FOLLOW US
Μιχάλης Παπαδημητρίου

Μιχάλης Παπαδημητρίου

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017 14:42

Το σύνδρομο της Στοκχόλμης

Τον Αύγουστο του 1973 σε μια Τράπεζα της Στοκχόλμης γεννήθηκε και πολιτογραφήθηκε ένα περίεργο και εν πολλοίς ανερμήνευτο σύνδρομο, το λεγόμενο «σύνδρομο της Στοκχόλμης».

Δυο ληστές κράτησαν ομήρους για έξι ημέρες τέσσερις υπαλλήλους της Τράπεζας, όμηροι οι οποίοι ταυτίστηκαν με τους απαγωγείς τους, έδειξαν αισθήματα ανεξήγητης συμπάθειας προς αυτούς και μάλιστα αρνήθηκαν να καταθέσουν εναντίον τους στη δίκη που επακολούθησε. Αυτή είναι περιληπτικά η ιστορία. Έκτοτε ερευνήθηκε διεξοδικά το φαινόμενο και επιχειρήθηκε να αναλυθεί με φροϋδικούς όρους (ως «τραυματική συγκόλληση» κλπ).

Το σπουδαίο στην υπόθεση είναι ότι αυτό που μπορεί να συμβεί σε μεμονωμένα άτομα, συμβαίνει -και μάλιστα χωρίς να το πάρουμε είδηση- και σε μεγάλη κλίμακα, δηλαδή σε κοινωνική διάσταση. Ακούμε κατά καιρούς, και ιδιαίτερα τώρα τελευταία που επιχειρήθηκε για προπαγανδιστικούς λόγους να επαναξιολογηθεί, να απενοχοποιηθεί και να αγιοποιηθεί η πολιτεία των αριστερίστικων (...) κυβερνήσεων στην Ελλάδα, ανθρώπους του μεγάλου, του ανώνυμου και του κατατρεγμένου λαού, να δοξολογούν πολιτικούς που τους λεηλάτησαν σε βάθος χρόνου, τους εξαπάτησαν και τους υποθήκευσαν τις ελπίδες τους για ένα καλύτερο ευρωπαϊκό μέλλον.

Όσον αφορά το «λεηλάτησαν», να σημειωθεί ότι η υπέρμετρη φορολογία χωρίς ανταπόδοση υπηρεσιών κοινής ωφέλειας συνιστά το αδίκημα της κλοπής ή ορθότερα της υπεξαίρεσης, μιας και το κράτος μαζεύει και διαφυλάττει (για κάποιους συγκεκριμένους σκοπούς) ξένα χρήματα, τα χρήματα του λαού.

Η άκρατη κομματική προκατάληψη (ακόμα και σήμερα υπάρχουν αναμεταξύ μας ορκισμένοι και αδιάλλακτοι... Βενιζελικοί, για παράδειγμα) σε συνδυασμό με το αποκαλυπτικό σύνδρομο της Στοκχόλμης μας δίνει πράγματι εκπληκτικά και ανεξήγητα φαινόμενα.

Όχι μόνο θα τους ξαναψηφίζαμε, αλλά θα τους βάζαμε και στα εικονίσματα, ανθρώπους που παίρνουν σπίτια ανέργων για φορολογικά χρέη και τους οδηγούν στα χαρτόκουτα της πλατείας παντοτινού Κλαυθμώνος.

Κάθε τόσο μας δείχνουν τα μίντια δημοσκοπήσεις για τη γνώμη και τη συμπάθεια που έχουν οι απλοί άνθρωποι για τους πολιτικούς άρχοντες, και εκεί φαίνεται ανάγλυφα η δοξασία του σπουδαίου (από κάθε άποψη) Γάλλου Νικολά Κοντορσέ (1743-1794) ότι «το μυστικό της εξουσίας δεν βρίσκεται στο μυαλό του εξουσιαστή, αλλά του εξουσιαζομένου»!

Έχουν διασωθεί εικόνες αλήστου μνήμης. Άνθρωποι (υποτίθεται) του λαού να μουσκεύουν με τα δάκρυά τους το καπό της νεκροφόρας πρώην «εθνάρχη» Μα υπάρχει πολιτικός που να προστάτεψε το λαό και προπαντός να του είπε την αλήθεια;

Και εκεί που σκεφτόμουνα το παραπάνω σύνδρομο θυμήθηκα ένα πολύ σχετικό ελληνικό τραγούδι.

Δεκαεφτά χρόνια πριν από το συμβάν της Στοκχόλμης έγραψε ο Μίμης Τραϊφόρος ένα τραγούδι με τίτλο «Ο άνθρωπός μου» και το τραγούδησε η Σοφία Βέμπω (1956)

 

...και μου τα παίρνει

 και με χτυπάει...

 Μα τον λατρεύω

 κι είναι το φως μου

 γιατί είναι βλέπεις

 ο άνθρωπός μου!...

 

Τελικά, άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου...

 

Τρίτη, 10 Οκτωβρίου 2017 13:26

Ο έξυπνος

Έτυχε πολλές φορές μέχρι σήμερα ν’ ακούσω τον κόσμο να θαυμάζει και να μακαρίζει κάποιον ότι «είναι έξυπνος», και πάντα έβαζα στον εαυτό μου το ερώτημα (προς απάντηση): ποιος είναι αλήθεια ο έξυπνος άνθρωπος. Και πώς θα τον μετρήσουμε, με τα χαρίσματά του ή με τις επιδόσεις του και τα αποτελέσματα της ζωής του;

Ένα παραπλήσιο ερώτημα αναδύθηκε πριν λίγα χρόνια με την εκλογική ανάδειξη, μέσω του τηλεοπτικού σταθμού ΣΚΑΪ, του μεγαλύτερου Έλληνα της ιστορίας. Και τότε αναρωτήθηκαν πολλοί σκεπτόμενοι και ιδίως οι σχολάζοντες περί τα ιστορικά: Ποιος είναι αλήθεια ο μεγαλύτερος (που σημαίνει και σπουδαιότερος) Έλληνας όλων των εποχών;

Ο Κολοκοτρώνης ή ο Καποδίστριας;

Ο Σωκράτης ή ο Περικλής;

Ο Βενιζέλος ή ο Παπανικολάου;

Και η λίστα συνέχιζε τεράστια.

Στο τέλος βέβαια της διαδικασίας τα εθνικά απωθημένα του λαού μαζί με τα αλυτρωτικά του όνειρα ψήφισαν τον Μέγα Αλέξανδρο, ωστόσο μια τέτοια κρίση είναι πάντα άκρως υποκειμενική και επιδέχεται πολλές ενστάσεις, που έχουν σχέση με τις γνώσεις του κρίνοντος, με την ηθική του, με την αισθητική του αλλά κυρίως με το φιλοσοφικό του υπόβαθρο.

Ας γυρίσουμε όμως στο παρθένο ερώτημα του «τις εστίν έξυπνος», παρθένο καθόσον δεν έτυχε από όσο ξέρω μέχρι σήμερα να τεθεί σε δημόσια κρίση. Ποιος είναι λοιπόν ο έξυπνος;

Ο υψηλόφρων και πνευματικά κομψευόμενος ή αυτός που έχει ενστερνιστεί το σωκρατικό «εν οίδα ότι ουδέν οίδα»;

Ο ευκατάστατος με τις πισίνες και τις θαλαμηγούς και τις καινούριες αποθήκες σαν τον άφρονα πλούσιο του Ευαγγελίου ή αυτός που ελέγχει και ρυθμίζει τα αγαθά του σύμφωνα με τις φυσικές του ανάγκες;

Ο άνθρωπος ο κοινωνικός και ο προβαλλόμενος ή ο λάθρα βιών, κατά τις προτροπές του Επίκουρου;

Έξυπνος είναι αυτός που σκοτώνεται να τα προφτάσει όλα μέσα στη μέρα ή αυτός που τα πάει με χαλαρό βηματισμό, το λεγόμενο ιταλιστί πάσο, και που δεν στεναχωριέται με τα πεπραγμένα της ημέρας, γιατί, καθώς είπε και ο Ηράκλειτος, «ο ήλιος νέος εφ’ ημέρη εστί», δηλαδή «κάθε αύριο ξημερώνει μια καινούρια μέρα»;

Έξυπνος είναι αυτός που δεν θαρρεύεται και θέλει να τα κάνει όλα μόνος του ή αυτός που βάζει άλλους να τα κάνουν, σύμφωνα με τον έξυπνο κανόνα «όλα μπορεί να τα κάνει κάποιος αρκεί να βάλει κάποιον άλλο»;

Αξιοσημείωτο είναι το ότι κανείς από τους λογοτέχνες που ασχολήθηκαν με τους ηθογραφικούς χαρακτήρες των ανθρώπων (Θεόφραστος, Ανδρέας Λασκαράτος, Λαμπριγέρ κ.ά.) δεν μας έδωσε απαντήσεις και περιγραφή για το πώς είναι ο αληθινός έξυπνος.

