη, να συγκροτήσουν το νέο σώμα της Λεσβιακής Βιβλιογραφίας, η οποία θα περιλαμβάνει όχι μόνο αυτοτελείς εκδόσεις αλλά και μελέτες σε περιοδικά και εφημερίδες. Και όχι μόνο αυτά, αλλά και άλλα πολλά μπορούν να γίνουν με βάση το έργο του Κώστα Μίσσιου, το οποίο μπορεί να εκτοξεύσει τη λεσβιακή ιστορικο-λογοτεχνική, και όχι μόνο, παραγωγή στην πρωτοπορία. Σκέπτομαι λ.χ. πόσες διδακτορικές διατριβές θα μπορούσαν να προκύψουν.

Δεν τρέφω αυταπάτες για την ανάληψη παρόμοιου εγχειρήματος και ο πρώτος που θα το αμφισβητήσει είναι ο ίδιος ο Κώστας Μίσσιος, επειδή οι άνθρωποι περί άλλων τυρβάζουν. Όμως εμείς θα επιμείνουμε να καταθέτουμε προτάσεις, επειδή σε αυτή τη χώρα πάντα έτσι εξελίσσονταν τα πράγματα. Πού ξέρεις… 

Θα διακόψω σήμερα την κανονική ροή των επιφυλλίδων μου -άλλωστε αυτές διατηρούν ένα βαθμό αυτοτέλειας ώστε να μην χάνεται το νήμα της όποιας αφήγησης- και ο λόγος είναι προφανής, νομίζω, ήδη από τον τίτλο της παρούσας αναγραφής: θέλω να τιμήσω τον άνθρωπο και λόγιο Κώστα Μίσσιο για πολλούς λόγους, οι οποίοι είναι πιθανόν να διαφανούν από τα γραφόμενά μου, μολονότι δεν είναι και τόσο εύκολο αυτό να γίνει μέσα από ένα σημείωμα περιορισμένου ορίου λέξεων, σε σχέση με τον άνθρωπο και το έργο του. Ωστόσο θα το επιχειρήσω.

Με τον Κώστα Γ. Μίσσιο δεν γνωριζόμαστε από μικρά παιδιά (είναι λίγο μεγαλύτερός μου, άλλωστε), δεν πήγαμε μαζί στο σχολείο, δεν κατοικούσαμε στην ίδια γειτονιά, δεν καταγόμαστε από το ίδιο χωριό (Μυτιληνιός αυτός, Μανταμαδιώτης εγώ), δεν δουλέψαμε μαζί, δεν είμαστε οικογενειακοί φίλοι κτλ., κτλ.. Όμως, παρ’ όλα αυτά και πολλά άλλα, αισθάνομαι σαν από παλιά γνώριμος μαζί του, επειδή, νομίζω, διαθέτουμε ένα ισχυρό κοινό στοιχείο: εννοώ την αγάπη για τη λεσβιακή λογιοσύνη, τη λεσβιακή γραμματεία, τη λεσβιακή ιστορία εν τέλει. Έτσι στις λίγες φορές που τα είπαμε από κοντά, αναδυόταν μια κατάσταση σαν να γνωριζόμαστε από χρόνια, σαν να είχαμε κοινές αναφορές σε πρόσωπα και πράγματα, σε κοινές ανησυχίες και διαπιστώσεις, δηλαδή σαν να κατείχαμε καλά ένα κοινό αντικείμενο, ή τουλάχιστον στις γενικές γραμμές του. Εξάλλου, μια ήρεμη καλόγνωμη διάθεση και συγκατάβαση μάλλον χαρακτηρίζει και τους δυο μας, πράγμα που συντελεί στη διαπίστωση που απορρέει από το κοινώς λεγόμενο: ότι ταιριάζουν τα χνώτα μας.

Με όλα αυτά που γράφω, δεν έχω την πρόθεση να προβώ σε χαρακτηριολογικές και ψυχαναλυτικές διαπιστώσεις. Κάθε άλλο. Ο σκοπός μου, αντίθετα, είναι άλλος: πρώτα - πρώτα να κάνω μια επιστημονική αυτοκριτική και έπειτα -και κυρίως- να διατυπώσω στο χαρτί κάποιες σκέψεις μου για το επιστημονικό έργο του Κώστα Μίσσιου, που ενδέχεται να κινήσουν κάποιο ενδιαφέρον ανάμεσα στον κόσμο της λεσβιακής λογιοσύνης. Ενδέχεται...

