FOLLOW US
Μιχάλης Παπαδημητρίου

Μιχάλης Παπαδημητρίου

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017 12:44

H πρόκληση

Εάν δεχθούμε ως αξίωμα το ότι η ποίηση και η μουσική ενός λαού καθρεφτίζει την κουλτούρα του τόπου του στο δεδομένο χρόνο, τότε πρέπει να παραδεχθούμε ότι ο ελληνικός πολιτισμός τις μαύρες εποχές που γράφτηκαν και τραγουδήθηκαν τα δημοτικά του τραγούδια μεσουράνησε, ενώ σήμερα χαροπαλεύει και κατευθύνεται προς τα έγκατα της γης.

Ο σημερινός άνθρωπος της ηλεκτρονικής και της επίπλαστης ευημερίας, ο άνθρωπος που αμφισβητεί αιώνιες αξίες και που γκρεμίζει χωρίς να έχει έτοιμα δίπλα του τα υλικά να ξαναχτίσει, αυτός ο άνθρωπος στέκει μηδαμινός και εκστατικός μπροστά στη μεγαλειώδη δημοτική μας ποίηση.

Πώς ξαναζωντάνεψε η αρχαία (και η βυζαντινή) μουσική με τα μουσικά μοτίβα της πεντατονίας, του φρύγιου και του δώριου, με τους όμορφους, εκφραστικούς και βαθιά φιλοσοφημένους ρυθμούς (και χορούς), με μια γλώσσα τέλεια, εύφωνη, χαρίεσσα, οικονομημένη, (λογο)πλαστική και γεμάτη από τα ρητορικά και τα συντακτικά σχήματα του αρχαίου λόγου;

Ποιος από αυτούς τους ανώνυμους συνθέτες, τους κυνηγημένους πάνω στα κακοτράχαλα βουνά είχε διαβάσει Πίνδαρο και Σοφοκλή;

Είναι να τρελαίνεται κανείς, όσο ψάχνεται να βρει πώς διαμορφώθηκε αυτή η ποίηση κι αυτή η θεϊκή γλώσσα με το θαυμάσιο λυρισμό και με μια πρωτοφανή ποιητική αλληγορία, μια γλώσσα και μια ποίηση που σήκωσαν ευλαβικά και με ασφάλεια ένα έθνος στις πλάτες τους, την ίδια ώρα που «μαλλιαροί» και «γλωσσαμύντορες» σκοτώνονταν για λυμένες γλωσσικές υποθέσεις.

Ποιος δίδαξε αυτούς τους λεβέντες την αρχαία τέχνη της ειδικής ασματοποιίας για κάθε φυσικό και κοινωνικό συμβάν και για κάθε σπουδαία στιγμή του βίου;

Να θυμηθούμε ότι είχαμε και στην αρχαία τέχνη θρήνους (λίνος, θρήνος και ιάλεμος), διθυράμβους (προσόδια, δαφνηφορικά, επιλοίμια κ.α.) και παιάνες (εμβατήρια και επινίκια).

Ιδιαίτερη σχέση έχει η δημοτική μουσική με τα αρχαία «γεωργικά»: ο λιτυέρσης των θεριστών, ο ίουλος των εριουργών, ο πτισμός στο κοπάνημα των σπόρων, τα επιλήνια στα πατητήρια, το επιμύλιον του μύλου, ο ιμαίος στο νεροκουβάλημα, ο υμέναιος του γάμου, τα παροίνια και τα σκόλια της διασκέδασης, τα ερωτικά των παρθένων και τα νανουρίσματα των νηπίων.

Πολλά από αυτά τα ξαναβρίσκουμε στη νέα δημοτική μουσική, η οποία προσθέτει θέματα από τη σύγχρονη μοίρα του λαού όπως είναι η ξενιτιά και η ορφάνια.

Αξιοσημείωτη είναι η επιλογή του γένους κάθε μουσικής κλίμακας σε κάθε τραγούδι που περιγράφει το κάθε θέμα. Έτσι έχουμε κλίμακες αυστηρές, θρηνώδεις, πανηγυρικές, ακόμα και υπνωτικές.

Τα νανουρίσματα λ.χ. συνηθίζονταν σε «ήχο πρώτο (αρχ. Φρύγιο) παθητικό», που το αντίστοιχο μακάμι στην αραβοπερσική μουσική λέγεται «σαμπάχ πιουσελίκ» και σημαίνει «υπνωτικό»!

Αλλά ας γυρίσουμε στο θέμα της ποίησης.

Ευαισθησία, λυρισμός, σεμνή αλληγορία. Όλα αποδίδονται μεταφορικά και με εικόνες και εκφράσεις από τη φύση, και δεν υπάρχει τίποτα το χυδαίο.

Η αγάπη μας που βρέθηκε στη σκληρή ξενιτιά είναι ένα «πουλάκι ξένο, ξενιτεμένο».

Η ίδια η ξενιτιά είναι ένα «ξένο δάσο» και πώς να φωλιάσει το πουλάκι;

Ο άντρας είναι πεύκος, αϊτός, αμάραντος («που δίχως νερό ποτίζεται, δίχως αέρα σειέται»).

Το κορίτσι είναι χελιδόνι, πιστό περιστέρι, είναι βεργούλα λυγερή, είναι « κοντούλα λεμονιά με τα λεμόνια αφράτα». Ο αισθησιασμός σ’ όλο του το ποιητικό μεγαλείο.

Η ζωή είναι ανεκτίμητη και πρέπει να τη χαιρόμαστε. («Χαρείτε νέοι το ντουνιά γιατί ο καιρός διαβαίνει, κι όποιος θα μπει στη μαύρη γη ποτέ δεν ξαναβγαίνει») ή («νά’ σαν τα νιάτα δυο φορές τα γηρατειά καμία»).

Ο έντιμος συμβιβασμός με το θάνατο είναι συχνό θέμα της δημοτικής ποίησης («Με γέλασαν μια χαραυγή της άνοιξης τ’ αηδόνια, με γέλασαν και μου’ πανε ο Χάρος δεν με παίρνει»).

Ο αγαπητικός που δεν μας δίνει σημασία και μεις μαραζώνουμε είναι ο ήλιος («που βγαίνει το πρωί»).

Η στιχομυθία της μάνας και της κόρης που πρόκειται να ξενιτευτεί είναι συγκινητική. Τη ρωτάει «αν στα ξένα αρρωστήσω τίνος μάνα θα μιλήσω;» και κείνη απαντά «Θα μιλήσεις της κουνιάδας και της πρώτης συννυφάδας» που σημαίνει ότι η ξενιτιά είχε αδειάσει τον τόπο!

Ο νόστος στα Ζαγοροχώρια: «Στο Κάϊρο αρρώστησα, στα Γιάννενα θα γιάνω, στην άκρη στο Καπέσοβο θα πέσω να πεθάνω».

Αρκετά τραγούδια βρίσκουν την ευκαιρία να διδάξουν υψηλό φρόνημα με ένα αφοριστικό τρόπο: «τρία καλά είναι στο ντουνιά και στον απάνω κόσμο, η νιότη και η λεβεντιά και το καλό κορίτσι», όχι όμορφο αλλά καλό, που βάζει τις προϋποθέσεις για έναν καλό γάμο και μια στέρεη οικογένεια.

Στη συνέχεια λέει: «Τ’ ακούτε σεις ανύπαντροι και σεις καλοί λεβέντες, λεφτά να μη ζητήσετε παιδιά και σκλαβωθείτε». Η λατρεία των χρημάτων σκλαβώνει τον άνθρωπο, και τι πιο ωραίο απ’ το να τραγουδιέται αυτή η συνταγή;

Λόγια πολύτιμα και αθάνατα βγαλμένα από το Ευαγγέλιο και τη χιλιόχρονη σοφία του λαού.

Το δημοτικό τραγούδι, όσο περνάνε τα χρόνια και ο άνθρωπος καταβυθίζεται, τόσο θα γιγαντώνεται σαν αισθητική και αξιακή πρόκληση.

 

Τρίτη, 05 Δεκεμβρίου 2017 13:20

Η σύγχυση των πολιτικών όρων

Ο άνθρωπος στη σύγχρονη πολιτική του ιστορία αρέσκεται να επινοεί και να χρησιμοποιεί χαρακτηρισμούς και λέξεις που είτε δεν σημαίνουν τίποτα ως προς το σημαινόμενον, είτε είναι καμωμένες για να παραπλανούν.

Αυτή η μανία για τη μετονομασία τίτλων -το έχουμε ξαναεπισημάνει- δεν είναι απλά ένας λεκτικός ρεφορμισμός (αν μπορούσαμε να δανειστούμε τον όρο), ή έστω μια μόδα, αλλά κρύβει βαθύτερα αίτια παραπλάνησης.

Ακούσαμε πρόσφατα για «οντότητες» και «συλλογικότητες», λέξεις που παρά την ευφυΐα της ελληνικής γλώσσας, δεν μας λένε τίποτα. Μετονομάσαμε τα νομικά και φυσικά πρόσωπα σε «οντότητες», και τους οργανισμούς και παντός είδους ομάδες σε «συλλογικότητες».

Φοβόμαστε να κυριολεκτήσουμε, και εξευμενίζουμε κακές έννοιες με τρόπο προκλητικό.

