FOLLOW US
Παναγιώτης Μιχαηλάρης

Παναγιώτης Μιχαηλάρης

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Θα διακόψω σήμερα την κανονική ροή των επιφυλλίδων μου -άλλωστε αυτές διατηρούν ένα βαθμό αυτοτέλειας ώστε να μην χάνεται το νήμα της όποιας αφήγησης- και ο λόγος είναι προφανής, νομίζω, ήδη από τον τίτλο της παρούσας αναγραφής: θέλω να τιμήσω τον άνθρωπο και λόγιο Κώστα Μίσσιο για πολλούς λόγους, οι οποίοι είναι πιθανόν να διαφανούν από τα γραφόμενά μου, μολονότι δεν είναι και τόσο εύκολο αυτό να γίνει μέσα από ένα σημείωμα περιορισμένου ορίου λέξεων, σε σχέση με τον άνθρωπο και το έργο του. Ωστόσο θα το επιχειρήσω.

Με τον Κώστα Γ. Μίσσιο δεν γνωριζόμαστε από μικρά παιδιά (είναι λίγο μεγαλύτερός μου, άλλωστε), δεν πήγαμε μαζί στο σχολείο, δεν κατοικούσαμε στην ίδια γειτονιά, δεν καταγόμαστε από το ίδιο χωριό (Μυτιληνιός αυτός, Μανταμαδιώτης εγώ), δεν δουλέψαμε μαζί, δεν είμαστε οικογενειακοί φίλοι κτλ., κτλ.. Όμως, παρ’ όλα αυτά και πολλά άλλα, αισθάνομαι σαν από παλιά γνώριμος μαζί του, επειδή, νομίζω, διαθέτουμε ένα ισχυρό κοινό στοιχείο: εννοώ την αγάπη για τη λεσβιακή λογιοσύνη, τη λεσβιακή γραμματεία, τη λεσβιακή ιστορία εν τέλει. Έτσι στις λίγες φορές που τα είπαμε από κοντά, αναδυόταν μια κατάσταση σαν να γνωριζόμαστε από χρόνια, σαν να είχαμε κοινές αναφορές σε πρόσωπα και πράγματα, σε κοινές ανησυχίες και διαπιστώσεις, δηλαδή σαν να κατείχαμε καλά ένα κοινό αντικείμενο, ή τουλάχιστον στις γενικές γραμμές του. Εξάλλου, μια ήρεμη καλόγνωμη διάθεση και συγκατάβαση μάλλον χαρακτηρίζει και τους δυο μας, πράγμα που συντελεί στη διαπίστωση που απορρέει από το κοινώς λεγόμενο: ότι ταιριάζουν τα χνώτα μας.

Με όλα αυτά που γράφω, δεν έχω την πρόθεση να προβώ σε χαρακτηριολογικές και ψυχαναλυτικές διαπιστώσεις. Κάθε άλλο. Ο σκοπός μου, αντίθετα, είναι άλλος: πρώτα - πρώτα να κάνω μια επιστημονική αυτοκριτική και έπειτα -και κυρίως- να διατυπώσω στο χαρτί κάποιες σκέψεις μου για το επιστημονικό έργο του Κώστα Μίσσιου, που ενδέχεται να κινήσουν κάποιο ενδιαφέρον ανάμεσα στον κόσμο της λεσβιακής λογιοσύνης. Ενδέχεται...

Εδώ και πολλά χρόνια και μάλλον από τότε που ο Κώστας Μίσσιος άρχισε να εκδίδει τα μεγάλα βιβλία του, κατά καιρούς έπαιρνα γράμματά του, στα οποία ήταν διάχυτη η αγωνία και η προσπάθειά του να ανεύρει, με κάθε τρόπο, τους απαραίτητους οικονομικούς πόρους για να εκδώσει το πολύτιμο έργο του. Ή, ακόμα, γράμματα με την υπόμνηση ότι κυκλοφόρησε ο τάδε τόμος, με αυτό το περιεχόμενο, που κοστίζει τόσο και μπορείς να το προμηθευτείς από το τάδε βιβλιοπωλείο κτλ., κτλ..

