Ο Μιχάλης Ζούζης σήμερα, 84 ετών πλέον, στην εκδήλωση που παρέθεσε προς τιμήν του η Φωτογραφική Εταιρεία Μυτιλήνης
Ο λόγος σήμερα για έναν Εδεσσαίο φωτογράφο, πολυταξιδεμένο, που πριν 50 χρόνια περίπου αποφάσισε να ζήσει στη Μυτιλήνη και πριν 30 χρόνια να μην ξαναφύγει. Πριν από δύο εβδομάδες, ο Μιχάλης Ζούζης -που το φετινό Απρίλιο θα κλείσει τα 84 του χρόνια- τιμήθηκε από τη Φωτογραφική Εταιρεία Μυτιλήνης σε μια βραδιά αφιερωμένη ειδικά στον ίδιο, που θύμισε σε πολλούς παλιές εικόνες από την πόλη και -όπως ο ίδιος λέει- ήταν η μοναδική μέχρι τώρα τιμή που του έχει γίνει, αφού εκτός των άλλων «δεν του αρέσει να φαίνεται». Σήμερα, το «Ε» τού απονέμει το δικό του φόρο τιμής, σε ένα αφιέρωμα που περιλαμβάνει τόσο τα βήματά του μέχρι να καταλήξει τελικά στη Μυτιλήνη, όσο και φωτογραφικά ντοκουμέντα από τη ζωή του κι από τα χρόνια που λειτούργησε το φωτογραφείο του στην πόλη μας, έχοντας απαθανατίσει μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ‘70 οπότε και συνταξιοδοτήθηκε χιλιάδες Μυτιληνιούς (και όχι μόνο), αλλά και πλήθος τοπίων και εικόνων της καθημερινότητας.
Ο Μιχάλης Ζούζης στα νιάτα του
Γεννημένος στην Έδεσσα στις 26 Απριλίου του 1926, μοναδικός γιος μιας οικογένειας με τρία παιδιά, ο Μιχάλης Ζούζης φοίτησε στο ρουμανικό σχολείο που λειτουργούσε τότε, αφού οι γονείς του έκριναν ότι θα ήταν καλύτερο για την παιδεία του. Από πολύ μικρή ηλικία ανακάλυψε την έφεσή του στη ζωγραφική. Όπως θυμάται ο ίδιος, ξεκίνησε μέσα στη διάρκεια της Κατοχής να αποτυπώνει μικρές φωτογραφίες σε μεγεθύνσεις με τη βοήθεια μολυβιού, προκειμένου να κερδίσει τα πρώτα του χρήματα. Σχεδίαζε, μάλιστα, τις πρώτες του αυτές φωτογραφίες για 50 δραχμές.
«Πριν ακόμη δω τους γυρολόγους που μάζευαν φωτογραφίες, είχα ήδη ζωγραφίσει τη γιαγιά μου και τη μητέρα μου. Στη συνέχεια, βλέποντας ότι οι γυρολόγοι έβγαζαν καλά λεφτά, αποφάσισα να το κάνω πιο σοβαρά. Ο πρώτος μου κανονικός πελάτης, μάλιστα, ήταν ένας γιατρός που μου προσέφερε παραπάνω από όσα ζήτησα και με ενθάρρυνε», λέει. Και πράγματι, όποιος επισκεφτεί το σπίτι του παλαίμαχου φωτογράφου, μένει άφωνος από την ομοιότητα που έχει το πορτραίτο της γιαγιάς του που ο ίδιος σχεδίασε, με την πρωτότυπη φωτογραφία που χρησιμοποίησε για να κάνει τη μεγέθυνση.
Ο πατέρας του Μιχάλη Ζούζη στο χώρο του φωτογραφείου, διαβάζοντας την εφημερίδα του.
Στο βάθος, δείγματα της δουλειάς του παλαίμαχου φωτογράφου
Η πρώτη φωτογραφική μηχανή
Το 1945 πηγαίνει στη Θεσσαλονίκη και απευθύνεται στο φωτογράφο Μισέλ Χαρτοματζίδη, που είχε το γνωστό κεντρικό φωτογραφείο «Φωτο Μισέλ», ζητώντας του να πηγαίνει εκεί τα απογεύματα προκειμένου να μάθει τη δουλειά. Ξεκινάει κάνοντας ρετούς στο σπίτι του και στη συνέχεια μπαίνει στο σκοτεινό θάλαμο. Από τον πρώτο αυτό εργοδότη του αποκτά και την πρώτη φωτογραφική μηχανή, λίγο πριν φύγει για φαντάρος το 1947.