Λέμε «ευέλικτες μορφές απασχόλησης», «εισφορά κοινωνικής αλληλεγγύης», «μηχανισμό σταθερότητας», «μέτρα ήπιας προσαρμογής», «υπουργείο προστασίας του πολίτη» και άλλα τέτοια φαιδρά.

Ακόμα και τα «άτομα με ειδικές ανάγκες» τα βαφτίσαμε «άτομα με ειδικές ικανότητες ή δεξιότητες»!

Λέγαμε τις προάλλες για τον χαρακτηρισμό «προοδευτικός», που σκοτώνονται όλες οι παρατάξεις, και δη οι αριστερίζουσες, ποια θα τον προτάξει στον τίτλο της. Προοδευτικός είναι ένας ευγενής και πολλά υποσχόμενος όρος που δεν ανήκει προκαταβολικά σε κανένα κόμμα, ειμή μόνο σ’ αυτό που θα τον υλοποιήσει και θα τον αποδείξει εν τοις πράγμασι.

«Φιλελευθερισμός» είναι μια άλλη τέτοια έννοια που ξεκίνησε παλιά από την οικονομία. Αρχικά περιέγραφε το δόγμα της Κλασικής Σχολής της οικονομίας που γεννήθηκε στη Σκοτία εν μέσω της βιομηχανικής επανάστασης, από τον Adam Smith (1723-1790), ο οποίος αποσαφήνισε όλα τα οικονομικά μεγέθη (παραγωγή, εργασία, χρήμα, ανταγωνισμός κλπ) και υπερθεμάτισε την ανάγκη της ελευθερίας των συναλλαγών και της μη επέμβασης του κράτους.

Το οικονομικό αυτό δόγμα βέβαια μετατοπίστηκε πολύ αργότερα και στην πολιτική και σημαίνει πλέον τις αρχές και την ανάγκη της οικονομικής, πολιτικής και θρησκευτικής ελευθερίας του ατόμου.

Παρατηρούμε ότι τον όρο τον μονοπωλούν σήμερα δεξιά κόμματα, παρά το ότι δεν είναι κι αυτά αμέτοχα των συνταγματικών περιορισμών της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και της συνεχώς αυξανόμενης κρατικής παρέμβασης.

Κατά τον περασμένο αιώνα, «φιλελεύθερο» λεγόταν το Βενιζελικό κόμμα, και «λαϊκό» το αντίπαλό του δεξιό, που ιδρύθηκε το 1915 από τον Δ. Γούναρη και εξέπνευσε το 1951 επί Κ. Τσαλδάρη. Άλλη μια ονομασία που δεν ταιριάζει εννοιολογικά με τις αρχές και τα πεπραγμένα αυτού του κόμματος.

Εντύπωση προκαλεί η ονομασία «Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα», από το 1976 μέχρι σήμερα, που περιλαμβάνει στους κόλπους του δεξιά κόμματα από όλη την Ευρώπη εκτός από το Ηνωμένο Βασίλειο, και που προσωπικά δεν κατανοώ πόση σχέση μπορεί να έχουν αυτά τα κόμματα με το λαό και με τη στενή πολιτική του έννοια.

Εκεί όμως που υπάρχει απόλυτη σύγχυση είναι στην, προσφιλή τα τελευταία χρόνια, χρήση του όρου «ριζοσπαστισμός».

Τι σημαίνει άραγε ριζοσπάστης;

Είναι αυτός που θέλει να σπάσει τις ρίζες που τον κρατούν. Να αποκοπεί.

Ξεκίνησε ως έννοια του πολιτικού και κοινωνικού επαναστάτη στα μέσα του 18ου αιώνα. Χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει τη διάδοση των δημοκρατικών ιδεών στη μεταρρυθμιστική Αγγλία κάπου στα 1760, ωστόσο χρησιμοποιήθηκε μέχρι σήμερα από όλα τα κόμματα του πολιτικού φάσματος.

Και η ΕΡΕ του μεταπολέμου ήθελε να λέγεται ριζοσπαστική, αλλά και τα αριστερά κόμματα ερωτοτροπούν συνεχώς με τη λέξη, που έχει καταντήσει terra incognita και ταυτόχρονα ξέφραγο αμπέλι.

Εντιμότερη και σαφέστερη διάκριση των κομμάτων παραμένει αυτή των Δεξιών και Αριστερών που προέκυψε από τις θέσεις του Γαλλικού κοινοβουλίου κατά την μεγάλη Επανάσταση, και που με τα χρόνια και την ανάγκη του πολιτικού συμβιβασμού άφησαν ενδιάμεσα ζωτικό χώρο για τα Κεντρώα κόμματα που σύντομα απέκτησαν ιδεολογικές συγγένειες με τον (ευνουχισμένο) Σοσιαλισμό.

Οποιοιδήποτε άλλοι πολιτικοί χαρακτηρισμοί είναι καταδικασμένοι να προκαλούν σύγχυση, να φαλκιδεύουν τους πραγματικούς σκοπούς αυτών των κομμάτων και να δημιουργούν απλώς εντυπώσεις.

 

Τρίτη, 28 Νοεμβρίου 2017 13:20

Οι προϋποθέσεις και το θαύμα

Αυτή η στήλη έχει χιλιάσει να επισημαίνει νοσηρά συμπτώματα της ελληνικής πολιτικής.

Είχε ξαναπεί σε ανύποπτο χρόνο ότι το θέμα της αντιμετώπισης της επί οκταετία σοβούσης ελληνικής κρίσης είναι θέμα προϋποθέσεων και όχι μέτρων ή τουλάχιστο όχι μόνο μέτρων.

Τα μέτρα είναι το ψάρι που ζήταγε ο πεινασμένος Κινέζος, και οι προϋποθέσεις είναι το αγκίστρι που του έδωσε ο δάσκαλός του.

Ή αλλιώς, τα μέτρα είναι η καταστολή. Οι προϋποθέσεις είναι η πρόληψη.

Κλείνουμε, για παράδειγμα, ένα κατάστημα όταν συλληφθεί να αποκρύπτει φορολογητέα ύλη, δηλαδή να μην εκδίδει νόμιμα παραστατικά, και όμως δεν πετυχαίνουμε τίποτα. Μάλιστα θα’ λεγα το αντίθετο. Εξαγριώνουμε και τα υπόλοιπα καταστήματα και τα φέρνουμε στο σημείο να προπηλακίζουν τους ελεγκτές και να γινόμαστε θέαμα των τηλεοράσεων.

Εκείνο που πρέπει να πετύχει το κράτος είναι να πεισθεί ο φορολογούμενος μέσα σε ένα σταθερό και δίκαιο πλαίσιο υποχρεώσεων. Η φοροδιαφυγή είναι μια μορφή ακραίας αντίδρασης προς ένα ανίκανο, ανοργάνωτο και άδικο κράτος. Και θα μπορούσε να θεωρηθεί και φυσική αντίδραση του πολίτη απέναντι σε ένα κράτος που του αφαιμάσσει το 70% των εισπράξεων.

Είναι θέμα προϋποθέσεων. Πρέπει πάση θυσία οι φόροι να γίνουν προσιτοί, να απλοποιηθεί αυτή η ανεκδιήγητη γραφειοκρατία καθώς και οι τερατώδεις φορολογικοί κώδικες, και να αποδίδεται αυτόματη δικαιοσύνη σ’ όλες τις σχέσεις κράτους-πολίτη.

Αντ’ αυτών το κράτος κάνει συχνά επίδειξη αδικίας. Την πικρή της γεύση τη δοκιμάζουν κάθε μέρα όσοι πολίτες βρεθούν μπροστά σε περικοπές αποδοχών, συντάξεων, φοροαπαλλαγών και επιδομάτων, μπροστά σε κατάργηση συντάξεων (χηρείας), μπροστά σε συμψηφισμούς και απαιτήσεις κατά του δημοσίου, μπροστά σε οφειλές, κατασχέσεις και πλειστηριασμούς αντί πινακίου φακής, μπροστά στα «παιχνίδια» της φορολογικής κλίμακας και της κλίμακας τιμολόγησης της ΔΕΗ. Είναι αβάστακτοι πλέον και οι λογαριασμοί των δημοσίων επιχειρήσεων (ρεύμα, νερό, τηλεφωνία) σε σχέση με τα μειούμενα εισοδήματα. Μου έλεγε προχθές φίλος ότι όταν ήταν μικρός φοβόνταν μην έρθει το σκοτάδι. Τώρα που γέρασε φοβάται μην έρθει το φως!!...

Και μπορεί εμείς οι Έλληνες να είμαστε ιδεολογικοί απόγονοι του Σωκράτη που διακήρυξε στο δικαστήριο ότι «προτιμά να αδικείται παρά να αδικεί», ωστόσο όλα τα πράγματα έχουν ένα ρεαλιστικό όριο.

Χρειάζεται αλλαγή κρατικής νοοτροπίας κι αυτό απαιτεί εξαιρετική γενναιότητα και φιλοπατρία από μια κυβέρνηση που θα ’πρεπε να διαχειρίζεται τις τύχες της χώρας με τον χρονικό ορίζοντα της κοινωνίας (που είναι τα εγγόνια της) και όχι του κοινοβουλίου (που είναι η τετραετία).