Έξυπνος είναι ο συντηρητικός που βαδίζει εκ του ασφαλούς ή ο τολμητίας, ο περιπλανώμενος και ο επιχειρών αλλαγές;

Έξυπνος είναι αυτός που πάει με τα πόδια στο διπλανό χωριό να συναντήσει τον φίλο του ή αυτός που παίρνει στο κινητό τη γυναίκα του να βγει από την τουαλέτα, με το σήμα να ταξιδεύει εκατομμύρια χιλιόμετρα μέχρι τον δορυφόρο και να επιστρέφει αυθωρεί και παραχρήμα στο διπλανό δωμάτιο;

Ακόμα, έξυπνος είναι ο ατομικιστής ή αυτός που οργανώνεται και συνενώνεται σε ομάδες για να επιβιώσει και να διαχειριστεί καλύτερα κάποιο σχήμα εξουσίας; («Αν το καταφύγιο του ανθρώπου είναι η κοινωνία, το καταφύγιο του βλάκα είναι η ομάδα, η συσπείρωση με άλλους βλάκες» γράφει ο Διονύσης Χαριτόπουλος στο εξαιρετικό δοκίμιό του με τίτλο «Εγχειρίδιο βλακείας», όπου βλέπουμε πόσο υπερέχει αριθμητικά αλλά και πόσο πλεονεκτεί στις σύγχρονες κοινωνίες ο βλάκας από τον έξυπνο).

Τελικά (και σε συλλογικό σχήμα) ποιος είναι ο έξυπνος; Ο σοφός (λεγόμενος) λαός που δεν έχει στον ήλιο μοίρα ή οι πολιτικοί του άρχοντες που ζούνε σαν τα τσιμπούρια στο λιγδωμένο του σβέρκο;...

 

Τρίτη, 03 Οκτωβρίου 2017 13:23

Πλατφόρμες και αφηγήματα

Ανακοινώθηκε η ίδρυση, από συγχώνευση των λειτουργούντων ΤΕΙ, του νέου πολυκλαδικού Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής.

Αναβαθμίζονται τα υπάρχοντα ΤΕΙ που σημαίνει ότι απομακρύνονται από τις πρακτικές γνώσεις του επιπέδου για το οποίο συστάθηκαν, μέσα σε μια παιδεία και μια οικονομία που ψάχνονται, και εξακοντίζονται προς τις ακρώρειες του θεωρητικού πνεύματος (π.χ. σχεδιασμός βιομηχανικών προϊόντων, εσωτερική διακόσμηση και λοιπές ανώτατες σχολές μηχανικών και οικονομίας, που τέτοιες λειτουργούν ήδη πάμπολλες).

Δεν θέλω να υποτιμήσω την αξία της υψηλής παιδείας, νομίζω όμως ότι το κράτος έχει υποχρέωση να εφαρμόζει ένα πλήρες εκπαιδευτικό σχέδιο, που, συν τοις άλλοις, θα «διαβάζει» και τις απαιτήσεις της κοινωνίας.

Υπάρχουν πολλά περίεργα στο θέμα της σύζευξης παιδείας-οικονομίας. Έχουμε λ.χ. εκατό γιατρούς και ψάχνουμε να βρούμε μια νοσοκόμα. Έχουμε επάρκεια μηχανολόγων-ηλεκτρολόγων και μας λείπει ένας «σκέτος» ηλεκτρολόγος να μας αλλάξει μια λάμπα...

Αυτή τη στιγμή που κοντανασαίνει η Ελλάδα και ξαναψάχνει να βρει το βηματισμό της, η πρωτογενής και η δευτερογενής (βιομηχανική) παραγωγή είναι στα αζήτητα.

Είναι όντως όνειδος και ξεφτίλα πλέον να ξέρει και να μπορεί κάποιος να κάνει κάτι συγκεκριμένο και ωφέλιμο με τα χέρια του ή έστω με τις μηχανές.

Η σκληρή ζωή βέβαια μας προσγειώνει επώδυνα, ωστόσο αυτή τη στιγμή, όπως το θελκτικότερο πολιτικό έργο έχει καταντήσει να είναι το «αφήγημα» (βάιραλ λέξη των ειδήσεων), έτσι και το επιχειρηματικό έργο με το μεγαλύτερο γόητρο και τις μεγαλύτερες προσδοκίες είναι η... «πλατφόρμα».

Τι είναι λοιπόν η πλατφόρμα;

Ξεκίνησε από τα γαλλικά σαν αποβάθρα τρένου ή εξέδρα σκηνής αλλά και εκτόξευσης βλημάτων, πέρασε από το χώρο της πολιτικής σαν σχέδιο προγράμματος αλλά και βάση εφαρμογής νομοθετικής ή διοικητικής ρύθμισης και σήμερα κατακλύζει την αγορά σαν βάση οργάνωσης και σχεδίου μιας οικονομικής δραστηριότητας πολλές φορές χωρίς συγκεκριμένο αντικείμενο. Σαν να λέμε αέρας κοπανιστός.

Ελάχιστοι είναι αυτοί που σήμερα ονειρεύονται να ιδρύσουν μια παραδοσιακή μονάδα με κεφάλαια, με κτίρια, με μηχανές, με ταμπέλες (...και υιός!) και με τη φιλοδοξία παραγωγής προϊόντων που τα χρειάζεται ο γήινος και πεπερασμένος άνθρωπος.

Σχεδόν όλοι ονειρεύονται να στήσουν μια «πλατφόρμα» που θα παράγει -με τη βοήθεια της ηλεκτρονικής τεχνολογίας- συμβουλές, οργανωτικά σχήματα, επενδυτικές ιδέες (άλλους έσωσαν, εαυτούς ου δύνανται σώσαι...), σχέδια δράσης και βελτίωσης, έρευνα αγοράς και, γιατί όχι, και ... απάτη.

Κανείς δεν θέλει σήμερα (κι αυτό είναι ένα πρόβλημα που αναδιαρθρώνει ολόκληρο τον καμβά της οικονομίας) να λερώσει τα χέρια του (ή έστω τη γραβάντα του), και όλοι μαζί έχουμε την πεποίθηση ότι θα καταφέρουμε να φάμε ψάρι χωρίς να βρέξουμε τον κώλο μας.

Μέσα από τον σχεδιασμό τέτοιων δραστηριοτήτων χωρίς κρατικούς και παραδοσιακούς φραγμούς γεννήθηκε και ήδη λειτουργεί και το άυλο χρήμα (bitcoin, ether και λοιπά), που έρχεται σαν μια φυσική εξέλιξη της εκπλήσσουσας τεχνολογίας, αλλά ο θεός ξέρει σε τι ιστορίες θα μας βάλει...

Μαζί με την πλατφόρμα το νέο φρούτο που κυκλοφορεί κάθε μέρα στις ειδήσεις των κυβερνητικών πεπραγμένων (αλλά και των μη πεπραγμένων που είναι απείρως περισσότερα) είναι το «αφήγημα», εκ του αφηγούμαι.

Πανάρχαια λέξη. « Από» συν «ηγούμαι» που σημαίνει προπορεύομαι, οδηγώ (μέχρις εδώ καλά για έναν φιλόδοξο πολιτικό) καθώς και ιστορώ και διηγούμαι.

Με αυτή τη δεύτερη έννοια το αφήγημα είναι το πρόσχημα της πολιτικής απραξίας.

Είναι το ιστόρημα που έρχεται να μας παρουσιάσει αυτά που δεν έγιναν πράξη και που δεν πρόκειται να γίνουν, αλλιώς δεν θα απασχολούσαν τη λαγνεία της αφήγησης.

Μακάρι να είχαμε τη δύναμη και τη συνέπεια να διαγράψουμε έμπρακτα κάποιες σειρήνες του πολιτικού λεξιλογίου, και κυρίως τα αφηγήματα της μοίρας μας...