Εδώ και πολλά χρόνια και μάλλον από τότε που ο Κώστας Μίσσιος άρχισε να εκδίδει τα μεγάλα βιβλία του, κατά καιρούς έπαιρνα γράμματά του, στα οποία ήταν διάχυτη η αγωνία και η προσπάθειά του να ανεύρει, με κάθε τρόπο, τους απαραίτητους οικονομικούς πόρους για να εκδώσει το πολύτιμο έργο του. Ή, ακόμα, γράμματα με την υπόμνηση ότι κυκλοφόρησε ο τάδε τόμος, με αυτό το περιεχόμενο, που κοστίζει τόσο και μπορείς να το προμηθευτείς από το τάδε βιβλιοπωλείο κτλ., κτλ..

Αν θυμάμαι καλά -και αυτό δεν διστάζω ευθαρσώς να το ομολογήσω- ποτέ δεν μπόρεσα να ανταποκριθώ σε κάποια από τις εκκλήσεις του, ή τουλάχιστον σε αυτές για την προεγγραφή συνδρομητών (μια παλιά και δοκιμασμένη μέθοδο από το 1749 κιόλας) για την έκδοση ενός τόμου, και αυτό φυσικά δεν αποτελεί για μένα κανένα τίτλο τιμής: το αντίθετο μάλιστα, αποτελεί προϊόν βαρειάς αμέλειας, το λιγότερο, επειδή υπήρξαν εποχές που τα οικονομικά μας ήταν πολύ καλύτερα από τα τωρινά… και κάθε τέτοια δικαιολογία απολύτως ανακριβής.

Ωστόσο, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο -και κυρίως μέσω του τρόπου της προσφοράς εκ μέρους του συγγραφέα Κ. Μίσσιου- τα βιβλία του, έφταναν στα χέρια μου το ένα μετά το άλλο και τώρα πλέον καλύπτουν πάνω από δύο ράφια στη βιβλιοθήκη μου, και απ’ όσο καταλαβαίνω έπεται συνέχεια… καλά να είναι ο Κώστας.

Γνωρίζω παράλληλα ότι ο Κώστας Μίσσιος, πέρα από το συγγραφικό του έργο, είναι και συστηματικός -μανιώδης θα έλεγα- συλλέκτης έργων της λεσβιακής λογιοσύνης, πράγμα εξίσου σημαντικό με την κύρια συγγραφική του δράση, η οποία, όπως είναι εύλογο, υποβοηθείται από τη συλλεκτική, έως ένα βαθμό. Σε αυτόν τομέα, κάπως έχω συνεισφέρει και εγώ με τα δικά μου γραπτά, αν και πάλι από λόγους αμέλειας, υπάρχουν κενά που τώρα, ασφαλώς μπορεί να τα καλύψει από την ψηφιακή ανάρτηση που κάνει το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών -Κέντρο Τεκμηρίωσης- Αποθετήριο «Ήλιος».

Αγαπητοί αναγνώστες, ξεκίνησα με την αφελή πρόθεση να περιγράψω το έργο του Κώστα Μίσσιου σε μια επιφυλλίδα. Μάταιος κόπος και γι’ αυτό η συνέχεια σε δεκαπέντε ημέρες.

 

 

 

Ας τελειώσουμε λοιπόν σήμερα με το επεισόδιο της ταφής του προξένου και γιατρού της Αυστρο-Ουγγαρίας στην πόλη της Μυτιλήνης, του γνωστού και από άλλες δραστηριότητες, Thedose Bargigli, όχι αναφέροντας λεπτομέρειες και άλλα παράπλευρα στοιχεία που πλαισίωσαν την υπόθεση αυτή και την κατέστησαν αντικείμενο σχολιασμού ακόμα και από τον Τύπο της Σμύρνης και της Κωνσταντινούπολης, καθώς εμπλέκονταν γνωστά πρόσωπα της εποχής, αλλά κάποια ουσιαστικότερα στοιχεία.

Αν κοιτάξουμε λοιπόν τα πρόσωπα και τα γεγονότα με ιστορική ματιά και προοπτική, μπορούμε να διαπιστώσουμε κάποιες πραγματικότητες για το νησί μας, στην ευρύτερη όμως διάστασή τους, δηλαδή πραγματικότητες που το συμπεριέχουν και δεν το προσδιορίζουν αποκλειστικά.

