FOLLOW US
Παναγιώτης Μιχαηλάρης

Παναγιώτης Μιχαηλάρης

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Παρασκευή, 01 Δεκεμβρίου 2017 13:10

Συνομιλώντας με μιαν άλλη επιφυλλίδα

Θα κλείσουμε σήμερα το ζήτημα που ανοίξαμε με βάση κάποιες απόψεις που εκφράστηκαν από τον συνεργάτη της διπλανής στήλης (Δανιήλ) σχετικά με ενέργειες της ορθόδοξης Εκκλησίας, οι οποίες, σήμερα, στα μάτια τα δικά μας φαίνονται ακατανόητες και ενδεχομένως, ορισμένες φορές, και κατακριτέες. Αλλά αυτό είναι πάντα το ζήτημα με την ιστορική επιστήμη. Δηλαδή ότι δεν μπορεί κάποιος να κρίνει με τα μάτια του σήμερα ενέργειες που έλαβαν χώρα σε περασμένους αιώνες, όταν όλα ήταν διαφορετικά. Άλλωστε, αυτό είναι και το πaροσόν του καλού ιστορικού, δηλαδή αν μπορεί να μεταφερθεί με ικανοποιητικό τρόπο στο παρελθόν και να ερμηνεύσει τα όσα τότε συνέβησαν, στο επιστημονικό πεδίο μελέτης που έχει επιλέξει, ερμηνεύοντάς τα σε σχέση με τις συνθήκες της εποχής και τους πολιτικο-οικονομικούς όρους της περιόδου στην οποία εντάσσονται και όχι βάσει της σύγχρονης οπτικής.

Επιτίμια, λοιπόν, αφορισμοί, σπανίως και αναθέματα, αργίες, νηστείες, γονυκλισίες και λοιπές στερήσεις είναι μια σειρά από αρνητικές συνέπειες που υφίστανται οι χριστιανοί που παρανομούν, σε μια αμφίπλευρη διαδικασία που εμφανίζεται να είναι αποδεκτή και από τα μέλη του θεσμού που τον υπηρετούν (εκκλησιαστική ιεραρχία) και από όσους εντάσσονται σε αυτόν για την σωτηρία της ψυχής τους (χριστιανοί). Και αυτά σε μια κανονική, ας πούμε περίοδο όπως είναι οι πρώτοι χριστιανικοί χρόνοι και το Βυζάντιο διενεργούνται σχετικά με ομαλό τρόπο. Δηλαδή ο αμαρτάνων χριστιανός, τις περισσότερες φορές, μέσω της εξομολόγησης ομολογεί τα αμαρτήματά του και επιζητεί τη λύτρωση από αυτά, μέσω ακριβώς των ποινών που με πάσαν ακρίβειαν έχουν καθορίσει οι διατάξεις των συνόδων (οικουμενικών και τοπικών) αλλά και διαπρεπείς χριστιανοί (εκκλησιαστικοί πατέρες). Και βέβαια οι ποινές αυτές, ανάλογα με τα αμαρτήματα και σε συνάρτηση και με την πολιτική δικαιοσύνη, πολλές φορές είναι πολύ βαριές για έναν πιστό, όπως λ.χ. η στέρηση των εκκλησιαστικών αγιασμάτων επί δέκα χρόνια, η απαγόρευση εισόδου στο ναό και η παραμονή στον νάρθηκα κτλ. Είναι βαριές βέβαια, αλλά είναι μέσα σε ένα πλαίσιο αποδεκτό από τους ανθρώπους, τους πιστούς εν προκειμένω και σε μια διαδικασία που προϋποθέτει την πίστη στον θεό και στους κανόνες που διέπουν το εκκλησιαστικό σώμα.

Όμως πώς εξελίσσονται τα πράγματα όταν το πολιτικό εποικοδόμημα παύσει να είναι χριστιανικό; Ως πότε μπορεί να επιβιώσει  της﷽﷽﷽﷽﷽﷽γουργενγνωρινών που μεένα συγκροτημένο σύνολο πιστών σε μια θρησκεία, στην οποία δεν πιστεύει ο δυνάστης αλλά την ανέχεται και την αναγνωρίζει ως εκπρόσωπο των χριστιανών, προκειμένου να εξελίσσεται με σχετική ομαλότητα η λειτουργία του συστήματος; Αλλά και πώς μπορεί η Εκκλησία με την έως τότε παγιωμένη μορφή της, εν μέσω ενός πολιτικού συστήματος, του οθωμανικού, που είναι τελείως διαφορετικό από το βυζαντινό, αλλά μέσα στο οποίο ο ρόλος της αναβαθμίζεται αφού αναγνωρίζεται και ως πολιτικός εκπρόσωπος των χριστιανών;

Είναι λογικό, λοιπόν, που μέσα σε ένα τέτοιο εποικοδόμημα και ο ρόλος των ποινών αναβαθμίζεται, επειδή και ο ρόλος της Εκκλησίας δεν είναι μόνο η σωτηρία της ψυχής αλλά και η σωτηρία των πιστών από τις πιέσεις του κατακτητή, δηλαδή η συγκρότηση ενός κανονικού πλαισίου λειτουργίας στο οποίο η Εκκλησία είναι ένας οιονεί κρατικός φορέας εξουσίας, που έχει αναλάβει υπηρεσίες πέραν των χριστιανικών καθηκόντων.

Στο πλαίσιο αυτό υπάρχουν υποχρεώσεις πολλές και λίγα δικαιώματα. Υπάρχουν υποχρεωτικές πράξεις, η παράβαση των οποίων επισύρει ποινές, κυρίως αφορισμούς. Η Εκκλησία δεν μπορεί να φυλακίσει, να υποβάλλει τους πιστούς σε σωματικές ποινές, πολύ περισσότερο να δικάσει και να καταδικάσει με κρατικά μέσα καταστολής. Έχει όμως τα επιτίμια που χρησιμοποιούσε παλαιότερα για τους χριστιανούς που αμάρταναν και τώρα πρέπει να τα επιβάλλει και σε όποιον κλέβει, αδικεί, παρανομεί, δεν πληρώνει τους φόρους, διαπράττει πράξεις κατά της πολιτικής εξουσίας. Έτσι οι αφορισμοί πολλαπλασιάζονται και επιβάλλονται για κάθε είδους παραπτώματα. Αλλά και στο σημείο αυτό, αν εξετάσουμε καλά τα πράγματα δεν υπάρχει η αμείλικτη τιμωρία. Δηλαδή ο αφορισμένος δεν είναι ολοκληρωτικά καταδικασμένος, μολονότι έχει επικρατήσει η αντίθετη εικόνα. Ο αφορισμένος και κάθε επιπληττόμενος μπορεί να μετανοήσει, να επανορθώσει, να επαναφέρει τα πράγματα στο σημείο της δικαιοσύνης, οπότε και ο αφορισμός, όπως και κάθε άλλη ποινή αίρεται, συγχωρείται, πράγμα βέβαια που δεν συμβαίνει όταν τιμωρεί η πολιτική δικαιοσύνη...

 

Επειδή, λόγω δικής μου αποκλειστικά αμέλειας χάθηκε η προηγούμενη Παρασκευή, συνοψίζω grosso modo την προηγούμενη επιφυλλίδα μου, η οποία είχε (έχει) τη φιλοδοξία να συνομιλήσει με μια άλλη διπλανή επιφυλλίδα, του Δανιήλ από τον λάκκο των λεόντων, που πριν από περίπου δύο μήνες αναφέρθηκε στα συγχωροχάρτια της ορθόδοξης Εκκλησίας αλλά και σε άλλα, νοσηρά φαινόμενα που είχαν σχέση με τη δράση της Εκκλησίας κατά τη διάρκεια, κυρίως, της οθωμανικής κατάκτησης. Αναφέραμε, λοιπόν, τις μεγάλες φορολογικές επιβαρύνσεις που έπεσαν στους ώμους της Εκκλησίας και βέβαια πέρασαν στους ώμους των χριστιανών, τις χρεοκοπίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου αλλά και επιμέρους μητροπόλεων. Στη γραμμή αυτή οι εναλλαγές πατριαρχών και μητροπολιτών ειδικότερα τον 16ο και 17ο αιών υπήρξαν συνεχείς και είχαν ως κύρια αιτία την αδυναμία αντιμετώπισης των φορολογικών υποχρεώσεων έναντι της οθωμανικής εξουσίας. Φυσικά μέσα στο πλέγμα εξουσίας που είχε συγκροτηθεί, δεν είναι σπάνιες και οι παρεμβάσεις φιλόδοξων ιερωμένων που υπόσχονται στην οθωμανική εξουσία περισσότερα έσοδα, με αποτέλεσμα να έχουμε αντικανονικές παραιτήσεις ιερωμένων, που δεν μπορούν να αποδώσουν ισοδύναμα φορολογικά έσοδα. Και φυσικά δεν πρέπει να παραβλέπουμε τις ηγετικές ομάδες των υποδούλων χριστιανών που βρίσκονταν πίσω από τους εκκλησιαστικούς θεσμούς και επιζητούσαν να τους ελέγχουν.

Ο συνεργάτης του Εμπρός λοιπόν (Δανιήλ) προκειμένου να ενισχύσει τις απόψεις του περί συνεχών εναλλαγών πατριαρχών (αλλαξοπατριαρχείες) προσφεύγει και στον Κωνστ. Παπαρρηγόπουλο, που είχε ήδη επισημάνει το φαινόμενο. Βέβαια από την εποχή του Παπαρρηγόπουλου και εφεξής τα φαινόμενα αυτά έχουν μελετηθεί με συστηματικό τρόπο και έχουν αναδείξει τους μηχανισμούς που συνέδεαν την Εκκλησία με την οθωμανική εξουσία και τις σοβαρές υποχρεώσεις που όφειλε να διεκπεραιώσει ο χριστιανικός θεσμός εξουσίας. Φυσικά στο πλαίσιο αυτό η ανάγκη αναζήτησης πόρων ήταν συνεχής και ασφυκτική, σε τέτοιο σημείο που ορισμένες φορές οι θρησκευτικές ανάγκες και υπηρεσίες, η νουθεσία των χριστιανών κτλ. να έρχονται σε δεύτερη μοίρα έναντι των οικονομικών πιέσεων.

Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο λοιπόν η ανεύρεση πόρων δημιουργούσε την αδήριτη ανάγκη να επινοούνται συνεχώς νέες πηγές εσόδων, ή ήδη υπάρχουσες να καλούνται να αποδώσουν υψηλότερα έσοδα. Αν, λοιπόν, μελετήσουμε ένα εκκλησιαστικό κατάστιχο, θα παρατηρήσουμε ότι όλες οι εκκλησιαστικές υπηρεσίες, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, είχαν μια τιμή, κόστιζαν. Ακόμα και η επιβολή αφορισμού, δηλαδή η προσφυγή ενός χριστιανού στις εκκλησιαστικές αρχές, που καλούνταν να εκδώσουν έναν αφορισμό εις βάρος άλλου χριστιανού που αδικούσε τον πρώτο, κόστιζε, είχε μιαν αξία, μιαν τιμή.

Ωστόσο, αν όλες αυτές τις πράξεις τις αντιμετωπίσουμε και τις κρίνουμε με βάση τη συγχρονία, δηλαδή με τα μάτια του σήμερα, και δεν έχουμε την ικανότητα να τοποθετήσουμε τις πράξεις εν χρόνω (κυρίως) και τόπω, αναμφίβολα μας φαίνονται καταδικαστέες, γελοίες, κατακριτέες και προσθέστε όσους θέλετε αρνητικούς χαρακτηρισμούς. Δηλαδή, δεν μπορούμε να κρίνουμε την κατάσταση μιας κοινωνίας υπό κατοχή με βάση τη σύγχρονη πραγματικότητα, αλλά να θέτουμε τις πράξεις της τότε εποχής σε συνομιλία με την εποχή της και την κατάσταση που τις δημιουργούσε για να μην πω ότι τις επέβαλε. Επειδή, αντιστρέφοντας τα πράγματα, ας αναλογισθούμε την κατάσταση εκείνη που υποχρεώνει έναν κληρικό να πάρει μιαν εξουσιοδότηση από το Πατριαρχείο και να περιέρχεται από τόπο σε τόπο εκλιπαρώντας την οικονομική συνδρομή των χριστιανών. Εξάλλου, αν υπολογίσουμε παράλληλα ότι οι ζητείες (αναζήτηση χρημάτων) και τα συγχωροχάρτια εκπορεύονταν από το πατριαρχείο Ιεροσολύμων, το οποίον κατά καιρούς βρισκόταν σε δυσχερέστερη θέση και από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, καθώς είχε να αντιμετωπίσει πολλαπλές πιέσεις. Έτσι φυσικά οδηγούμαστε και στα συγχωροχάρτια (το Οικουμενικό Πατριαρχείο εξέδιδε μόνο για νεκρούς χριστιανούς), που ανέδειξε με λαμπρό τρόπο ο Φίλιππος Ηλιού, όπως επισημαίνει και ο Δανιήλ. Φυσικά και στην περίπτωση αυτή ο λόγος είναι διττός, επειδή πέρα από την καθαυτό πράξη με την αρνητική σημασία της, πρέπει, παράλληλα, να συνυπολογίσουμε και την αγωνία του ανθρώπου, του χριστιανού εν προκειμένου ενώπιον του αιφνιδίου θανάτου, που δεν θα του επέτρεπε να άρει τις αμαρτίες του με άλλα τρόπο (δωρεές, προσφορές κτλ). Όμως ο λόγος είναι μακρύς, πολυσύνθετος και δεν εξαντλείται μέσα από επιφυλλίδες.

 

Παρασκευή, 27 Οκτωβρίου 2017 14:21

Συνομιλώντας με μιαν άλλη επιφυλλίδα (Α΄)

Θα αφήσουμε σήμερα για λίγο τη λεσβιακή ιστορία και θα ασχοληθούμε με ένα θέμα της ελληνικής ιστορίας, το οποίο φυσικά έχει σχέση στην ευρύτητά του και με τη Λέσβο. Την αφορμή μού δίνει ο συνεργάτης του «Εμπρός» Δανιήλ (αν δεν κάνω λάθος πρόκειται για ψευδώνυμο) και υπεύθυνος της στήλης «Από το λάκκο των Λεόντων». Είχα κρατήσει ένα άρθρο του με τον τίτλο: «Συγχωροχάρτια δεν πουλούσε μόνον ο Πάπας!», δημοσιευμένο στις σελίδες αυτής της εφημερίδας την 9η Σεπτεμβρίου 2017. Έχουν περάσει βέβαια από τότε σχεδόν δύο μήνες, αλλά δεν μπόρεσα νωρίτερα να ασχοληθώ με όσα αναφέρει ο εύστροφος και οξυδερκής (χωρίς καμιά διάθεση ειρωνείας) συντάκτης του άρθρου, επειδή δημοσίευσα και εγώ μια σειρά τριών άρθρων για την αλλαγή των καλλιεργειών στο νησί μας και δεν μπορούσα να διασπάσω τη ροή των επιφυλλίδων. Ωστόσο η επιστημονική πρόκληση παρέμεινε ανοιχτή και να λοιπόν που ήρθε η ώρα να γράψω λίγα λόγια.

Πράγματι η οθωμανική διοίκηση, μετά από την άλωση, δηλαδή ο οξυδερκής σουλτάνος Μεχμέτ Β´ (στα καθ᾽ ημάς Μωάμεθ ο Πορθητής) αναζήτησε τον ανθενωτικό πατριάρχη Γεννάδιο που ζούσε αποτραβηγμένος στη Μονή Κοσίνιτζας (Εικοσιφοινίσσης) στην περιοχή της Δράμας, τον οποίο τον αποκατέστησε στον κενό πατριαρχικό θρόνο της οθωμανικής εφεξής Κωνσταντινούπολης. Με την πράξη αυτή και με τις ενέργειες που ακολούθησαν, οι Οθωμανοί αποκατέστησαν την Εκκλησία ως επικεφαλής θεσμό του χριστιανικού πληθυσμού, πράγμα το οποίο είχε ποικίλα σημαντικά αποτελέσματα για τους υπό κατοχή χριστιανικούς πληθυσμούς. Αυτά βέβαια μέσα στη γενική αρχή του Ισλάμ, του σεβασμού των μονοθεϊστικών θρησκειών, επειδή διαφορετικά τα πράγματα θα ήταν πολύ δύσκολα για τους κατακτημένους.

Αν, όμως, η αναγνώριση της Εκκλησίας, του Οικουμενικού Πατριαρχείου εν προκειμένω, υπήρξε σωτήρια για την επιβίωση του χριστιανικού στοιχείου, για το ίδιο το Πατριαρχείο (ο όρος στην ευρύτερη διάστασή του, που περιλαμβάνει σύμπασα την εκκλησιαστική κοινότητα των ορθοδόξων χριστιανών), παράλληλα δημιουργούσε τεράστια προβλήματα στο Πατριαρχείο, επειδή για κάθε σημαντική περίπτωση που αναδεικνυόταν στις τάξεις του χριστιανικού στοιχείου (οικονομικό, κοινωνικό κτλ.) αυτός που έπρεπε να αποδώσει λόγο στην κεντρική διοίκηση των Οθωμανών ήταν ακριβώς το Πατριαρχείο, η Εκκλησία γενικότερα με ό,τι αυτό σήμαινε στο πραγματικό επίπεδο και εύκολα μπορεί να καταλάβει ο καθένας μας. Έτσι λ.χ. το Πατριαρχείο έπρεπε να αποδώσει μέσω των μηχανισμών που παγίως είχε δημιουργήσει, τους φόρους προς το οθωμανικό κράτος, τουλάχιστον τους πρώτους αιώνες της κατάκτησης, πέρα από τη βαρύτατη φορολογία το οποίο αυτό ως θεσμός, είχε αναλάβει (π.χ. την ημερήσια τροφοδοσία με κρέας του σώματος των Γενιτσάρων… που φυσικά δεν λυόταν με την αποστολή κρέατος αλλά με την απόδοση σε χρήμα της αντίστοιχης δαπάνης). Αυτός ο φόρος, για να προλάβω τυχόν ειρωνικές διαπιστώσεις, δεν ήταν ο μόνος και δεν ήταν ευκαταφρόνητος. Απλώς αναφέρω ένα παράδειγμα για να γίνομαι πιο κατανοητός.

Η βαριά φορολογία της Εκκλησίας ήταν αναπόφευκτο να οδηγήσει σε βαριά φορολογία και τους χριστιανικούς πληθυσμούς, επειδή από πού αλλού θα εύρισκε τα χρήματα η Εκκλησία, αν όχι από τους πιστούς της, δεδομένου ότι δεν αποτελούσε ένα παραγωγικό μηχανισμό που δημιουργούσε κεφάλαια, από τα οποία ένα μέρος θα πήγαινε στη διοίκηση. Εδώ τα πάντα παίζονταν σε επίπεδο ατόμων, πληθυσμών, οι οποίοι, επειδή δεν ήταν μουσουλμάνοι, επιβαρύνονταν με ακόμα υψηλότερη φορολογία. Με βάση λοιπόν την κατάσταση αυτή, το Πατριαρχείο, παρά την επιβάρυνση των πιστών, πολλές φορές αναγκαζόταν να δανείζεται με υψηλούς τόκους, πράγμα που οδήγησε και σε χρεωκοπία και ανάληψη των χρεών του από ισχυρούς χριστιανικούς παράγοντες έναντι φυσικά ανταλλαγμάτων σε όλα τα επίπεδα. Με αυτόν τον τρόπο και κάτω από αυτή τη λογική, μπορούμε λοιπόν, με τη σύγχρονη πλέον ιστορική οπτική, να εξετάσουμε και κυρίως να καταλάβουμε τις συνεχείς εναλλαγές πατριαρχών στον οικουμενικό θρόνο, αλλά και ακόμα χαμηλότερα στο επίπεδο των μητροπόλεων. Δηλαδή υπό την πίεση των δυσβάστακτων χρεών αναγκαζόταν ο εκάστοτε πιεζόμενος εκκλησιαστικός προϊστάμενος να αφήσει τη θέση του σε άλλον, που πίστευε ή οι άνθρωποι που ήταν από πίσω του, τον διαβεβαίωναν ότι θα τα κατάφερναν καλύτερα, δηλαδή θα μπορούσαν να ανταποκρίνονται στις φορολογικές απαιτήσεις των Οθωμανών είχαν ταυτόχρονα θα είχαν και όλες τις απολαβές που η θέση αποδέσμευε…

Όμως θα συνεχίσουμε και στο επόμενο σημείωμά μας.