Η δικαιοσύνη δεν υπάρχει μόνο στον τρόπο και στον χρόνο που απονέμεται από τα όργανά της (που κι αυτό είναι υπό συζήτησιν), αλλά αναδίδεται από κάθε πρωτοβουλία και κάθε νομοθετική πράξη ή ρύθμιση του κράτους.

Ο Πλάτων αφιέρωσε ένα από τα σπουδαιότερα έργα του (την «Πολιτεία») για να αναλύσει της φύση της δικαιοσύνης, για την οποία πίστευε αμετακίνητα ότι είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της πολιτείας. Χωρίς αυτήν ό,τι χτίζει ο άνθρωπος γκρεμίζεται.

Πιστεύουν σήμερα οι φωστήρες της κυβέρνησης ότι προσφέρουν υψηλό πολιτικό έργο με τη νομοθέτηση απόκρυφων ατομικών δικαιωμάτων και αφύσικων φαινομένων παντός είδους. Έχουν πέσει στην πλάνη (που έχει λάβει παγκόσμιες διαστάσεις) της συνταγματικής εγκαθίδρυσης ενός ατέρμονα και αλυσιτελούς «δικαιωματισμού», που συμπεριλαμβάνεται στα «επτά σύγχρονα θανάσιμα αμαρτήματα», και που έχει ακριβώς τα αντίθετα αποτελέσματα από την προάσπιση των πραγματικών δικαιωμάτων και τη λειτουργία της δικαιοσύνης.

Η κοινωνία είναι βέβαια ένας ζων οργανισμός. Μεταλλάσσεται συνεχώς και φθείρεται και μεταπείπτει. Οι σχέσεις των ανθρώπων μεταβάλλονται. Ακόμα και το έγκλημα μεταλλάσσεται και προσαρμόζεται στα τεχνολογικά δεδομένα της εποχής, με αποτέλεσμα να έχουμε σήμερα απεριόριστες επικοινωνιακές δυνατότητες αλλά να μην έχουμε συναλλακτικά ήθη, ούτε καν ήθη.

Ο ρόλος του κράτους είναι να παρακολουθεί προσεκτικά αυτή την εξέλιξη των σχέσεων, αλλά ταυτόχρονα να θυμίζει στους πολίτες ότι οποιαδήποτε εκτροπή από τη φυσική τάξη των πραγμάτων είναι θανάσιμη. Είναι ύβρις που επισύρει τη «νέμεση».

Και μέσα στη φυσική τάξη των πραγμάτων βασιλεύουσα θέση κατέχει η δικαιοσύνη.

Η Ελλάδα σήμερα κυνηγάει ένα θαύμα.

Για να γίνει όμως ένα θαύμα δε χρειάζεται μόνο πίστη. Χρειάζονται και προϋποθέσεις…

Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017 12:34

Συμποσίου εγκώμιον

Μέσα στις υψηλές και μεγαλόπνοες δραστηριότητες του αρχαίου ελληνικού βίου (και σε αντίθεση με τα σήμερον κρατούντα), ύψιστη και χαρακτηριστική θέση κατέχει το συμπόσιον, δηλαδή η, νυκτερινή συνήθως, συνάθροιση (μιας και οι αρχαίοι κολάτσιζαν το μεσημέρι και κανονικά έτρωγαν το βράδυ) κατά την οποία οι συνδαιτημόνες εύρισκαν την ευκαιρία, μαζί με τα πολυποίκιλα εδέσματα και τον κεκραμένο οίνο, να παίξουν, να αστειευτούν και να φιλολογήσουν πάνω σε σπουδαία θέματα της τέχνης, της πολιτικής και της φιλοσοφίας.

Είναι χαρακτηριστική η σχετική διατύπωση στο λήμμα «συμπόσιον» του Ελευθερουδάκη : «σκοπός τους ήταν η όχι μετά κραιπάλης απόλαυσις του οίνου, αλλά η δια λόγων συναναστροφή, ήτις φυσικώς τότε τέρπει και ψυχαγωγεί όταν ο οίνος μετρίως πινόμενος τανύη τας ψυχάς των ευωχουμένων εις λυρικήν διάθεσιν»!

Ο μεγαλειωδέστερος διάλογος που περιγράφει και συνοδεύει ένα τέτοιο συμπόσιο και από άποψη αρχιτεκτονικής του λόγου αλλά και από άποψη ανάπτυξης των υψηλών εννοιών (στην προκειμένη περίπτωση ήταν ο «έρωτας») είναι το «Συμπόσιο» του Πλάτωνα.

Μέσα σε μια τόσο μίζερη και τόσο αντιπνευματική εποχή που ζούμε, και που οι πλείστοι τόσο εύκολα δαιμονοποιούν τον έρωτα εις πείσμα όσων τον έχουν θεοποιήσει, θα ήταν πρακτικά ωφέλιμο να στρέψουμε το βλέμμα μας στην αρχαία Αθήνα και να μελετήσουμε αυτό το «συμπόσιο».

Κεντρική ιδέα του έργου είναι ότι ο έρωτας είναι πηγή κάθε δημιουργίας και η γενεσιουργός αιτία των πάντων.

Έχει σαφή ησιόδεια καταγωγή. Είναι «ο κάλλιστος εν αθανάτοις θεοίς» κατά τον Κυμαίο ποιητή.

Αναλογικά περίπου τα αυτά πρεσβεύει και η χριστιανική θρησκεία όταν λέει δια γραφίδος Ιωάννη Δαμασκηνού ότι «το πνεύμα το άγιον συμπαρήν δημιουργόν» (Μεσονυκτικόν της Κυριακής του Β΄ήχου), αν και εντοπίζει τη θεία δράση του τρίτου στοιχείου και την παρουσία του κατά την δημιουργία, όχι στον έρωτα αλλά στην πνευματικότητα.

Ο έρωτας λατρεύει το κάλλος και την αρμονία, κάπου μάλιστα λέει ότι «η μουσική ως προς αρμονίαν και ρυθμόν είναι επιστήμη των ερωτικών».

Υπάρχει παντού στη φύση, άρα είναι μια «παγκόσμια φυσική σταθερά». Ακόμα και οι θεομηνίες είναι διαταραχή του έρωτα της φύσης.

Ο διάλογος έχει χονδρικά τρία μέρη: τη συζήτηση μεταξύ Σωκράτη, Αγάθωνα και Αριστοφάνη, των ποιητών, τις πληροφορίες που παίρνει για τον έρωτα ο Σωκράτης από την εταίρα Διοτίμα, και στο τέλος τις συγκινητικές δηλώσεις του Αλκιβιάδη για τον Σωκράτη.

Η Αφροδίτη είχε δύο τύπους, την Ουρανία (προστάτιδα των υψηλών ερωτικών σχέσεων) και την Πάνδημο (προστάτιδα τοι κοινού, του αγοραίου έρωτα). Η πρώτη συνηγορεί για την, τότε, ύπαρξη της παιδεραστίας η οποία ήταν κυρίως ψυχική ερωτική σχέση ενήλικα με έφηβο, και την οποία είναι δύσκολο να την αναγάγουμε στα σημερινά ήθη και να την κατανοήσουμε.

Ο Αριστοφάνης εδώ εκθέτει μια κοσμογονική θεώρηση του έρωτα. Λέει ότι από τον εν αρχή ενιαίο άνθρωπο δημιουργήθηκαν τρία γένη, το άρρεν, το θήλυ και ένα μικτό, το «ανδρόγυνον», το οποίο δεν υφίσταται σήμερα, αλλά παραμένει ως βρισιά («νυν δε ουκ έστιν αλλ’ ή εν ονείδει όνομα κείμενον»).

Το άρρεν αγκαλιάζει το θήλυ ορμώμενο από τη φύση της αρχαίας «ολότητας».

Το ίδιο, λέει, επιζητούν και οι του τρίτου φύλου ως απομεινάρια του μικτού είδους, και εδώ εκπλήσσει ο βαθύς και τολμηρός επιστημονισμός του Πλάτωνα, και η διείσδυσή του μέσα στα έγκατα της ανθρώπινης φύσης.

Στη συνέχεια αφήνεται να μάθει για τον έρωτα ο Σωκράτης όχι από σοφούς άνδρες, αλλά από την εταίρα Διοτίμα.

Αυτή του διηγείται την ιστορία τού πώς γεννήθηκε και τι είναι ο έρωτας.

Σ’ ένα συμπόσιο των θεών η άπορη Πενία πλάγιασε με τον μεθυσμένο Πόρο και γέννησαν τον έρωτα, την ημέρα μάλιστα των γενεθλίων της Αφροδίτης.

Ο έρωτας λοιπόν είναι εραστής του ωραίου, αλλά και σκληρός, ξυπόλητος και άστεγος. Ούτε φτωχός είναι ούτε πλούσιος, και θέλει να αποκτά τα καλά πράγματα, αλλά κυρίως να γεννά το ωραίο, είτε στο σώμα είτε στην ψυχή.

Κάθε θνητό παλιώνει και φεύγει κι αφήνει τη θέση του σε ένα όμοιό του μετέχοντας έτσι της αθανασίας.