Αν θυμάμαι καλά -και αυτό δεν διστάζω ευθαρσώς να το ομολογήσω- ποτέ δεν μπόρεσα να ανταποκριθώ σε κάποια από τις εκκλήσεις του, ή τουλάχιστον σε αυτές για την προεγγραφή συνδρομητών (μια παλιά και δοκιμασμένη μέθοδο από το 1749 κιόλας) για την έκδοση ενός τόμου, και αυτό φυσικά δεν αποτελεί για μένα κανένα τίτλο τιμής: το αντίθετο μάλιστα, αποτελεί προϊόν βαρειάς αμέλειας, το λιγότερο, επειδή υπήρξαν εποχές που τα οικονομικά μας ήταν πολύ καλύτερα από τα τωρινά… και κάθε τέτοια δικαιολογία απολύτως ανακριβής.

Ωστόσο, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο -και κυρίως μέσω του τρόπου της προσφοράς εκ μέρους του συγγραφέα Κ. Μίσσιου- τα βιβλία του, έφταναν στα χέρια μου το ένα μετά το άλλο και τώρα πλέον καλύπτουν πάνω από δύο ράφια στη βιβλιοθήκη μου, και απ’ όσο καταλαβαίνω έπεται συνέχεια… καλά να είναι ο Κώστας.

Γνωρίζω παράλληλα ότι ο Κώστας Μίσσιος, πέρα από το συγγραφικό του έργο, είναι και συστηματικός -μανιώδης θα έλεγα- συλλέκτης έργων της λεσβιακής λογιοσύνης, πράγμα εξίσου σημαντικό με την κύρια συγγραφική του δράση, η οποία, όπως είναι εύλογο, υποβοηθείται από τη συλλεκτική, έως ένα βαθμό. Σε αυτόν τομέα, κάπως έχω συνεισφέρει και εγώ με τα δικά μου γραπτά, αν και πάλι από λόγους αμέλειας, υπάρχουν κενά που τώρα, ασφαλώς μπορεί να τα καλύψει από την ψηφιακή ανάρτηση που κάνει το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών -Κέντρο Τεκμηρίωσης- Αποθετήριο «Ήλιος».

Αγαπητοί αναγνώστες, ξεκίνησα με την αφελή πρόθεση να περιγράψω το έργο του Κώστα Μίσσιου σε μια επιφυλλίδα. Μάταιος κόπος και γι’ αυτό η συνέχεια σε δεκαπέντε ημέρες.

 

 

 

Ας τελειώσουμε λοιπόν σήμερα με το επεισόδιο της ταφής του προξένου και γιατρού της Αυστρο-Ουγγαρίας στην πόλη της Μυτιλήνης, του γνωστού και από άλλες δραστηριότητες, Thedose Bargigli, όχι αναφέροντας λεπτομέρειες και άλλα παράπλευρα στοιχεία που πλαισίωσαν την υπόθεση αυτή και την κατέστησαν αντικείμενο σχολιασμού ακόμα και από τον Τύπο της Σμύρνης και της Κωνσταντινούπολης, καθώς εμπλέκονταν γνωστά πρόσωπα της εποχής, αλλά κάποια ουσιαστικότερα στοιχεία.

Αν κοιτάξουμε λοιπόν τα πρόσωπα και τα γεγονότα με ιστορική ματιά και προοπτική, μπορούμε να διαπιστώσουμε κάποιες πραγματικότητες για το νησί μας, στην ευρύτερη όμως διάστασή τους, δηλαδή πραγματικότητες που το συμπεριέχουν και δεν το προσδιορίζουν αποκλειστικά.

Είδαμε ότι ο Thedose Bargigli υπήρξε πρόξενος της Αυστρο-Ουγγαρίας, μιας μεγάλης δύναμης της εποχής, που σήμερα πλέον δεν υφίσταται στο σύνολό της. Αμέσως λοιπόν έρχεται στην επιφάνεια το ζήτημα των προξένων και υποπροξένων που τοποθετούνταν από τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής, σε διάφορα επίκαιρα σημεία της Μεσογείου για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους, πολιτικών, στρατιωτικών αλλά πάνω απ’ όλα εμπορικών.