 

Τετάρτη, 27 Σεπτεμβρίου 2017 11:38

Οι ναρκοπώλες

Ο μη θεατός και μόνον υπονοούμενος θάνατος στις παραστάσεις του αρχαίου δράματος είναι ύψιστο στοιχείο καλλιτεχνικής έκφρασης και ψυχικής αγωγής (ψυχ-αγωγίας).

Και δεν επρόκειτο, όπως θα μπορούσε κανείς να υποθέσει, για σκηνοθετική αδυναμία. Ο σοφός τραγικός σκηνοθέτης ήξερε ότι δεν έπρεπε να εκχυδαΐσει μια θεία και παντοκράτειρα έννοια όπως είναι ο θάνατος και φρόντιζε να τον αντιληφθεί ο θεατής με σεβασμό και από τα συμφραζόμενα.

Τι κάνουν αλήθεια σήμερα τα τηλεοπτικά κανάλια μόλις έχουν να δείξουν θέματα θανάτου, καταστροφών και σημερινής τραγωδίας (τα οποία δυστυχώς δεν έπαψαν να μας επισκέπτονται σε ημερήσια βάση); Τα επι-δεικνύουν γυμνά και άκρως ρεαλιστικά -προτιμώντας πολλές φορές και τα λεγόμενα αμοντάριστα πλάνα- επενδύοντας έτσι στη θεαματικότητα της φρίκης.

Βανάκια τρομοκρατών που συνθλίβουν αθώους τουρίστες, τζιχαντιστές που αποκεφαλίζουν άτυχους δημοσιογράφους βεβηλώνοντας παρά πάσαν έννοιαν ηθικής νεκρά σώματα, φωτιές της πύρινης κόλασης να κατατρώγουν επί ημέρες προς δόξαν της τηλεθέασης δάση και ανθρώπινα κόπια, και πλακωμένα βρέφη από την οργή του Εγκέλαδου, αυτουνού του αποτρόπαιου εκατόγχειρα γίγαντα που του αρέσει να γυροφέρνει τη χώρα μας.

Όχι βέβαια ότι δεν συμβαίνουν όλα αυτά τα μακάβρια, αλλά σημασία έχει το πώς τα προσλαμβάνει ο θεατής.

Αυτός ο δύσμοιρος μοιάζει σαν τον πρωτάρη καπνιστή, που στην αρχή πνίγεται και σολογανιάζει και ανακατώνεται, αλλά όσο περνάνε οι μέρες τόσο το συνηθίζει μέχρι που και το γλυκαίνεται. Στο τέλος το’ χει απόλυτη ανάγκη και στην κυριολεξία κρέμεται (εξ-αρτάται) από αυτό.

Κατά παρόμοιο τρόπο η κακή και η αποτρόπαια είδηση γίνεται προϊόντος του χρόνου ένα κοινωνικό ναρκωτικό που πάνω του θησαυρίζουν οι ναρκοπώλες-καλανάρχες και λοιποί επιτετραμμένοι των μέσων, οι οποίοι έχουν αντιληφθεί ότι η είδηση πρέπει να στάζει αίμα και ότι μια καλή είδηση και ένα ήπιο ύφος δεν «πουλάνε».

Η σχέση είναι μοιραία. Ο «πομπός» επενδύει πάνω στον «δέκτη» και προσπαθεί να εξασφαλίσει την αυξημένη ζήτηση. Τα συμφέροντα της επικοινωνίας έχουν γίνει παγκοσμίως τεράστια.

Σε αυτό το παραθέατρο των ακατάλληλων εικόνων υπάρχει δυστυχώς και μια εξ ίσου σημαντική παράπλευρη απώλεια: η απώλεια του ωραίου, του εύστοχου και του λιτού λόγου.

Ο λόγος γίνεται έτσι ο ελεεινός ρουφιάνος της εικόνας και είναι αναγκασμένος να παραπαίει, να ταυτολογεί, να ασυντακτεί, να επαναλαμβάνει και να φλυαρεί όσες ώρες συνοδεύει τα βίντεα της φρίκης.

Είναι γελοίες οι ερωταποκρίσεις της περιγραφής των πυρκαγιών όπως αυτές που βιώσαμε πρόσφατα, όπως αξιοθρήνητες είναι και οι πιεστικές συνεντεύξεις μετά από μεγάλο σεισμό, όπου οι δημοσιογράφοι προς χάριν του ρεπορτάζ ξεθάβουν όλους τους σεισμολόγους και τους βάζουν να μαντέψουν -επιστήμονες άνθρωποι- σαν την Πυθία αν πρόκειται για κύριο σεισμό ή για προσεισμό.

Και για να γυρίσουμε στην αρχή του άρθρου, τα ίδια γίνονται και στον κινηματογράφο. Υπάρχει σήμερα μια σκηνοθετική σχολή που -στον αντίποδα της αρχαίας τραγωδίας- θέλει όλες τις σκηνές της βίας ωμές και αιμοστάλακτες.

Αυτή η «τεχνοτροπία» σε συνδυασμό με το μπούλιν και τα ήθη των μέσων μαζικής ενημέρωσης έχουν σιγά-σιγά και μεθοδικά εξαρτήσει τον άνθρωπο από τον φόβο και τη βία, και τον έχουν μεταλλάξει σε ανελεύθερο πολίτη, που σημαίνει -με πολιτικούς όρους- σε πολίτη δεύτερης, και ίσως και τρίτης, κατηγορίας.

 

Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017 14:26

Δεν έτυχε, έτυχε!

 

Εκειδά που κάθεσαι και σκέφτεσαι «τι να γράψω αυτή τη βδομάδα», νά σου κι έρχεται -ακάλεστη και αγενής- η επικαιρότητα και σου γαργαλάει τη γραφίδα.

Ήταν μια στενάχωρη, μια πικρή εβδομάδα για τα ήθη. Τέθηκαν όλα υπό αμφισβήτηση και υπό απηνή διωγμό: σύμβολα, προσευχές, σημαίες, αριστείες, και ήταν λογικό να προκαλέσουν θύελλα αντιδράσεων.

Την ίδια στιγμή στην αντίχθονα Ιαπωνία, πλήθος κόσμου συνέρρεε στο ετήσιο (6/8) προσκύνημα εις αιώνια μνήμη του πυρηνικού ολοκαυτώματος της Χιροσίμας. Δυο διαφορετικοί κόσμοι: ο ένας κόσμιος και ευγενής που δεν ξεχνάει και που θέλει να χτίσει την πατρίδα του με τα υλικά της ιστορίας του, και ο άλλος, άφρων που θέλει να γκρεμίσει όσα σπουδαία έχτισε επί αιώνες.

Για να γκρεμίσεις όμως ένα σπίτι που «πιστεύεις» ότι σε ενοχλεί στατικά, οικονομικά και αισθητικά, πρέπει να έχεις προαποφασίσει (κατά το πυθαγόρειο «λόγισαι προ έργου») πώς θα είναι το καινούριο που θα χτίσεις.

Δεν μπορεί να αφήνονται όλα στην τύχη και στην κλήρωση. Άλλο το «πέτυχε» και άλλο το «έτυχε».

Αν και οι δύο λέξεις αλληλοσυγχέονται στην αρχαία γλώσσα, ωστόσο η επικρατούσα έννοια, που διασώθηκε και στη νέα, του «επιτυγχάνω» είναι κατορθώνω, χτυπώ στο στόχο και είναι πληρέστερη του «τυγχάνω», που σημαίνει συναντώ κατά τύχη.

Ένα κράτος που προωθεί με νύχια και με δόντια τον τζόγο (επίσημο και μη) σημαίνει ότι έχει θεοποιήσει την τύχη.

Όλα στο όνομα της θεάς Τύχης: τα λαχεία, η δουλειά μας, η ταυτότητά μας, η σημαία μας, οι διεκδικήσεις μας, το μέλλον μας...

Και μπορεί η τύχη να είναι βασικός και αστάθμητος παράγοντας της εξέλιξης και της ίδιας της ζωής, ωστόσο ένας υγιής και φιλοπρόοδος νους θα πρέπει να τη βλέπει πάντα σαν δικαιολογία της ανθρώπινης αδυναμίας και αναβλητικότητας και να προσπαθεί να την εξοβελίσει.