Είδαμε ότι ο Thedose Bargigli υπήρξε πρόξενος της Αυστρο-Ουγγαρίας, μιας μεγάλης δύναμης της εποχής, που σήμερα πλέον δεν υφίσταται στο σύνολό της. Αμέσως λοιπόν έρχεται στην επιφάνεια το ζήτημα των προξένων και υποπροξένων που τοποθετούνταν από τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής, σε διάφορα επίκαιρα σημεία της Μεσογείου για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους, πολιτικών, στρατιωτικών αλλά πάνω απ’ όλα εμπορικών.

Το φαινόμενο αυτό, που είχε την αρχή του στις Διομολογήσεις του 16ου αιώνα, δηλαδή τις συμφωνίες που συνάπτονταν μεταξύ της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και των ευρωπαϊκών δυνάμεων για την εξυπηρέτηση εμπορικών κυρίως συμφερόντων, γέννησε την ανάγκη της επιτόπου εκπροσώπησης των άμεσα ενδιαφερομένων. Έτσι λοιπόν γεννήθηκε ο θεσμός των πρεσβειών, των προξενείων, υποπροξενείων και εμπορικών πρακτορείων, που κάλυψε ένα ευρύτατο γεωγραφικό ανάπτυγμα στη λεκάνη της Μεσογείου, για την οποία κυρίως γίνεται λόγος σε αυτές τις επιφυλλίδες.

Φυσικά ο θεσμός των προξενείων δεν μπορούσε για πολλούς και σχεδόν ευνόητους λόγους, να αφήσει εκτός των σχεδιασμών του, το νησί της Λέσβου, πράγμα το οποίο εντάθηκε τον 18ο αιώνα, όταν το εμπόριο του λαδιού έφθασε να αποτελεί ισχυρό ανταγωνιστικό προϊόν μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών. Ένα πλέγμα προξενείων αναπτύχθηκε στην πόλη της Μυτιλήνης και στην έναντι μικρασιατική ακτή και ιδιαίτερα στην πόλη των Κυδωνιών (Αϊβαλί), για τα οποία υπάρχουν ιστορικές μελέτες που απαιτούν όμως συνέχεια και συστηματικότερη προσέγγιση.

Τα αρχεία των προξενείων αυτών, είναι εύκολο πλέον να εντοπιστούν και να έλθουν στο φως, καθώς αποτελούν μέρος των κρατικών αρχείων ευρωπαϊκών χωρών (λ.χ. της Γαλλίας), ενώ στο αρχείο του ελληνικού Υπουργείου των Εξωτερικών, απόκειται μεγάλος αριθμός εγγράφων, ιδιαίτερα για το προξενείο των Κυδωνιών, τα οποία αποδεσμεύουν πλήθος πληροφοριών και για το νησί μας. Ας σημειώσουμε ότι μετά την Ελληνική Επανάσταση και τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, συγκροτείται και ένα ευρύ δίκτυο ελληνικών προξενείων σε περιοχές που παραμένουν υπό την κατοχή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (στη Λέσβο, στη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη κτλ.), τα αρχεία των οποίων είναι εξίσου σημαντικά για την κατανόηση και της λεσβιακής πραγματικότητας.

Ωστόσο, παράλληλα με τα προξενεία και υποπροξενεία, συγκροτείται, όπως είναι φυσικό, και ένας μικρός πυρήνας ξένων υπηκόων, που είτε μόνιμα, είτε περιστασιακά, θα βρεθούν στους τόπους ενδιαφέροντος των ξένων δυνάμεων. Οι πυρήνες αυτοί ενίοτε είναι τέτοιας δυναμικότητας ώστε να παίρνουν τη μορφή παροικίας με εκκλησία, σχολείο και ανάλογες εκδηλώσεις. Στην περίπτωση της Μυτιλήνης, έχουμε καθολική εκκλησία, η οποία βέβαια βρίσκεται σε άμεση σχέση με το προσηλυτιστικό έργο της παπικής εκκλησίας, το οποίο γνωρίζουμε από ποικίλες άλλες εκδηλώσεις. Ίσως, μάλιστα, στην περίπτωσή μας, το μένος του καθολικού παπά να επισημαίνει τη σοβούσα ισχυρή αντίθεση με την ορθόδοξη πραγματικότητα. Ωστόσο, από την άλλη, πρέπει να επισημάνουμε την παρουσία του καθολικού παπά, που δείχνει και ένα ικανό αριθμό καθολικού ποιμνίου.