Το πολύτιμο αυτό δώρο «έπιασε τόπο», αφού μέσα στο Στρατό έφτιαχνε τα πορτραίτα των στρατιωτών και τα τύπωνε μέσα στο αντίσκηνό του, που χρησιμοποιούσε σα σκοτεινό θάλαμο, με τη βοήθεια ενός ατομικού φακού τσέπης. Όταν απολύεται, το 1952, πηγαίνει και πάλι στην Αθήνα και, δουλεύοντας και πάλι σε γνωστό φωτογραφείο, αποκτά πλέον μια μηχανή στούντιο.
Ο δρόμος για Μυτιλήνη
Η οκτάμηνη παραμονή του στα Χανιά, αμέσως μετά, είναι αυτή που τον φέρνει και σε πρώτη επαφή με τη Μυτιλήνη.
«Κάποια στιγμή που φωτογράφιζα ένα γάμο, στη φωτογραφία βρισκόταν ένας χωροφύλακας που υπηρετούσε στη Μυτιλήνη. Αυτός μου μίλησε για το φωτογραφείο των αδελφών Βασιλείου εδώ και έτσι πρωτοάκουσα και για τη Μυτιλήνη. Έτσι, όταν το 1953 με βρήκε στην Αθήνα ο Κεμερλής και μου είπε να αναλάβω την οργάνωση του φωτογραφείου του Χουτζαίου στη Μυτιλήνη και αφού ο φίλος στον οποίο τον παρέπεμψα εγώ δεν ενδιαφέρθηκε τελικά να έρθει, αποφάσισα να έρθω ο ίδιος. Είχα ξαναμείνει, άλλωστε, στην επαρχία και δε με φόβιζε όπως άλλους συναδέλφους», θυμάται ο Μιχάλης Ζούζης.
Φεύγοντας σύντομα από το νέο αυτό φωτογραφείο που βρισκόταν πίσω από την Τράπεζα της Ελλάδας, από την πλευρά της αγοράς, αφού η συνεργασία δεν τον ικανοποίησε, ο Μιχάλης Ζούζης ανοίγει το δικό του φωτογραφείο, στον πρώτο όροφο του κτηρίου της ελαιουργίας Παπαρίσβα, όπου που σήμερα βρίσκεται η γνωστή καφετέρια «Caldo».
«Στο φωτογραφείο του δούλεψα οκτώ μήνες και μετά έφυγα, αφού δε μου συμπεριφέρθηκαν όπως έπρεπε. Πήρα όλον τον επάνω όροφο ενός κτηρίου στην προκυμαία και τον διαμόρφωσα μπροστά ως φωτογραφείο και πίσω ως δωμάτιο για να μένω. Πίσω, έκανα και χωρίσματα όταν ήρθε η οικογένειά μου, ο πατέρας, η μητέρα και η μία αδελφή μου, για να μείνουμε όλοι μαζί», λέει ο ίδιος.

Φωτογραφίες νεόνυμφων ζευγαριών της Μυτιλήνης από τις δεκαετίες του ’70 και του ’80, τραβηγμένες από το Μιχάλη Ζούζη στο χώρο του φωτογραφείου του
Οι επιτυχίες…
«Πουλούσα τις φωτογραφίες 50 δραχμές την εξάδα, ενώ το άλλο μεγάλο φωτογραφείο των Αφών Βασιλείου τις έδινε 70. Δουλέψαμε πολύ καλά, χωρίς προβλήματα. Περνούσε πολύς κόσμος, είτε για φωτογραφίες γάμων και αρραβώνων, είτε για πορτραίτα - παιδιά, νέοι και νέες, άνθρωποι μεγαλύτεροι σε ηλικία. Είναι πολλοί οι γιατροί της Μυτιλήνης που έχουν περάσει για να φωτογραφηθούν από τα χέρια μου.»
Πέρα από τις φωτογραφίες που τραβούσε, το αρχείο του Μιχάλη Ζούζη περιλαμβάνει σλάιντς και τρισδιάστατες φωτογραφίες που μπορούσε τότε κανείς να παρακολουθήσει σε «viewmaster».