Η επίδοση στα γράμματα, απ’ ό,τι θυμάμαι, συναθροιζόταν πάντα με την επίδοση του ήθους, που αυτή η δεύτερη είναι στην πραγματικότητα η βασική προϋπόθεση της αριστείας. Η «κοσμιωτάτη διαγωγή» ερχόταν να υπομνήσει ότι αυτό που αξιολογούσαμε (κατά τον Πλάτωνα) ήταν πράγματι επιστήμη και όχι πανουργία.

Κανονικά πρέπει  να προστίθεται και η επίδοση στον αθλητισμό, δηλαδή ο σεβασμός προς το ανθρώπινο σώμα, τις λειτουργίες του και τον προορισμό του (κατά τις επιταγές του «αρχαίου πνεύματος αθανάτου») δημιουργώντας ένα πλήρες αξιολογικό τρίπτυχο (μυαλό, σώμα και ψυχή) πάνω στο οποίο μετριέται κάθε άνθρωπος.

Για όλες τώρα αυτές τις μαθητικές αξιολογήσεις υπεύθυνος βάσει μακραίωνης παράδοσης και απόλυτος κριτής, είναι ο δάσκαλος. Η ετυμηγορία του δεν υποκαθίσταται από κανένα άλλο τεχνικό μέσο ή τέχνασμα. Είναι άδικο έως και επικίνδυνο να του αφαιρέσουμε αυτές τις αξιολογικές δραστηριότητες και να τις αναθέσουμε σε συνελεύσεις μαθητών και στη θεά Τύχη.

Από όλη αυτή τη φασαρία του θέματος συνάγεται και το εξής βασικό: Κανείς δεν είναι μέσα σ’ αυτή την κοινωνία που ζούμε ούτε ίδιος αλλά ούτε και ίσος με το διπλανό του. Απλά πρέπει να γίνει φίλος και ανταγωνιστής με βάση τις υψηλές ανθρωπιστικές αξίες, και από την άλλη το κράτος να του παρέχει θεσμική ισότητα ανάδειξης και υπεροχής.

Ο κανόνας αυτός ισχύει (με κάποιες μικρές κατανοήσιμες εξαιρέσεις) και για τα δύο φύλα, την αξία και τον πρωτογενή ρόλο των οποίων προσπαθούν σήμερα όλοι οι «προοδευτικοί» να αποδομήσουν με θεσμικά εξαμβλώματα.

Το διαχρονικό ελληνικό ιδεώδες βασίστηκε ανέκαθεν στους δίκαιους (δηλαδή τους αμυντικούς) πολέμους, στην υπακοή στους νόμους της πολιτείας και στην ευγενή άμιλλα (εκ του «άμα» δηλαδή του μαζί και συγχρόνως αγωνίζεσθαι).

Χωρίς αυτή την άμιλλα δεν θα είχαμε στο πλούσιο ενεργητικό μας αθλητικές επιδόσεις, κοινωνικές κατακτήσεις και ανώτερες πνευματικές αναζητήσεις.

Αυτό που πληρώνει σήμερα η Ελλάδα, όσο και να φαίνεται περίεργο, είναι τα επίχειρα του «προοδευτισμού», και ένα είναι βέβαιο:

Άμα ακούσεις, μέσα σ’ αυτή τη σύγχυση των εννοιών και των ιδεολογημάτων, να έρχονται «προοδευτικοί», καλύτερα να κουμπώνεσαι!...

 

 

Τρίτη, 12 Σεπτεμβρίου 2017 12:45

Η σαγήνη του λάθους

Λέγαμε τις προάλλες για τα συγγνωστά και ασύγγνωστα λάθη της γλώσσας και στον προφορικό και στο γραπτό λόγο, και θα πρέπει δυστυχώς να ομολογήσουμε ότι το λάθος στο διάβα του χρόνου είναι ισχυρότερο από το ορθό και το καλλιεπές.

Το «λάθος», εκ του λανθάνω και του αρχαιότερου τύπου «λήθω», σημαίνει αυτό που μένει απαρατήρητο και το ξεχνάμε, και όμως στην πραγματικότητα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Είναι αυτό που σαγηνεύει, που πιάνει δηλαδή στα δίχτυα του (σαγήνη είναι το δίχτυ) το α-ληθές.

Για του λόγου το αληθές η νεοελληνική γραμματεία και ο καθημερινός λόγος έχουν να μας δώσουν πλείστα όσα παραδείγματα.

Ακούμε κάθε μέρα: «έχω την πληροφόρηση ότι...» που σημαίνει «έχω την πληροφορία» και όχι τη διαδικασία της παραγωγής της πληροφορίας.

Λέμε «μεριμνώ και τυρβάζω περί πολλά», εκ του ευαγγελικού, όμως δεν υπάρχει «τυρβάζω». Το ρήμα είναι τυρβάζομαι. Το β΄ πρόσωπο του μέσου ενεστώτα προφανώς έχει προκαλέσει τη σύγχυση.

Βάζουμε βαρβαροφώνως το «πλέον» στην αρχή της πρότασης, και λέμε «αφορά εις τον πολιτισμό», εμπρόθετο που υποστηρίζεται και από επιφανείς γλωσσολόγους.

Οι έντεκα στους δέκα Έλληνες χρησιμοποιούν τη λέξη «ποσόστωση» με την έννοια της ποσοστιαίας σχέσης, αντί της ορθής, δηλαδή της επιβολής ποσοτικών περιορισμών στις εισαγωγές προϊόντων.

Λέμε «αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα», ότι δηλαδή τα ταλαιπωρούν, και δεν πάει κανενός ο νους ότι σημαίνει ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή ότι τα εκπαιδεύουν!

Προφέρουμε ελληνοπρεπώς και εσφαλμένα αγγλικές λέξεις, όπως το «leasing» που το προφέρουμε «λίζιν» και το «γκράφιτι» αντί του ορθού «γκραφίτι» (για τα οποία «graffiti των τοίχων» έχει γράψει ένα περισπούδαστο ποιητικό έργο ο πρόσφατα αποδημήσας Σάμιος λογοτέχνης και εκπαιδευτικός Αρ. Βουγιούκας).

Στη Σάμο παρατονίζουμε και λέμε «Βαθύλλο» το γνωστό αθλητικό σωματείο, ενώ είναι γνωστό ότι ο αρχαίος ωραίος έφηβος μουσικός και ερωμένος του Πολυκράτη λεγόταν «Βάθυλλος».

Πολλά λάθη ωστόσο ξεκινάνε και πολιτογραφούνται από την ποίηση, όσο κι αν φαίνεται παράξενο.

Οι ποιητές, άλλοτε δεν είναι πλήρως εγγράμματοι και άλλοτε αδιαφορούν προκλητικά για τη γραμματική και την ορθοσυνταξία.

Ένα ωραίο ποίημα του Καβάφη, λόγου χάριν, με τολμηρό και βαθύ ηδονιστικό νόημα, πλην άτεχνο μορφολογικά, έχει τον γραμματικά λανθασμένο τίτλο «Επέστρεφε» ( εννοώντας προστακτική).

«Επέστρεφε συχνά και παίρνε με

αγαπημένη αίσθησις

όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη ....».

Τα ίδια και χειρότερα κάνει στην ποίησή του και ο εθνικός μας ποιητής Διον. Σολωμός. Αλλάζει τύπους, καταστρέφει και συντέμνει μόρια, προθέσεις και άρθρα χάριν του μέτρου (που δεν το πετυχαίνει και πάντοτε) και βέβαια έχει το ελαφρυντικό ότι είναι ποιητής και ότι στα χρόνια του διαμορφώνεται δια πυρός και σιδήρου η νεοελληνική γλώσσα.

Στην 5η στροφή του «Ύμνου εις την Ελευθερίαν» λέει:

«περασμένα μεγαλεία

και διηγώντας τα να κλαις».

Το «διηγώντας» είναι ανυπόστατο και μεγάλο λάθος της γραμματικής, που όμως έχει μείνει στην ιστορία.

Στον «Κρητικό» αλλάζει λέξεις. «Βρόντημα» λέξη δεν υπάρχει, ούτε και «την αδελφή μου ατίμησαν». Η λέξη είναι «ατίμασαν» εκ του «ατιμάζω».

Τα ίδια και στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους». «Ευτυχισμός» λέξη δεν υπάρχει και ούτε δικαιολογείται η κατασκευή της.

Κάπου γράφει «μακριά σέρνει λαλιά, σαν το πεσούμενο άστρο». Το πεσούμενο είναι όμορφη και εύηχη λέξη, που όμως είναι λανθασμένη.