Τέλος, ας επισημάνουμε για μια ακόμη φορά, ένα ελληνικό θεσμό, που στην περίπτωση της Μυτιλήνης, της Λέσβου και των μεγάλων τουλάχιστον χωριών της, δεν έχει μελετηθεί ικανοποιητικά. Εννοώ για τον θεσμό της δημογεροντίας, των τοπικών αρχόντων, των οποίων ο ρόλος είναι πολύ σημαντικός για τη διευθέτηση των προβλημάτων της τοπικής κοινωνίας. Είναι γεγονός ότι δεν διαθέτουμε ούτε μια καλή σειρά των ονομάτων των δημογερόντων και τις εναλλαγές τους στην τοπική ιεραρχία.

Φυσικά υπάρχουν και άλλες παράμετροι που αποδεσμεύει το γεγονός που εξετάσαμε, όπως και κάθε γεγονός που ξεφεύγει από τα στενά διαπροσωπικά πλαίσια, επειδή, όσον αφορά την ιστορία: όλα είναι μέσα σε όλα.

 

 

Οι συστηματικοί αναγνώστες της στήλης αυτής στο πάντα φιλόξενο Εμπρός θα θυμούνται το επεισόδιο για το οποίο είχαμε γράψει πριν από δεκαπέντε ημέρες, αντιγράφοντας τα σχετικά από τον δεύτερο τόμο (1896) του περιοδικού Ξενοφάνης, οργάνου του Συλλόγου Μικρασιατών «Η Ανατολή», του σπουδαίου αυτού Συλλόγου, που με έδρα την Αθήνα (πριν από τη Μικρασιατική καταστροφή) ασκούσε τα καθήκοντα, μεταξύ άλλων, και ενός οιονεί Υπουργείου Παιδείας (Εκπαίδευσης καλύτερα) για τις πόλεις και τα χωριά της μικρασιατικής ενδοχώρας και του οποίου το αρχείο απόκειται στην Εστία Ν. Σμύρνης.

Υπενθυμίζω ότι ο ανώνυμος συντάκτης του Ξενοφάνη αναφέρεται σε ένα περιστατικό που έλαβε χώρα στην πόλη της Μυτιλήνης προς τα τέλη του 19ου αιώνα και είχε να κάνει με την κηδεία του Thedose Bargigli, υποπροξένου της τότε Αυστρο-ουγγαρίας στο νησί μας,  γνωστού για τη δράση του, πρόξενου-γιατρού που πέθανε στην  πόλη της Μυτιλήνης. Το επεισόδιο προκλήθηκε επειδή οι ορθόδοξες αρχές και η δημογεροντία της πόλης θέλησαν να τιμήσουν τον Thedose Bargigli για τις υπηρεσίες που ως γιατρός είχε προσφέρει στην κοινωνία της πόλης, συνοδεύοντας τη σορό του και αποδίδοντας σεβασμό στη μνήμη του, πράγμα που προκάλεσε την οργισμένη αντίδραση του καθολικού ιερέα, ο οποίος αρνήθηκε να θάψει τον νεκρό με την παρουσία του ορθόδοξου μητροπολίτη. Τελικά ο αυστριακός πρόξενος κηδεύτηκε από την ορθόδοξη εκκλησία, επειδή ο καθολικός παπάς επέμεινε στις απαιτήσεις, με αποτέλεσμα, όπως αναφέρει ο συντάκτης του περιοδικού, η κόρη του υποπροξένου να αγανακτήσει σε τέτοιο βαθμό που να θελήσει να μεταστραφεί στο ορθόδοξο δόγμα. Όμως ο ορθόδοξος μητροπολίτης και μετέπειτα οικουμενικός πατριάρχης Κωνσταντίνος Ε´ δεν το αποδέχτηκε, επειδή έκρινε ότι η απόφαση αυτή έπρεπε να είναι το αποτέλεσμα σοβαρής σκέψης και όχι η αντίδραση σε ένα ακραίο περιστατικό θρησκευτικής μισαλλοδοξίας.