 

 

 

 

 

Το ζήτημα της αλλαγής καλλιεργειών στη Λέσβο, δηλαδή της αλλαγής του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι του νησιού προσεγγίζουν το οικονομικό, όπως είναι φυσικό προκάλεσε συζητήσεις ανάμεσα σε γνώριμους και φίλους. Έτσι είχα τη δυνατότητα να πληροφορηθώ από πρώτο χέρι, που λέμε, δηλαδή από τον φίλο Χρήστο Τραγέλλη για το πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα της αλλαγής των καλλιεργειών στην έκταση που συγκροτεί τον γνωστό κάμπο της Καλλονής. Πράγματι, στον χώρο αυτό, στον οποίο δεσπόζει η αλυκή με τους εντυπωσιακούς σωρούς του αλατιού, έχει συντελεστεί μια κοσμογονία αλλαγών, τις οποίες θα ήταν πολύ ενδιαφέρον κάποιος που γνωρίζει καλύτερα την περιοχή να τις εντοπίσει και να τις αναδείξει.

Δεν μπορώ να υποθέσω την εξέλιξη των αλλαγών αυτών και μάλλον στην περιοχή αυτή δεν υπήρξε ποτέ ελαιοκαλλιέργεια. Ωστόσο, είναι γνωστό ότι υπήρχε λ.χ. εκτεταμένη καλλιέργεια σύκων, πατάτας, καπνού, φαντάζομαι σιτηρών. Η σημερινή εικόνα, όπως και να έχουν τα πράγματα, δεν χαρακτηρίζεται από καμιά από αυτές τις καλλιέργειες. Μάλιστα έχω την εντύπωση ότι, εκτός από τις βιοτεχνίες διαφόρων ειδών που δεσπόζουν στο τοπίο, σιγά σιγά στις εναπομείνασες εκτάσεις θα ενσκήψουν και τα πρόβατα, αν δεν συμβαίνει κιόλας αυτό, καθώς η κτηνοτροφία είναι πάντα στην αναζήτηση ανοιχτών χώρων.

Όμως, ας επιστρέψουμε στο γενικό θέμα της επέκτασης της κτηνοτροφίας εις βάρος της ελαιοκαλλιέργειας και ας επιχειρήσουμε να εντοπίσουμε κάποιες καταστάσεις που ευνόησαν αποφασιστικά την υπέρ της κτηνοτροφίας στροφή του αγροτικού πληθυσμού τουλάχιστον της κεντρικής και βόρειας Λέσβου.

Είδαμε στα προηγούμενα σημειώματα ότι η στενότητα χώρου ανάγκαζε κατοίκους της Νάπης λ.χ. να αναζητούν εκτάσεις για να βοσκήσουν τα ζώα τους σε γειτονικά χωριά (μπιντιρμές). Είπαμε ότι στη δεκαετία του ’60 ακόμα, ο κάτοχος 100 προβάτων θεωρούνταν μεγαλοκτηνοτρόφος! Ενώ τώρα τα 100 πρόβατα είναι αμελητέος αριθμός. Τι συνέβη λοιπόν ώστε να διαταραχθεί η ελαιοκαλλιέργεια προς όφελος της κτηνοτροφίας, επειδή η ζήτηση κρέατος και γάλακτος από μόνη της δεν μπορεί να εξηγήσει τα ικανοποιητικά πράγματα.

Κατά τη γνώμη μου λοιπόν πρέπει να σταθούμε σε δύο αποφασιστικούς παράγοντες που διευκόλυναν την εκτροφή μικρών και μεγάλων ζώων. Πρώτα πρώτα είναι η εκτεταμένη διείσδυση των τυποποιημένων τροφών για τα πρόβατα, που επέτρεψε στους κτηνοτρόφους να απεξαρτηθούν από τα χόρτα που θα κάνει το χωράφι. Οι γεωργικές τροφές εισβάλλουν με έντονο τρόπο υπό ποικίλες μορφές και διευκολύνουν τον κτηνοτρόφο να απαλλαγεί από την αγωνία να βρει φυσική τροφή για τα ζώα του. Μάλιστα στη σημερινή πραγματικότητα οι τυποποιημένες τροφές έχουν πάρει τα ηνία και έχουν επεκταθεί σε μεγάλο βαθμό σε όλη τη λεσβιακή ενδοχώρα.

Όμως παράλληλα με τη διείσδυση των τροφών αυτών παρατηρείται και η ευρύτατη ανάπτυξη γεωργικών/αγροτικών δρόμων, οι οποίοι με τη σειρά τους θα παίξουν κυρίαρχο ρόλο στην επέκταση της κτηνοτροφίας. Τώρα το αυτοκίνητο, μικρό ή μεγάλο, μπορεί να φθάσει πολύ κοντά στα χωράφια, δηλαδή πολύ κοντά στα ζώα, να φέρει τις τροφές στη στάνη, να φέρει τον κτηνοτρόφο γρήγορα κοντά στα ζώα του, να φέρει το γάλα γρήγορα από τη στάνη στο τυροκομείο κ.τ.λ. κ.τ.λ. Κοντά σε όλα αυτά βέβαια πρέπει να προστεθούν και οι επιδοτήσεις εκ μέρους της Ε.Ε., στοιχείο που θα μεγαλώσει ακόμα περισσότερα τα κίνητρα για την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας.

Όλα αυτά μαζί και το καθένα από μόνο του συνιστούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο κυριαρχεί πλέον η κτηνοτροφία και όπως δείχνουν τα πράγματα θα εξακολουθήσει να κυριαρχεί. Μάλιστα είμαι σχεδόν βέβαιος ότι, αν ήταν απαραίτητο να καταστραφούν ελαιώνες για να δημιουργηθούν εκτάσεις για τα ζώα, και αυτό θα γινόταν. Προς το παρόν αυτό δεν φαίνεται να συμβαίνει, όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά επειδή η ύπαρξη των ελαιώνων δεν εμποδίζει τη βόσκηση. Τα πρόβατα μπορούν να βόσκουν και μέσα σε ελαιώνες και μάλιστα να βοηθούν ώστε αυτοί, δηλαδή οι ελαιώνες, να μην καταντήσουν τοπία αδιάβατα. Μάλιστα, ως προς αυτό το επίπεδο ίσως η ελαιοκαλλιέργεια και η κτηνοτροφία να αλληλοσυμπληρώνονται. Όμως, κοντά στο νου κι η γνώση: τα πράγματα είναι σαφώς υπέρ της κτηνοτροφίας, πραγματικότητα που δεν φαίνεται να αλλάζει τουλάχιστον για τα πολλά προσεχή χρόνια.

Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017 15:35

Οι αλλαγές των καλλιεργειών στη Λέσβο (Β΄)

Λέγαμε πριν από δεκαπέντε ημέρες για την ελαιοκαλλιέργεια στο νησί μας, αυτή η οποία προσδιόρισε την οικονομία του επί αιώνες, με το λάδι να αποτελεί τόσο ως καταναλωτικό προϊόν, όσο και ως εξαγωγικό, τη βάση κάθε δραστηριότητας -ας θυμηθούμε το ενδιαφέρον των καταστηματαρχών της πρωτεύουσας του νησιού για το καλό μαξούλι που θα έδινε ζωή και στα δικά τους μαγαζιά.

Ωστόσο, επειδή στα φαινόμενα αυτά το κενό καλύπτεται γρήγορα, καθώς είναι άμεσης προτεραιότητας, είναι η επέκταση της κτηνοτροφίας που έρχεται να εξισορροπήσει τα πράγματα. Έχουμε αναφέρει σε παλαιότερη επιφυλλίδα μας ότι όπως φαίνεται πολύ έντονα από τα οθωμανικά φορολογικά κατάστιχα, η επέκταση της ελαιοκαλλιέργειας παρουσιάζεται όχι τόσο -όπως θα περίμενε κανείς- στις νότιες περιοχές του νησιού (Γέρα, Πλωμάρι κτλ. με τους μεγάλους ελαιώνες), αλλά στην κεντρική και βόρεια Λέσβο, όπου η φορολογία των Λεσβίων στο λάδι αρχίζει να αυξάνεται δραματικά, γεγονός που επισημαίνει την επέκταση της ελιάς εις βάρος των άλλων καλλιεργειών.

Έχω την εντύπωση, λοιπόν, ότι η επέκταση της κτηνοτροφίας εις βάρος της ελαιοκαλλιέργειας συντελείται και πάλι στο τμήμα αυτό του νησιού μας, το οποίο φαίνεται συνεχώς να δίνει τον τόνο στη λεσβιακή οικονομία.