Η ανάγκη του μέτρου τον υποχρεώνει να παραποιήσει και να συντμήσει λέξεις.

Λέει στον «Κρητικό»:

«Κι’ ανεί τς αγκάλες μ’έρωτα και με ταπεινοσύνη»,

και στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους»:

«Εξ’(!) αναβρύζει κι η ζωή σ’ γη (!), σ’ ουρανό, σε κύμα

αλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητό’ ναι κι άσπρο…»

Τι να πούμε! Φαίνεται ότι τα πάντα έγιναν «ποιητική αδεία», και τα καλά και τα κακά του κόσμου. Και τα σωστά και τα λάθη…

 

 

Τρίτη, 05 Σεπτεμβρίου 2017 13:05

Ο βαθμός του πολιτισμού

 

Σπαράζει η καρδιά μου κάθε δυο-τρεις μέρες που στρίβω και λισβώνω τα πλαστικά μπουκάλια και τα πετάω μαζί με τα λοιπά απορρίμματα, να πάρουν την άγουσα για τη χωματερή.

Άσχετα με το πόσο καλλιεργημένος είμαι εγώ, την υποχρεωτική οικολογική κατεύθυνση θα πρέπει και να μου την διδάξει και να μου τη δώσει το κράτος.

Όλα τα προηγμένα κράτη του κόσμου έχουν από ετών αντιληφθεί το μέγεθος του προβλήματος και έχουν πάρει μέτρα.

Εμείς, επειδή προφανώς δεν θεωρούμε άμεσα παραγωγικές τις επενδύσεις στη διαχείριση των απορριμμάτων αλλά κυρίως επειδή έχουμε σοβαρό έλλειμμα παιδείας (από το οποίο κινδυνεύει πάσα δημοκρατία, όπως λέει σε πρόσφατη συνέντευξή του, ο καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας και διευθυντής του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του Χάρβαρντ, Γκρέγκορι Ναζ) και οικολογικής ευαισθησίας, αναβάλλουμε συνεχώς, υποχρεώνοντας το ευρωπαϊκό Διευθυντήριο να μας καταλογίζει πρόστιμα.

Εκατοντάδες παράνομες και ανεξέλεγκτες χωματερές συνεχίζουν απτόητες να λειτουργούν και η ανακύκλωση και κομποστοποίηση στις ελάχιστες μονάδες που υπάρχουν, βρίσκεται ακόμα γύρω στο 20%.

Αναβάλλουμε και περιμένουμε τις λύσεις εξ ουρανού. Οι αρχαίοι που είχαν λέξεις για κάθε έννοια, υπαρκτή έως και ανύπαρκτη, έλεγαν αυτούς που χασομερούν και κατατρίβουν άσκοπα τον καιρό τους χωρίς να δρομολογούν τις υποχρεώσεις τους, «τριψημηρούντες», εκ του τρίβω την ημέρα μου. Ήξεραν φαίνεται τι απόγονοι τούς περιμένουν...

Αφού λοιπόν το κράτος δεν έχει σκοπό να ασχοληθεί σοβαρά με την τύχη των στερεών και των υγρών λυμάτων του τόπου, τι μπορούμε να κάνουμε εμείς σαν πολίτες;

Είναι γεγονός ότι ο σημερινός καταναλωτισμός δεν μπορεί να συγκριθεί με τη λιτή εποχή του ’60, τότε που έμπαινε στη ζωή μας το πλαστικό, ωστόσο υπάρχουν ακόμα μικρές αλλά σοφές καθημερινές κινήσεις.

Να προτιμάμε οικολογικές συσκευασίες (γυάλινα μπουκάλια και χάρτινες σακούλες και φιάλες).

Να προτιμούμε παιδικά παιχνίδια που δεν έχουν την ενεργειακή ανάγκη της ξηρής μπαταρίας.

Αν έχουμε κότες και κήπο, να τις ταΐζουμε με τα αποφάγια μας και τα ξεβοτανίσματα του κήπου.

Αν έχουμε κρεβατίνες και φούρνο της αυλής, μπορούμε τις κλαδεμένες κληματόβεργες του Φλεβάρη, αντί να τις καίμε στο ύπαιθρο, να τις φυλάμε σε ματσάκια για το άναμμα του φούρνου.

Απλές πράξεις οικονομίας με την ευρεία έννοια (εκ του νέμω, δηλαδή κυβερνώ, τον οίκο μου).

Να αφήσουμε δε και την περίπτωση κατά την οποία η κατάλληλη επεξεργασία των λυμάτων μας, μπορεί να γίνει για το κράτος και τους Δήμους ανέλπιστη πηγή ενέργειας, που τόσο μας λείπει.

Μέχρι τότε υπάρχουν και άλλες λύσεις. Η Αυστραλία εδώ και είκοσι χρόνια μαζεύει και κομποστοποιεί τα κλαδέματα ιδιωτικών και δημοσίων χώρων και πωλεί το παραγόμενο μίγμα σε πολύ μικρές τιμές στους ενδιαφερόμενους ιδιώτες.

Εμείς στη Σάμο συγκεκριμένα, όχι μόνο δεν μπορούμε να διανοηθούμε εναλλακτικές λύσεις, αλλά και βάζουμε με την αφροντισιά μας, σε κίνδυνο τα όμορφα δάση μας. Σχεδόν κάθε χρόνο αρχίζει και μια πυρκαγιά με αυτανάφλεξη από τον χώρο της χωματερής. Έλεος!

Ο βαθμός του πολιτισμού κάποτε, όπως μας έλεγαν στα σχολεία, μετριόταν από το πόσο σαπούνι ξοδεύαμε.

Σήμερα έχουμε μπει σε επόμενη «πίστα». Ο βαθμός του πολιτισμού μας, και ταυτόχρονα της σοφίας μας, βγαίνει από το τι κάνουμε με τα σκουπίδια μας...

 

 

 

 

Τρίτη, 29 Αυγούστου 2017 13:05

Ο εχθρός του λαού

Παρά τη συστατική ουσία και την καταγωγή των συστημάτων πολιτικής διακυβέρνησης, παρατηρείται το εξής παράδοξο: Κατά καιρούς μοναρχίες να νοιάζονται και να ευεργετούν το λαό, και εκλεγμένες δημοκρατίες να γίνονται ο χειρότερός του εφιάλτης.

Το χειρότερο μάλιστα είναι ότι βλέπουμε αυτή την αποτρόπαιη σχέση ανεξάρτητα από τις κοινωνικές διακηρύξεις των κομμάτων που ανεβαίνουν στην εξουσία.

Υπάρχουν πολλοί λόγοι, αλλά οι βασικοί είναι δύο: η αλαζονεία της εξουσίας και η αμοιβαία έλλειψη εμπιστοσύνης ανάμεσα σ’ αυτή και στο λαό απ’ τον οποίο κατάγεται.

Το άρθρο αυτό -ήδη γραμμένο- ήρθε προχθές να επιβεβαιώσει πανηγυρικά το αποτέλεσμα μιας διεθνούς δημοσκόπησης ανάμεσα στα κράτη-μέλη του ΟΟΣΑ, που δίνει στην Ελλάδα το αναιμικό ποσοστό εμπιστοσύνης στο 13%(!).

Κάθε μέρα που περνάει, χαλκεύεται αυτή η σχέση με τα μέτρα και τις αντιδράσεις.

Εξαγγέλθηκε λ.χ. η κατά προτεραιότητα υποχρέωση εγκατάστασης POS στις κατηγορίες επαγγελματιών «υψηλής φορολογικής παραβατικότητας». Το κράτος δηλαδή, αντί με τα μέτρα του να νουθετήσει και να ασκήσει μια πολιτική παιδαγωγική, ξεχωρίζει τόσο μικρόψυχα τους πολίτες εκ προοιμίου σε μεγάλους κλέφτες και μικρούς, μικρούς που εκ των πραγμάτων δεν έχουν άλλη επιλογή παρά να μοιάσουν στους μεγάλους...

Χθες άκουσα ότι επιβάλλεται τραπεζική προμήθεια στην περίπτωση πληρωμής φόρων τοις μετρητοίς, με σκοπό να κυνηγηθεί το ελάχιστο ακόμα και άδηλο χρήμα σε παραδοσιακή μορφή.