Το περιστατικό αυτό, που έκρινα σκόπιμο να παρουσιάσω από τις σελίδες του Εμπρός, φαίνεται, σύμφωνα και με τη μαρτυρία του συντάκτη του Ξενοφάνη, ότι ξέφυγε από τα όρια της κοινωνίας της Μυτιλήνης και απασχόλησε τον Τύπο και την κοινωνία της Σμύρνης και της Κωνσταντινούπολης, στις εφημερίδες των οποίων έγινε αναπαραγωγή του με λεπτομέρειες και σχολιασμό. Ίσως μάλιστα θα άξιζε τον κόπο κάποιος να ανατρέξει στα φύλλα αυτά για περισσότερη ενημέρωση και βέβαια για να αντλήσει περισσότερες πληροφορίες και να διασταυρώσει πράγματα και πρόσωπα. Βέβαια αυτό δεν μπορεί σήμερα να γίνει από τις στήλες μιας εφημερίδας γενικής ύλης, αλλά το θέτω ως έναυσμα για περαιτέρω έρευνα από τους ενδιαφερομένους.

Εκείνο, όμως, που πρέπει να επισημάνουμε σήμερα και με την προϋπόθεση ότι τα γεγονότα που αναπαράγονται από τις στήλες του Ξενοφάνη, είναι κοντά στην πραγματικότητα, είναι ότι υπό την πίεση ορισμένων συγκυριακών προϋποθέσεων, ο θρησκευτικός φανατισμός και η οξύτατη αντίθεση που καλλιεργείται επί αιώνες μεταξύ των δύο χριστιανικών δογμάτων -καθολικισμού και ορθοδοξίας- μπορεί να αναπαράγεται με οξύτητα ακόμα και στα τέλη του 19ου αιώνα. Μάλιστα, πράγμα και το οποίο είναι και το πλέον ακραίο, να εμφανίζεται σε συνθήκες που έχουν να κάνουν με την εξόδιο ακολουθία και την ταφή ενός προσώπου, δηλαδή σε συνθήκες (θάνατος - κηδεία), που φυσιολογικά τα ακραία πάθη καταλαγιάζουν και επικρατεί η συναίνεση και ανοχή ενώπιον των αντιθέσεων και η καταλλαγή.

Αν το γεγονός το κρίνουμε ως ένα μεμονωμένο επεισόδιο, ίσως μάλιστα και να μην μπορούμε να καταλάβουμε τις συνθήκες αναπαραγωγής του στείρου θρησκευτικού φανατισμού. Ωστόσο, από την πλευρά της ορθόδοξης εκκλησίας, που καλύτερα γνωρίζω, ήδη σε παλαιότερα νομοκανονικά κείμενα υπάρχουν διατάξεις που επιχειρούν να αντιμετωπίσουν όχι τον θρησκευτικό φανατισμό -αυτό μάλλον είναι αδύνατο- αλλά τις περιπτώσεις αυτές, που δεν ήταν σπάνιες. Δηλαδή πώς πρέπει να ενεργήσει ένας ορθόδοξος ιερωμένος, ένας απλός παπάς, όταν βρεθεί μπροστά στο φαινόμενο να ζητήσει τις υπηρεσίες του ένας πιστός άλλου δόγματος (και εν προκειμένω καθολικός), ελλείψει θρησκευτικού εκπροσώπου του αιτούντος τη συνέργειά του. Με απλά λόγια, τι έπρεπε να πράξει ένας ορθόδοξος παπάς αν τον καλούσαν να κηδεύσει έναν καθολικό που πέθαινε σε έναν τόπο που δεν υπήρχε καθολικός παπάς και καθολικό κοιμητήριο. Τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά, όσο φαίνονται σε εμάς σήμερα και μάλλον θα μας απασχολήσουν και σε ένα ακόμα σημείωμά μας. 

 

 

 

Στα δύο τελευταία σημειώματά μας, αναφέραμε διάφορες πληροφορίες κυρίως, από τα αρχεία της Βενετίας, που μαρτυρούν τη δράση Λεσβίων εμπόρων και πλοιοκτητών, πολιτών οθωμανικής υπηκοότητας προφανώς, οι οποίοι -παρά τις συνεχείς πολεμικές αναμετρήσεις της Βενετίας με την Οθωμανική αυτοκρατορία, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο είχαν ή εύρισκαν τη δυνατότητα να πλέουν στη Μεσόγειο και την Αδριατική και να εμπορεύονται ακόμα και με τη Βενετία κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας.