Το φαινόμενο αυτό, που είχε την αρχή του στις Διομολογήσεις του 16ου αιώνα, δηλαδή τις συμφωνίες που συνάπτονταν μεταξύ της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και των ευρωπαϊκών δυνάμεων για την εξυπηρέτηση εμπορικών κυρίως συμφερόντων, γέννησε την ανάγκη της επιτόπου εκπροσώπησης των άμεσα ενδιαφερομένων. Έτσι λοιπόν γεννήθηκε ο θεσμός των πρεσβειών, των προξενείων, υποπροξενείων και εμπορικών πρακτορείων, που κάλυψε ένα ευρύτατο γεωγραφικό ανάπτυγμα στη λεκάνη της Μεσογείου, για την οποία κυρίως γίνεται λόγος σε αυτές τις επιφυλλίδες.

Φυσικά ο θεσμός των προξενείων δεν μπορούσε για πολλούς και σχεδόν ευνόητους λόγους, να αφήσει εκτός των σχεδιασμών του, το νησί της Λέσβου, πράγμα το οποίο εντάθηκε τον 18ο αιώνα, όταν το εμπόριο του λαδιού έφθασε να αποτελεί ισχυρό ανταγωνιστικό προϊόν μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών. Ένα πλέγμα προξενείων αναπτύχθηκε στην πόλη της Μυτιλήνης και στην έναντι μικρασιατική ακτή και ιδιαίτερα στην πόλη των Κυδωνιών (Αϊβαλί), για τα οποία υπάρχουν ιστορικές μελέτες που απαιτούν όμως συνέχεια και συστηματικότερη προσέγγιση.

Τα αρχεία των προξενείων αυτών, είναι εύκολο πλέον να εντοπιστούν και να έλθουν στο φως, καθώς αποτελούν μέρος των κρατικών αρχείων ευρωπαϊκών χωρών (λ.χ. της Γαλλίας), ενώ στο αρχείο του ελληνικού Υπουργείου των Εξωτερικών, απόκειται μεγάλος αριθμός εγγράφων, ιδιαίτερα για το προξενείο των Κυδωνιών, τα οποία αποδεσμεύουν πλήθος πληροφοριών και για το νησί μας. Ας σημειώσουμε ότι μετά την Ελληνική Επανάσταση και τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, συγκροτείται και ένα ευρύ δίκτυο ελληνικών προξενείων σε περιοχές που παραμένουν υπό την κατοχή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (στη Λέσβο, στη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη κτλ.), τα αρχεία των οποίων είναι εξίσου σημαντικά για την κατανόηση και της λεσβιακής πραγματικότητας.

Ωστόσο, παράλληλα με τα προξενεία και υποπροξενεία, συγκροτείται, όπως είναι φυσικό, και ένας μικρός πυρήνας ξένων υπηκόων, που είτε μόνιμα, είτε περιστασιακά, θα βρεθούν στους τόπους ενδιαφέροντος των ξένων δυνάμεων. Οι πυρήνες αυτοί ενίοτε είναι τέτοιας δυναμικότητας ώστε να παίρνουν τη μορφή παροικίας με εκκλησία, σχολείο και ανάλογες εκδηλώσεις. Στην περίπτωση της Μυτιλήνης, έχουμε καθολική εκκλησία, η οποία βέβαια βρίσκεται σε άμεση σχέση με το προσηλυτιστικό έργο της παπικής εκκλησίας, το οποίο γνωρίζουμε από ποικίλες άλλες εκδηλώσεις. Ίσως, μάλιστα, στην περίπτωσή μας, το μένος του καθολικού παπά να επισημαίνει τη σοβούσα ισχυρή αντίθεση με την ορθόδοξη πραγματικότητα. Ωστόσο, από την άλλη, πρέπει να επισημάνουμε την παρουσία του καθολικού παπά, που δείχνει και ένα ικανό αριθμό καθολικού ποιμνίου.

Τέλος, ας επισημάνουμε για μια ακόμη φορά, ένα ελληνικό θεσμό, που στην περίπτωση της Μυτιλήνης, της Λέσβου και των μεγάλων τουλάχιστον χωριών της, δεν έχει μελετηθεί ικανοποιητικά. Εννοώ για τον θεσμό της δημογεροντίας, των τοπικών αρχόντων, των οποίων ο ρόλος είναι πολύ σημαντικός για τη διευθέτηση των προβλημάτων της τοπικής κοινωνίας. Είναι γεγονός ότι δεν διαθέτουμε ούτε μια καλή σειρά των ονομάτων των δημογερόντων και τις εναλλαγές τους στην τοπική ιεραρχία.