Γνωρίζουμε ότι το δυτικό μέρος του νησιού, λόγω της φύσης του εδάφους του και την αδυναμία να καλλιεργηθεί συστηματικά η ελιά σε αυτά, παρουσίαζε συνεχώς αυξημένη επίδοση στην κτηνοτροφία, με τα χωριά που βρίσκονται δυτικά από την Καλλονή (Άγρα, Μεσότοπος, Άντισσα κτλ.) να χαρακτηρίζονται από τα καλά κτηνοτροφικά προϊόντα τους. Σε αυτά προσθέτουμε και τον Μανταμάδο, του βορειοανατολικού τμήματος, ο οποίος παραδοσιακά και λόγω της φύσης των εδαφών του, είχε καλές επιδόσεις στην κτηνοτροφία και ειδικότερα στην παραγωγή βοδινού κρέατος.

Όμως τώρα πια, δηλαδή τις τελευταίες δεκαετίες, η κτηνοτροφία στα μέρη αυτά αλλά και σε όλα τα χωριά της κεντρικής, βόρειας και βορειοανατολικής Λέσβου, παρουσιάζει μεγάλους ρυθμούς ανάπτυξης εις βάρος της ελαιοκαλλιέργειας. Θυμάμαι ότι ο παππούς μου (Παναγιώτης Ε. Βαρβαράς) στον Μανταμάδο με τέσσερα από τα αρσενικά παιδιά του να εμπλέκονται στις αγροτοκτηνοτροφικές ασχολίες, θεωρούνταν από τους μεγαλύτερους κτηνοτρόφους του χωριού: ο αριθμός των προβάτων του δεν ξεπερνούσε τα 80 με 100 πρόβατα... Τώρα δεν υπάρχει σοβαρός κτηνοτρόφος στην περιοχή -αλλά και στα γύρω χωριά Αγία Παρασκευή, Νάπη, Στύψη κτλ., στα οποία μπορώ να έχω άμεση παρατήρηση- που να μην έχει τουλάχιστον από 300 και πάνω πρόβατα!

Όμως, γιατί συμβαίνουν όλα αυτά; Κάποιοι λόγοι ουσιαστικοί πρέπει να υπάρχουν που ευνόησαν την επέκταση της κτηνοτροφίας αλλά και την εκτροφή μεγάλων ζώων για την παραγωγή κρέατος. Λογικά, αν εξετάσουμε τα φαινόμενα, η μεγάλη ζήτηση ενός προϊόντος εις βάρος των άλλων, δηλαδή οι αλλαγές των καταναλωτικών συνηθειών πρέπει να προκάλεσε και την αντίστοιχη στροφή. Είναι, λοιπόν, διαπιστωμένο ότι η κατανάλωση κρέατος στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες, έχει αυξηθεί κατακόρυφα, με αποτέλεσμα η παραγωγή να μην καλύπτει τη ζήτηση και η χώρα να κάνει μεγάλες εισαγωγές κρέατος. Ένα λοιπόν το κρατούμενο. Από την άλλη και παράλληλα έχει αυξηθεί και η κατανάλωση γάλακτος και των προϊόντων που έχουν ως βάση το γάλα και αυτά είναι δεκάδες, με αποτέλεσμα και σε αυτό το προϊόν η χώρα να είναι ελλειμματική. Αυτό το φαινόμενο έχει ως αποτέλεσμα να προκαλεί και να συντηρεί σχετικά καλές τιμές στους παραγωγούς των προϊόντων αυτών και όσον αφορά στο νησί μας καλύτερες τιμές από τη διάθεση του λαδιού και των προϊόντων του. Έτσι αρχίζει σιγά - σιγά το γάλα, κυρίως, και το κρέας, δηλαδή η παραγωγή των προϊόντων αυτών, να επεκτείνεται εις βάρος του λαδιού και των προϊόντων του, συντελώντας στην ανατροπή της σταθερής εικόνας που παρουσίαζε η λεσβιακή οικονομία κατά τους τελευταίους αιώνες.

Ωστόσο, η μεγάλη ζήτηση ενός προϊόντος είναι σοβαρός λόγος για την ανάπτυξη μιας καλλιέργειας εις βάρος μιας άλλης, αλλά δεν αρκεί από μόνος του για να εξηγήσει τα πράγματα σε όλες τις διαστάσεις τους. Έτσι το φαινόμενο της αλλαγής των καλλιεργειών στη Λέσβο, θα μας απασχολήσει και στην επόμενη επιφυλλίδα μας.

 

 

Παρασκευή, 08 Σεπτεμβρίου 2017 14:28

Οι αλλαγές των καλλιεργειών στη Λέσβο (Α΄)

Είναι γεγονός διαπιστωμένο σε όλες τις ιστορικές περιόδους ότι συχνά οι άνθρωποι υποχρεώνονται εκ των πραγμάτων -τα οποία πράγματα τις περισσότερες φορές έχουν άμεση σχέση με την οικονομική πραγματικότητα- να αλλάξουν, να μεταβάλουν, ενίοτε ριζικά, τους τρόπους καλλιέργειας της γης. Η παρατήρηση αυτή, η οποία έχει το κύρος που της δίνει το βεβαιωμένο αποτέλεσμα, δεν αναφέρεται τόσο στον τρόπο με τον οποίο λ.χ. καλλιεργείται απλώς η γη, όπως είναι π.χ. το πέρασμα από το ξύλινο άροτρο στο τρακτέρ, αλλά κυρίως αναφέρεται στις καθολικές, έως ένα βαθμό, αναπροσαρμογές των καλλιεργειών. Η μεταβολή αυτή φυσικά δεν συντελείται με απότομο και βίαιο τρόπο, αλλά μέσα σε ένα αργό, τις περισσότερες φορές, πλαίσιο, ένα από τα χαρακτηριστικά του οποίου είναι, νομίζω, ότι η νέα πραγματικότητα, η νέα αναπροσαρμογή των συνηθειών του ανθρώπου σε σχέση με το άμεσο ζωτικό περιβάλλον του, δεν καταστρέφει ολοκληρωτικά τον παλαιό τρόπο παραγωγής προϊόντων. Το παλαιό εξακολουθεί να υπάρχει, πολλές φορές σε αντιδιαστολή ακόμα και σε αντίθεση προς το νέο, στοιχεία τα οποία, μπορούμε να πούμε, εκδηλώνονται και με συναισθηματικές αναγωγές, δηλαδή σε αναπόληση του καλού και παραδοσιακού τρόπου που χάθηκε και ήλθε να επισκιαστεί από το βάρβαρο νέο που δεν σεβάστηκε τις παλαιές συνήθειες, τις καλές, τις αποδοτικές κτλ.. Ή ακόμα να επικαλεστεί -κάποιοι άνθρωποι να επικαλεστούν, οι οποίοι τις περισσότερες φορές δεν μετέχουν ενεργά στην παραγωγή- αναγωγές και επικλήσεις σε ένα αδιόρατο μέλλον που θα επαναφέρει το παρελθόν με τις καλές συνήθειές του και τον αγνό... τρόπο παραγωγής και σχέσεων των ανθρώπων με το περιβάλλον και την εκμετάλλευσή του, χάριν της επιβίωσης.

Καταφεύγω σε αυτές τις σκέψεις επηρεασμένος, χρόνια τώρα, από τις άμεσες και καταλυτικές αλλαγές που συμβαίνουν και στη λεσβιακή ενδοχώρα, οι οποίες είναι πλέον εμφανείς διά γυμνού οφθαλμού.

Μια τέτοια διαπίστωση, κεντρική θα έλεγα, προς αυτή την κατεύθυνση, έχει να κάνει με την καθολική υποχώρηση της ελαιοκαλλιέργειας ή τουλάχιστον με την καθολική οικονομική απαξίωση της ελαιοκαλλιέργειας από τους Λέσβιους καλλιεργητές. Έτσι η μεγάλη επέκταση της ελιάς που εκτόπισε άλλες καλλιέργειες από τα μέσα κυρίως του 16ου αιώνα, όπως ήταν το αμπέλι και τα σιτηρά, πράγματα στα οποία είχαμε την ευκαιρία να αναφερθούμε κατά καιρούς σε άλλες επιφυλλίδες μας, έχει σχεδόν ολοκληρωτικά ανακοπεί, ακόμα και αντιστραφεί όχι όμως υπέρ των παλαιών προϊόντων που η ελιά εκτόπισε. Είναι πλέον φαινόμενο σπάνιο και άξιο σχολιασμού η δημιουργία νέων ελαιώνων, αφού ακόμα και η συντήρηση των παλαιών υποβαθμίζεται με άμεσο και εμφανή τρόπο. Η ελιά εξακολουθεί να παραμένει το κυρίαρχο στοιχείο του λεσβιακού περιβάλλοντος, ως παρουσία και ως αίσθηση όχι, όμως, ως οικονομική αξία στην οποία θα επενδύσει ο Λέσβιος καλλιεργητής και θα προσδιορίσει το κύριο εισόδημά του. Έχει κανείς την αίσθηση, αν δεν κάνω σοβαρό λάθος, ότι σε ορισμένες περιοχές του νησιού η ελαιοκομία είναι μια εκμετάλλευση απλώς της άμεσης καθημερινότητας: να έχουμε το λάδι της χρονιάς μας, να μην αγοράσουμε λάδι εμείς και τα παιδιά μας, παρά ένας βασικός οικονομικός πόρος. Το λάδι ως προϊόν που προσέφερε την δυνατότητα επιβίωσης του αγροτικού νοικοκυριού, τόσο με την άμεση κατανάλωσή του όσο και με την εμπορευματοποίησή του, έχει πάψει σε ένα μεγάλο ποσοστό να είναι το κύριο προϊόν στο οποίο προσέβλεπε ο Λέσβιος καλλιεργητής, περιμένοντας το καλό μαξούλι, από το οποίο θα αντιμετωπίσει τις άμεσες ανάγκες του και να κινηθεί παράλληλα και η αγορά του νησιού, της πρωτεύουσας πόλης Μυτιλήνης κατά κύριο λόγο. Όμως θα συνεχίσουμε και στην επόμενη επιφυλλίδα μας με το ίδιο θέμα.