Επειδή, όπως δηλώνει και ο τίτλος της σειράς αυτής των επιφυλλίδων μας, ανακοινώνουμε μικρές συμβολές, τα αποσπόρια των ερευνών μας, όπως έλεγε ο Κ. Θ. Δημαράς, το σημερινό σημείωμα δεν θα έχει οργανική σχέση με τα δύο τελευταία.

Ο Σύλλογος Μικρασιατών «Η Ανατολή», ένας σημαντικός σύλλογος, που η δράση του είναι γνωστή και σημαντική για τα πράγματα της Ανατολής, αλλά είχε έδρα την Αθήνα, το 1896 άρχισε να εκδίδει ένα περιοδικό με το όνομα «Ξενοφάνης», το οποίο πρόλαβε να κυκλοφορήσει επτά τόμους, με διακοπές, λόγω οικονομικών προβλημάτων.

Στον δεύτερο τόμο αυτού του περιοδικού λοιπόν, που κυκλοφόρησε το 1905, διαβάζουμε το εξής σημείωμα, το οποίο είναι χρήσιμο για τα θρησκευτικά πράγματα κυρίως του νησιού μας, αλλά μας δίνει και άλλες παράπλευρες πληροφορίες.

«Προ ετών τινών απέθανεν εν Μυτιλήνη ο καθολικός ιατρός και υποπρόξενος της Αυστρο-ουγγαρίας Thedose Bargigli, ο δε ορθόδοξος Αρχιεπίσκοπος της νήσου, άτε φίλος τυγχάνων αυτού και προσκληθείς μετέβη, ίνα το τελευταίον ίδη τον μεταστάντα και παρηγορήση την πενθούσαν αυτού οικογένειαν· εκεί δε παρεκλήθη θερμώς, ίνα και την επιούσαν συνοδεύση μετά των Δημογερόντων την κηδείαν. Συσκέψεως γενομένης εν τη Αρχιεπισκοπή απεφασίσθη, όπως παρά των Ορθοδόξων αποδοθῆ όσον το δυνατόν μείζων τιμή τω νεκρώ και δι᾽άλλους λόγους, και διότι ως ιατρός εφάνη πάντοτε βοηθητικός και φιλάνθρωπος προς τους πτωχούς. Την επομένην ο Αρχιεπίσκοπος, οι Δημογέροντες και πάντες της πόλεως οι προύχοντες μετέβησαν εις την οικίαν του αποθανόντος, οι δε συγγενείς και οι άλλοι υποπρόξενοι, καθολικοί και ούτοι, υπεδέχθησαν αυτούς μετά της πρεπούσης τιμής. Αλλ᾽ ο καθολικός ιερείς επ᾽ουδενί λόγω ηθέλησε να εισέλθη εις το δωμάτιον, εάν μή απεχώρει πρότερον της οικίας ο μισητός ορθόδοξος Αρχιεπίσκοπος. Ουδεμία παρατήρησις των παρόντων επισήμων προσώπων ηδυνήθη να κάμψη αυτόν, αι δε των συγγενών παρακλήσεις προς τον Αρχιεπίσκοπον να μη αναχωρήση εκ της οικίας υπείκων εις την επιμονήν του φανατικού καθολικού ιερέως, εξηρέθησαν τούτον τόσον πολύ, ώστ᾽εγκατέλιπε και την οικίαν και τον νεκρόν αδιαφορών, αν θα έμενεν ακήδευτος. Τότε συγγενείς και φίλοι και το προξενικόν σώμα παρεκάλεσαν τον ορθόδοξον Αρχιεπίσκοπον ν᾽αναλάβη αυτός την κηδείαν. Ούτω δε και εγένετο. Η πόλις ολόκληρος, χιλιάδες ανθρώπων -εννοώ Ορθοδόξων, διότι οι Καθολικοί εν Μυτιλήνη είνε ολίγαι δεκάδες- ο Αρχιερεύς και πάντες οι ιερείς συνώδευσαν εις την Ελληνικήν εκκλησίαν και έθαψαν μετά πάσης τιμής τον νεκρόν. Ο δ᾽Αρχιερεύς εξεφώνησεν αυτοσχέδιον αδελφοπρεπή λόγον. Η αγανάκτησις και η λύπη εν τη ψυχή της θυγατρός του αποθανόντος υπήρξε τοσαύτη, ώστε να δηλώση τω Αρχιεπισκόπω την σταθεράν απόφασιν αυτής να προσέλθη εις την Ορθοδοξίαν. Εχρειάσθη πολύς κόπος, ίνα ούτος πείση αυτήν ότι ως έντιμος και ευγενής κόρη χρεωστεί να μείνη εν τη θρησκεία τῶν πατέρων αυτῆς, ότι την θρησκείαν δεν αλλάσσουσιν οι άνθρωποι εκ πεισμονής ή διότι εις ιερεύς αυτός εαυτόν αδικών και κακώς εσκέφθη και κακώς έπραξεν, αλλά μόνον εκ πεποιθήσεως, λόγον εχούσης την ακριβεστάτην εξέτασιν και πλήρη γνώσιν των αιτίων, άτινα χωρίζουσι την Ορθόδοξον από της Καθολικῆς Εκκλησίας, άτινα πάντα δεν είνε της ιδικής της σφαίρας. Το σκάνδαλον υπήρξε μέγα και η αποδοκιμασία ανάλογος και του Ελληνικού και του αλλογλώσσου τύπου και εν Κωνσταντινουπόλει και εν Σμύρνη. Ημείς κατέχομεν πιστήν την διήγησιν εκ στόματος αυτού του ιδίου Αρχιεπισκόπου Μυτιλήνης, αφού δε το γεγονός εγένετο αιτία τοσούτου θορύβου, πιστεύομεν ότι κατ᾽ουδέν θέλομεν προσκρούσει, εάν είπωμεν ότι ο κατά Χριστόν καλός εκείνος ποιμήν, ο ανεξίθρησκος του Θεού ιερεύς ο ειρήνην διδάξας, ουχί δε μίσος και αλλαξοπιστίαν, ήτο ο κατόπιν γενόμενος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Κωνσταντίνος ο Ε».