Ένα άλλο επίσης, που ήρθαν ευτυχώς τα δικαστήρια να το ξεσκεπάσουν: το κράτος σιγά-σιγά όλα αυτά τα χρόνια και μεταθέτοντας τις βασικές (ελεγκτικές) του υποχρεώσεις στις ελληνικότερες καλένδες, αύξησε τα όρια της δημοσιονομικής παραγραφής από τα πέντε χρόνια στα έντεκα! Τώρα καλείται να τα επαναφέρει στα πέντε, και βέβαια δυστροπεί.

Τρομάζει την κυβέρνηση το ποιος θα δικάζει.

Τρομάζει την κυβέρνηση το ποιος θα κατευθύνει τον δημόσιο λόγο.

Είναι φανερό ότι δεν εμπιστεύεται -που θα έπρεπε απεναντίας να επιζητεί- τον αντίπαλο και κυρίως την αντίπαλη ιδέα. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι φίλος (-η) με το λαό αλλά εχθρός του.

Και για όσους θεωρούν την κρίση υπερβολική, θα θυμίσουμε:

Τι είναι μια κυβέρνηση που επιβάλλει φόρο σε άνεργους με μηδενικά εισοδήματα;

Που θέτει, μετά από 97 χρόνια προστασίας, τον αγρότη υπό διωγμόν;

Που εγκαταλείπει και ταυτόχρονα υπερφορολογεί την παραμεθόριο;

Που αφήνει χιλιάδες νήπια έξω από την πρωτοβάθμια εκπαίδευση;

Που έχει αφηνιάσει να περικόπτει στοιχειώδη επιδόματα και επιδοτήσεις (ΕΚΑΣ, ανάπηροι, πολύτεκνοι...);

Είχε πει κάποτε ο φιλόδοξος και μοιραίος Λουδοβίκος ΙΔ της Γαλλίας (1638-1715), την περίφημη φράση «Το κράτος είμαι εγώ» (L’etat c’est moi), και -ω! του θαύματος- όλες σχεδόν οι σύγχρονες υβριδικές (εκ του «υβρίζω»...) κοινοβουλευτικές δημοκρατίες έχουν κάνει αυτή τη λουδοβίκεια ρήση, έμβλημά τους και μόνιμη επιδίωξη.

Και νά που θα έρθουμε πάλι στη μόνιμη (πολλοί λένε και βαρετή...) επωδό τής προγονολατρίας. Το έμβλημα της αρχαίας αθηναϊκής δημοκρατίας ήταν ακριβώς το αντίθετο: «L’etat c’est toi», που σημαίνει: «Το πραγματικό κράτος είσαι εσύ καλέ μου πολίτη με τα βάσανά σου, τα όνειρά σου και τα “θέλω” σου. Σε σένα θα δίνω λόγο κάθε λίγο και λιγάκι, και άμα με βαρεθείς ή με φοβάσαι, γράψε το όνομά μου στο κεραμίδι και διώξε με!». (Τότε βέβαια που το να στερηθείς την πατρίδα σου, αντί τις καταθέσεις σου, ήταν ακόμα όνειδος και ανείπωτη δυστυχία).

Σήμερα ο λαός μουγγός (ή μουγκός, ακόμα δεν έχει διευκρινισθεί) βλέπει την παρέλαση των μέτρων και καλείται να κάνει πέτρα την καρδιά του.

Εξ άλλου, τι είναι ο λαός; Ένας σωρός από πέτρες.

Λαός, εκ του «λάας», και λάας η πέτρα…

 

 

 

 

Τρίτη, 01 Αυγούστου 2017 14:31

Η αλλαγή του κόσμου

Όσοι γράφουν δημόσια, προτείνουν και ασκούν κριτική, δηλαδή όσοι ασχολούνται με τη σοβαρή δημοσιογραφία, αλλά και όλοι γενικά που καταπιάνονται με τη λογοτεχνία, έχουν μια υποσυνείδητη επιθυμία, μαζί με το να προβληθούν, να αλλάξουν και τον κόσμο. Να μετακινήσουν τα λεγόμενα κακώς κείμενα, που δεν θα πάψουν ποτέ να δεσπόζουν στον κόσμο και στη ζωή μας.

Θυμάμαι με την ευκαιρία έναν κοσμογονικό μύθο των Εσκιμώων που λέει ότι «ο ουρανός στηρίζεται πάνω στα ψηλά βουνά και η γη πάνω σε στύλους που στέκουν σκουριασμένοι και σε άθλια κατάσταση»!

Και εδώ γεννάται το μεγάλο φιλοσοφικό ερώτημα, που όπως θα δούμε παρακάτω, έχει και Επικούρεια καταγωγή: «Να προσπαθεί κανείς ν’ αλλάξει τον κόσμο ή να κάθεται στ’ αβγά του;»

Είναι πράγματι πολλοί που πρεσβεύουν και το δηλώνουν σήμερα ότι «δεν αλλάζει ο κόσμος και καλό είναι να τον αποδέχεται κανείς όπως είναι και να συμβαδίζει με τα προβλήματά του και τις παθογένειές του».

Το δίλημμα έχει τεράστια πολιτική και κοινωνική σημασία.

Καταρχάς η αλλαγή είναι στοιχείο της ίδιας της ζωής και της κοσμογονίας. Η αέναη πάλη και η ατέρμονη σύγκρουση των εν αντιθέσει στοιχείων και της φυσικής και της ηθικής, προσδιορίζει μέχρι σήμερα την εξέλιξη και των ειδών και της ανθρωπότητας.

Εξ άλλου, δημοκρατία σημαίνει (όπως εναργέστατα και αποκλειστικά παρουσιάζει ο Θουκυδίδης δια στόματος Περικλή στον περίφημο «Επιτάφιο») ενεργό συμμετοχή του κάθε, μα του κάθε, πολίτη στα κοινά της πόλης, και με σημερινούς όρους στα κοινά του κράτους.

Η σοβαρότερη φιλοσοφική αντίδραση σ’ αυτό το αυτονόητο κοινωνικό αξίωμα προήλθε από τις δοξασίες και τη διδασκαλία του Επίκουρου.

Ο διακεκριμένος αυτός «γενικός» φιλόσοφος (341-270 π.Χ.) προσπάθησε, όπως και άλλοι προκάτοχοί του, να διατυπώσει σύστημα γενικής φιλοσοφίας με τον συγκερασμό σπουδαίων απόψεων, ξεκινώντας από τη Δημοκρίτεια φυσική και φτάνοντας στη στωική ηθική του Ζήνωνα του Κιτιέα. Μάλιστα με κάποιες δοξασίες του σχετικά με την αθεΐα, την επιδίωξη της ύψιστης ηδονής και την αγέρωχη αντιμετώπιση του θανάτου, συνεχίζει μέχρι σήμερα να έχει φανατικούς θιασώτες.

Ειδικά, στην «προς Μενηκαίον» επιστολή αναφέρεται στην πολιτική ζωή του ατόμου. Λέει δηλαδή ότι, εφόσον ο ιδιώτης ζει σε μεγαλύτερη ησυχία (που είναι το επικούρειο ζητούμενο της ευδαιμονίας) από τον πολιτικό, τότε είναι προτιμότερο το «αφανώς ιδιωτεύειν», δηλαδή το πολυσυζητημένο «λάθε βιώσας», που σημαίνει να ζει κανείς απαρατήρητος.

Για κάποιους αυτή η άποψη είναι ακραία και ναρκοθετεί τα θεμέλια της δημόσιας ζωής και της δημοκρατίας.

Όποιος θέλει να δει συνοπτικά τις αντιρρήσεις σ’ αυτό το επικούρειο θεώρημα είναι χρήσιμο να διαβάσει το μικρό και περιληπτικό έργο του Πλουτάρχου με τον τίτλο «Ει καλώς είρηται το λάθε βιώσας» (δηλαδή εάν έχει λεχθεί καλώς, και ισχύει, το λάθε βιώσας του Επίκουρου).

Αυτή η ρήση, κατά τον Πλούταρχο, αντιστρατεύεται την έννοια του φωτός (εξ άλλου «φως-τός» καλείται στην αρχαία γλώσσα και ο άνθρωπος), την έννοια της γένεσης και της φθοράς και απομακρύνει τον άνθρωπο από την κοινωνική συμμετοχή, από τα καλά και ωφέλιμα έργα και από την έγνοια του για το πού πάει αυτός ο κόσμος.

Είναι χαρακτηριστικός ο αφορισμός του σοφού Χαιρωνειέα ότι «η αφάνεια είναι το κολαστήριο των κακώς βιωσάντων»! 

