FOLLOW US

Αιολίας Λόγος

Ζητείται η δεύτερη γενιά…

Στα μέσα της δεκαετίας του ’70, κατά τις μεταπτυχιακές μου σπουδές στην Αγγλία, στους «Times» του Λονδίνου, που είχαν ένα αφιέρωμα για την Ελλάδα, μεταξύ άλλων διάβασα ένα αξιόλογο άρθρο για το γιατί η Αθήνα, μια μεγαλούπολη πια τότε, είχε ιδιαίτερα χαμηλή εγκληματικότητα σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις του μεγέθους της. Ως αιτία της μεγέθυνσής της αναφερόταν η μετά το Β΄ Παγκόσμιο αστυφιλία, τότε που η επαρχία μαστιζόταν από ανεργία, κοινωνικοπολιτικές ανασφάλειες και άλλα προβλήματα, κάτοικοι της επαρχίας μαζικά συνέρρεαν στην πρωτεύουσα για επιβίωση και εξεύρεση δουλειάς. Στα έργα, της εκ των πολεμικών καταστροφών ανοικοδόμησής της, ως και εκείνα της επέκτασης του οικιστικού της ιστού. Επίσης, στη βιοτεχνία/βιομηχανία, που δειλά-δειλά αναπτυσσόταν. Αναλυόταν περαιτέρω ότι οι περισσότεροι των ερχομένων στην πρωτεύουσα ήταν εκ των ηττημένων του εμφυλίου, που κατατρέχονταν πολλαπλώς στην επαρχία και έβρισκαν απάγκιο στη μεγαλούπολη.

Η απάντηση τέλος στο επίμαχο θέμα ήταν ότι όλοι αυτοί που χάνονταν στην ανωνυμία του χωνευτηρίου «Αθήνα» ήταν πρώτης γενιάς εσωτερικοί μετανάστες, δεμένοι με στενούς δεσμούς με τη γενέτειρά τους. Τα οποιαδήποτε νέα τους, καλά ή κακά, έφθαναν εκεί. Τούτο αποτελούσε φράγμα αναστολής του καθενός που προσπαθούσε να αποφεύγει το οτιδήποτε ανήθικο ή παραβατικό. Αυτό, στο «τι θα ακουστεί στο χωριό» ή στο «να μη ντροπιαστεί πατέρας, μάνα, κ.ά.» κ.λπ. Συμπερασματικά, οι δεσμοί της πρώτης γενιάς «επαρχιωτοαθηναίων» με τη γενέτειρά τους απέτρεπαν την αύξηση της εγκληματικότητας.

Σήμερα που οι εκπρόσωποι της πρώτης γενιάς έχουν ουσιαστικά εκλείψει, οι δεσμοί της δεύτερης και περισσότερο της τρίτης γενιάς έχουν χαλαρώσει ή και διαρραγεί τελείως. Αυτοί οι ίδιοι δεσμοί που απέτρεπαν τα αρνητικά επιδρούσαν και ιδιαίτερα θετικά. Συγκεκριμένα, οδηγούσαν τους συντοπίτες να συναντώνται σε καθορισμένα αθηναϊκά στέκια, ώστε να μαθαίνουν νέα απ’ το χωριό, ανταλλάσουν πληροφορίες, συνεργάζονται σε δουλειές, κ.λπ. Τέλος, έτσι δημιουργούταν η ανάγκη το ασύντακτο κατά τα πιο πάνω να μετατραπεί σε κάτι το συντεταγμένο, που θα αποτελούσε σημείο αναφοράς τους. Αποτέλεσμα, η ίδρυση των συντοπίτικων παροικιακών συλλόγων. Τούτο αρχίζει μετά τον εμφύλιο και ολοκληρώνεται τέλη δεκαετίας ’70. Σχεδόν κάθε χωριό είχε το δικό του Σύλλογο. Λέω δε για το νησί μας τούτο μετά λόγου γνώσεως ως πρόεδρος των Αντισσαίων της Αθήνας, τέλη του’70 αλλά και μέλος του ΔΣ της ΟΛΣΑ μέσα του’90. Οι σκοποί της ιδρύσεώς τους, πέραν της δημιουργίας επαφών και σύσφιγξης των σχέσεων των συγχωριανών, του συνεορτασμού διαφόρων γεγονότων, γιορτών, οργάνωσης εκδηλώσεων, ομιλιών, κ.ά., είχαν έναν βασικό σκοπό που περιλαμβανόταν στα καταστατικά όλων τους. Να κρατούν δεσμούς με τη γενέτειρά τους και να της προσφέρουν την οποιαδήποτε εντός των δυνατοτήτων τους βοήθεια. Υλική, ηθική, επίλυσης προβλημάτων που λύονταν μόνο στο κλεινόν άστυ τόσο του χωριού όσο και συγχωριανών τους. Οι Σύλλογοι αυτοί μαζικοποιούνταν με πολύμορφες πολιτιστικές δραστηριότητες. Γνώρισαν δε ιδιαίτερη άνθιση στην περίοδο ’70-2000.