Φυσικά υπάρχουν και άλλες παράμετροι που αποδεσμεύει το γεγονός που εξετάσαμε, όπως και κάθε γεγονός που ξεφεύγει από τα στενά διαπροσωπικά πλαίσια, επειδή, όσον αφορά την ιστορία: όλα είναι μέσα σε όλα.

 

 

Οι συστηματικοί αναγνώστες της στήλης αυτής στο πάντα φιλόξενο Εμπρός θα θυμούνται το επεισόδιο για το οποίο είχαμε γράψει πριν από δεκαπέντε ημέρες, αντιγράφοντας τα σχετικά από τον δεύτερο τόμο (1896) του περιοδικού Ξενοφάνης, οργάνου του Συλλόγου Μικρασιατών «Η Ανατολή», του σπουδαίου αυτού Συλλόγου, που με έδρα την Αθήνα (πριν από τη Μικρασιατική καταστροφή) ασκούσε τα καθήκοντα, μεταξύ άλλων, και ενός οιονεί Υπουργείου Παιδείας (Εκπαίδευσης καλύτερα) για τις πόλεις και τα χωριά της μικρασιατικής ενδοχώρας και του οποίου το αρχείο απόκειται στην Εστία Ν. Σμύρνης.

Υπενθυμίζω ότι ο ανώνυμος συντάκτης του Ξενοφάνη αναφέρεται σε ένα περιστατικό που έλαβε χώρα στην πόλη της Μυτιλήνης προς τα τέλη του 19ου αιώνα και είχε να κάνει με την κηδεία του Thedose Bargigli, υποπροξένου της τότε Αυστρο-ουγγαρίας στο νησί μας,  γνωστού για τη δράση του, πρόξενου-γιατρού που πέθανε στην  πόλη της Μυτιλήνης. Το επεισόδιο προκλήθηκε επειδή οι ορθόδοξες αρχές και η δημογεροντία της πόλης θέλησαν να τιμήσουν τον Thedose Bargigli για τις υπηρεσίες που ως γιατρός είχε προσφέρει στην κοινωνία της πόλης, συνοδεύοντας τη σορό του και αποδίδοντας σεβασμό στη μνήμη του, πράγμα που προκάλεσε την οργισμένη αντίδραση του καθολικού ιερέα, ο οποίος αρνήθηκε να θάψει τον νεκρό με την παρουσία του ορθόδοξου μητροπολίτη. Τελικά ο αυστριακός πρόξενος κηδεύτηκε από την ορθόδοξη εκκλησία, επειδή ο καθολικός παπάς επέμεινε στις απαιτήσεις, με αποτέλεσμα, όπως αναφέρει ο συντάκτης του περιοδικού, η κόρη του υποπροξένου να αγανακτήσει σε τέτοιο βαθμό που να θελήσει να μεταστραφεί στο ορθόδοξο δόγμα. Όμως ο ορθόδοξος μητροπολίτης και μετέπειτα οικουμενικός πατριάρχης Κωνσταντίνος Ε´ δεν το αποδέχτηκε, επειδή έκρινε ότι η απόφαση αυτή έπρεπε να είναι το αποτέλεσμα σοβαρής σκέψης και όχι η αντίδραση σε ένα ακραίο περιστατικό θρησκευτικής μισαλλοδοξίας.

Το περιστατικό αυτό, που έκρινα σκόπιμο να παρουσιάσω από τις σελίδες του Εμπρός, φαίνεται, σύμφωνα και με τη μαρτυρία του συντάκτη του Ξενοφάνη, ότι ξέφυγε από τα όρια της κοινωνίας της Μυτιλήνης και απασχόλησε τον Τύπο και την κοινωνία της Σμύρνης και της Κωνσταντινούπολης, στις εφημερίδες των οποίων έγινε αναπαραγωγή του με λεπτομέρειες και σχολιασμό. Ίσως μάλιστα θα άξιζε τον κόπο κάποιος να ανατρέξει στα φύλλα αυτά για περισσότερη ενημέρωση και βέβαια για να αντλήσει περισσότερες πληροφορίες και να διασταυρώσει πράγματα και πρόσωπα. Βέβαια αυτό δεν μπορεί σήμερα να γίνει από τις στήλες μιας εφημερίδας γενικής ύλης, αλλά το θέτω ως έναυσμα για περαιτέρω έρευνα από τους ενδιαφερομένους.