 

 

 

 

 

Στις περιοδολογήσεις μας στην ιστορία, είναι πολύ εντυπωσιακό όταν συναντούμε θεσμούς, που γνωρίζουμε από τα διαβάσματά μας και την καταγραμμένη ιστορική εμπειρία, να είναι στα χείλη ανθρώπων, οι οποίοι πρόλαβαν να σχετιστούν με αυτούς, να τους επικαλεστούν στην αγροτική επιβίωσή τους, ακόμα και όταν αυτοί διένυαν το τελευταίο στάδιο της επιβίωσής τους.

Κάτι τέτοιο λοιπόν βίωσα κι εγώ τις μέρες του εφετινού καλοκαιριού, όταν ο έχοντας πατήσει τα 90 του χρόνια, αλλά ενεργός ακόμη αγρότης -και υπερήφανος για το επάγγελμα που άσκησε στη ζωή του- Γιάννης Νικ. Αβαγιαννός στη Νάπη (Κλομιδάδο), άρχισε τη διήγηση ενός περιστατικού με τα λόγια: «Τον καιρό που πήγαινα για μπιντιρμέ στη Στύψη...».

Αμέσως η ιστορική απορία και εμπειρία μου κινητοποιήθηκε, επειδή η λέξη δεν μου ήταν άγνωστη αλλά δεν θυμόμουν το ακριβές περιεχόμενό της και εν πάση περιπτώσει ο Γιάννης αναφερόταν στα χρόνια γύρω από την Κατοχή ή τη δεκαετία του 1950 ακόμα και του 1960!!!. Του ζήτησα λοιπόν να μου περιγράψει τι ήταν ο μπιντιρμές που αυτός επικαλέστηκε και ιδού το περιεχόμενο της παρούσας επιφυλλίδας.

Επειδή, λοιπόν η Νάπη είναι εγκλωβισμένη ανάμεσα σε τρία μεγάλα χωριά, το Μανταμάδο, την Αγία Παρασκευή, και τη Στύψη, ο τόπος που έχουν στη διάθεσή τους οι κάτοικοί της είναι λιγοστός (μάλιστα υπό τις σημερινές συνθήκες της εντατικής κτηνοτροφίας το πρόβλημα παραμένει οξύ, αν όχι και οξύτερο), με αποτέλεσμα ορισμένες φορές και ειδικά το καλοκαίρι, να υπάρχει πρόβλημα επιβίωσης των μεγάλων ζώων κυρίως των βοδιών.

Ωστόσο, έπρεπε οι κάτοικοι του χωριού ή τουλάχιστον κάποιοι από αυτούς να αντιμετωπίσουν την κατάσταση με άλλο τρόπο και η λύση που οι τοπικές διαθεσιμότητες ανέπτυξαν ήταν η εξής: Έπαιρναν τα βόδια τους (δεν είχαν άλλωστε και πολλά τότε) και τα μετέφεραν σε εκτάσεις του γειτονικού χωριού Στύψη, όπου υπήρχαν εκτεταμένες εκτάσεις προς βόσκηση, πιθανότατα τσιφλίκια Οθωμανών, καθώς μαρτυρεί και η ονομασία του κτήματος της περιοχής (Χασάν τσιφλίκ). Εκεί παρέδιδαν τα ζώα τους για παραμονή και βόσκηση σε εντεταλμένα πρόσωπα, που ασκούσαν το επάγγελμα αυτό και πλήρωναν με τον μήνα και το κεφάλι το τίμημα της βόσκησης των ζώων τους σε ξένα κτήματα. Με άλλα λόγια υπενοικίαζαν μια έκταση, από κοινού με άλλους αγρότες, στην οποία άφηναν τα ζώα τους για 2-3 μήνες (καλοκαιρινούς κυρίως, όταν η ξερή γη δεν μπορούσε να θρέψει τα ζώα) με χρηματικό αντίτιμο. Οι ίδιοι δεν έμειναν εκεί, αλλά επέστρεφαν στα χωριά τους, προκειμένου να συνεχίσουν τις ασχολίες τους. Τη φροντίδα και την επίβλεψη των ζώων είχαν άλλοι, πιθανότατα υπάλληλοι κάποιου ιδιοκτήτη μεγάλης έκτασης, ο οποίος βέβαια θα εισέπραττε και το μεγαλύτερο μέρος του τιμήματος.

Να λοιπόν ο λεσβιακός μπιντιρμές (φυσικά η λέξη είναι τουρκική και σημαίνει εκπληρώνω, τελειώνω, ολοκληρώνω κάτι), όπως επιβίωσε μετά την αποχώρηση των Τούρκων το 1912 από το νησί, αφού, φυσικά, υπήρξε γέννημα μιας ανάγκης που δεν έπαψε να υφίσταται με την απελευθέρωση του νησιού. Το φαινόμενο είναι συνηθισμένο στην ιστορία, καθώς η εναλλαγή κατακτητών δεν σημαίνει υποχρεωτικά και αλλαγή όλων των θεσμικών μορφωμάτων, ειδικά μάλιστα όταν αυτά τα τελευταία έχουν σχέση με τις βιωτικές ανάγκες των ανθρώπων σε σχέση με την κατοχή του χώρου.

Φυσικά η αφήγηση του Γιάννη Αβαγιαννού ανέσυρε ένα θεσμό που επιβίωσε αρκετά χρόνια μετά την απελευθέρωση του νησιού και πάντως έπαψε να υφίσταται όταν υπήρξε διαφοροποίηση στην κατοχή της γης και κυρίως αλλαγή στις διατροφικές ανάγκες των ζώων κατά τα νεότερα χρόνια, όταν οι ζωοτροφές επιλύουν την έλλειψη εκτάσεων προς βόσκηση. Ασφαλώς υπάρχουν πολλές λεπτομέρειες που πρέπει να αναζητήσει κανείς προκειμένου να κατανοήσει τον μπιντιρμέ σε όλες τις διαστάσεις του και την προσφορά του στην επίλυση ορισμένων αγροτικών προβλημάτων. Ακόμα, και επειδή φυσικά το φαινόμενο, δεν απαντάται μόνο στη Λέσβο, θα μπορούσε κάποιος να συσχετίσει τη λειτουργία του μπιντιρμέ στις διάφορες περιοχές του ελλαδικού χώρου και να προβεί σε ανάλογες παρατηρήσεις. Όλα είναι ανοιχτά στην έρευνα, στην ιστορία γενικότερα, ακόμα και όταν μας τα θυμίζουν απλές αφηγήσεις, απλών αλλά νοημόνων ανθρώπων, όπως είναι ο αγρότης Γιάννης Αβαγιαννός στη Νάπη της Λέσβου.

 

Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017 16:21

100 επιφυλλίδες λεσβιακής ιστορίας

Πιθανόν οι προσεκτικοί αναγνώστες της στήλης να παρατήρησαν ότι πέρασε ένας μήνας χωρίς να δημοσιευτεί κείμενό μου. Η αλήθεια είναι ότι η αγαπητή Μαριάνθη, μου το θύμισε στην ώρα της, αλλά εγώ βρισκόμουν από την 1η Ιουλίου στο νησί μας και αυτό ήταν, φαίνεται, αρκετό για να ξεμυαλιστώ και να λησμονήσω τις υποχρεώσεις μου. Ωστόσο, παράλληλα, και αναζητώντας τη σύνδεση με τα προηγούμενα, όπως έλεγα στα παλαιά περιοδικά, μου δόθηκε η ευκαιρία να κάνω μια διαπίστωση που μπορεί να έχει κάποια σημασία.

Με άλλα λόγια, παρατήρησα ότι με την προηγούμενη συνεργασία μου στο Εμπρός, ολοκληρώθηκε ο αριθμός των εκατό (100) επιφυλλίδων λεσβιακής ιστορίας. Με άλλα λόγια και δεδομένου ότι η στήλη αυτή είναι δεκαπενθήμερη, πέρασαν κιόλας τέσσερα και παραπάνω χρόνια από τότε που αγαπητός μου Μανόλης Μανώλας μού πρότεινε να γράφω στην εφημερίδα αυτή θέματα λεσβιακής ιστορίας.

Να λοιπόν που η στήλη αυτή της λεσβιακής ιστορίας απέκτησε τη δική της ιστορική προοπτική στον χρόνο, απέκτησε δηλαδή τη δική της ιστορία… και αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι κάτι αξιοπρόσεκτο και προξενεί κάποιες σκέψεις που θα προσπαθήσω να σας τις εκθέσω, γιορτάζοντας, τρόπον τινά, τη συμπλήρωση των 100 επιφυλλίδων.

Αρχικά πρέπει να τονίσω την απόλυτη ελευθερία την οποία αισθάνομαι γράφοντας στο Εμπρός, δεδομένου ότι εκ μέρους της εφημερίδας, ποτέ, μα ποτέ, δεν μου έγινε η παραμικρή υπόδειξη, παρατήρηση ή οτιδήποτε άλλο. Και το γεγονός αυτό, νομίζω ότι πρέπει να το επισημάνω, για να τονίσω και να επαινέσω τη διεύθυνση του Εμπρός.

Η δεύτερη παρατήρηση φυσικά δεν μπορεί να μην έχει σχέση με το αντικείμενο της στήλης αυτής, το περιεχόμενο των επιφυλλίδων, δηλαδή, στη διαδρομή της τετραετίας αυτής.

Εξαρχής, όπως θα θυμούνται οι αναγνώστες, ορίστηκε ως θεματικό αντικείμενο της στήλης η νεότερη ιστορία του νησιού μας, την οποία προσδιορίσαμε ότι αρχίζει με την περίοδο των Γατελούζων (1355-1462), συνεχίζεται με την οθωμανική κατάκτηση (1462-1912), ενώ από την ενσωμάτωση του νησιού στο ελληνικό κράτος έως τις μέρες μας, θα μπορούσαμε να μιλάμε για τη σύγχρονη λεσβιακή ιστορία.