Τα σχόλιά μας για το γεγονός αυτό σε δεκαπέντε ημέρες…

 

 

Γράφαμε στην τελευταία πριν από το Πάσχα επιφυλλίδα μας, ότι μετά από την επισήμανση ορισμένων γενικών, σημαντικών στοιχείων, τα οποία προσδιορίζουν την ιστορία του νησιού μας κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κατοχής, θα εξακολουθήσουμε με την παράθεση κάποιων μικρών ψηφίδων, που εντάσσονται σε αυτά τα μεγάλα στοιχεία, τα τροφοδοτούν και στην ουσία είναι αυτά τα μικρά που συμποσούμενα, αναδεικνύουν τα μεγάλα. Επειδή δεν είναι δυνατόν να γίνεται διαφορετικά στην ιστορία, όπου τα μεγάλα και γενικά συντίθενται από μικρές ψηφίδες, που πολλαπλασιαζόμενες συνθέτουν μια γενική διαπίστωση, μια μεγάλη τομή στον χρόνο.

Με τον τρόπο αυτό πορευόμενοι, πρέπει να κατανοήσουμε ότι οι Λέσβιοι κάτοικοι του νησιού μας -αλλά και οι άνθρωποι οποιουδήποτε άλλου ελληνικού, υπό οθωμανική ή άλλη κατοχή, τόπου- δραστηριοποιούνται λ.χ. ως έμποροι εντός της οθωμανικής επικράτειας, αλλά όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν και εκτός αυτής, ασκώντας ελεύθερο εμπόριο. Στη διαπλοκή αυτή είδαμε, μάλιστα, ελληνικής και μουσουλμανικής καταγωγής Μυτιληνιούς να ιδρύουν ένα οιονεί προξενείο στην Κέρκυρα για να κάνουν με ευκολότερο και αποδοτικότερο τρόπο τη δουλειά τους.