Εκείνο, όμως, που πρέπει να επισημάνουμε σήμερα και με την προϋπόθεση ότι τα γεγονότα που αναπαράγονται από τις στήλες του Ξενοφάνη, είναι κοντά στην πραγματικότητα, είναι ότι υπό την πίεση ορισμένων συγκυριακών προϋποθέσεων, ο θρησκευτικός φανατισμός και η οξύτατη αντίθεση που καλλιεργείται επί αιώνες μεταξύ των δύο χριστιανικών δογμάτων -καθολικισμού και ορθοδοξίας- μπορεί να αναπαράγεται με οξύτητα ακόμα και στα τέλη του 19ου αιώνα. Μάλιστα, πράγμα και το οποίο είναι και το πλέον ακραίο, να εμφανίζεται σε συνθήκες που έχουν να κάνουν με την εξόδιο ακολουθία και την ταφή ενός προσώπου, δηλαδή σε συνθήκες (θάνατος - κηδεία), που φυσιολογικά τα ακραία πάθη καταλαγιάζουν και επικρατεί η συναίνεση και ανοχή ενώπιον των αντιθέσεων και η καταλλαγή.

Αν το γεγονός το κρίνουμε ως ένα μεμονωμένο επεισόδιο, ίσως μάλιστα και να μην μπορούμε να καταλάβουμε τις συνθήκες αναπαραγωγής του στείρου θρησκευτικού φανατισμού. Ωστόσο, από την πλευρά της ορθόδοξης εκκλησίας, που καλύτερα γνωρίζω, ήδη σε παλαιότερα νομοκανονικά κείμενα υπάρχουν διατάξεις που επιχειρούν να αντιμετωπίσουν όχι τον θρησκευτικό φανατισμό -αυτό μάλλον είναι αδύνατο- αλλά τις περιπτώσεις αυτές, που δεν ήταν σπάνιες. Δηλαδή πώς πρέπει να ενεργήσει ένας ορθόδοξος ιερωμένος, ένας απλός παπάς, όταν βρεθεί μπροστά στο φαινόμενο να ζητήσει τις υπηρεσίες του ένας πιστός άλλου δόγματος (και εν προκειμένω καθολικός), ελλείψει θρησκευτικού εκπροσώπου του αιτούντος τη συνέργειά του. Με απλά λόγια, τι έπρεπε να πράξει ένας ορθόδοξος παπάς αν τον καλούσαν να κηδεύσει έναν καθολικό που πέθαινε σε έναν τόπο που δεν υπήρχε καθολικός παπάς και καθολικό κοιμητήριο. Τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά, όσο φαίνονται σε εμάς σήμερα και μάλλον θα μας απασχολήσουν και σε ένα ακόμα σημείωμά μας. 

 

 

 

Στα δύο τελευταία σημειώματά μας, αναφέραμε διάφορες πληροφορίες κυρίως, από τα αρχεία της Βενετίας, που μαρτυρούν τη δράση Λεσβίων εμπόρων και πλοιοκτητών, πολιτών οθωμανικής υπηκοότητας προφανώς, οι οποίοι -παρά τις συνεχείς πολεμικές αναμετρήσεις της Βενετίας με την Οθωμανική αυτοκρατορία, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο είχαν ή εύρισκαν τη δυνατότητα να πλέουν στη Μεσόγειο και την Αδριατική και να εμπορεύονται ακόμα και με τη Βενετία κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας.

Επειδή, όπως δηλώνει και ο τίτλος της σειράς αυτής των επιφυλλίδων μας, ανακοινώνουμε μικρές συμβολές, τα αποσπόρια των ερευνών μας, όπως έλεγε ο Κ. Θ. Δημαράς, το σημερινό σημείωμα δεν θα έχει οργανική σχέση με τα δύο τελευταία.