Υπεύθυνος για όλη αυτή τη φυσική διαδικασία είναι ο έρωτας, και κινητήρια δύναμή του η ομορφιά, που γι αυτήν αξίζει να ζει ο άνθρωπος και γι αυτήν πραγματώθηκε το αρχαίο ελληνικό θαύμα.

Στο τέλος του συμποσίου μπαίνει ο Αλκιβιάδης, μεθυσμένος, αλλά αποφασισμένος να πλέξει το εγκώμιο του φίλου και μέντορά του Σωκράτη και να εμπιστευτεί την κρίση του, γιατί -όπως συμφωνούν- «η όραση της σκέψης αρχίζει να γίνεται οξεία όταν εκείνη των ματιών πάει να παρακμάσει».

Το «Συμπόσιο» είναι ένας ύμνος για το κάλλος και τον έρωτα. Είναι ένα σπουδαίο έργο, από αυτά τα έργα που δεν μπορεί να τα ξεπεράσει ο χρόνος.

Τρίτη, 14 Νοεμβρίου 2017 12:40

Οι παπατζήδες

Ξανακυκλοφόρησαν μέσα από το «ΒΗΜΑ» τα «Παλιόπαιδα τ’ ατίθασα» του Νίκου Τσιφόρου, και είχαμε την τύχη εφέτος να τα ξαναφέρουμε στη μνήμη μας μετά από τα πρώτα χρόνια της επταετίας που πρωτοδημοσιεύτηκαν στον «Ταχυδρόμο».

Ανάγνωσμα δυστυχώς, όπως αποδεικνύεται, διαχρονικό, αλλά και χρήσιμο και ψυχωφελές, πιστή απεικόνιση μιας κοινωνίας παράνομης και περιθωριακής που είναι αναγκασμένη να επινοήσει χίλια μύρια τεχνάσματα για να επιβιώσει μέσα σε μια σκληρή και ανάλγητη εποχή της φτώχειας, της ανέχειας και των προκλητικών ανισοτήτων.

Οι ιστορίες τοποθετούνται τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Οι ήρωες, που συχνά γίνονται τα θύματα της κάθε ιστορίας, σκαρφίζονται -αδιανόητες για σήμερα- «μηχανές» να ξεφύγουν από την πείνα, τη φτώχεια και την απομόνωση.

Ριφιφήδες, πλανόδιοι μικροπωλητές, αυτοσχέδιοι ταχυδακτυλουργοί, «λαχανάδες», σαλταδόροι, λοταρίες και υπαίθριες παραστάσεις της απάτης, μπαρμπούτι, λαθρεμπόριο, σημαδεμένες τράπουλες, ο καθιερωμένος «παπάς» παιζόμενος με τρία φύλλα της τράπουλας «εδώ παπάς, εκεί παπάς, πού είναι ο παπάς;» και τόσα άλλα όπως «πώς κλέπτονται οι κότες άνευ αλεπούς, πώς πωλούνται σφουγγάρια εις τους περιηγητάς και πώς άμα βρέχει δύνασαι να περάσεις τον άλλον κάτω στα Σφαγεία από το ένα πεζοδρόμιο στο άλλο, στη ράχη σου, δραχμαί δύο»!

Βαθύς γνώστης όλου αυτού του περιθωρίου ο Τσιφόρος μάς μεταφέρει εκτός από την ενδιαφέρουσα γλώσσα της πιάτσας και τα μυστικά του κάθε εγχειρήματος. Μισοτσακισμένο λοιπόν το φύλλο του «παπά» και όχι σε σημείο που να αναγνωρίζεται από έναν αφελή πελάτη, όπως και απαραίτητη η παρουσία και η βοήθεια του συνεργού, του τσιλιαδόρου ή του αβανταδόρου που στη γλώσσα της μαγκιάς τον λένε «λαμόγια».

Αυτός ο τελευταίος προσποιείται ότι κερδίζει στον παπά και πείθεται ο αφελής να παίξει και να τα χάσει.

Πολύ φοβάμαι ότι η εποχή μας πάει να νοσταλγήσει εκείνη την άθλια εποχή με τη φτώχεια, την ανεργία, την πρόκληση, την απάτη, την απογοήτευση, την έλλειψη ενός εξασφαλισμένου «αύριο».

Όλα περιστρέφονται και τότε, αλλά όπως φαίνεται, και τώρα γύρω από έναν κεντρικό άξονα που λέγεται «ανεργία» και μαζί και «ανασφάλεια».

Γράφει στο «Όλοι οι αριθμοί κερδίζουν» : δεν άκουσε ο Αρταφώρ τις συμβουλές του πατέρα του «επιμελού κοπίαζε ενόσω είσαι νέος, για να πάρεις καμιά ψωροσύνταξη άμα γεράσεις»! Το έργο το ξαναβλέπουμε σήμερα. Ένα κακό ριμέικ, μετά από τόση ανάπτυξη και τόση ευρωπαϊκή ...σύγκλιση!

Το έργο του Τσιφόρου βαθιά φιλοσοφικό και ανθρώπινο δεν ξεχνάει να ξορκίζει τη μοναξιά, αυτό το δηλητήριο της κοινωνίας. Γράφει στο «Βάρκα στο γιαλό»: «Τα πιο ευτυχισμένα είναι τα ρόδια που πάνε όλα τα σπυριά τους μαζί σφιχτά-σφιχτά και δεν νιώθουν μοναξιά»!

Στις «Αγριόχηνες» λέει για την Ελλάδα: «ένας θαυμάσιος τόπος για τουρίστες που δεν έχουνε πεντάρα ...». Προφητικά λόγια. Περάσανε πενήντα χρόνια με προγράμματα, με σχέδια και με υποδομές και ξαναζούμε το ίδιο τουριστικό πρόβλημα σήμερα.

Φτώχεια λοιπόν και «παπάς».

Μόνο που αντιστράφηκαν οι ρόλοι: τον «παπά» δεν τον παίζουν πια τα μαγκάκια ούτε και οι ευνουχισμένοι πολίτες, αλλά το ίδιο το κράτος με τον απέραντο τζόγο και τους απέραντους, σαν την απέραντη θάλασσα, φόρους.

Εδώ παπάς- εκεί παπάς. Καλοστημένες δουλειές, με σχέδιο, με νόμους, με παρατρεχάμενους και με λαμόγια, με στόχο να μείνει ο αφελής και νομοταγής πολίτης στον άσο!...

 