Το βάρος της δικής μου παρέμβασης έπεσε κυρίως στην περίοδο των Γατελούζων και της οθωμανοκρατίας για δύο κυρίως λόγους.

Πρώτα - πρώτα επειδή ως ιστορικός την περίοδο αυτή μελετώ και αισθάνομαι ότι τη γνωρίζω με επάρκεια. Ο άλλος λόγος είναι ότι η νεότερη περίοδος της ελληνικής ιστορίας είναι εκείνη που διαμόρφωσε το ιστορικό γίγνεσθαι, του οποίου οι απολήξεις καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό τη φυσιογνωμία που έλαβε το νησί μας και προσδιορίζουν ακόμα και σήμερα την ιστορική φυσιογνωμία του.

Με άλλα λόγια, η εξάρτηση από τους Γατελούζους και κυρίως η παρουσία της Λέσβου επί πέντε περίπου αιώνες ως επαρχία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, το οθωμανικό παρελθόν δηλαδή και η στροφή προς την Ανατολή, είναι πολύ κρίσιμα στοιχεία για τη διαμόρφωση του ιστορικού λεσβιακού παρόντος.

Έτσι προσπάθησα με τη δημοσίευση κάποιων ανέκδοτων στοιχείων και την επαναφορά στο προσκήνιο παλαιών στοιχείων αλλά με μια άλλη ματιά, να δείξω ότι και στα χρόνια των Γατελούζων, πολλώ μάλλον των Οθωμανών Τούρκων η ζωή στο νησί μετά τις πρώτες ανατροπές, πήρε πάλι τον ρυθμό της και μάλιστα με γρήγορους και αποφασιστικούς ρυθμούς, που οδήγησαν στην ανάκαμψη και στην ανάδειξη της Λέσβου σε σημαντικό κέντρο του υπόδουλου ελληνικού στοιχείου.

Ένα ακόμα στοιχείο που προσπάθησα να θίξω είναι ότι η ιστορία ενός χωριού, μιας πόλης, μιας επαρχίας, ενός νησιού εν προκειμένω, δεν είναι ένα αυτόνομο ιστορικό γεγονός. Όλα είναι μέσα σε όλα και η ιστορία ενός τόπου πρέπει πάντα να είναι σε αναφορά με το ευρύτερο ή στενότερο ιστορικό πλαίσιο, μέρος του οποίου και ο συγκεκριμένος τόπος είναι και μέσα στον οποίο εντάσσεται και από τον οποίο προσδιορίζεται. Η Λέσβος ως τμήμα μιας δυτικής κατάκτησης. Η Λέσβος ως μέρος της οθωμανικής κατάκτησης.

Σε αυτό το ιστορικό πνεύμα θα επιχειρήσουμε να πορευτούμε και στο μέλλον με ορόσημο -μεγάλος λόγος- τον αριθμό των 200 επιφυλλίδων.

 

Πριν από δεκαπέντε ημέρες άρχισα να γράφω μια επιφυλλίδα για τον Κώστα Γ. Μίσσιο, έχοντας κατά νου ότι θα μπορούσα αυτοτελώς να δώσω μια εικόνα, έστω και ελλειπτική, για τον άνθρωπο, εννοώ τον λόγιο Κώστα Μίσσιο, και το έργο του. Όπως διαπίστωσα, γράφοντας, αυτό ήταν αδύνατο να γίνει με ένα κείμενο, γι’ αυτό συνεχίζω και σήμερα με τη βεβαιότητα, τώρα πια, ότι και πάλι ακροθιγώς θα αναφερθώ στο έργο του, έτσι εις οσμήν ευωδίας, όπως μου αρέσει να λέγω.

Σκοπός μου δεν είναι να προβώ σε αναλυτική παρουσίαση των βιβλίων του Κώστα Μίσσιου: αυτό ούτε είναι δυνατόν να γίνει από τις στήλες μιας εφημερίδας, ούτε θα είχε και κάποια σημασία, αφού οι επαΐοντες τα γνωρίζουν ή, τουλάχιστον, μπορούν να τα βρουν, αν τα χρειαστούν. Στόχος μου να αρθρώσω κάποιες σκέψεις, σχετικά με την μελλοντική αξιοποίηση του συγκεντρωμένου από τον Κώστα Μίσσιο, ιστορικού υλικού για τη Λέσβο και τους ανθρώπους της.

Εξηγούμαι: Ο Κώστας Μίσσιος με το έργο του, αποθησαυρισμένο στα δεκάδες βιβλία και άρθρα του, νομίζω ότι δεν έχει αφήσει λεσβιακή προσωπικότητα, συγγραφέα, ιστορικό κτλ., με άλλα λόγια Λέσβιο που να έχει αποτυπώσει στο χαρτί κάποια σκέψη, μια συμβολή, μια μελέτη λεσβιακού περιεχομένου (πολλές φορές και εξωλεσβιακή ύλη, από Λέσβιο δημιουργό), τον οποίο να μην έχει εντοπίσει, να μην έχει γράψει στοιχεία γι’ αυτόν και το έργο του. Κατά συνέπεια τα βιβλία του αποτελούν έναν πρώτης τάξεως εγκυκλοπαιδικό θησαυρό για όποιον ενδιαφέρεται να μελετήσει οτιδήποτε λεσβιακό θέμα: συγγραφέα, έργα του, δημοσιεύσεις του και δημοσιεύσεις περί αυτού, ιστορία λεσβιακών εντύπων και ό,τι άλλο περιστρέφεται γύρω από λογοτεχνικά, ιστορικά, κοινωνικά ζητήματα του νησιού μας σε μεγάλο χρονικό ανάπτυγμα.

Κάθε ένα από τα δημοσιεύματα του Κώστα Μίσσιου, συνοδεύεται από ευρετήριο, στο οποίο ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ανατρέξει και να αναζητήσει στοιχεία. Όμως τα βιβλία είναι πολλά, τα θέματα επανέρχονται, τα ευρετήρια πρέπει να τα συμβουλεύεται κανείς και να τα ξανασυμβουλεύεται για να είναι βέβαιος ότι δεν του ξέφυγε κάτι, χωρίς να είναι σίγουρος για την εξάντληση του υλικού.

Όμως, αγαπητοί αναγνώστες, ζούμε σε εποχή ηλεκτρονική, η οποία, όποιες αντιρρήσεις και αν έχουμε, μας προσφέρει τεράστιες δυνατότητες. Δυνατότητες που στην περίπτωση του Κώστα Μίσσιου, θα μπορούσαν να καταστήσουν το έργο του μνημειώδες, δηλαδή να το αναγάγουν σε ανεκτίμητο οδηγό και βοήθημα πολύτιμο και εκ των ων ουκ άνευ για τη Λέσβο, επειδή ακριβώς είναι τέτοιο.

Κάποιος επιστημονικός θεσμός δηλαδή, σκέπτομαι λ.χ. το Πανεπιστήμιο Αιγαίου, ή κάποιο άλλο πανεπιστήμιο, ή μια βιβλιοθήκη κτλ., να εκμεταλλευτεί τα λεφτά που προορίζονται για παρόμοια προγράμματα και να καταθέσει ένα πρόγραμμα ψηφιοποίησης των βιβλίων του Κώστα Μίσσιου και παράλληλα να προβεί στην εκπόνηση ενός αναλυτικού και συνθετικού ψηφιακού ευρετηρίου. Έτσι και με βάση τα εργαλεία αυτά θα μπορεί ο κάθε ενδιαφερόμενος χρήστης να γνωρίζει αμέσως ότι για τον Σταυράκη Αναγνώστου ή τον Στρατή Αναστασέλλη, ή για την εφημερίδα Χαραυγή έχουν γραφτεί τα παρακάτω άρθρα, από τους τάδε συγγραφείς. Και αντίστροφα ο Σταυράκης Αναγνώστου ή ο Στρατής Αναστασέλλης έχουν γράψει αυτά τα έργα που έχουν τυπωθεί είτε αυτοτελώς, είτε στα τάδε περιοδικά, ή στην εφημερίδα Χαραυγή υπάρχει αυτή η ύλη, κ.ο.κ..

Παράλληλα με όλα αυτά, με βάση το έργο του Κώστα Μίσσιου, θα μπορούσε να συνταχθεί μια νέα Λεσβιακή βιβλιογραφία, που μαζί με τις παλαιότερες του Γ. Βαλέττα και τη συμβολή σε αυτήν του Κ. Μιχαηλίδη, ακόμα και με τη μικρή συμβολή του Μιχαήλ Στεφανίδη, να συγκροτήσουν το νέο σώμα της Λεσβιακής Βιβλιογραφίας, η οποία θα περιλαμβάνει όχι μόνο αυτοτελείς εκδόσεις αλλά και μελέτες σε περιοδικά και εφημερίδες. Και όχι μόνο αυτά, αλλά και άλλα πολλά μπορούν να γίνουν με βάση το έργο του Κώστα Μίσσιου, το οποίο μπορεί να εκτοξεύσει τη λεσβιακή ιστορικο-λογοτεχνική, και όχι μόνο, παραγωγή στην πρωτοπορία. Σκέπτομαι λ.χ. πόσες διδακτορικές διατριβές θα μπορούσαν να προκύψουν.