Ο Σύλλογος Μικρασιατών «Η Ανατολή», ένας σημαντικός σύλλογος, που η δράση του είναι γνωστή και σημαντική για τα πράγματα της Ανατολής, αλλά είχε έδρα την Αθήνα, το 1896 άρχισε να εκδίδει ένα περιοδικό με το όνομα «Ξενοφάνης», το οποίο πρόλαβε να κυκλοφορήσει επτά τόμους, με διακοπές, λόγω οικονομικών προβλημάτων.

Στον δεύτερο τόμο αυτού του περιοδικού λοιπόν, που κυκλοφόρησε το 1905, διαβάζουμε το εξής σημείωμα, το οποίο είναι χρήσιμο για τα θρησκευτικά πράγματα κυρίως του νησιού μας, αλλά μας δίνει και άλλες παράπλευρες πληροφορίες.

«Προ ετών τινών απέθανεν εν Μυτιλήνη ο καθολικός ιατρός και υποπρόξενος της Αυστρο-ουγγαρίας Thedose Bargigli, ο δε ορθόδοξος Αρχιεπίσκοπος της νήσου, άτε φίλος τυγχάνων αυτού και προσκληθείς μετέβη, ίνα το τελευταίον ίδη τον μεταστάντα και παρηγορήση την πενθούσαν αυτού οικογένειαν· εκεί δε παρεκλήθη θερμώς, ίνα και την επιούσαν συνοδεύση μετά των Δημογερόντων την κηδείαν. Συσκέψεως γενομένης εν τη Αρχιεπισκοπή απεφασίσθη, όπως παρά των Ορθοδόξων αποδοθῆ όσον το δυνατόν μείζων τιμή τω νεκρώ και δι᾽άλλους λόγους, και διότι ως ιατρός εφάνη πάντοτε βοηθητικός και φιλάνθρωπος προς τους πτωχούς. Την επομένην ο Αρχιεπίσκοπος, οι Δημογέροντες και πάντες της πόλεως οι προύχοντες μετέβησαν εις την οικίαν του αποθανόντος, οι δε συγγενείς και οι άλλοι υποπρόξενοι, καθολικοί και ούτοι, υπεδέχθησαν αυτούς μετά της πρεπούσης τιμής. Αλλ᾽ ο καθολικός ιερείς επ᾽ουδενί λόγω ηθέλησε να εισέλθη εις το δωμάτιον, εάν μή απεχώρει πρότερον της οικίας ο μισητός ορθόδοξος Αρχιεπίσκοπος. Ουδεμία παρατήρησις των παρόντων επισήμων προσώπων ηδυνήθη να κάμψη αυτόν, αι δε των συγγενών παρακλήσεις προς τον Αρχιεπίσκοπον να μη αναχωρήση εκ της οικίας υπείκων εις την επιμονήν του φανατικού καθολικού ιερέως, εξηρέθησαν τούτον τόσον πολύ, ώστ᾽εγκατέλιπε και την οικίαν και τον νεκρόν αδιαφορών, αν θα έμενεν ακήδευτος. Τότε συγγενείς και φίλοι και το προξενικόν σώμα παρεκάλεσαν τον ορθόδοξον Αρχιεπίσκοπον ν᾽αναλάβη αυτός την κηδείαν. Ούτω δε και εγένετο. Η πόλις ολόκληρος, χιλιάδες ανθρώπων -εννοώ Ορθοδόξων, διότι οι Καθολικοί εν Μυτιλήνη είνε ολίγαι δεκάδες- ο Αρχιερεύς και πάντες οι ιερείς συνώδευσαν εις την Ελληνικήν εκκλησίαν και έθαψαν μετά πάσης τιμής τον νεκρόν. Ο δ᾽Αρχιερεύς εξεφώνησεν αυτοσχέδιον αδελφοπρεπή λόγον. Η αγανάκτησις και η λύπη εν τη ψυχή της θυγατρός του αποθανόντος υπήρξε τοσαύτη, ώστε να δηλώση τω Αρχιεπισκόπω την σταθεράν απόφασιν αυτής να προσέλθη εις την Ορθοδοξίαν. Εχρειάσθη πολύς κόπος, ίνα ούτος πείση αυτήν ότι ως έντιμος και ευγενής κόρη χρεωστεί να μείνη εν τη θρησκεία τῶν πατέρων αυτῆς, ότι την θρησκείαν δεν αλλάσσουσιν οι άνθρωποι εκ πεισμονής ή διότι εις ιερεύς αυτός εαυτόν αδικών και κακώς εσκέφθη και κακώς έπραξεν, αλλά μόνον εκ πεποιθήσεως, λόγον εχούσης την ακριβεστάτην εξέτασιν και πλήρη γνώσιν των αιτίων, άτινα χωρίζουσι την Ορθόδοξον από της Καθολικῆς Εκκλησίας, άτινα πάντα δεν είνε της ιδικής της σφαίρας. Το σκάνδαλον υπήρξε μέγα και η αποδοκιμασία ανάλογος και του Ελληνικού και του αλλογλώσσου τύπου και εν Κωνσταντινουπόλει και εν Σμύρνη. Ημείς κατέχομεν πιστήν την διήγησιν εκ στόματος αυτού του ιδίου Αρχιεπισκόπου Μυτιλήνης, αφού δε το γεγονός εγένετο αιτία τοσούτου θορύβου, πιστεύομεν ότι κατ᾽ουδέν θέλομεν προσκρούσει, εάν είπωμεν ότι ο κατά Χριστόν καλός εκείνος ποιμήν, ο ανεξίθρησκος του Θεού ιερεύς ο ειρήνην διδάξας, ουχί δε μίσος και αλλαξοπιστίαν, ήτο ο κατόπιν γενόμενος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Κωνσταντίνος ο Ε».