«Ήμουν ο πρώτος που έφερα στη Μυτιλήνη τον τομέα των τρισδιάστατων εικόνων, αλλά δυστυχώς δεν είχαν πολλή επιτυχία», λέει ο ίδιος, που έχει γυρίσει επίσης μια ερασιτεχνική ταινία 16 χιλιοστών, τραβηγμένη στην προκυμαία της πόλης, με τίτλο «Η προκυμαία της Μυτιλήνης».
Παρ’ όλο που δεν παντρεύτηκε ποτέ, αφού είχε την ευθύνη της οικογένειάς του, ο Μιχάλης Ζούζης θυμάται και τις… επιτυχίες που είχε τα πρώτα χρόνια της διαμονής του στη Λέσβο, στις πρώτες τουρίστριες που είχαν έλθει τότε στο νησί, αφού ήταν από τους πολύ λίγους που μιλούσαν ξένες γλώσσες. «Έστηνα αυτί στο δρόμο που περπατούσαν και ανάλογα με το τι γλώσσα μιλούσαν, τις μιλούσα κι εγώ. Άλλωστε, ήξερα πολλές γλώσσες, ελληνικά, γαλλικά, ρουμάνικα, ιταλικά και γερμανικά, τα περισσότερα από τα οποία είχα μάθει στο ρουμάνικο σχολείο, καθώς και λίγα αγγλικά που είχα μάθει μόνος μου», λέει στο «Ε».
«Ξαφνιάζονταν. Ήμουν και ο μόνος που μπορούσαν να κουβεντιάζουν, άλλωστε. Δεν τις φωτογράφιζα ποτέ, όμως, στο φωτογραφείο, αλλά μόνο με τη μηχανή μου, στις βόλτες που κάναμε.»

Νέες γυναίκες της Μυτιλήνης ποζάρουν για το φακό του Μιχάλη Ζούζη
«Στη Μυτιλήνη βρήκα τον Παράδεισο»
Γνωρίζοντας, μέσα στη δεκαετία του ’70, κάποιον Μυτιληνιό που ζούσε στην Αμερική και είχε επιστρέψει στη Λέσβο με την Ελληνίδα γυναίκα του, και παρακινούμενος από αυτόν, αφήνει επικεφαλής του φωτογραφείου την αδελφή του και αποφασίζει να αναζητήσει την τύχη του στη Νότιο Αφρική. Σύντομα επιστρέφει, όμως, στην Ελλάδα, απογοητευμένος από την υπερεκμετάλλευση και την κακομεταχείριση των νέγρων.
Έχοντας ετοιμάσει φωτογραφίες σε 12 διαφορετικές στάσεις, τραβηγμένες στη Μυτιλήνη, προκειμένου να τις βάλει στη βιτρίνα του νέου φωτογραφείου που ονειρεύεται να ανοίξει στην πρωτεύουσα, πηγαίνει στην Καλλιθέα της Αθήνας. Μη καταφέρνοντας, ωστόσο, να κάνει τα σχέδιά του πραγματικότητα, επιστρέφει στη Μυτιλήνη γύρω στο 1977, απ’ όπου και δε φεύγει ποτέ ξανά. Σήμερα, κατοικεί λίγο πιο έξω από τον οικισμό της Βαρειάς, μέσα στο κτήμα του από ελιές και άλλα δέντρα, τα οποία φροντίζει ο ίδιος. Τους τοίχους και τα έπιπλα του σπιτιού του κοσμούν οι φωτογραφίες της οικογένειάς του και φωτογραφίες Μυτιληνιών που ο ίδιος έχει τραβήξει.
«Δεν το αλλάζω το νησί, το αγάπησα από την πρώτη στιγμή που το είδα από το πλοίο, αφού ήταν καταπράσινο και έμοιαζε παραδεισένιο», λέει ο παλαίμαχος φωτογράφος λίγο πριν κλείσει τα 84 του χρόνια. «Αγαπούσα πολύ τη θάλασσα και τα μπάνια, αφού κολυμπούσα από μικρός στα ποτάμια της Έδεσσας και στη θάλασσα της Θεσσαλονίκης. Εδώ, βρήκα τον Παράδεισο…»