Πέμπτη, 09 Σεπτεμβρίου 2010 03:43


Ο Απόμακρος Παρνασσός
Γράφει: Μαυραγάνης Ξενοφών
04/02/2010
Δεν μου συνέβη τίποτα την περασμένη Πέμπτη. Ένα κρυολόγημα και κακοδιαθεσία ως εκ τούτου, δεν μου επέτρεψαν να είμαι παρών στη στήλη μου. Γεγονός που ανησύχησε κάποιους φίλους μου. Σε έδιωξαν ή έφυγες; Ούτε το ένα, ούτε το άλλο, μια σημείωση της εφημερίδας για την προσωρινή μου απουσία, που παραλήφθηκε, κανόνας στις ανάλογες περιπτώσεις, δημιούργησε τα ερωτήματα. Ας είναι.
Πριν μερικές μέρες, την προπερασμένη Κυριακή, αν θυμάμαι καλά, ο ΠΑΟΚ, η μεγάλη αγάπη των Μακεδόνων φιλάθλων, κέρδισε με 1-0 τον άλλοτε κραταιό Ολυμπιακό στη έδρα του. Φυσιολογικές εξελίξεις, θα μπορούσε να πει κανείς, μιας αθλητικής (;) διοργάνωσης, που για να είναι αξιόπιστη δεν μπορεί οι νίκες και οι ήττες να έχουν μόνιμους ιδιοκτήτες. Αλλιώς το παιχνίδι θα ήτανε σικέ. Ή μήπως είναι;
Την άφιξη των παικτών του ΠΑΟΚ στο αεροδρόμιο «Μακεδονία» σημάδεψε η παρουσία εκατοντάδων οπαδών, κυρίως νέων, που μαζεύτηκαν μετά τα μεσάνυχτα για να πανηγυρίσουν τη νίκη, να ζητωκραυγάσουν και να επευφημήσουν τους παίκτες για την επιτυχία τους. Δηλαδή δόξαζαν μια ομάδα επαγγελματιών, αδρά αμειβομένων, που έκαναν σωστά τη δουλειά τους. Γιατί, αν δεν απατώμαι, γι’ αυτό ακριβώς αμείβονται. Για να δουλεύουν και να παρέχουν τις υπηρεσίες τους, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Αφού σε αντίθετη περίπτωση, απολύονται, ή εν πάση περιπτώσει διακόπτεται η προσφορά της εργασίας τους.
Μπορεί να λειτούργησε και το σύνδρομο του περίπου ή σχεδόν μόνιμα ηττώμενου επαρχιώτη. Ίσως. Το γεγονός είναι ότι οι άνθρωποι, που γι’ αυτό πληρώνονται, αποθεώθηκαν ως ήρωες εκείνο το βράδυ.
Την ίδια περίπου χρονική στιγμή ανακοινώθηκε πως το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος δόθηκε στο Θεσσαλονικιό Γιάννη Ατζακά, το βραβείο διηγήματος στον επίσης Θεσσαλονικιό Τόλη Νικηφόρου και το βραβείο λογοτεχνικού περιοδικού στο «Εντευκτήριο», πάλι της Θεσσαλονίκης. Η είδηση πέρασε στα ψιλά, ή μάλλον στις καλλιτεχνικές σελίδες των εφημερίδων, που πάλι ψιλά είναι για τους πολλούς, και δεν διαπίστωσα να συγκινείται κανείς απ’ αυτό το γεγονός. Συζητήθηκε ίσως σε κάποιες συντροφιές, το πληροφορήθηκαν οι ποντικοί των βιβλιοπωλείων και των χώρων όπου συχνάζουν άνθρωποι της τέχνης και πλέον ου.
Κι έτσι όπως προχωρούσα, μου φάνηκε πως βρέθηκα στον χώρο υποδοχής ενός μεγάλου αεροδρομίου, όπου κόσμος πολύς με λουλούδια στα χέρια, με τραγούδια και χαρές περίμεναν κάποιους που ώρα με την ώρα θα ‘ρχονταν και θα ‘βγαιναν από την αίθουσα αφίξεων. Κάπως όπως στις προεκλογικές περιόδους που ο λαός, γεμάτος ελπίδες για το αύριο που θα ‘ρθει και θα ‘ναι καλύτερο από το σήμερα και το χτες, περιμένει τους ηγέτες του, τους λατρεμένους δημιουργούς της καινούργιας ζωής και της νέας πορείας.
Ρωτώντας από δω κι από κει έμαθα. Έρχονται, λέει, οι συγγραφείς κι οι ποιητές στεφανωμένοι στον Παρνασσό και τους περίμεναν να τους ζητωκραυγάσουν, να τους επευφημήσουν, να τους ακούσουν ν’ απαγγέλλουν κάτι δικό τους. Μια φράση, ένα στίχο, μια ατάκα.
Τρόμαξα. Είναι δυνατόν; Εδώ ούτε στους νομπελίστες μας τον Ελύτη, το Σεφέρη, δεν έγιναν τέτοιες υποδοχές. Ε, ήταν άλλες εποχές σκέφτηκα, αυτοπαρηγορούμενος. Τώρα ο κόσμος αναγνωρίζει το μόχθο αυτών που δουλεύουν όχι για το κέρδος, αλλά για την ψυχή τους, αυτών που αποτυπώνουν το σήμερα για να το γνωρίσουν αυτοί που έρχονται, που δεν θα έχουν ρίζες και μνήμες, γιατί όλα θα είναι τα ίδια και δεν θα υπάρχουν τα διαφορετικά, δεν θα υπάρχουν κυρίως αυτά που ριζώνουν και βλασταίνουν στο συναίσθημα, στην ψυχή.
Κι όπως τα σκεφτόμουνα αυτά, βγήκα από το πλήθος και βρέθηκα σε μια απέραντη πλατεία, όπου δεν υπήρχαν άνθρωποι, δέντρα ή ζώα, αλλά μόνο μηχανές. Και φώτα, πολλά φώτα, εκτυφλωτικά, εκθαμβωτικά, που δεν σου επέτρεπαν να δεις τίποτα. Μια απέραντη αλάνα μόνο, άψυχη, άνευρη, σχεδόν νεκρή. Τότε κατάλαβα, πως είχα βγει από τον κόσμο των παραισθήσεων, των φαντασιώσεων, των επιθυμιών.
Δεν υπήρξε τίποτα απ’ αυτό που νόμισα ότι είδα, δεν υπήρξαν βραβευμένοι ποιητές, δεν είχαν συγκεντρωθεί θαυμαστές, δεν θα μπορούσαν ποτέ «Τα παιδιά του Παρνασσού» να γίνουν αντικείμενα λατρείας και δόξας από τον ευρύτερο κοινωνικό περίγυρο.

Υ.Γ. Μια ίσως ατελής απάντηση στον παλιό, από Μήθυμνα μεριά, φίλο Δημήτρη Δελήβεη.
Αποστολή με Email Εκτύπωση
Μέγεθος γραμμάτων A A