Τρίτη, 07 Νοεμβρίου 2017 13:56

Κέρδη και ζημίαι

Την ιδέα του άρθρου μου την έδωσαν δύο τινά και πρόσφατα. Το ένα είναι η μετά μανίας αποσχιστική διάθεση των Καταλανών (αρχήθεν Γοταλανών, εκ των Γότθων και Αλανών που κατοίκησαν στην περιοχή) της Ισπανίας, και το άλλο η συχνή αναφορά στα πολιτισμένα κράτη της Ευρώπης που έχουν εισαγάγει «προοδευτικές διατάξεις» στις νομοθεσίες τους σχετικά με τον διαβόητο «αυτοπροσδιορισμό» και τα ανθρώπινα δικαιώματα, και ούτε νύξη για ανθρώπινες υποχρεώσεις.
Αλλά ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Το 1837 ο Γεωγραφικός Άτλας εκδοθείς υπό ΓΚΑΡΠΟΛΑ και ΡΕΦΕΡΕΝΔΑΡΗ εν Βιέννη της Αυστρίας έδειχνε την Ευρώπη με 18 μόλις κράτη (στην ουσία 17, αν ορθώς δεν συνυπολογίσουμε και την ασιατική Τουρκία που κατείχε μέχρι τότε τα δύο τρίτα του ελλαδικού χώρου και ολόκληρα τα υπόλοιπα Βαλκάνια).
Σήμερα, μετά από τόσα σύμφωνα διακρατικής συμβίωσης, μετά από την καλλιέργεια τόσης σύγκλισης και ενωσιακής ιδεολογίας, η Ευρώπη, που φυσικά φτάνει μέχρι την Κασπία, αριθμεί αισίως 48 (!) εθνικά υπερήφανα, και με αντιμαχόμενα μεταξύ τους συμφέροντα και ιδέες, κράτη, τα οποία ενδέχεται να γίνουν 52, δεδομένου ότι ερωτοτροπούν με την εθνική απόσχιση Φλαμανδοί, Καταλανοί, Σκότοι και Βάσκοι.
Η Ευρώπη αυτή τη στιγμή είναι μια μεγάλη σαλάτα, μια πολύχρωμη και ετερόκλητη σαλάτα, κάτι σαν τη ρωσική ή τη λεγόμενη Macedoine de legumes.
Η οργή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου οδήγησε στην ανάγκη να σχηματισθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή ένα ευρωπαϊκό ψηφιδωτό, που με τα χρόνια μεγάλωνε. «Η τέχνη όμως του ψηφιδωτού (μεταφέρω αυτολεξεί σχετικό εγκυκλοπαιδικό λήμμα) είναι εκ των δυσκολωτέρων, ιδία προκειμένου περί απεικονίσεως μορφών φωτοσκιαζομένων».
Κάτι τέτοιο παρόμοιο εγχείρημα ανέλαβε να κάνει η Ευρωπαϊκή Ένωση που είχε να συγκεράσει λαούς και φυσιογνωμίες «φωτοσκιαζόμενες», ιδέες, προκαταλήψεις και εθνικούς θυμούς.
Ο άξονας Αγγλογάλλοι-Γερμανοί έσπασε νομοτελειακά μετά τις επικυριαρχικές τάσεις της Γερμανίας, που συνεχίζουν και μετά το «δις εξαμαρτείν».
Η ρέουσα κινητικότητα μέσα στην Ευρώπη και οι ενστάσεις των αδυνάτων δείχνουν ότι τα έθνη, εις πείσμα του Μάαστριχτ, παραμένουν ισχυρά και κατά πολύ ισχυρότερα από κάθε επίκτητη κοινωνική ή διοικητική «κατασκευή».
Είναι βλέπεις η γενέθλιος γη, η γλώσσα, η ιστορία και η θρησκεία. Είναι οι συγγενείς και πάνω απ’ όλα είναι το έθιμο (το ζακόνι όπως λένε οι Σλάβοι), το έθος, από το οποίο πολύ σοφά παράγεται η λέξη έθνος.
Κι ας έρθουμε στην ουσία του θέματος, μιας και μια ενωμένη Ευρώπη δεν είναι μόνο νούμερα και προγράμματα, αλλά και ήθη.
Ακούσαμε λοιπόν στις πρόσφατες συζητήσεις του διαφυλικού νομοσχεδίου ότι το έχουν εισαγάγει νομοθετικά ήδη 19 ευρωπαϊκές χώρες και ότι αυτές θεωρούνται και τεκμαίρονται ως προηγμένες. Κάποιες από αυτές μάλιστα έχουν νομιμοποιήσει την παιδοφιλία (και φυσικά όχι με τους Πλατωνικούς όρους), την κτηνοβασία, τα ναρκωτικά και ανυπόστατους γάμους.
Εάν έτσι είναι η σύγχρονη και προοδευτική ζωή, φαίνεται ότι η Γη εισέρχεται πάλι στον Αζωικό αιώνα.
Σ’ αυτή την πολιτισμική και πολιτική ομογενοποίηση που μας ωθεί η ΕΕ θα πρέπει, εμείς οι Έλληνες, που βρισκόμαστε στο σοφό μεταίχμιο Ανατολής και Δύσης, να ξανασκεφτούμε τι κερδίζουμε και τι χάνουμε απ’ αυτό το αλισβερίσι.
Χάνουμε τη θρησκευτική ορθοδοξία με όλα τα συμπαρομαρτούντα, χάνουμε την παραδοσιακή οικογένεια, χάνουμε τη μεγαλειωδέστερη γλώσσα του κόσμου, χάνουμε την υψιπετή αγιογραφία, χάνουμε την εξαίσια Μυθολογία μας, χάνουμε το καφενείο, το λαϊκό γλέντι και όλα τα πανάρχαια εργαλεία του «κοινωνείν και συνέρχεσθαι», χάνουμε την παραδοσιακή μας μουσική που μπροστά της η ελαφρά δυτική μουσική και ακόμη και αυτή η κλασική είναι -για τους επαΐοντες- μουσικοί «νάνοι».
Προσπαθώ να θυμηθώ τι κερδίζουμε.
Κι από μια άποψη, ευτυχώς που δεν μπήκαμε μέχρι τώρα στη χορεία των οικονομικά ανεπτυγμένων Ευρωπαίων, γιατί θα χάναμε και το φως της φτώχειας μας!...

Τρίτη, 31 Οκτωβρίου 2017 14:25

Ο αρθρογράφος και η λακκούβα

Το ότι αυτή η στήλη ασχολείται συνήθως με γενικότερα θέματα, όπως η πολιτική, η γλώσσα, η παιδεία, η αισθητική κ.α., δεν σημαίνει ότι μένει αδιάφορη και ασυγκίνητη με τα προβλήματα της τοπικής κοινωνίας, πολλά από τα οποία να σημειωθεί ότι είναι εκρηκτικά και δυσεπίλητα.

Η επικείμενη, για παράδειγμα, αύξηση του ΦΠΑ στα νησιά μας κατά παρέκκλιση κάθε ευρωπαϊκής ντιρεκτίβας για απονομή φορολογικής δικαιοσύνης, η δημογραφική αλλοίωση του πληθυσμού με την αδικαιολόγητη παραμονή τόσων μεταναστών στις πόλεις μας, και η ολοκληρωτική διάλυση του επενδυτικού και του παραγωγικού ιστού της περιοχής ( που έχει σαν επακόλουθο την ανεργία και το αυξημένο κόστος διαβίωσης) είναι τρία από αυτά τα μείζονα και άλυτα προβλήματα.

Ωστόσο, δεν μπορεί ένας φιλόσοφος ή έστω φιλο-σοφιζόμενος αρθρογράφος να κλαίει πάνω από μια λακκούβα των δρόμων, και την ίδια στιγμή να κλείνει τα μάτια μπροστά στην, μετά από δεκατρείς αιώνες, αποκαθήλωση των εικόνων στα κτίρια της δημόσιας αγωγής ή μπροστά στην αυθαίρετη και προκλητική αλλαγή του φύλου μας με μια προσωπική δήλωση (!)

Θέλει πράγματι πολύ θράσος να σπάσει κανείς τις «ερμές», κι αυτό οδηγεί συχνά σε εθνικά ατυχήματα, όπως μας διδάσκει (ή όπως δεν μας διδάσκει ...) η ιστορία.

Το χρονογράφημα, έλεγε ο σπουδαίος λογογράφος και αρχιτέκτονάς του Παύλος Νιρβάνας (1866-1937), είναι «η καθημερινή ιστορία της ζωής και η φιλοσοφία της ...». Αυτό σημαίνει τρία τινά: πρώτον ότι τα γεγονότα και οι καθημερινές εξελίξεις δίνουν τροφή για τις επιφυλλίδες, δεύτερον ότι η αρθρογραφία αντικατοπτρίζει την πραγματική και τη μίζερη ζωή μας, και τρίτο και σπουδαιότερο, ότι ο χρονογράφος έχει υποχρέωση να εντοπίζει κατά κύριο λόγο τα στραβά και τα ανάποδα και να προσπαθεί να τα πατάξει με την «κάλαμον».

Ο συνεπής χρονογράφος λοιπόν δεν κρατάει θυμιατό, αλλά ρομφαία και φάσγανο.

Ένα στοιχείο ακόμα που προσδιορίζει και καθορίζει τη σχέση του χρονογράφου με την ύλη του είναι η σημερινή ταχύτητα της παγκόσμιας πληροφορίας.

Τα μέσα είναι επίσης γνωστό ότι αρέσκονται σε μια συναισθηματική παρουσίαση (emotional) των γεγονότων και των ειδήσεων. Γκρεμίζει για παράδειγμα σιγά-σιγά το σπίτι σου ασυντήρητο (κατ’ ανάγκην) επί χρόνια και είσαι πρόθυμος να το ξεχάσεις όταν βλέπεις ένα σεισμό να ισοπεδώνει το Μεξικό, και μάλιστα την ίδια στιγμή που συμβαίνει.

Το δόγμα «και μη χειρότερα» αμβλύνει τις επιδιώξεις και τις προσδοκίες του λαού και φαλκιδεύει στην κυριολεξία τα όνειρά του.

Έγραφε κάπου ο Λουντέμης ότι στεναχωριόταν που δεν είχε παπούτσια να φορέσει, μέχρι που είδε έναν που δεν είχε πόδια !...

Και μπορεί να παρατηρήσει κανείς το εξής φαινόμενο: οι προηγμένες δυτικές κοινωνίες έχουν σήμερα -πλην ελαχίστων εξαιρέσεων- να αντιμετωπίσουν μικρά, τρέχοντα και πρακτικά προβλήματα σε αντίθεση με μας που είμαστε μπροστά σε θεσμικές δοκιμασίες και θέματα της δομής της κοινωνίας, της φύσης μας, της διάκρισης των εξουσιών, των φορολογικών κωδίκων, του συντάγματος, της ίδιας της δημοκρατίας (που εμείς γεννήσαμε ...), των ...δέκα εντολών, που έχουμε αρχίσει να τις αμφισβητούμε κι αυτές και τόσα άλλα σπουδαία, που καμιά φορά μπορεί να πνιγούν σε μια λακκούβα του δρόμου ...

Εμείς που είχαμε πιστέψει ότι τα έχουμε όλα, σήμερα (όπως έλεγαν παλιά κάποιοι φτωχοί βρακάδες) «μας λείπει η μάνα και το λαγκιόλι (το υφασμάτινο μπάλωμα) και το μισό καλαμοβράκι!»

 

Τρίτη, 24 Οκτωβρίου 2017 13:24

Oικιστικά

Η άνετη, η δημιουργική και εντέλει η ευτυχισμένη ζωή του ανθρώπου συνδέεται άρρηκτα με το οικιστικό πρόβλημα, πρόβλημα που παρά την εισαγωγή νέων δεδομένων, νέων υλικών και νέας τεχνολογίας, παραμένει οξύ και άλυτο.