Τρίτη, 25 Ιουλίου 2017 14:42

Η ρητορεία της πολιτικής

Στις πρόσφατες μαραθώνιες διαπραγματεύσεις για την εκταμίευση της δόσης και τη ρύθμιση του ελληνικού ζητήματος είχαμε την «τύχη» να απολαύσουμε -για μια ακόμα φορά- την πολιτική ρητορεία σε όλο της το «μεγαλείο», τόσο από τους Έλληνες διαπραγματευτές, αλλά όσο και από τους Εσπερίους ομολόγους τους.

Τι σημαίνει όμως ρητορεία;

Η ανάγκη να πείσει ο άνθρωπος δια λόγων τους ακροατές του, επειδή προφανώς δεν έχει να τους παρουσιάσει έργα, γέννησε τη ρητορική, παλιά τέχνη που ξεκίνησε από τον Σικελό Κόρακα και τελειοποιήθηκε από τον συμπατριώτη του Γοργία.

Οι πέντε αρετές της ρητορικής τέχνης, όπως μας τις προσδιόρισαν οι αρχαίοι, είναι

η χάρις

το μέγεθος

ο αστεϊσμός

η πανουργία και

η οικονομία

αρετές που ίσχυσαν και στους πανηγυρικούς ρητορικούς λόγους και στους δικανικούς.

Όλοι οι ρήτορες προσπάθησαν να καλλωπίσουν τον λόγο, κάποιοι μάλιστα τον στόλιζαν με εξεζητημένους λεκτικούς διακόσμους, τους λεγομένους «ληκύθους» (!) -φαινόμενο που παρατηρείται σε κάθε τέχνη που αρέσκεται να εκφυλίζεται- ωστόσο ήταν αναγκαίο να τηρούνται κάποιοι κανόνες και κάποιοι χρόνοι, δεδομένου ότι όλες οι επίσημες ομιλίες έπρεπε να τερματιστούν πριν εξαντληθεί το «ύδωρ» της κλεψύδρας.

Έτσι, ο Ισοκράτης (και συμφωνεί μαζί του και ο Αριστοτέλης) θεωρεί ως βασικές τρεις πτυχές της ρητορικής: την ιδέα του λόγου (το θέμα όπως θα λέγαμε), τη διάταξη και τη διατύπωση.

Εκεί όμως που βρήκε η ρητορική όλα τα αρνητικά της προσόντα ήταν η πολιτική ρητορεία, η ρητορεία που συνεχίζει να κινείται απαρέγκλιτα πάνω σε τρεις άξονες:

- το ψεύδος

- τον ασαφή βερμπαλισμό και

- την αναίσχυντη υποσχεσιολογία.

Το ψεύδος είναι η ιερή βίβλος της πολιτικής. Είναι προκλητικό, απαιτεί εγρήγορση και τεχνικές δεξιότητες και δεν πλήττει σαν την αλήθεια. Είναι το στοιχείο που συντηρεί μάχιμη και υποτίθεται πιο ανθρώπινη (!) την εικόνα του ψευδόμενου πολιτικού.

Το δεύτερο στοιχείο είναι ο ασαφής και εσκεμμένος βερμπαλισμός. Βλέπουμε σήμερα και επί σειρά ετών να συνεχίζονται διαπραγματεύσεις στολισμένες με ανούσιες και κενές λέξεις του επισήμου πρωτοκόλλου που δεν λένε και δεν εννοούν τίποτα απολύτως.

Το τρίτο στοιχείο είναι η αναίσχυντη υποσχεσιολογία παρά την αδήριτη πραγματικότητα που δεν της επιτρέπει να επαληθευτεί, σε συνδυασμό (τώρα τελευταία) με την κωλοτούμπα και με αυτό που θα το λέγαμε «ειπαξειπαλογία».

Στα τρία αυτά στοιχεία θα πρέπει να προσθέσουμε και τη διαστρέβλωση των γραμματικών εννοιών (π.χ. η βιωσιμότητα του χρέους που την ακούμε εκατοντάδες φορές κάθε μέρα και που σημαίνει ακριβώς το αντίθετο) και η δόλια επινόηση αρκτικόλεξων και τίτλων υπουργείων και δημοσίων υπηρεσιών, όπως λ.χ. το «υπουργείο ηλεκτρονικής διακυβέρνησης».

Σκεφτείτε τι γέλια κάνουν οι Εσθονοί (!...)*, που αποφάσισαν να εξαφανίσουν το χαρτί, όταν μας βλέπουν να προσκομίζουμε ως δικαιολογητικό φωτοτυπία της ταυτότητάς μας!!

Ο σοφός λαός, αυτός που έπλασε τα αποφθέγματα και τις παροιμίες, ο λαός που ξέρει να λέει ένα «ναι» και ένα «όχι» όπου χρειάζεται, είναι δυστυχώς αναγκασμένος σήμερα να παρακολουθεί τον ακατάσχετο πολιτικό βερμπαλισμό και τη μπουρδολογία του τίποτα.

Και μιλάμε για Έλληνες.

Πότε αυτός ο λαός θα ντραπεί επιτέλους να του βάζουν τα γυαλιά οι βάρβαροι της Ευρώπης;...

 

*Η Εσθονία, μια χώρα του «ποτέ» και του «τίποτα», διαπρέπει σήμερα στο ευρωπαϊκό στερέωμα, και δικαιούται να έχει φωνή. Έθεσε πολύ τολμηρά και πρωτοποριακά την ηλεκτρονική τεχνολογία στην εξυπηρέτηση του πολίτη, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να μεταφέρει με ένα πρωτοποριακό αρχείο (το λεγόμενο «πρεσβειακό αρχείο») όλα τα στοιχεία του κράτους εκτός Εσθονίας (!) για τον φόβο ακραίας ηλεκτρονικής απειλής ή επίθεσης από τη γειτονική Ρωσία.

Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017 13:09

Η Χαλιμά

Λέγαμε τις προάλλες για την ηλεκτρονική τεχνολογία και τους ασύμμετρους κινδύνους που γεννά η αλόγιστη και αφιλοσόφητη χρήση της, και νά που δεν σταματούν κάθε λίγο και λιγάκι οι σχετικές ειδήσεις:

Κυβερνοϊοί της απόλυτης καταστροφής. Ακήρυκτοι παγκόσμιοι πόλεμοι του «πυριτίου» (αντί της πυρίτιδας), και οδηγίες του BBC προς τους γονείς του κόσμου να δίνουν μεγαλύτερη προσοχή (πώς άραγε;...) στα χακαρισμένα και ευρέως κυκλοφορούντα παιδικά παιχνίδια του διαδικτύου, όπως π.χ. η «Πέπα το γουρουνάκι» σε σεξουαλικές σκηνές ή προσφιλείς παιδικοί ήρωες σε μια ανεξήγητη κατάθλιψη και απανθρωπία.

Βέβαια πρέπει να ομολογήσουμε ότι πάντα υπήρχαν ηθικοί κίνδυνοι. Απλώς σήμερα είναι μαζικοί, είναι μεταλλαγμένοι -θα λέγαμε «καλοντυμένοι»- και έρχονται με την τεχνολογία μέσα στο σαλόνι μας, φορτικοί και ακάλεστοι.

Τραγικό παράδειγμα η «μπλε φάλαινα» που θέλει να δοκιμάσει με αποτρόπαιες διαδικασίες τις ψυχικές αντοχές των νέων, φτάνοντας οριακά μέχρι και τη διατεταγμένη αυτοκτονία.

Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά. Τέτοια ακραία φαινόμενα είχαμε και στο αρχαίο παρελθόν.

Ο φιλόσοφος της Κυρηναϊκής σχολής, Ηγησίας αποκλήθηκε «Πεισιθάνατος» καθώς έπειθε με ζωηρά επιχειρήματα τους οπαδούς του να αυτοκτονήσουν επειδή, όπως έλεγε, είναι αδύνατο να βρούμε το ύψιστο αγαθό -δηλαδή την τέλεια ηδονή- παρά μόνο στην αναισθησία και συνεπώς στον βίαιο τερματισμό του βίου.

Σ’ αυτές του τις εμμονές είχε, θα λέγαμε, ένα κάποιο φιλοσοφικό υπόβαθρο (όπως και άλλοι μεταγενέστεροι, Σοπενχάουερ κ.ά.) αλλά οπωσδήποτε απευθύνονταν σε ώριμους και αυτεξούσιους ενήλικες και όχι σε κοριτσάκια της προεφηβικής ηλικίας.