Δεν τρέφω αυταπάτες για την ανάληψη παρόμοιου εγχειρήματος και ο πρώτος που θα το αμφισβητήσει είναι ο ίδιος ο Κώστας Μίσσιος, επειδή οι άνθρωποι περί άλλων τυρβάζουν. Όμως εμείς θα επιμείνουμε να καταθέτουμε προτάσεις, επειδή σε αυτή τη χώρα πάντα έτσι εξελίσσονταν τα πράγματα. Πού ξέρεις… 

Θα διακόψω σήμερα την κανονική ροή των επιφυλλίδων μου -άλλωστε αυτές διατηρούν ένα βαθμό αυτοτέλειας ώστε να μην χάνεται το νήμα της όποιας αφήγησης- και ο λόγος είναι προφανής, νομίζω, ήδη από τον τίτλο της παρούσας αναγραφής: θέλω να τιμήσω τον άνθρωπο και λόγιο Κώστα Μίσσιο για πολλούς λόγους, οι οποίοι είναι πιθανόν να διαφανούν από τα γραφόμενά μου, μολονότι δεν είναι και τόσο εύκολο αυτό να γίνει μέσα από ένα σημείωμα περιορισμένου ορίου λέξεων, σε σχέση με τον άνθρωπο και το έργο του. Ωστόσο θα το επιχειρήσω.

Με τον Κώστα Γ. Μίσσιο δεν γνωριζόμαστε από μικρά παιδιά (είναι λίγο μεγαλύτερός μου, άλλωστε), δεν πήγαμε μαζί στο σχολείο, δεν κατοικούσαμε στην ίδια γειτονιά, δεν καταγόμαστε από το ίδιο χωριό (Μυτιληνιός αυτός, Μανταμαδιώτης εγώ), δεν δουλέψαμε μαζί, δεν είμαστε οικογενειακοί φίλοι κτλ., κτλ.. Όμως, παρ’ όλα αυτά και πολλά άλλα, αισθάνομαι σαν από παλιά γνώριμος μαζί του, επειδή, νομίζω, διαθέτουμε ένα ισχυρό κοινό στοιχείο: εννοώ την αγάπη για τη λεσβιακή λογιοσύνη, τη λεσβιακή γραμματεία, τη λεσβιακή ιστορία εν τέλει. Έτσι στις λίγες φορές που τα είπαμε από κοντά, αναδυόταν μια κατάσταση σαν να γνωριζόμαστε από χρόνια, σαν να είχαμε κοινές αναφορές σε πρόσωπα και πράγματα, σε κοινές ανησυχίες και διαπιστώσεις, δηλαδή σαν να κατείχαμε καλά ένα κοινό αντικείμενο, ή τουλάχιστον στις γενικές γραμμές του. Εξάλλου, μια ήρεμη καλόγνωμη διάθεση και συγκατάβαση μάλλον χαρακτηρίζει και τους δυο μας, πράγμα που συντελεί στη διαπίστωση που απορρέει από το κοινώς λεγόμενο: ότι ταιριάζουν τα χνώτα μας.

Με όλα αυτά που γράφω, δεν έχω την πρόθεση να προβώ σε χαρακτηριολογικές και ψυχαναλυτικές διαπιστώσεις. Κάθε άλλο. Ο σκοπός μου, αντίθετα, είναι άλλος: πρώτα - πρώτα να κάνω μια επιστημονική αυτοκριτική και έπειτα -και κυρίως- να διατυπώσω στο χαρτί κάποιες σκέψεις μου για το επιστημονικό έργο του Κώστα Μίσσιου, που ενδέχεται να κινήσουν κάποιο ενδιαφέρον ανάμεσα στον κόσμο της λεσβιακής λογιοσύνης. Ενδέχεται...

Εδώ και πολλά χρόνια και μάλλον από τότε που ο Κώστας Μίσσιος άρχισε να εκδίδει τα μεγάλα βιβλία του, κατά καιρούς έπαιρνα γράμματά του, στα οποία ήταν διάχυτη η αγωνία και η προσπάθειά του να ανεύρει, με κάθε τρόπο, τους απαραίτητους οικονομικούς πόρους για να εκδώσει το πολύτιμο έργο του. Ή, ακόμα, γράμματα με την υπόμνηση ότι κυκλοφόρησε ο τάδε τόμος, με αυτό το περιεχόμενο, που κοστίζει τόσο και μπορείς να το προμηθευτείς από το τάδε βιβλιοπωλείο κτλ., κτλ..

Αν θυμάμαι καλά -και αυτό δεν διστάζω ευθαρσώς να το ομολογήσω- ποτέ δεν μπόρεσα να ανταποκριθώ σε κάποια από τις εκκλήσεις του, ή τουλάχιστον σε αυτές για την προεγγραφή συνδρομητών (μια παλιά και δοκιμασμένη μέθοδο από το 1749 κιόλας) για την έκδοση ενός τόμου, και αυτό φυσικά δεν αποτελεί για μένα κανένα τίτλο τιμής: το αντίθετο μάλιστα, αποτελεί προϊόν βαρειάς αμέλειας, το λιγότερο, επειδή υπήρξαν εποχές που τα οικονομικά μας ήταν πολύ καλύτερα από τα τωρινά… και κάθε τέτοια δικαιολογία απολύτως ανακριβής.

Ωστόσο, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο -και κυρίως μέσω του τρόπου της προσφοράς εκ μέρους του συγγραφέα Κ. Μίσσιου- τα βιβλία του, έφταναν στα χέρια μου το ένα μετά το άλλο και τώρα πλέον καλύπτουν πάνω από δύο ράφια στη βιβλιοθήκη μου, και απ’ όσο καταλαβαίνω έπεται συνέχεια… καλά να είναι ο Κώστας.

Γνωρίζω παράλληλα ότι ο Κώστας Μίσσιος, πέρα από το συγγραφικό του έργο, είναι και συστηματικός -μανιώδης θα έλεγα- συλλέκτης έργων της λεσβιακής λογιοσύνης, πράγμα εξίσου σημαντικό με την κύρια συγγραφική του δράση, η οποία, όπως είναι εύλογο, υποβοηθείται από τη συλλεκτική, έως ένα βαθμό. Σε αυτόν τομέα, κάπως έχω συνεισφέρει και εγώ με τα δικά μου γραπτά, αν και πάλι από λόγους αμέλειας, υπάρχουν κενά που τώρα, ασφαλώς μπορεί να τα καλύψει από την ψηφιακή ανάρτηση που κάνει το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών -Κέντρο Τεκμηρίωσης- Αποθετήριο «Ήλιος».

Αγαπητοί αναγνώστες, ξεκίνησα με την αφελή πρόθεση να περιγράψω το έργο του Κώστα Μίσσιου σε μια επιφυλλίδα. Μάταιος κόπος και γι’ αυτό η συνέχεια σε δεκαπέντε ημέρες.

 

 

 

Ας τελειώσουμε λοιπόν σήμερα με το επεισόδιο της ταφής του προξένου και γιατρού της Αυστρο-Ουγγαρίας στην πόλη της Μυτιλήνης, του γνωστού και από άλλες δραστηριότητες, Thedose Bargigli, όχι αναφέροντας λεπτομέρειες και άλλα παράπλευρα στοιχεία που πλαισίωσαν την υπόθεση αυτή και την κατέστησαν αντικείμενο σχολιασμού ακόμα και από τον Τύπο της Σμύρνης και της Κωνσταντινούπολης, καθώς εμπλέκονταν γνωστά πρόσωπα της εποχής, αλλά κάποια ουσιαστικότερα στοιχεία.

Αν κοιτάξουμε λοιπόν τα πρόσωπα και τα γεγονότα με ιστορική ματιά και προοπτική, μπορούμε να διαπιστώσουμε κάποιες πραγματικότητες για το νησί μας, στην ευρύτερη όμως διάστασή τους, δηλαδή πραγματικότητες που το συμπεριέχουν και δεν το προσδιορίζουν αποκλειστικά.

Είδαμε ότι ο Thedose Bargigli υπήρξε πρόξενος της Αυστρο-Ουγγαρίας, μιας μεγάλης δύναμης της εποχής, που σήμερα πλέον δεν υφίσταται στο σύνολό της. Αμέσως λοιπόν έρχεται στην επιφάνεια το ζήτημα των προξένων και υποπροξένων που τοποθετούνταν από τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής, σε διάφορα επίκαιρα σημεία της Μεσογείου για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους, πολιτικών, στρατιωτικών αλλά πάνω απ’ όλα εμπορικών.

Το φαινόμενο αυτό, που είχε την αρχή του στις Διομολογήσεις του 16ου αιώνα, δηλαδή τις συμφωνίες που συνάπτονταν μεταξύ της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και των ευρωπαϊκών δυνάμεων για την εξυπηρέτηση εμπορικών κυρίως συμφερόντων, γέννησε την ανάγκη της επιτόπου εκπροσώπησης των άμεσα ενδιαφερομένων. Έτσι λοιπόν γεννήθηκε ο θεσμός των πρεσβειών, των προξενείων, υποπροξενείων και εμπορικών πρακτορείων, που κάλυψε ένα ευρύτατο γεωγραφικό ανάπτυγμα στη λεκάνη της Μεσογείου, για την οποία κυρίως γίνεται λόγος σε αυτές τις επιφυλλίδες.

Φυσικά ο θεσμός των προξενείων δεν μπορούσε για πολλούς και σχεδόν ευνόητους λόγους, να αφήσει εκτός των σχεδιασμών του, το νησί της Λέσβου, πράγμα το οποίο εντάθηκε τον 18ο αιώνα, όταν το εμπόριο του λαδιού έφθασε να αποτελεί ισχυρό ανταγωνιστικό προϊόν μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών. Ένα πλέγμα προξενείων αναπτύχθηκε στην πόλη της Μυτιλήνης και στην έναντι μικρασιατική ακτή και ιδιαίτερα στην πόλη των Κυδωνιών (Αϊβαλί), για τα οποία υπάρχουν ιστορικές μελέτες που απαιτούν όμως συνέχεια και συστηματικότερη προσέγγιση.