Αν ανατρέξουμε στην αρχαία εποχή θα δούμε ότι υπήρχε πάντοτε πρόβλημα οικιστικό, το οποίο προσπάθησαν να θεραπεύσουν στα πλαίσια των εδαφομορφολογικών ή αμυντικών ή λατρευτικών απαιτήσεων κάθε εποχής, όπως διαπιστώνουμε από τα αρχαιολογικά ερείπια της ιερής και πολυπολιτισμικής Δήλου, των Αιγών, της Μεσσήνης, της Περγάμου και ακόμα πρωιμότερα της Κνωσού και του Ακρωτηρίου της Θήρας, πόλεις που ήταν χτισμένες σε τέλεια πολεοδομικά σχήματα και διέθεταν πρωτοφανή για την εποχή τους δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης.

Μάλιστα η ανοικοδόμηση του, κατεστραμμένου από την περσική εισβολή, Πειραιά από τον πατέρα της πολεοδομίας Ιππόδαμο τον Μιλήσιο ήταν ένα πολεοδομικό και ρυμοτομικό αριστούργημα.

Η ανάπτυξη σε μέγεθος μιας πόλης ήταν και τότε αναπόφευκτη και σχεδιαστικά ανεξέλεγκτη, ωστόσο κάποιοι, όπως ο Πλάτων, πίστευαν ότι μια ιδανική πόλη έπρεπε να έχει πληθυσμό που να μην υπερβαίνει το 7 παραγοντικό, δηλαδή 1.2.3.4.5.6.7=5040 κατοίκους.

Μια πόλη χωρίς σχέδιο όπως η Αθήνα, και με πληθυσμό (μαζί με τους δούλους και τους μέτοικους) γύρω στις 240.000 ψυχές, δύσκολα μπορούσε να οργανωθεί και να διοικηθεί, παρά τις χωροταξικές καινοτομίες του Κλεισθένη που είχαν προηγηθεί.

Τα ίδια πίστευε και ο λίγο αργότερα Αριστοτέλης, που έλεγε ότι ιδανική σε μέγεθος πόλη είναι αυτή που μπορεί να την κινητοποιήσει ένας ρήτορας, εννοείται με τα μέσα της εποχής.

Για να έρθουμε στο σήμερα, οι πόλεις μας και τα χωριά μας δυστυχώς δεν έχουν σχεδιαστεί για να αντιμετωπίσουν όλες τις καταστάσεις και τις σύγχρονες οικιστικές απαιτήσεις.

Λείπει εντελώς η έννοια της υποδομής που σημαίνει: ρυμοτομείται ένας τόπος, περνούν όλες οι δημόσιες παροχές (φως, νερό, τηλέφωνο και διαχείριση αποβλήτων) και τότε χτίζουμε.

Δεν υπάρχει στην Ελλάδα νεοασφαλτοστρωμένος δρόμος που να μην ανοιχτεί για τέτοιες παροχές.

Εκνευριστικό είναι και το γεγονός ότι δεν έχουν προσμετρηθεί ούτε και έχουν ληφθεί υπόψιν τα νέα δεδομένα, αντιπροσωπευτικότερο των οποίων είναι το αυτοκίνητο, ο όγκος του και οι ρυθμοί της αύξησής του.

Ένα πανηγύρι είναι αρκετό, τώρα το καλοκαίρι, για να αποπνίξει την κυκλοφορία πεζών και οχημάτων.

Δρόμοι στενοί και ασυντήρητοι, οι ίδιοι δρόμοι που ανοίχτηκαν από τους Σάμιους Ηγεμόνες το 1860 (!), ανύπαρκτα πεζοδρόμια και ποδηλατοδρόμια, ελάχιστα πάρκιν και ελαχιστότερες παιδικές χαρές και αστικά και περιαστικά άλση. Αυτοκίνητα μπορείς να δεις τώρα το καλοκαίρι σε πεζοδρόμια, σε βεράντες, απάνω σε δέντρα ....

Επί  χρόνια προσπαθώ να ερμηνεύσω τον πολιτιστικό μαζοχισμό των Ευρωπαίων τουριστών που ξοδεύουν τον πολύτιμο χρόνο τους προσπαθώντας με κίνδυνο της ζωής τους και με ιώβεια υπομονή να περάσουν τον κεντρικό δρόμο των Μυτιληνιών ή την παραθαλάσσια οδό του Ποτοκακίου ή να διασχίσουν το Παλιόκαστρο, ακόμα κι αυτό το διάσημο Πυθαγόρειο .....

Η έλλειψη πολεοδομικού σχεδιασμού και (ταυτόχρονα) περιφερειακής ανάπτυξης σύμφωνα με τα δεδομένα κάθε περιοχής έχει δημιουργήσει πόλεις-τέρατα και πόλεις-φαντάσματα.

Είδαμε στις εκτεταμένες φετινές πυρκαγιές όλης της Επικράτειας να καίγονται δάση και σπίτια μέσα στα δάση χωρίς αποτελεσματική πυροσβεστική προστασία.

Δανείζεται ο άλλος εφ όρου ζωής να κάνει ένα σπίτι, και πάει και το χτίζει (άγνωστο και με ποιες διαδικασίες) μέσα στο δάσος.

Με πολεοδομικά λαδώματα, με ανύπαρκτες πολεοδομικές επιστασίες (όπως γίνεται σε όλα τα προηγμένα κράτη), με έλλειψη σχεδίων πόλεως, με δραματικό έλλειμα αισθητικής, χωρίς αντιπυρικές ζώνες και με μια δασική υπηρεσία (και ίσως πρέπει να προσθέσουμε και την αρχαιολογική) γεμάτη νομοθετικές και επιχειρησιακές αγκυλώσεις, έχουμε φκιάξει μια χώρα που είναι κάθε χρόνο στο έλεος του νερού και της φωτιάς.

 

Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017 14:42

Το σύνδρομο της Στοκχόλμης

Τον Αύγουστο του 1973 σε μια Τράπεζα της Στοκχόλμης γεννήθηκε και πολιτογραφήθηκε ένα περίεργο και εν πολλοίς ανερμήνευτο σύνδρομο, το λεγόμενο «σύνδρομο της Στοκχόλμης».

Δυο ληστές κράτησαν ομήρους για έξι ημέρες τέσσερις υπαλλήλους της Τράπεζας, όμηροι οι οποίοι ταυτίστηκαν με τους απαγωγείς τους, έδειξαν αισθήματα ανεξήγητης συμπάθειας προς αυτούς και μάλιστα αρνήθηκαν να καταθέσουν εναντίον τους στη δίκη που επακολούθησε. Αυτή είναι περιληπτικά η ιστορία. Έκτοτε ερευνήθηκε διεξοδικά το φαινόμενο και επιχειρήθηκε να αναλυθεί με φροϋδικούς όρους (ως «τραυματική συγκόλληση» κλπ).

Το σπουδαίο στην υπόθεση είναι ότι αυτό που μπορεί να συμβεί σε μεμονωμένα άτομα, συμβαίνει -και μάλιστα χωρίς να το πάρουμε είδηση- και σε μεγάλη κλίμακα, δηλαδή σε κοινωνική διάσταση. Ακούμε κατά καιρούς, και ιδιαίτερα τώρα τελευταία που επιχειρήθηκε για προπαγανδιστικούς λόγους να επαναξιολογηθεί, να απενοχοποιηθεί και να αγιοποιηθεί η πολιτεία των αριστερίστικων (...) κυβερνήσεων στην Ελλάδα, ανθρώπους του μεγάλου, του ανώνυμου και του κατατρεγμένου λαού, να δοξολογούν πολιτικούς που τους λεηλάτησαν σε βάθος χρόνου, τους εξαπάτησαν και τους υποθήκευσαν τις ελπίδες τους για ένα καλύτερο ευρωπαϊκό μέλλον.

Όσον αφορά το «λεηλάτησαν», να σημειωθεί ότι η υπέρμετρη φορολογία χωρίς ανταπόδοση υπηρεσιών κοινής ωφέλειας συνιστά το αδίκημα της κλοπής ή ορθότερα της υπεξαίρεσης, μιας και το κράτος μαζεύει και διαφυλάττει (για κάποιους συγκεκριμένους σκοπούς) ξένα χρήματα, τα χρήματα του λαού.

Η άκρατη κομματική προκατάληψη (ακόμα και σήμερα υπάρχουν αναμεταξύ μας ορκισμένοι και αδιάλλακτοι... Βενιζελικοί, για παράδειγμα) σε συνδυασμό με το αποκαλυπτικό σύνδρομο της Στοκχόλμης μας δίνει πράγματι εκπληκτικά και ανεξήγητα φαινόμενα.

Όχι μόνο θα τους ξαναψηφίζαμε, αλλά θα τους βάζαμε και στα εικονίσματα, ανθρώπους που παίρνουν σπίτια ανέργων για φορολογικά χρέη και τους οδηγούν στα χαρτόκουτα της πλατείας παντοτινού Κλαυθμώνος.

Κάθε τόσο μας δείχνουν τα μίντια δημοσκοπήσεις για τη γνώμη και τη συμπάθεια που έχουν οι απλοί άνθρωποι για τους πολιτικούς άρχοντες, και εκεί φαίνεται ανάγλυφα η δοξασία του σπουδαίου (από κάθε άποψη) Γάλλου Νικολά Κοντορσέ (1743-1794) ότι «το μυστικό της εξουσίας δεν βρίσκεται στο μυαλό του εξουσιαστή, αλλά του εξουσιαζομένου»!