Τα σχόλιά μας για το γεγονός αυτό σε δεκαπέντε ημέρες…

 

 

Γράφαμε στην τελευταία πριν από το Πάσχα επιφυλλίδα μας, ότι μετά από την επισήμανση ορισμένων γενικών, σημαντικών στοιχείων, τα οποία προσδιορίζουν την ιστορία του νησιού μας κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κατοχής, θα εξακολουθήσουμε με την παράθεση κάποιων μικρών ψηφίδων, που εντάσσονται σε αυτά τα μεγάλα στοιχεία, τα τροφοδοτούν και στην ουσία είναι αυτά τα μικρά που συμποσούμενα, αναδεικνύουν τα μεγάλα. Επειδή δεν είναι δυνατόν να γίνεται διαφορετικά στην ιστορία, όπου τα μεγάλα και γενικά συντίθενται από μικρές ψηφίδες, που πολλαπλασιαζόμενες συνθέτουν μια γενική διαπίστωση, μια μεγάλη τομή στον χρόνο.

Με τον τρόπο αυτό πορευόμενοι, πρέπει να κατανοήσουμε ότι οι Λέσβιοι κάτοικοι του νησιού μας -αλλά και οι άνθρωποι οποιουδήποτε άλλου ελληνικού, υπό οθωμανική ή άλλη κατοχή, τόπου- δραστηριοποιούνται λ.χ. ως έμποροι εντός της οθωμανικής επικράτειας, αλλά όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν και εκτός αυτής, ασκώντας ελεύθερο εμπόριο. Στη διαπλοκή αυτή είδαμε, μάλιστα, ελληνικής και μουσουλμανικής καταγωγής Μυτιληνιούς να ιδρύουν ένα οιονεί προξενείο στην Κέρκυρα για να κάνουν με ευκολότερο και αποδοτικότερο τρόπο τη δουλειά τους.

Αυτό έγινε το 1533 και το σχετικό έγγραφο δημοσίευσε ο ιστορικός Γεράσιμος Παγκράτης, έγγραφο το οποίο εντόπισε στα Αρχεία του Νομού Κέρκυρας (ΓΑΚ). Ο ίδιος συγγραφέας όμως έφερε στο φως και άλλα έγγραφα στα οποία εντοπίζονται κατά τη διάρκεια του 16ου αιώνα, Μυτιληνιοί έμποροι να φθάνουν σε δυτικές αγορές και συγκεκριμένα στην πιάτσα της Βενετίας. Ειδικότερα, στα Κρατικά Αρχεία της Βενετίας, ο Γεράσιμος Παγκράτης εντόπισε έγγραφο πώλησης ενός πλοίου. Σύμφωνα με το πωλητήριο αυτό που συντάχθηκε σε συμβολαιογράφο (νοτάριο) στη Βενετία στις 13 Δεκεμβρίου 1559, ο Κονδύλης του Φραγκόπουλου από τον Μόλυβο της Λέσβου, κάτοικος Μυτιλήνης, πουλά το πλοίο του (γαλιόνι), χωρητικότητας 3000 στάρων (μονάδα χωρητικότητας) και ηλικίας έξι ετών στον Βενετό υπήκοο, Anzolo della Vedoa, έναντι του ποσού των 900 δουκάτων. Το πλοίο βρίσκεται στο λιμάνι της Βενετίας, όπου έφθασε προερχόμενο από την Κρήτη, φορτωμένο με κρασί και τυριά.

