FOLLOW US

Άρθρο - ανάλυση

Η «διπλωματική περιπέτεια» των νησιών του βορειοανατολικού Αιγαίου 1912 - 1923 (Μέρος Α΄)

Συμπληρώνονται 105 χρόνια από την ένδοξη περίοδο του Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου του 1912 , όταν «φύσηξε ο άνεμος της ελευθερίας» στη βορειανατολική γωνιά του Αιγαίου πελάγους και διαδοχικά απελευθερώθηκαν από τη σκλαβιά, που κράτησε για περίπου τέσσερις και πλέον αιώνες, και κυμάτισε η γαλανόλευκη στα νησιά Λήμνο-Ίμβρο-Θάσο-Σαμοθράκη-Ψαρά-Τένεδο-Ικαρία- Λέσβο και Χίο.

 Στη Μυτιλήνη η γαλανόλευκη υψώθηκε στο Διοικητήριο (σημερινή Γραμματεία Αιγαίου) τις μεταμεσημβρινές ώρες της 8ης Νοεμβρίου, ημέρα Πέμπτη, από άγημα του πολεμικού ναυτικού και διαδοχικά, μετά από ανάπαυλα περίπου ενός μηνός, σ’ όλη τη λεσβιακή γη μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου 1912. Προηγήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου η ήττα του οθωμανικού στρατού στη μάχη του Κλαπάδου από τον ελληνικό στρατό και η παράδοση του νησιού από τον Τούρκο στρατιωτικό διοικητή.

Ενώ στρατιωτικά η απελευθέρωση των νησιών ήταν εύκολη υπόθεση, λόγω έλλειψης σοβαρής αμυντικής θωράκισης εκ μέρους της οθωμανικής αυτοκρατορίας και λόγω της υπεροχής του ελληνικού πολεμικού ναυτικού (πρόσκτηση θωρηκτού «Αβέρωφ»), δεν συνέβηκε το ίδιο με τη νομική κατοχύρωση (De jure ) της ελληνικής κυριαρχίας, που De facto επιβλήθηκε με τα ελληνικά όπλα.

Στην Οθωμανική αυτοκρατορία από το 1908 πολιτικά κυριαρχούσε το κίνημα «Ένωση και Πρόοδος - Ittihat ve Terakkı Cemiyeti», γνωστό και ως κίνημα των Νεότουρκων-Jon Turkler, το οποίο ανάγκασε το 1908 το Σουλτάνο Αβδούλχαμιτ να θέσει σε ισχύ το Σύνταγμα του 1876 (II. Mesrutiyet). Μετά τη λήξη των βαλκανικών πολέμων το 1913, το Κομιτάτο ανέλαβε πλήρως την εξουσία (κυβέρνηση από μέλη του κινήματος με πρωθυπουργό τον Said Halim Pasa) και πέτυχε την ανακατάληψη της Ανατολικής Θράκης, μετά τη ήττα της Βουλγαρίας στον Β΄ Βαλκανικό πόλεμο. Παράλληλα, προσκάλεσε γερμανική στρατιωτική αποστολή με επικεφαλής τον στρατηγό Λίμαν φον Σάντερς για την αναδιοργάνωση του στρατού και παρήγγειλε σε αγγλικά ναυπηγεία το τελειότερο θωρηκτό της εποχής, το «Sultan Osman» μαζί με το θωρηκτό «Resadiye». Στόχος, σύμφωνα με τις δηλώσεις των Τούρκων αξιωματούχων, ήταν η ανακατάληψη των νησιών του ΒΑ Αιγαίου, τα οποία έκριναν ως απαραίτητα για την άμυνα των Στενών και της Ανατολής (Μικράς Ασίας).

 

Τουρκική κωλυσιεργία

Κατά τη σύναψη της Συνθήκης του Λονδίνου (30 Μαΐου 1913), με την οποία τερματίστηκε ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος, η Οθωμανική αυτοκρατορία αρνήθηκε να συζητήσει το θέμα των νησιών και τελικά με τη σύμφωνη γνώμη των συμβαλλόμενων μερών (Βαλκανικά κράτη - Οθωμ. Αυτοκρατορία), με το άρθρο 5, ανέθεσε στις Μεγάλες Δυνάμεις να αποφασίσουν για το καθεστώς των νησιών, πλην της Κρήτης και του Αγίου Όρους. Φάνηκε όμως η πρόθεση των Μεγάλων Δυνάμεων να συνδέσουν το θέμα με το Βορειοηπειρωτικό (δημιουργία αλβανικού κράτους).