Έχουν διασωθεί εικόνες αλήστου μνήμης. Άνθρωποι (υποτίθεται) του λαού να μουσκεύουν με τα δάκρυά τους το καπό της νεκροφόρας πρώην «εθνάρχη» Μα υπάρχει πολιτικός που να προστάτεψε το λαό και προπαντός να του είπε την αλήθεια;

Και εκεί που σκεφτόμουνα το παραπάνω σύνδρομο θυμήθηκα ένα πολύ σχετικό ελληνικό τραγούδι.

Δεκαεφτά χρόνια πριν από το συμβάν της Στοκχόλμης έγραψε ο Μίμης Τραϊφόρος ένα τραγούδι με τίτλο «Ο άνθρωπός μου» και το τραγούδησε η Σοφία Βέμπω (1956)

 

...και μου τα παίρνει

 και με χτυπάει...

 Μα τον λατρεύω

 κι είναι το φως μου

 γιατί είναι βλέπεις

 ο άνθρωπός μου!...

 

Τελικά, άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου...

 

Τρίτη, 10 Οκτωβρίου 2017 13:26

Ο έξυπνος

Έτυχε πολλές φορές μέχρι σήμερα ν’ ακούσω τον κόσμο να θαυμάζει και να μακαρίζει κάποιον ότι «είναι έξυπνος», και πάντα έβαζα στον εαυτό μου το ερώτημα (προς απάντηση): ποιος είναι αλήθεια ο έξυπνος άνθρωπος. Και πώς θα τον μετρήσουμε, με τα χαρίσματά του ή με τις επιδόσεις του και τα αποτελέσματα της ζωής του;

Ένα παραπλήσιο ερώτημα αναδύθηκε πριν λίγα χρόνια με την εκλογική ανάδειξη, μέσω του τηλεοπτικού σταθμού ΣΚΑΪ, του μεγαλύτερου Έλληνα της ιστορίας. Και τότε αναρωτήθηκαν πολλοί σκεπτόμενοι και ιδίως οι σχολάζοντες περί τα ιστορικά: Ποιος είναι αλήθεια ο μεγαλύτερος (που σημαίνει και σπουδαιότερος) Έλληνας όλων των εποχών;

Ο Κολοκοτρώνης ή ο Καποδίστριας;

Ο Σωκράτης ή ο Περικλής;

Ο Βενιζέλος ή ο Παπανικολάου;

Και η λίστα συνέχιζε τεράστια.

Στο τέλος βέβαια της διαδικασίας τα εθνικά απωθημένα του λαού μαζί με τα αλυτρωτικά του όνειρα ψήφισαν τον Μέγα Αλέξανδρο, ωστόσο μια τέτοια κρίση είναι πάντα άκρως υποκειμενική και επιδέχεται πολλές ενστάσεις, που έχουν σχέση με τις γνώσεις του κρίνοντος, με την ηθική του, με την αισθητική του αλλά κυρίως με το φιλοσοφικό του υπόβαθρο.

Ας γυρίσουμε όμως στο παρθένο ερώτημα του «τις εστίν έξυπνος», παρθένο καθόσον δεν έτυχε από όσο ξέρω μέχρι σήμερα να τεθεί σε δημόσια κρίση. Ποιος είναι λοιπόν ο έξυπνος;

Ο υψηλόφρων και πνευματικά κομψευόμενος ή αυτός που έχει ενστερνιστεί το σωκρατικό «εν οίδα ότι ουδέν οίδα»;

Ο ευκατάστατος με τις πισίνες και τις θαλαμηγούς και τις καινούριες αποθήκες σαν τον άφρονα πλούσιο του Ευαγγελίου ή αυτός που ελέγχει και ρυθμίζει τα αγαθά του σύμφωνα με τις φυσικές του ανάγκες;

Ο άνθρωπος ο κοινωνικός και ο προβαλλόμενος ή ο λάθρα βιών, κατά τις προτροπές του Επίκουρου;

Έξυπνος είναι αυτός που σκοτώνεται να τα προφτάσει όλα μέσα στη μέρα ή αυτός που τα πάει με χαλαρό βηματισμό, το λεγόμενο ιταλιστί πάσο, και που δεν στεναχωριέται με τα πεπραγμένα της ημέρας, γιατί, καθώς είπε και ο Ηράκλειτος, «ο ήλιος νέος εφ’ ημέρη εστί», δηλαδή «κάθε αύριο ξημερώνει μια καινούρια μέρα»;

Έξυπνος είναι αυτός που δεν θαρρεύεται και θέλει να τα κάνει όλα μόνος του ή αυτός που βάζει άλλους να τα κάνουν, σύμφωνα με τον έξυπνο κανόνα «όλα μπορεί να τα κάνει κάποιος αρκεί να βάλει κάποιον άλλο»;

Αξιοσημείωτο είναι το ότι κανείς από τους λογοτέχνες που ασχολήθηκαν με τους ηθογραφικούς χαρακτήρες των ανθρώπων (Θεόφραστος, Ανδρέας Λασκαράτος, Λαμπριγέρ κ.ά.) δεν μας έδωσε απαντήσεις και περιγραφή για το πώς είναι ο αληθινός έξυπνος.

Έξυπνος είναι ο συντηρητικός που βαδίζει εκ του ασφαλούς ή ο τολμητίας, ο περιπλανώμενος και ο επιχειρών αλλαγές;

Έξυπνος είναι αυτός που πάει με τα πόδια στο διπλανό χωριό να συναντήσει τον φίλο του ή αυτός που παίρνει στο κινητό τη γυναίκα του να βγει από την τουαλέτα, με το σήμα να ταξιδεύει εκατομμύρια χιλιόμετρα μέχρι τον δορυφόρο και να επιστρέφει αυθωρεί και παραχρήμα στο διπλανό δωμάτιο;

Ακόμα, έξυπνος είναι ο ατομικιστής ή αυτός που οργανώνεται και συνενώνεται σε ομάδες για να επιβιώσει και να διαχειριστεί καλύτερα κάποιο σχήμα εξουσίας; («Αν το καταφύγιο του ανθρώπου είναι η κοινωνία, το καταφύγιο του βλάκα είναι η ομάδα, η συσπείρωση με άλλους βλάκες» γράφει ο Διονύσης Χαριτόπουλος στο εξαιρετικό δοκίμιό του με τίτλο «Εγχειρίδιο βλακείας», όπου βλέπουμε πόσο υπερέχει αριθμητικά αλλά και πόσο πλεονεκτεί στις σύγχρονες κοινωνίες ο βλάκας από τον έξυπνο).

Τελικά (και σε συλλογικό σχήμα) ποιος είναι ο έξυπνος; Ο σοφός (λεγόμενος) λαός που δεν έχει στον ήλιο μοίρα ή οι πολιτικοί του άρχοντες που ζούνε σαν τα τσιμπούρια στο λιγδωμένο του σβέρκο;...

 

Τρίτη, 03 Οκτωβρίου 2017 13:23

Πλατφόρμες και αφηγήματα

Ανακοινώθηκε η ίδρυση, από συγχώνευση των λειτουργούντων ΤΕΙ, του νέου πολυκλαδικού Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής.

Αναβαθμίζονται τα υπάρχοντα ΤΕΙ που σημαίνει ότι απομακρύνονται από τις πρακτικές γνώσεις του επιπέδου για το οποίο συστάθηκαν, μέσα σε μια παιδεία και μια οικονομία που ψάχνονται, και εξακοντίζονται προς τις ακρώρειες του θεωρητικού πνεύματος (π.χ. σχεδιασμός βιομηχανικών προϊόντων, εσωτερική διακόσμηση και λοιπές ανώτατες σχολές μηχανικών και οικονομίας, που τέτοιες λειτουργούν ήδη πάμπολλες).

Δεν θέλω να υποτιμήσω την αξία της υψηλής παιδείας, νομίζω όμως ότι το κράτος έχει υποχρέωση να εφαρμόζει ένα πλήρες εκπαιδευτικό σχέδιο, που, συν τοις άλλοις, θα «διαβάζει» και τις απαιτήσεις της κοινωνίας.

Υπάρχουν πολλά περίεργα στο θέμα της σύζευξης παιδείας-οικονομίας. Έχουμε λ.χ. εκατό γιατρούς και ψάχνουμε να βρούμε μια νοσοκόμα. Έχουμε επάρκεια μηχανολόγων-ηλεκτρολόγων και μας λείπει ένας «σκέτος» ηλεκτρολόγος να μας αλλάξει μια λάμπα...

Αυτή τη στιγμή που κοντανασαίνει η Ελλάδα και ξαναψάχνει να βρει το βηματισμό της, η πρωτογενής και η δευτερογενής (βιομηχανική) παραγωγή είναι στα αζήτητα.

Είναι όντως όνειδος και ξεφτίλα πλέον να ξέρει και να μπορεί κάποιος να κάνει κάτι συγκεκριμένο και ωφέλιμο με τα χέρια του ή έστω με τις μηχανές.