Σ’ αυτή, μέλη τους συνολικά ήταν οι της πρώτης γενιάς εσωτερικοί μετανάστες. Στο Σύλλογο έφερναν και τα παιδιά τους στις διάφορες εκδηλώσεις, τα οποία έτσι γινόντουσαν κοινωνοί των σχετικών με τα χωριά της καταγωγής των γονιών τους. Αναμφίβολα, τα παιδιά έκαναν αλληλογνωριμίες και φιλίες, αλλά η σύνδεση μεταξύ τους όπως και με το Σύλλογο δεν ήταν τόσο ισχυρή όσο αυτή των γονιών τους. Τα χρόνια πέρασαν. Οι σκαπανείς της ιδρύσεως και δη της διοικήσεώς τους απομακρύνθηκαν από την ενεργό δράση ή το χειρότερο και έφυγαν απ’ τη ζωή. Τώρα πια που κατά τεκμήριο τους συλλόγους αυτούς πρέπει να πλαισιώνουν και πολύ περισσότερο να διοικούν οι της δεύτερης γενιάς, τα πράγματα δεν είναι και ιδιαίτερα ενθαρρυντικά. Τούτο φαίνεται άμεσα στις διάφορες εκδηλώσεις, όταν ηλικιωμένοι γεμίζουν τις αίθουσες, ως το βλέπει κανείς απ’ τα «μπαμπακιασμένα» κεφάλια τους, ενώ νέοι ατυχώς είναι ελάχιστοι.

Το πράγμα γίνεται πολύ χειρότερο στα της διοίκησης. Υπάρχει απροθυμία νέων να εμπλακούν. Η πλαισίωση των ψηφοδελτίων με νέους πολλές φορές γίνεται με «στράτευση». Συνήθως εκλέγονται στο ΔΣ, αλλά η παραμονή τους σ’ αυτό είναι προσωρινή, αφού μετά τη λήξη της πρώτης θητείας δεν επανέρχονται. Δηλαδή η δεύτερη γενιά που θα έπρεπε να έχει ήδη αναλάβει τη διοίκηση των συλλόγων, με την καθοδήγηση των παλαιοτέρων, είναι απρόθυμη έως αδιάφορη. Μια φορά παρότρυνα το γιο μου να ασχοληθεί με το Σύλλογο. Η απάντησή του ήταν τέτοια που δεν μου άφησε περιθώρια επιμονής. Μου απήντησε πως, πέραν του Λέσβιος, όντας Κρητικός από μητέρα και μεγαλωμένος στην Αθήνα, τα βιώματά του είναι τελείως διαφορετικά απ’ τα δικά μου. Ακόμα ότι οι δεσμοί του με την Άντισσα ως και το χωριό της μητέρας του φυσικά είναι πολύ μικροί συγκριτικά με τους δικούς μας, των γονιών του. Μιλώντας και παροτρύνοντας πολλά παιδιά (δεύτερη γενιά) να ασχοληθούν με τα των συλλόγων τους, οι απαντήσεις τους ήταν σχεδόν οι ίδιες με αυτή του γιου μου.

Πριν κλείσω, θα ήθελα να πω ότι, όπως όλοι οι κανόνες έχουν τις εξαιρέσεις τους που τους ισχυροποιούν, έτσι και στην παρούσα περίπτωση η εξαίρεση λέγεται Σύλλογος Μεσοτοπιτών η «Αναγέννηση». Οι καλοί μου φίλοι, οι Μεσοτοπίτες είναι αξιοθαύμαστοι και αξιέπαινοι πώς τα καταφέρνουν. Πάντως εκεί βλέπεις διαστρωμάτωση ηλικιών στη διοίκηση του Συλλόγου, όπως και στα δρώμενά του. Θέλω να πιστεύω ότι, αν οι άλλοι σύλλογοί μας αντιγράψουν το παράδειγμά τους, θα μακροημερεύσουν σε δεύτερη και γιατί όχι ακόμη και σε τρίτη γενεά.

 

* Ο κ. Τάκης Χαραλ. Ιορδάνης (Ph.D.) είναι πρόεδρος του Συνδέσμου Προβληματισμού & Παρέμβασης για την Ανάπτυξη της Λέσβου «Πιττακός ο Μυτιληναίος», τ. διευθύνων σύμβουλος της Ελληνικής Βιομηχανίας Όπλων, τ. πρόεδρος του Πανελληνίου Συλλ. Μεταλλειολόγων Μηχανικών.

FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top