Αυτό έγινε το 1533 και το σχετικό έγγραφο δημοσίευσε ο ιστορικός Γεράσιμος Παγκράτης, έγγραφο το οποίο εντόπισε στα Αρχεία του Νομού Κέρκυρας (ΓΑΚ). Ο ίδιος συγγραφέας όμως έφερε στο φως και άλλα έγγραφα στα οποία εντοπίζονται κατά τη διάρκεια του 16ου αιώνα, Μυτιληνιοί έμποροι να φθάνουν σε δυτικές αγορές και συγκεκριμένα στην πιάτσα της Βενετίας. Ειδικότερα, στα Κρατικά Αρχεία της Βενετίας, ο Γεράσιμος Παγκράτης εντόπισε έγγραφο πώλησης ενός πλοίου. Σύμφωνα με το πωλητήριο αυτό που συντάχθηκε σε συμβολαιογράφο (νοτάριο) στη Βενετία στις 13 Δεκεμβρίου 1559, ο Κονδύλης του Φραγκόπουλου από τον Μόλυβο της Λέσβου, κάτοικος Μυτιλήνης, πουλά το πλοίο του (γαλιόνι), χωρητικότητας 3000 στάρων (μονάδα χωρητικότητας) και ηλικίας έξι ετών στον Βενετό υπήκοο, Anzolo della Vedoa, έναντι του ποσού των 900 δουκάτων. Το πλοίο βρίσκεται στο λιμάνι της Βενετίας, όπου έφθασε προερχόμενο από την Κρήτη, φορτωμένο με κρασί και τυριά.

Στην ενδιαφέρουσα αυτή αγοραπωλησία που εμπλέκεται ένας Μολυβιάτης καραβοκύρης, ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι ότι ένα μεγάλο μέρος του ποσού ο Κονδύλης του Φραγκόπουλου έλαβε σε υφάσματα διαφόρων τύπων και το υπόλοιπο σε χρήματα. Με άλλα λόγια, η πώληση του πλοίου από τον συμπατριώτη μας του 16ου αιώνα, δεν υπήρξε, ενδεχομένως, προϊόν ανάγκης, αλλά μια μελετημένη κίνηση επανεπένδυσης κεφαλαίου, καθώς εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι η εμπλοκή μεγάλης ποσότητας υφασμάτων ως μέρος του ποσού πώλησης ενός πλοίου, δεν καλύπτει προσωπικές ανάγκες αλλά αποτελεί εμπορικό προϊόν. Φυσικά από το συμβόλαιο της πώλησης αυτής δεν έχουμε περισσότερες πληροφορίες για τις μελλοντικές κινήσεις του Μολυβιάτη εμπόρου πλέον, αλλά το πιθανότερο είναι να κινήθηκε πάλι προς το Αιγαίο για να διαθέσει την πραμάτειά του στις οθωμανικές αγορές. Εξάλλου, ο προσεκτικός αναγνώστης θα σημείωσε ενδεχομένως ότι ο Κονδύλης ενεργούσε μεταφορά από την Κρήτη προς τη Βενετία, ενώ κατονομάζεται ως κάτοικος Μυτιλήνης. Αυτό, πιθανότατα σημαίνει ότι είχε διαθέσει το πλοίο του για μεταφορά προϊόντων από τη Μυτιλήνη (ή από άλλο τόπο) στην Κρήτη και από εκεί βρήκε άλλο ναύλο για τη Βενετία, πλέοντας με οθωμανική σημαία.

Τελειώνοντας, ας σημειώσουμε και μια άλλη ενδιαφέρουσα αναφορά σε ναυτιλιακές επιχειρήσεις Λεσβίων, που συναντάμε και πάλι στη Βενετία. Σύμφωνα λοιπόν με έγγραφο της 1ης Σεπτεμβρίου 1599 που απόκειται στο Μουσείο Κορρέρ της Βενετίας, έχουμε τον κατάλογο Ελλήνων πλοιοκτητών που κατέβαλαν έξοδα ελλιμενισμού στο λιμάνι της Βενετίας που ισχύουν για ένα χρόνο. Ανάμεσα σε αυτούς τους πλοιοκτήτες συναντούμε και τα ονόματα του Κατακουζηνού του Λουκά από τη Μυτιλήνη, ιδιοκτήτη ενός πλοίου τύπου καραμουσάλι, του Ντομένεγκο από τη Μυτιλήνη, ιδιοκτήτη ενός πλοίου του ίδιου τύπου, του Κυριάκη από τη Μυτιλήνη, ιδιοκτήτη ενός πλοίου επίσης του ιδίου τύπου, του Λουκά Chirias (Κυράς;), ιδιοκτήτη ενός πλοίου και πάλι του ιδίου τύπου, του Παπα-Ιωάννη από τη Μυτιλήνη και του Θοδωρή του Παρασκευά από τη Μυτιλήνη, ιδιοκτήτη ενός ίδιου πλοίου. Συνολικά ανάμεσα σε 21 πλοιοκτήτες, οι 6 είναι Μυτιληνιοί. Εντυπωσιακά στοιχεία για το 1599.

FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top