Η σκληρή ζωή βέβαια μας προσγειώνει επώδυνα, ωστόσο αυτή τη στιγμή, όπως το θελκτικότερο πολιτικό έργο έχει καταντήσει να είναι το «αφήγημα» (βάιραλ λέξη των ειδήσεων), έτσι και το επιχειρηματικό έργο με το μεγαλύτερο γόητρο και τις μεγαλύτερες προσδοκίες είναι η... «πλατφόρμα».

Τι είναι λοιπόν η πλατφόρμα;

Ξεκίνησε από τα γαλλικά σαν αποβάθρα τρένου ή εξέδρα σκηνής αλλά και εκτόξευσης βλημάτων, πέρασε από το χώρο της πολιτικής σαν σχέδιο προγράμματος αλλά και βάση εφαρμογής νομοθετικής ή διοικητικής ρύθμισης και σήμερα κατακλύζει την αγορά σαν βάση οργάνωσης και σχεδίου μιας οικονομικής δραστηριότητας πολλές φορές χωρίς συγκεκριμένο αντικείμενο. Σαν να λέμε αέρας κοπανιστός.

Ελάχιστοι είναι αυτοί που σήμερα ονειρεύονται να ιδρύσουν μια παραδοσιακή μονάδα με κεφάλαια, με κτίρια, με μηχανές, με ταμπέλες (...και υιός!) και με τη φιλοδοξία παραγωγής προϊόντων που τα χρειάζεται ο γήινος και πεπερασμένος άνθρωπος.

Σχεδόν όλοι ονειρεύονται να στήσουν μια «πλατφόρμα» που θα παράγει -με τη βοήθεια της ηλεκτρονικής τεχνολογίας- συμβουλές, οργανωτικά σχήματα, επενδυτικές ιδέες (άλλους έσωσαν, εαυτούς ου δύνανται σώσαι...), σχέδια δράσης και βελτίωσης, έρευνα αγοράς και, γιατί όχι, και ... απάτη.

Κανείς δεν θέλει σήμερα (κι αυτό είναι ένα πρόβλημα που αναδιαρθρώνει ολόκληρο τον καμβά της οικονομίας) να λερώσει τα χέρια του (ή έστω τη γραβάντα του), και όλοι μαζί έχουμε την πεποίθηση ότι θα καταφέρουμε να φάμε ψάρι χωρίς να βρέξουμε τον κώλο μας.

Μέσα από τον σχεδιασμό τέτοιων δραστηριοτήτων χωρίς κρατικούς και παραδοσιακούς φραγμούς γεννήθηκε και ήδη λειτουργεί και το άυλο χρήμα (bitcoin, ether και λοιπά), που έρχεται σαν μια φυσική εξέλιξη της εκπλήσσουσας τεχνολογίας, αλλά ο θεός ξέρει σε τι ιστορίες θα μας βάλει...

Μαζί με την πλατφόρμα το νέο φρούτο που κυκλοφορεί κάθε μέρα στις ειδήσεις των κυβερνητικών πεπραγμένων (αλλά και των μη πεπραγμένων που είναι απείρως περισσότερα) είναι το «αφήγημα», εκ του αφηγούμαι.

Πανάρχαια λέξη. « Από» συν «ηγούμαι» που σημαίνει προπορεύομαι, οδηγώ (μέχρις εδώ καλά για έναν φιλόδοξο πολιτικό) καθώς και ιστορώ και διηγούμαι.

Με αυτή τη δεύτερη έννοια το αφήγημα είναι το πρόσχημα της πολιτικής απραξίας.

Είναι το ιστόρημα που έρχεται να μας παρουσιάσει αυτά που δεν έγιναν πράξη και που δεν πρόκειται να γίνουν, αλλιώς δεν θα απασχολούσαν τη λαγνεία της αφήγησης.

Μακάρι να είχαμε τη δύναμη και τη συνέπεια να διαγράψουμε έμπρακτα κάποιες σειρήνες του πολιτικού λεξιλογίου, και κυρίως τα αφηγήματα της μοίρας μας...

 

Τετάρτη, 27 Σεπτεμβρίου 2017 11:38

Οι ναρκοπώλες

Ο μη θεατός και μόνον υπονοούμενος θάνατος στις παραστάσεις του αρχαίου δράματος είναι ύψιστο στοιχείο καλλιτεχνικής έκφρασης και ψυχικής αγωγής (ψυχ-αγωγίας).

Και δεν επρόκειτο, όπως θα μπορούσε κανείς να υποθέσει, για σκηνοθετική αδυναμία. Ο σοφός τραγικός σκηνοθέτης ήξερε ότι δεν έπρεπε να εκχυδαΐσει μια θεία και παντοκράτειρα έννοια όπως είναι ο θάνατος και φρόντιζε να τον αντιληφθεί ο θεατής με σεβασμό και από τα συμφραζόμενα.

Τι κάνουν αλήθεια σήμερα τα τηλεοπτικά κανάλια μόλις έχουν να δείξουν θέματα θανάτου, καταστροφών και σημερινής τραγωδίας (τα οποία δυστυχώς δεν έπαψαν να μας επισκέπτονται σε ημερήσια βάση); Τα επι-δεικνύουν γυμνά και άκρως ρεαλιστικά -προτιμώντας πολλές φορές και τα λεγόμενα αμοντάριστα πλάνα- επενδύοντας έτσι στη θεαματικότητα της φρίκης.

Βανάκια τρομοκρατών που συνθλίβουν αθώους τουρίστες, τζιχαντιστές που αποκεφαλίζουν άτυχους δημοσιογράφους βεβηλώνοντας παρά πάσαν έννοιαν ηθικής νεκρά σώματα, φωτιές της πύρινης κόλασης να κατατρώγουν επί ημέρες προς δόξαν της τηλεθέασης δάση και ανθρώπινα κόπια, και πλακωμένα βρέφη από την οργή του Εγκέλαδου, αυτουνού του αποτρόπαιου εκατόγχειρα γίγαντα που του αρέσει να γυροφέρνει τη χώρα μας.

Όχι βέβαια ότι δεν συμβαίνουν όλα αυτά τα μακάβρια, αλλά σημασία έχει το πώς τα προσλαμβάνει ο θεατής.

Αυτός ο δύσμοιρος μοιάζει σαν τον πρωτάρη καπνιστή, που στην αρχή πνίγεται και σολογανιάζει και ανακατώνεται, αλλά όσο περνάνε οι μέρες τόσο το συνηθίζει μέχρι που και το γλυκαίνεται. Στο τέλος το’ χει απόλυτη ανάγκη και στην κυριολεξία κρέμεται (εξ-αρτάται) από αυτό.

Κατά παρόμοιο τρόπο η κακή και η αποτρόπαια είδηση γίνεται προϊόντος του χρόνου ένα κοινωνικό ναρκωτικό που πάνω του θησαυρίζουν οι ναρκοπώλες-καλανάρχες και λοιποί επιτετραμμένοι των μέσων, οι οποίοι έχουν αντιληφθεί ότι η είδηση πρέπει να στάζει αίμα και ότι μια καλή είδηση και ένα ήπιο ύφος δεν «πουλάνε».

Η σχέση είναι μοιραία. Ο «πομπός» επενδύει πάνω στον «δέκτη» και προσπαθεί να εξασφαλίσει την αυξημένη ζήτηση. Τα συμφέροντα της επικοινωνίας έχουν γίνει παγκοσμίως τεράστια.

Σε αυτό το παραθέατρο των ακατάλληλων εικόνων υπάρχει δυστυχώς και μια εξ ίσου σημαντική παράπλευρη απώλεια: η απώλεια του ωραίου, του εύστοχου και του λιτού λόγου.

Ο λόγος γίνεται έτσι ο ελεεινός ρουφιάνος της εικόνας και είναι αναγκασμένος να παραπαίει, να ταυτολογεί, να ασυντακτεί, να επαναλαμβάνει και να φλυαρεί όσες ώρες συνοδεύει τα βίντεα της φρίκης.

Είναι γελοίες οι ερωταποκρίσεις της περιγραφής των πυρκαγιών όπως αυτές που βιώσαμε πρόσφατα, όπως αξιοθρήνητες είναι και οι πιεστικές συνεντεύξεις μετά από μεγάλο σεισμό, όπου οι δημοσιογράφοι προς χάριν του ρεπορτάζ ξεθάβουν όλους τους σεισμολόγους και τους βάζουν να μαντέψουν -επιστήμονες άνθρωποι- σαν την Πυθία αν πρόκειται για κύριο σεισμό ή για προσεισμό.

Και για να γυρίσουμε στην αρχή του άρθρου, τα ίδια γίνονται και στον κινηματογράφο. Υπάρχει σήμερα μια σκηνοθετική σχολή που -στον αντίποδα της αρχαίας τραγωδίας- θέλει όλες τις σκηνές της βίας ωμές και αιμοστάλακτες.

Αυτή η «τεχνοτροπία» σε συνδυασμό με το μπούλιν και τα ήθη των μέσων μαζικής ενημέρωσης έχουν σιγά-σιγά και μεθοδικά εξαρτήσει τον άνθρωπο από τον φόβο και τη βία, και τον έχουν μεταλλάξει σε ανελεύθερο πολίτη, που σημαίνει -με πολιτικούς όρους- σε πολίτη δεύτερης, και ίσως και τρίτης, κατηγορίας.

 

Σελίδα 1 από 12
Top