Στην ενδιαφέρουσα αυτή αγοραπωλησία που εμπλέκεται ένας Μολυβιάτης καραβοκύρης, ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι ότι ένα μεγάλο μέρος του ποσού ο Κονδύλης του Φραγκόπουλου έλαβε σε υφάσματα διαφόρων τύπων και το υπόλοιπο σε χρήματα. Με άλλα λόγια, η πώληση του πλοίου από τον συμπατριώτη μας του 16ου αιώνα, δεν υπήρξε, ενδεχομένως, προϊόν ανάγκης, αλλά μια μελετημένη κίνηση επανεπένδυσης κεφαλαίου, καθώς εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι η εμπλοκή μεγάλης ποσότητας υφασμάτων ως μέρος του ποσού πώλησης ενός πλοίου, δεν καλύπτει προσωπικές ανάγκες αλλά αποτελεί εμπορικό προϊόν. Φυσικά από το συμβόλαιο της πώλησης αυτής δεν έχουμε περισσότερες πληροφορίες για τις μελλοντικές κινήσεις του Μολυβιάτη εμπόρου πλέον, αλλά το πιθανότερο είναι να κινήθηκε πάλι προς το Αιγαίο για να διαθέσει την πραμάτειά του στις οθωμανικές αγορές. Εξάλλου, ο προσεκτικός αναγνώστης θα σημείωσε ενδεχομένως ότι ο Κονδύλης ενεργούσε μεταφορά από την Κρήτη προς τη Βενετία, ενώ κατονομάζεται ως κάτοικος Μυτιλήνης. Αυτό, πιθανότατα σημαίνει ότι είχε διαθέσει το πλοίο του για μεταφορά προϊόντων από τη Μυτιλήνη (ή από άλλο τόπο) στην Κρήτη και από εκεί βρήκε άλλο ναύλο για τη Βενετία, πλέοντας με οθωμανική σημαία.

Τελειώνοντας, ας σημειώσουμε και μια άλλη ενδιαφέρουσα αναφορά σε ναυτιλιακές επιχειρήσεις Λεσβίων, που συναντάμε και πάλι στη Βενετία. Σύμφωνα λοιπόν με έγγραφο της 1ης Σεπτεμβρίου 1599 που απόκειται στο Μουσείο Κορρέρ της Βενετίας, έχουμε τον κατάλογο Ελλήνων πλοιοκτητών που κατέβαλαν έξοδα ελλιμενισμού στο λιμάνι της Βενετίας που ισχύουν για ένα χρόνο. Ανάμεσα σε αυτούς τους πλοιοκτήτες συναντούμε και τα ονόματα του Κατακουζηνού του Λουκά από τη Μυτιλήνη, ιδιοκτήτη ενός πλοίου τύπου καραμουσάλι, του Ντομένεγκο από τη Μυτιλήνη, ιδιοκτήτη ενός πλοίου του ίδιου τύπου, του Κυριάκη από τη Μυτιλήνη, ιδιοκτήτη ενός πλοίου επίσης του ιδίου τύπου, του Λουκά Chirias (Κυράς;), ιδιοκτήτη ενός πλοίου και πάλι του ιδίου τύπου, του Παπα-Ιωάννη από τη Μυτιλήνη και του Θοδωρή του Παρασκευά από τη Μυτιλήνη, ιδιοκτήτη ενός ίδιου πλοίου. Συνολικά ανάμεσα σε 21 πλοιοκτήτες, οι 6 είναι Μυτιληνιοί. Εντυπωσιακά στοιχεία για το 1599.

FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top