Η άρνηση της Τουρκίας να συζητήσει το θέμα συνεχίστηκε και κατά τη σύναψη της Συνθήκης των Αθηνών (14 Νοε 1913), με την οποία τερματίστηκε η εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και Ελλάδος. Άλλα ούτε και στις ξεχωριστές συνθήκες των βαλκανικών κρατών με την Υψηλή Πύλη τέθηκε το θέμα των νησιών. Ήταν πασιφανές ότι η τουρκική πλευρά προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο και να δημιουργήσει τις συνθήκες εκείνες που θα επέτρεπαν την ανακατάληψη των νησιών. Παράλληλα, προετοίμαζε το σχέδιο εκδίωξης των χριστιανικών πληθυσμών από τα εδάφη της με στόχο να πετύχει την εθνική ομοιογένεια.

 

Διπλωματικές ενέργειες της Αθήνας

Στην Αθήνα ήταν έκδηλη η ανησυχία του πρωθυπουργού Βενιζέλου, ο οποίος παράλληλα με την ένταξη των απελευθερωθέντων εδαφών στον εθνικό κορμό (αυξήθηκε το έδαφος κατά 93% και ο πληθυσμός κατά 77%) και την επίλυση των θεμάτων που ανέκυψαν (απαλλοτρίωση τσιφλικιών κ.λπ.), επειγόταν να κλείσει το Νησιωτικό λόγω της επικείμενης απώλειας της ναυτικής υπεροχής στο Αιγαίο. Ο πρωθυπουργός προτιμούσε τις προσωπικές επαφές για τη διευθέτηση των προβλημάτων και για τούτο ξεκίνησε περιοδεία από 6 Ιαν μέχρι 14 Φεβ. 1914 σε Ρώμη, Παρίσι, Λονδίνο, Βερολίνο, Βιέννη, Αγία Πετρούπολη, Βελιγράδι και Βουκουρέστι, με στόχο την προμήθεια πολεμικών σκαφών από την Αγγλία και την πραγματοποίηση ναυτικής επίδειξης στο Αιγαίο από τους Στόλους των Μεγάλων Δυνάμεων σε συνεργασία με το ελληνικό, ώστε να αναγκαστούν οι Τούρκοι να συμβάλουν στην επίλυση του θέματος των Νησιών.

Τα αποτελέσματα ήταν αρνητικά, διότι ούτε υπήρχαν πλοία άμεσα διαθέσιμα και ούτε ήταν διατιθέμενες οι Μεγάλες Δυνάμεις να διακινδυνέψουν τα εμπορικά τους συμφέροντα με το κλείσιμο των Στενών. Με τη λήξη της περιοδείας του Βενιζέλου στις 13 Φεβ. 1914, οι Μεγάλες Δυνάμεις γνωστοποίησαν σε Κωνσταντινούπολη και Αθήνα την απόφασή τους για τα Νησιά. «Όλα τα καταληφθέντα νησιά παραχωρούνται στην Ελλάδα πλην Ίμβρου, Τενέδου και Καστελόριζου, με την προϋπόθεση της εκκένωσης της Βορείου Ηπείρου και του νησιού Σάσων…». Η Βόρειος Ήπειρος το 1913 είχε καταληφθεί από την Ελλάδα και τώρα εκβιαζόμενη αναγκαζόταν να την εγκαταλείψει, προκειμένου να δημιουργηθεί αλβανικό κράτος που εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της Ιταλίας και της Αυστρο-Ουγγαρίας.

Όπως ήταν αναμενόμενο, η τουρκική πλευρά δεν αποδέχθηκε την απόφαση σε αντίθεση με την ελληνική πλευρά και στην προσπάθειά της να κερδίσει χρόνο ο πρωθυπουργός Said Halim Pasa, στις αρχές Μαρτίου 1914, πρότεινε την ανταλλαγή της Χίου και της Λέσβου με τα νησιά Ψαρά-Ικαρία-Λεβίδα-Αστυπάλαια-Κάρπαθο-Κάσο και Σάμο. Η τελευταία είχε κερδίσει μόνη της την αυτονομία και τα Δωδεκάνησα κατέχονταν από την Ιταλία, η οποία αρνιόταν να τα παραχωρήσει. Ο Βενιζέλος απέρριψε την απαράδεκτη πρόταση και αντιπρότεινε “η ελληνική κυριαρχία στα νησιά να μην αμφισβητηθεί και να παραμείνουν Οθωμανοί επίτροποι αντί πρόξενοι», όπως ήταν φυσικό απορρίφτηκε από τη κυβέρνηση των Νεότουρκων.

Τον Απρίλιο του 1914, κατόπιν παράκλησης του Βενιζέλου, η Ρουμανία ανέλαβε πρωτοβουλία για επίλυση του θέματος. Ο Βενιζέλος ζήτησε από την τουρκική πλευρά να προτείνει νησιά ίσης έκτασης, πληθυσμού και εισοδημάτων με τη Χίο-Λέσβο και θα προσπαθούσε να περάσει η ανταλλαγή από το υπουργικό συμβούλιο. Ευτυχώς η πρόταση από την Κωνσταντινούπολη δεν έφθασε ποτέ και η προσπάθεια του Ρουμάνου στρατηγού Κοάντα απέτυχε.