Τα αρχεία των προξενείων αυτών, είναι εύκολο πλέον να εντοπιστούν και να έλθουν στο φως, καθώς αποτελούν μέρος των κρατικών αρχείων ευρωπαϊκών χωρών (λ.χ. της Γαλλίας), ενώ στο αρχείο του ελληνικού Υπουργείου των Εξωτερικών, απόκειται μεγάλος αριθμός εγγράφων, ιδιαίτερα για το προξενείο των Κυδωνιών, τα οποία αποδεσμεύουν πλήθος πληροφοριών και για το νησί μας. Ας σημειώσουμε ότι μετά την Ελληνική Επανάσταση και τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, συγκροτείται και ένα ευρύ δίκτυο ελληνικών προξενείων σε περιοχές που παραμένουν υπό την κατοχή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (στη Λέσβο, στη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη κτλ.), τα αρχεία των οποίων είναι εξίσου σημαντικά για την κατανόηση και της λεσβιακής πραγματικότητας.

Ωστόσο, παράλληλα με τα προξενεία και υποπροξενεία, συγκροτείται, όπως είναι φυσικό, και ένας μικρός πυρήνας ξένων υπηκόων, που είτε μόνιμα, είτε περιστασιακά, θα βρεθούν στους τόπους ενδιαφέροντος των ξένων δυνάμεων. Οι πυρήνες αυτοί ενίοτε είναι τέτοιας δυναμικότητας ώστε να παίρνουν τη μορφή παροικίας με εκκλησία, σχολείο και ανάλογες εκδηλώσεις. Στην περίπτωση της Μυτιλήνης, έχουμε καθολική εκκλησία, η οποία βέβαια βρίσκεται σε άμεση σχέση με το προσηλυτιστικό έργο της παπικής εκκλησίας, το οποίο γνωρίζουμε από ποικίλες άλλες εκδηλώσεις. Ίσως, μάλιστα, στην περίπτωσή μας, το μένος του καθολικού παπά να επισημαίνει τη σοβούσα ισχυρή αντίθεση με την ορθόδοξη πραγματικότητα. Ωστόσο, από την άλλη, πρέπει να επισημάνουμε την παρουσία του καθολικού παπά, που δείχνει και ένα ικανό αριθμό καθολικού ποιμνίου.

Τέλος, ας επισημάνουμε για μια ακόμη φορά, ένα ελληνικό θεσμό, που στην περίπτωση της Μυτιλήνης, της Λέσβου και των μεγάλων τουλάχιστον χωριών της, δεν έχει μελετηθεί ικανοποιητικά. Εννοώ για τον θεσμό της δημογεροντίας, των τοπικών αρχόντων, των οποίων ο ρόλος είναι πολύ σημαντικός για τη διευθέτηση των προβλημάτων της τοπικής κοινωνίας. Είναι γεγονός ότι δεν διαθέτουμε ούτε μια καλή σειρά των ονομάτων των δημογερόντων και τις εναλλαγές τους στην τοπική ιεραρχία.

Φυσικά υπάρχουν και άλλες παράμετροι που αποδεσμεύει το γεγονός που εξετάσαμε, όπως και κάθε γεγονός που ξεφεύγει από τα στενά διαπροσωπικά πλαίσια, επειδή, όσον αφορά την ιστορία: όλα είναι μέσα σε όλα.

 

 

Οι συστηματικοί αναγνώστες της στήλης αυτής στο πάντα φιλόξενο Εμπρός θα θυμούνται το επεισόδιο για το οποίο είχαμε γράψει πριν από δεκαπέντε ημέρες, αντιγράφοντας τα σχετικά από τον δεύτερο τόμο (1896) του περιοδικού Ξενοφάνης, οργάνου του Συλλόγου Μικρασιατών «Η Ανατολή», του σπουδαίου αυτού Συλλόγου, που με έδρα την Αθήνα (πριν από τη Μικρασιατική καταστροφή) ασκούσε τα καθήκοντα, μεταξύ άλλων, και ενός οιονεί Υπουργείου Παιδείας (Εκπαίδευσης καλύτερα) για τις πόλεις και τα χωριά της μικρασιατικής ενδοχώρας και του οποίου το αρχείο απόκειται στην Εστία Ν. Σμύρνης.

Υπενθυμίζω ότι ο ανώνυμος συντάκτης του Ξενοφάνη αναφέρεται σε ένα περιστατικό που έλαβε χώρα στην πόλη της Μυτιλήνης προς τα τέλη του 19ου αιώνα και είχε να κάνει με την κηδεία του Thedose Bargigli, υποπροξένου της τότε Αυστρο-ουγγαρίας στο νησί μας,  γνωστού για τη δράση του, πρόξενου-γιατρού που πέθανε στην  πόλη της Μυτιλήνης. Το επεισόδιο προκλήθηκε επειδή οι ορθόδοξες αρχές και η δημογεροντία της πόλης θέλησαν να τιμήσουν τον Thedose Bargigli για τις υπηρεσίες που ως γιατρός είχε προσφέρει στην κοινωνία της πόλης, συνοδεύοντας τη σορό του και αποδίδοντας σεβασμό στη μνήμη του, πράγμα που προκάλεσε την οργισμένη αντίδραση του καθολικού ιερέα, ο οποίος αρνήθηκε να θάψει τον νεκρό με την παρουσία του ορθόδοξου μητροπολίτη. Τελικά ο αυστριακός πρόξενος κηδεύτηκε από την ορθόδοξη εκκλησία, επειδή ο καθολικός παπάς επέμεινε στις απαιτήσεις, με αποτέλεσμα, όπως αναφέρει ο συντάκτης του περιοδικού, η κόρη του υποπροξένου να αγανακτήσει σε τέτοιο βαθμό που να θελήσει να μεταστραφεί στο ορθόδοξο δόγμα. Όμως ο ορθόδοξος μητροπολίτης και μετέπειτα οικουμενικός πατριάρχης Κωνσταντίνος Ε´ δεν το αποδέχτηκε, επειδή έκρινε ότι η απόφαση αυτή έπρεπε να είναι το αποτέλεσμα σοβαρής σκέψης και όχι η αντίδραση σε ένα ακραίο περιστατικό θρησκευτικής μισαλλοδοξίας.

Το περιστατικό αυτό, που έκρινα σκόπιμο να παρουσιάσω από τις σελίδες του Εμπρός, φαίνεται, σύμφωνα και με τη μαρτυρία του συντάκτη του Ξενοφάνη, ότι ξέφυγε από τα όρια της κοινωνίας της Μυτιλήνης και απασχόλησε τον Τύπο και την κοινωνία της Σμύρνης και της Κωνσταντινούπολης, στις εφημερίδες των οποίων έγινε αναπαραγωγή του με λεπτομέρειες και σχολιασμό. Ίσως μάλιστα θα άξιζε τον κόπο κάποιος να ανατρέξει στα φύλλα αυτά για περισσότερη ενημέρωση και βέβαια για να αντλήσει περισσότερες πληροφορίες και να διασταυρώσει πράγματα και πρόσωπα. Βέβαια αυτό δεν μπορεί σήμερα να γίνει από τις στήλες μιας εφημερίδας γενικής ύλης, αλλά το θέτω ως έναυσμα για περαιτέρω έρευνα από τους ενδιαφερομένους.

Εκείνο, όμως, που πρέπει να επισημάνουμε σήμερα και με την προϋπόθεση ότι τα γεγονότα που αναπαράγονται από τις στήλες του Ξενοφάνη, είναι κοντά στην πραγματικότητα, είναι ότι υπό την πίεση ορισμένων συγκυριακών προϋποθέσεων, ο θρησκευτικός φανατισμός και η οξύτατη αντίθεση που καλλιεργείται επί αιώνες μεταξύ των δύο χριστιανικών δογμάτων -καθολικισμού και ορθοδοξίας- μπορεί να αναπαράγεται με οξύτητα ακόμα και στα τέλη του 19ου αιώνα. Μάλιστα, πράγμα και το οποίο είναι και το πλέον ακραίο, να εμφανίζεται σε συνθήκες που έχουν να κάνουν με την εξόδιο ακολουθία και την ταφή ενός προσώπου, δηλαδή σε συνθήκες (θάνατος - κηδεία), που φυσιολογικά τα ακραία πάθη καταλαγιάζουν και επικρατεί η συναίνεση και ανοχή ενώπιον των αντιθέσεων και η καταλλαγή.

Αν το γεγονός το κρίνουμε ως ένα μεμονωμένο επεισόδιο, ίσως μάλιστα και να μην μπορούμε να καταλάβουμε τις συνθήκες αναπαραγωγής του στείρου θρησκευτικού φανατισμού. Ωστόσο, από την πλευρά της ορθόδοξης εκκλησίας, που καλύτερα γνωρίζω, ήδη σε παλαιότερα νομοκανονικά κείμενα υπάρχουν διατάξεις που επιχειρούν να αντιμετωπίσουν όχι τον θρησκευτικό φανατισμό -αυτό μάλλον είναι αδύνατο- αλλά τις περιπτώσεις αυτές, που δεν ήταν σπάνιες. Δηλαδή πώς πρέπει να ενεργήσει ένας ορθόδοξος ιερωμένος, ένας απλός παπάς, όταν βρεθεί μπροστά στο φαινόμενο να ζητήσει τις υπηρεσίες του ένας πιστός άλλου δόγματος (και εν προκειμένω καθολικός), ελλείψει θρησκευτικού εκπροσώπου του αιτούντος τη συνέργειά του. Με απλά λόγια, τι έπρεπε να πράξει ένας ορθόδοξος παπάς αν τον καλούσαν να κηδεύσει έναν καθολικό που πέθαινε σε έναν τόπο που δεν υπήρχε καθολικός παπάς και καθολικό κοιμητήριο. Τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά, όσο φαίνονται σε εμάς σήμερα και μάλλον θα μας απασχολήσουν και σε ένα ακόμα σημείωμά μας. 

 

 

 

Σελίδα 1 από 2
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top