Έχουμε πέσει σήμερα, όπως έχει ήδη αποδειχθεί, όλοι μας συνολικά και ο καθένας χωριστά, στην αδυσώπητη «παγίδα της εικόνας», της εικόνας που την οικειοποιήθηκαν όλα τα σύγχρονα μέσα εις βάρος του λόγου.

Η εικόνα απομυθοποιεί και εκχυδαΐζει τη φαντασία.

Η πρόσκτηση της γνώσης (και δεν είναι φρόνιμο να αμφισβητήσουμε τον Πλάτωνα) γίνεται ακουσματικά. Κανένα βιβλίο και κανένα «πλουμάκι» δεν μπόρεσε ποτέ να υποκαταστήσει τη μαγεία της διήγησης και της ζωντανής προφορικής διάλεξης.

Κάποια εκπαιδευτικά συστήματα ανά τον κόσμο που έχουν αντιληφθεί το θέμα, προσπαθούν να περιορίσουν ακόμα και από τις πρώτες τάξεις του σχολείου το βιβλίο.

Προϊόντος του σοφού χρόνου θα μάθουν αυτά τα παιδιά να κρατούν περιληπτικές σημειώσεις (κι αυτό είναι κάτι που οργανώνει και υποβοηθά την αντίληψη), ωστόσο οι γνώσεις μεταδίδονται καλύτερα ακουσματικά και καλείται ο εγκέφαλος -τη απουσία της όρασης- να τις κωδικοποιήσει, να τις πρωτοκολλήσει και να τις επεξεργαστεί.

Ο Βάρναλης στο «Φως που καίει», βάζει τον Μώμο να λέει στον Προμηθέα: «Οι λαοί πιστεύουνε πιότερο τ’ αυτιά τους παρά τα μάτια τους. Πιότερο τη φαντασία παρά την κρίση τους».

Έτσι είναι φκιαγμένος ο άνθρωπος. Να πιστεύει τ’ αυτιά του και να τον τρομάζουν ή να τον προβληματίζουν οι εικόνες.

Γενιές γενεών μεγάλωσαν τα παιδιά (και μαζί τους οι μεγάλοι) με τα παραμύθια, από τον Όμηρο μέχρι και χθες, που ανοίξαμε την τηλεόραση.

Προσωπικά, θα θυμάμαι πάντα με γλυκιά νοσταλγία τα ατέλειωτα παραμύθια της Χαλιμάς από το θείο τον Γιώργη Περρή στα καλύβια του κάμπου με τα καπνοχώραφα, όταν γέμιζαν τ’ αυτιά μας ολοζώντανες εξωτικές εικόνες, την ίδια στιγμή που τα μάτια μας τρέχανε πάνω στις μακριές βελόνες και τρυπούσαν με ακρίβεια και μπελόνιαζαν τα φύλλα του καπνού, μέσα σε κείνα τα παιδικά «ομακοεία» (1) του γκαϊντερμά (2)...

 

(1) «Ομακοείο»: το ακουσματικό διδασκαλείο του Πυθαγόρα στον Κρότωνα.

(2) «Γκαϊντερμάς»: στεγασμένη αυλή καλυβιού.

 

 

 

 

Τρίτη, 11 Ιουλίου 2017 14:36

Μουσική και λόγος

Είχα την τύχη τις προάλλες, ανάμεσα στις τόσες αξιόλογες εκπομπές της κρατικής τηλεόρασης (σε αντίθεση με τη σαβούρα που κυκλοφορεί και αναπαράγεται στα ιδιωτικά κανάλια), να παρακολουθήσω μια συνέντευξη που έδωσαν ο σκηνοθέτης Αιμίλιος Χειλάκης και ο γνωστός μουσικοσυνθέτης Σταμάτης Κραουνάκης στη Λένα Αρώνη, για πληροφορίες και «νύξεις» απάνω στη νέα τους δουλειά, την «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» του Ευριπίδη.

Μεταξύ πολλών άλλων ακούστηκαν και γνώμες και ρήματα κριτικά από δυο ανθρώπους της Τέχνης, ρήματα με επιστημονικό υπόβαθρο και με ιδιαίτερο γνωσιολογικό ενδιαφέρον.

Ελέχθη καταρχάς ότι η απλή Ελλάδα της πενίας και των αδιεξόδων -ιδίως στα μεγάλα αστικά κέντρα- είναι βέβαιο ότι αγαπάει και αναζητά την Τέχνη, όταν μαζεύει κέρμα-κέρμα το εισιτήριο του θεάτρου, μια Τέχνη που όμως δεν αγαπιέται και δεν υποστηρίζεται άνωθεν.

Ένα άλλο που σχολιάστηκε ήταν ότι πολλές φορές η διδάσκουσα υψηλή Τέχνη βάζει αμείλικτα ερωτήματα σε αδικημένους και διερωτώμενους θεατές. Το «πεθαίνω για την Ελλάδα» της Ιφιγένειας, μπορεί με ένα ερωτηματικό να γίνει σήμερα μια κρίση αυτογνωσίας αλλά και ένα μεγάλο κοινωνικό παράπονο: «Πεθαίνω, αλλά για ποια Ελλάδα;»...

Ωστόσο οι δυο συνομιλητές δεν περιορίστηκαν στο να περιγράψουν τη σημερινή πραγματικότητα, αλλά βούτηξαν και στα βαθιά νερά της μουσικής τέχνης.

Ένα σημείο στο οποίο συμφώνησαν οι δύο καλλιτέχνες, προς δόξαν της άκρας, της ύψιστης μουσικής φιλοσοφίας, ήταν το ότι οι ίδιες οι λέξεις του κειμένου είναι από μόνες τους μουσικές, και η μουσική επένδυσή τους είναι μάλλον υποβοηθητική και καλλυντική.

Στα μεγάλα έργα πράγματι (και μεγάλα είναι τα λαϊκά έργα που εκφράζουν τα συναισθήματα του λαού) η μουσική πρέπει να είναι λιτή και να υποχωρεί μπροστά στο σπουδαίο και κυρίαρχο λόγο.

Να θυμηθούμε την ανεπανάληπτη παραδοσιακή μας μουσική, το ρεμπέτικο, αλλά και τους θρησκευτικούς ύμνους που μελοποίησαν οι μεγάλοι βυζαντινοί μελωδοί, ο Ρωμανός, ο Δαμασκηνός, ο Κοσμάς και πολλοί άλλοι στη συνέχεια, οι οποίοι απλώς τόνισαν μουσικά την προσωδία του κειμένου χρησιμοποιώντας τον λεκτικό τονισμό με τους μουσικούς νόμους που ίσχυαν και στην αρχαία εποχή με τα φύσει και θέσει μακρά και βραχέα φωνήεντα.

Τα ίδια ισχύουν, και έτι περισσότερο, στην προσωδιακή απόδοση του κειμένου της τραγωδίας, και του αρχαίου και του νεοελληνικού. Κάθε συλλαβή έχει ένα και μοναδικό ειδικό βάρος και έναν «μουσικό» τόνο μέσα στην απαγγελία.

Κατανοεί κανείς την υπέρτατη αξία του λόγου όταν ακούει έναν χαρισματικό μουσικοσυνθέτη να του δίνει την πρωτοκαθεδρία, και τη μουσική σύνθεση να την κάνει όχημα και θεραπαινίδα αυτού του λόγου.

Κι εδώ ας ακούσουμε τι λέει στο θεωρητικό του σύγγραμμα «Μελόδραμα και δράμα» ο εκ των κορυφαίων μουσουργών όλων των εποχών Ριχάρδος Βάγκνερ:

«Η ύψιστη αρχή του μουσικού είναι η δραματική αλήθεια. Η μουσική δεν πρέπει να είναι (όπως συνηθιζόταν εκείνη την εποχή) απολύτως κυρίαρχος, αλλά οφείλει να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του δράματος, το οποίο είναι ο κύριος σκοπός, ενώ η μουσική είναι το μέσον. Η αληθινή μελωδία είναι η εκπηγάζουσα από τον απαγγελόμενο λόγο και όχι η αφ’ εαυτής υπάρχουσα!»

Καταξιωμένος άνθρωπος της Τέχνης γίνεσαι μόνο όταν κατανοήσεις το σκοπό της και κυρίως τα όριά της...

 

 

Σελίδα 1 από 12
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top