Είναι άξιο διερεύνησης με πόση ευκολία οι κυβερνώντες και εν προκειμένω ο επιτυχημένος πολιτικός Ελευθέριος Βενιζέλος προτείνουν ανταλλαγές εδαφών και πληθυσμών. Μόνη εξήγηση για τον Εθνάρχη Βενιζέλο είναι ότι πιθανόν είχε πληροφόρηση για τον επικείμενο πόλεμο και ήθελε να ευρεθεί η Ελλάδα με λυμένα τα προβλήματα, προκειμένου να ταχθεί στο πλευρό εκείνο που θα τη βοηθούσε να εκπληρώσει τη Μεγάλη Ιδέα.

 

Γερμανική πρωτοβουλία

Την ίδια περίοδο, με την ευκαιρία της διαμονής του Κάιζερ και του Γερμανού καγκελάριου στην Κέρκυρα, ξεκίνησε η γερμανική πρωτοβουλία για την επίλυση του Νησιωτικού. Στο νησί βρέθηκαν και οι Γερμανοί πρέσβεις σε Αθήνα και Κωνσταντινούπολη καθώς και η πολιτειακή και πολιτική ηγεσία της Ελλάδας και ο ΥΠΕΞ Στρέιτ. Η Γερμανία, έχοντας καταστρώσει τα επεκτατικά της σχέδια, θέλησε να μεσολαβήσει με την προοπτική να εντάξει και τις δύο χώρες στη συμμαχία της. Ο Κάιζερ πρότεινε «την αναγνώριση της οθωμανικής επικυριαρχίας» και ο Βενιζέλος υποσχέθηκε να πείσει το υπουργικό συμβούλιο και τη κοινή γνώμη, με την προϋπόθεση να υπογραφεί μεταξύ Ελλάδος και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αμυντική συνθήκη συμμαχίας διάρκειας 5, 10 ή 15 χρόνων, με την οποία θα εγγυόταν οι δύο χώρες τα εδάφη τους στη Βαλκανική.

Η Γερμανία δεν κατάφερε να πείσει την τουρκική κυβέρνηση για την πρόταση, εξάλλου νέα δεδομένα προέκυψαν που χειροτέρεψαν τις σχέσεις των δύο χωρών. Οι Νεότουρκοι έθεσαν σε εφαρμογή το σχέδιό τους (πολλοί ιστορικοί αναφέρουν ότι εμπνευστής ήταν ο Λίμαν φον Σάντερς) για εκδίωξη των Ελλήνων αρχικά από την ανατολική Θράκη και στη συνέχεια από τα Στενά, Σμύρνη, Αϊβαλί, Αδραμύττιο κ.λπ.

Οι πρόσφυγες συνωστίζονταν στα νησιά του Αιγαίου και στα αστικά κέντρα της ηπειρωτικής Ελλάδας και αποτέλεσαν ακόμη ένα πρόβλημα για την ελληνική κυβέρνηση, η οποία, πλέον των αναγκών στέγασης και διατροφής, «φαινόταν ανίκανη» να τους προστατέψει από τη μανία των Τούρκων. Ο αριθμός των εκτοπισθέντων από την ανατολική Θράκη και τη δυτική Μικρά Ασία κατά το λεγόμενο πρώτο διωγμό, σύμφωνα με τις τουρκικές πηγές, ανέρχεται σε 140 χιλ. περίπου. Σύμφωνα με έκθεση του Άγγλου προξένου Σμύρνης, από τη δυτική Μικρά Ασία εκδιώχθηκαν 134 χιλ. Έλληνες και, αν προστεθούν και οι περίπου 60 χιλ. - 70 χιλ. της ανατολικής Θράκης, υπερβαίνουμε τις 200 χιλ.

Εντωμεταξύ, συνεχίστηκε η γερμανική πρωτοβουλία, με την ελληνική πλευρά να συμφωνεί να τεθούν τα νησιά υπό την οθωμανική επικυριαρχία, ενώ η άλλη πλευρά επέμεινε στην κυριαρχία και με ανταλλαγές νησιών με τη Χίο και τη Λέσβο να επιστρέφουν πάντα στην οθωμανική επικράτεια. Στις 19 Μαΐου 1914 και ενώ οι διωγμοί των Ελλήνων συνεχίζονταν, ο Γερμανός πρέσβης στην Πόλη πρότεινε στην ηγεσία των Νεότουρκων να παραμείνει «παγωμένο» το θέμα για πέντε χρόνια. Οι Said Halim, Talat και Cemal Pasa απάντησαν ότι δεν έχει νόημα διότι «μόλις παραληφθούν τα νέα πολεμικά πλοία, οι Έλληνες μόνοι τους θα εγκαταλείψουν τα νησιά».

 

* Ο κ. Στρατής Χαραλάμπους είναι Αντ/γος ε.α., μέλος της «Εταιρείας Λεσβιακών Μελετών».

 

FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top